Από την παραπολιτική στην πολιτική

Ώστε το Πασόκ είναι πέμπτο κόμμα;

Και ο Χρυσοχοΐδης δεν διάβασε το Μνημόνιο, δηλώνει όμως απόλυτα επιτυχημένος;

Και ο Λοβέρδος μας υπόσχεται μακελειό, αν του πειράξουμε τον ΓΑΠ;

Και οι μισοί βουλευτές του Πασόκ δεν ψήφισαν τον πολυνόμο Βενιζέλου, ενώ είχαν πει ΝΑΙ σε Μνημόνια και Μεσοπρόθεσμα, ενώ τον υπερψήφισε η αντιμνημονιακή ΚΟ της ΝΔ_;

Και ο Παπαδήμος ξαναστέλνει τελεσίγραφο στα κόμματα που τον έκαναν Πρωθυπουργό;

Και ο Τόμσον θα ξαναζητήσει δήλωση από τους αρχηγούς των κομμάτων;

Και ο Γιάννης Μανώλης χόρεψε αντιμνημονιακό ζεϊμπέκικο;

Και ο Καρατζαφέρης δηλώνει ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει σαν γροθιά την Κυβέρνησή του;

Και ο Κουβέλης συνεχίζει την δημοσκοπική του άνοδο;

Κι από κοντά ο Τσίπρας με την Παπαρήγα;

Και η Διαμαντοπούλου λογόφερε με τον Μάνο στα γεννητούρια του καινούργιου κόμματος;

Και κάποιοι την είπαν στο Σημίτη, που την έλεγε στον ΓΑΠ;

Και ούτω καθ’ εξής;

 

Αυτός ο Άδης είναι όλος δικός μας.

Είναι αδύνατον να τον αποφύγουμε / Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαστε αναγκασμένοι να τον υπομένουμε και να ασχολούμαστε μαζί του. Να γινόμαστε κι εμείς μέρος του. Που αναμφίβολα είναι διασκεδαστικό και ανακουφιστικό, αφού ξεχνάμε τις καθημερινές μας έγνοιες και τις δυσκολίες ή τις συμψηφίζουμε με τα πάθη και τα λάθη των ηρώων της καθημερινής παραπολιτικής μας σαπουνόπερας.

Διότι αυτό το παιχνιδάκι που παίζεται στις πλάτες των νεόπτωχων μόνο παραπολιτική και πολιτικαντισμός είναι. Κι όσοι συμμετέχουν σε αυτό είναι τόσο απορροφημένοι με την επικοινωνιακή διαχείριση των αποφάσεών τους, ώστε ξεχνάνε και να αποφασίσουν πλέον –απλώς επικοινωνούν, με ολοένα και πιο χοντροειδείς μεθόδους είναι η αλήθεια.

Κι όσο για την ουσία, ας μη την ψάχνουμε. Είναι χαμένη πίσω από τα στατιστικά στοιχεία που τεντώνονται ή συρρικνώνονται, αναλόγως με την διάθεση ή τα συμφέροντα του κάθε φορά κουμανταδόρου –οι πολίτες απουσιάζουν και από εδώ.

Και πώς να μην απουσιάζουν όταν το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, κόμματα κτλ) έχει κατασκευάσει ένα αυτοαναπαραπαγόμενο και αυτοανακυκλούμενο πολιτικό σύστημα, αφού κατάφερε να κλείσει τις διόδους επικοινωνίας της κοινωνίας με το πολιτικό σύστημα και το κομματικό κατεστημένο. Έτσι οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, βοηθούμενοι ασφαλώς κι από την δική μας αφέλεια, μπορούν να εμφανίζονται αενάως ως νέοι και άφθαρτοι.

Με έναν τρόπο ζούμε τον ορισμό του φαύλου κύκλου. Που για να σπάσει και να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την ελαφρότητα της παραπολιτικής και να ασχοληθούμε με την βάσανο της πολιτικής, χρειάζεται σχέδιο κι οργάνωση –δεν είναι δουλειά ενός ανθρώπου.

