Καμιά φορά το σκέφτομαι και διαφορετικά:
Κωλοδουλειά που είναι να είσαι φτασμένος και σπουδαίος και διάσημος και μεγάλος και σημαντικός καλλιτέχνης…
Να, πάρτε για παράδειγμα τον Διονύση Σαββόπουλο:
Έρχεται η ώρα για τις ετήσιες ζωντανές εμφανίσεις του και καινούργιο υλικό, καινούργιες ιδέες δεν έχει –τι να κάμνει;
Γιατί, εννοείται, ότι δεν μπορεί απλώς να παίξει τα παλιά του τραγούδια, όσο δεδομένο κι αν είναι το κοινό. Πρέπει να παρουσιάσει κάτι ευρύτερο και μεγάλο –σαν τη φάση στο Ολυμπιακό, ρε παιδί μου– ή έστω κάτι που να δηλώνει άποψη –σαν τον Πυρήνα, ένα πράγμα– πράγματα δηλαδή που θα επιβεβαιώνουν τα σπουδαίος και μεγάλος και κτλ.
Για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η παλιά, απλή και πετυχημένη συνταγή:
Κάνουμε τα παλιά, αλλά τους δίνουμε μια κάποια προοπτική –όπως στο Σαββόραμα δηλαδή.
Για φέτος, όπου «παλιά» διαβάστε Το Περιβόλι του Τρελού κι όπου προοπτική «Αφιέρωμα στην δεκαετία του ‘60».
Διότι, αν το ξεχάσατε, φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από την έκδοση του συγκεκριμένου δίσκου και άλλα τόσα από το τέλος της δεκαετίας.
Και ρωτάει ο δημοσιογράφος:
Στους νεότερους η δεκαετία του ’60 φαντάζει μαγική. Ήταν όντως έτσι;
Κι ο Σαββόπουλος χωρίς κανέναν ενδοιασμό απαντάει:
Ήταν μαγική..
Κι αυτό ακριβώς με προβληματίζει στις φετινές του συναυλίες:
Η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση δηλαδή– του ’60. Με άλλα λόγια η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση και μάλιστα αυτοθωράκιση– του Σαββόπουλου και της γενιάς του.
Και προσέξτε, δεν με ενδιαφέρει αν αυτοεπαινείται ή ετεροεπαινείται ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μου τη σπάει όμως που ενώ οι άλλοι λαοί ξανακοιτάζουν το παρελθόν από διαφορετικές γωνίες, αναθεωρούν τα παλιά συμπεράσματα και τις παραδεδομένες εικόνες, επανεκτιμούν πρόσωπα και καταστάσεις, εμείς, εδώ, στην Ελλάδα βυθιζόμαστε πιο βαθιά στον πηχτό, ζεστό και παραισθησιογόνο βούρκο της αυτοϊκανοποίησης. Δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι όταν επιχειρείται κάποια αναθεώρηση, αυτή συνήθως γίνεται με ξεπερασμένα μέτρα και κριτήρια.
Ειδικά σε αυτή την περίσταση, έχω πρόβλημα να με μπουκώνουν με ξεφτισμένους μύθους. Έχω πρόβλημα με τα:
Είδαμε τα νερά να φουσκώνουν εκείνη την δεκαετία. Και μετά τραβήχτηκαν. Το σημάδι όμως που φάγανε τον βράχο εκεί ψηλά, μένει… κτήμα ες αεί.
Διότι είτε τα νερά πήγαν και φύγαν μόνα τους –παλίρροια λέγεται το φυσικό φαινόμενο– οπότε δεν έχω και τίποτα να γιορτάσω. Είτε κάποιοι τα πήγαν εκεί πάνω τα νερά και μετά οι ίδιοι ή κάποιοι τα τράβηξαν –οπότε πρέπει να συζητήσουμε ποιοι, πώς και γιατί φταίνε.
Έτσι όπως το βλέπω εγώ, ο πιο καλός εορτασμός των ‘60s θα ήταν αν έπαιζε ο Σαββόπουλος και τον άλλο του δίσκο, Το Κούρεμα, το οποίο γιορτάζει μόνο κι έρημο 20 χρόνια από την κυκλοφορία του.
Για σκεφτείτε το:
Στο πρώτο μέρος Το Περιβόλι, σαράντα χρόνια πριν, και στο δεύτερο, είκοσι χρόνια αργότερα, στο μέσον του τότε και του σήμερα, Το Κούρεμα. Και στο τέλος, όταν τα φώτα ανάψουν και κοιταχτούμε μεταξύ μας, να δούμε κάτι κι από το σήμερα.
Με αυτόν τον τρόπο το όλο εγχείρημα θα είχε κάτι από την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς, οπότε θα ταίριαζε καλλίτερα και με το κλίμα των ημερών. Και το déjà vu ίσως να μας αποκάλυπτε τι πήγε καλά και τι στραβά αυτά τα 40 χρόνια.
Λυπάμαι, αλλά το μέλλον εκείνου του ροκ, φαίνεται ήδη παρελθόν…