Με ρωτάνε καμιά φορά αν βλέπω κάτι ελπιδοφόρο στον ορίζοντα, ρωτάω με τη σειρά μου κι εγώ άλλους. Αλλά το μόνο που δραστηριοποιείται αυτή τη στιγμή είναι το Κόμμα Των Μνημονίων: Οι ίδιοι 20-30 άνθρωποι φτιάχνουν οργανώσεις, συνδέσμους, ομίλους, συγκεντρώνουν υπογραφές, οργανώνουν συνεντεύξεις τύπου. Η άλλη πλευρά, που όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, πλειοψηφεί συντριπτικά, δεν σιωπά απλώς, αλλά μένει αδρανής, γυρίζει την πλάτη της στην πολιτική και βυθίζεται στην κατάθλιψη και την ακηδία.

Είναι ίσως φυσιολογικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο: Οι Οπαδοί των Μνημονίων έχουν έτοιμη πολιτική πρόταση, ζητάνε να υπακούσουμε στα προστάγματα των ξένων. Έχουν φτάσει σε σημείο να ζητάνε από την Βουλή να αυτοκαταργηθεί και να αναθέσει εν λευκώ την διακυβέρνηση σε κάποιον πεφωτισμένο τεχνοκράτη. Αντιθέτως, όσοι στέκονται απέναντι από το Μνημόνιο δυσκολεύονται να αρθρώσουν συγκροτημένο πολιτικό λόγο, πειστική αντιπρόταση, για τον απλούστατο λόγο ότι πρέπει να την δημιουργήσουν, να την διαμορφώσουν. Και μάλιστα εξαρχής, αφού ρεαλιστική πολιτική αντιπρόταση στην λιτότητα που καταστρέφει την Μεσαία Τάξη αναζητείται σχεδόν σε όλες τις χώρες.

Παρά τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις, τις διαψεύσεις δεν θα πρέπει να αφηνόμαστε στην άγονη αδιαφορία. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ελπίζει σε κάτι αυτή τη στιγμή το πολιτικό σύστημα, αυτό είναι η αποχή, το άκυρο και το λευκό. Πρέπει, οφείλουμε να συμμετέχουμε και να συνεισφέρουμε. Και αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος φορέας που να μας εκφράζει, μπορούμε να συμμετέχουμε ως συζητητές / συνομιλητές, στις παρέες, στα κοινωνικά δίκτυα, οπουδήποτε στην κοινωνία. Στο κάτω-κάτω της γραφής πολιτική και Δημοκρατία χωρίς ιδέες και χωρίς συζήτηση δεν υπάρχει.

Μεγαλύτερη τραγωδία και από του Μνημονίου θα είναι, αν εμφανιστεί το καινούργιο και αποτύχουμε να το αναγνωρίσουμε, να το υποστηρίξουμε, να το αναδείξουμε. Κι αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός όσο βυθιζόμαστε στην αφασία της παραπολιτικής.

Το πρώτο φιλί

Μετά το πρώτο μου φιλί, γύρισα στο σπίτι με τη γλώσσα τόσο μουδιασμένη, ώστε δεν μπορούσα να νιώσω καμία γεύση κι αυτό επέτεινε την αίσθηση ότι μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε. Γενικά μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε εκείνο τον καιρό μέσα σε μια ανέμελη χαρά, που σήμερα τη λες και εγκληματική αφέλεια: Αυτοκρατορίες κατέρρεαν, τείχη γκρεμίζονταν, τα τραπέζια στα σπίτια καταλαμβάνονταν από κομπιούτερ και στη μικρή μας χώρα διαδηλώναμε χωρίς ενοχές πλέον την αγάπη μας για τις παλιές ελληνικές ταινίες, διασκεδάζαμε με τραγούδια της περασμένης γενιάς και ζαπάραμε κρυφά τα βράδια στο RTL για να πάρουμε μάτι κάνα βυζί.

Η Αντωνία, το κορίτσι που φιληθήκαμε Σάββατο απόγευμα στην Κιάφα, πίσω από ένα γυρτό πεύκο, ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου, όμως ήταν εκείνη που πήρε την πρωτοβουλία. Γελούσε ενώ έγερνε προς το μέρος μου και γενικά μου το έπαιζε έμπειρη στα θέματα αυτά, όταν όμως τα στόματά μας ενώθηκαν, κατάλαβα ότι παρά τους κομπασμούς της ήταν εξίσου άσχετη με μένα. Είχε σουφρώσει τα χείλη της δημιουργώντας μια μικροσκοπική στρογγυλή τρυπούλα στη μέση από την οποία ξεπρόβαλε η γλώσσα της, λεπτή, δροσερή, πορώδης και ανεξήγητα στεγνή. Η δική μου γλώσσα παρέμενε σταθερή κι ακίνητη μέσα στο στόμα μου, πραγματικός εύζωνας εν ώρα καθήκοντος.

Μείναμε έτσι ακίνητοι με τα χείλια κολλημένα, τη γλώσσα της να αγγίζει απαλά τη δική μου και το άγχος μη μας δει κανείς για λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να συγκρουστούν και να συντριβούν οι μύτες μας, όπως πολύ φοβόμουνα. Κι αφού η μύτη μου επιβίωσε, ένα άλλο πρόβλημα προέκυψε, εντελώς αναπάντεχα: Πού να βάλω τα χέρια μου. Ένιωθα τα δικά της απαλά δεμένα γύρω από τη μέση μου κι αυτό ήταν όμορφο και σωστό, έτσι έβαλα κι εγώ τα δικά μου γύρω από τη δική της όσο μπορούσα πιο παρόμοια. Όμως κάτι δεν μου καθόταν καλά σ’ αυτό, ήθελα να νιώσω και περισσότερα από το σώμα της και τα ανέβασα στην πλάτη της. Άγγιξα όμως το σουτιέν και τα κατέβασα ξανά κάτω στη μέση, για να τα ανεβάσω στη συνέχεια ακόμα πιο ψηλά, στους ώμους, που ήταν πια εντελώς χάλια, αλλά είχα απελπιστεί τόσο με αυτό το θέμα, που τα άφησα εκεί μη ξέροντας τι άλλο καλλίτερο να κάμω.

Παρά το άγχος μη μας δει κάποιο από τα παιδιά, που παίζανε γύρω-τριγύρω στο πάρκο, παρασύρθηκα τόσο, ώστε έκλεισα τα μάτια μου κι ήταν τότε που η αγκαλιά, το φιλί, η Αντωνία, μου φάνηκαν τόσο εξώκοσμα, τόσο εξογκωμένα, τόσο αυτονομημένα, από τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε όταν τα ξανάνοιξα, τα πάντα μου φάνηκαν καινούργια κι άφθαρτα.

Η Αντωνία χαμογελούσε:

«Μα πώς χτυπάει έτσι η καρδιά σου!»

Πράγματι, η άτιμη χτυπούσε όσο πιο ντροπιαστικά μπορούσε, ακανόνιστα, γρήγορα και εκκωφαντικά. Οι δονήσεις της διαπέρασαν το λεπτό μου θώρακα και τα χοντρά μπουφάν μας κι έφτασαν ως το στήθος της, παρά το γεγονός ότι η αγκαλιά μας κάθε άλλο παρά σφιχτή ήταν. Φυσικά κοκκίνισα σαν παντζάρι, όταν άκουσα τα λόγια της και, ακόμα πιο φυσικά, άλλαξα κουβέντα μόλις βρήκα τα λόγια:

«Πάμε στους άλλους;»

Τρέξαμε να ενσωματωθούμε στον υπόλοιπο κόσμο φοβούμενοι τις ενδεχόμενες συνέπειες της λιποταξίας μας, αλλά τα παιδιά ούτε που είχαν παρατηρήσει την απουσία μας. Κι αυτό ήταν απογοητευτικό.

Αντιθέτως, πρόσεξαν το δυσπερίγραπτο ύφος μου. «Όλα εντάξει;», με ρώτησε εμπιστευτικά ο Χάρης, ενώ ο Χοντρός το έριξε ως συνήθως στην καζούρα, στην οποία συμμετείχε παραδόξως και η Αντωνία. Ο Βασίλης, που έμενε στο διπλανό σπίτι, ως συνήθως είχε γίνει νούλα, κι εγώ μη βρίσκοντας από πού να κρατηθώ, απόμεινα να κοιτάζω τους φίλους μου σαν χαμένος, κάτι που φυσικά τους ενέπνευσε για ακόμα περισσότερη πλάκα.

Το επεισόδιο κατέληξε στο καθιερωμένο φατούρο, το οποίο δεν μπόρεσα να φχαριστηθώ, γιατί με έτρωγε η στάση της Αντωνίας. Ήμουν φυσικά πεπεισμένος ότι προηγουμένως τα είχα κάνει όλα λάθος, διαισθανόμουν όμως ότι α) δεν ήταν πια και τόσο λάθος, β) ούτε κι εκείνη είχε αριστεύσει. Αλλά πέρα από αυτά, εκείνο που με βασάνιζε περισσότερο ήταν η διαψευσμένη βεβαιότητα ότι μεταξύ μας υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο.

Όταν σκοτείνιασε για τα καλά και χαιρετηθήκαμε με τα παιδιά, με έναν τρόπο έμεινα με την Αντωνία στο στενό πεζοδρόμιο κάτω από το πάρκο. Πίσω μας ένα πετρόχτιστο πεζούλι, μπροστά ένα τεράστιο φορτηγό κι από πάνω τα πεύκα. Αγκαλιαστήκαμε και τα μάγουλά μας τρίφτηκαν. Ένιωσα πάλι την καρδιά μου να σφυροκοπάει, αλλά δεν είχα τρόπο να την σταματήσω, έτσι απλά γύρισα και την φίλησα. Οι γλώσσες μας ενώθηκαν κι άρχισαν να χαϊδεύονται. Η δική της εξακολουθούσε να είναι στεγνή, δροσερή και πορώδης, τα χείλια της όμως ξεσούφρωσαν, χαλάρωσαν, κόλλησαν όμορφα πάνω στα δικά μου. Πήρα θάρρος, την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά μου κι αποφάσισα να βάλω ακόμα πιο βαθιά την γλώσσα μου στο στόμα της, τα δόντια μας όμως τράκαραν.

«Μη… Ανατριχιάζω…» είπε η Αντωνία νωχελικά.

Μεσοχείμωνο

Αν ρωτήσεις τους παλιούς, θα σου πουν ότι τόσο μεγάλη παγωνιά που να κρατάει επί τόσες μέρες, δεν θυμούνται. Στα μέρη μας κάνει πάγο για μια ή δύο μέρες και μετά το γυρίζει σε βροχή κι ομίχλη. Τώρα, η ξηρή παγωνιά κοντεύει δυο βδομάδες.

Βγήκα πάντως και περπάτησα αρκετά στα μείον δέκα και τα μείον δώδεκα. Την πρώτη φορά, αφού περπάτησα μερικά μέτρα και άρχισα ο άφρων να σκέφτομαι ότι δεν είναι τελικά και κάτι τρομερό, ένιωσα ξαφνικά την παγωνιά να εισβάλει από παντού βαθιά στο σώμα μου. Να φθάνει ακαριαία στο μεδούλι μου. Και πιο βαθιά, στην ψυχή μου.

Άνοιξα βήμα.

Όσο γρήγορα κι αν βάδιζα όμως, δεν ζεσταινόμουν. Και δεν σας το κρύβω ότι στην αρχή πανικοβλήθηκα, αλλά μετά παρασύρθηκα από την παγωμένη ομορφιά της νύχτας. Ο αέρας ήταν τόσο διαυγής, απαλλαγμένος από κάθε σωματίδιο ή μικροοργανισμό κι είχα την εντύπωση ότι ανάσαινα καθαρό οξυγόνο. Κι έπειτα η ατμόσφαιρα ήταν τόσο διάφανη, ώστε νόμιζα ότι μπορούσα να διαπεράσω με το βλέμμα μου και να δω και πέρα από τα βουνά ακόμα. Μοιραία αυτή η παγωμένη καθαρότητα επηρέασε και το νου μου: Όλα έγιναν αίφνης τόσο σαφή, τόσο περιχωρημένα και αυτονόητα, ώστε δεν χρειαζόταν καμιά προσπάθεια, καμιά κατανάλωση χρόνου ή ενέργειας για να τα στοχαστεί κανείς.

Το απόλυτο κρύο ως απόλυτο φως: Γνόφος.

*          *          *

Ξαναδιαβάζω J. D. Salinger.

Όταν τον πρωτοδιάβασα, επηρεασμένος από την στιβαρότητα του Hemingway,  δεν τον εκτίμησα. Τώρα μ’ αρέσει να διαβάζω για τις γυναίκες του: Αυτές που ποθούμε και μας εκνευρίζουν και μισούμε.

*          *          *

Μας έχουν πείσει σχεδόν ολοκληρωτικά ότι όλα είναι οικονομία, κάτι εξειδικευμένο δηλαδή και συνεπώς απρόσιτο στους κοινούς θνητούς, κατάλληλο μόνο για τους πεφωτισμένους τεχνοκράτες.

Θα ήθελα να ξαναθυμηθούμε ότι όλα είναι πολιτική -και η οικονομία- για να μπορέσουμε να ξαναπιάσουμε τις ζωές μας. Να ξαναρχίσουμε να χτίζουμε τον κόσμο μας.

Και πολιτική δεν είναι απάθεια και αδιαφορία, αλλά ενδιαφέρον, συμμετοχή και πάθος. Που σημαίνει ότι παρά την αποστροφή και την αηδία που μας προξενούν πρόσωπα και καταστάσεις, πρέπει να συμμετέχουμε. Παντού. Να πιέζουμε τον εαυτό μας και να συμμετέχουμε, σαν να πίνουμε το πικρό φάρμακο. Να μην παραχωρούμε και αυτό μας το δικαίωμα.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει.

*          *          *

Γιατί θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια;

Δεν είναι τόσο όμορφο όσο η ζωή η ίδια, ο έρωτας να είναι τόσο προσιτός, απλός, ενταγμένος στην καθημερινότητά μας, όπως το καθάρισμα του κρεμμυδιού, το ψήσιμο του καφέ, το σφούγγισμα της μύτης μετά το φτέρνισμα;

*         *         *

Ο αδερφός μου με κοροϊδεύει που κόλλησα με το Futurama. Αλλά: 1. Δεν το είχα δει ποτέ συστηματικά, μόνο σκόρπια επεισόδια, όποτε τύχαινε και 2. Με τη δουλεία που ρίχνω αυτή την εποχή έχω ανάγκη από μια έξυπνη κωμωδία.

Α, κι επίσης, φέτος οι Simpsons είναι λιγότερο αστείοι κι από πέρσι!

Εδώ…

Εδώ στο γραφείο μου.

Γύρω, τριγύρω μεγάλη ακαταστασία, χαρτιά και βιβλία και στυλό και δελτία και φωτοτυπίες σκισμένες, τσαλακωμένες, στοιβαγμένες και φλασάκια –όλα σε μια χαώδη και χαοτική  μεν, σειρά δε. Εδώ κινούμαι.

Όσο κι αν ακούγεται περιορισμένο το πεδίο δράση μου, τόσο ευρύ είναι στο φαντασιακό / εικονοπραγματικό επίπεδο. Εκτείνεται σε χρόνο και σε τόπο σχεδόν απεριόριστο –είναι κι η δουλειά βλέπετε, που μου επιτρέπει τη μια στιγμή να βρίσκομαι στην έρημο της Συρίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και την άλλη στο σύγχρονο Λονδίνο ή πιο τραγικά, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν αναρωτιέσαι ποιο το νόημα όλων αυτών, είμαι έτοιμος να σου αραδιάσω λόγους κι αιτίες και συνέπειες λογικά αρθρωμένες και διαρθρωμένες, αλλά από ένστικτο σταματώ. Προτιμώ να σου πω «Έτσι κάνανε και οι παλιότεροι, έτσι κι εμείς με τον δικό μας τρόπο, με τη δικιά μας γλώσσα, έχε λίγη εμπιστοσύνη, αδελφέ» γιατί δεν είναι μόνο κουραστικό να ανακαλύπτουμε κάθε φορά εξαρχής τον τροχό, είναι και σημαντική απώλεια χρόνου.

Υπάρχει, βέβαια, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μας και τους παλαιότερους:

Οι ζωές μας έχουν γίνει τόσο περίπλοκες, ώστε έχουν καταντήσει ακατανόητες. Και ταυτοχρόνως τόσο ευρείες, ώστε καταλήγουν περιορισμένες. Φταίει η εξειδίκευση που μας κάνει να βαθαίνουμε και να πλαταίνουμε την αντίληψη, τις γνώσεις και την κατανόησή μας για ένα απειροελάχιστο κομματίδιο της ανθρώπινης εμπειρίας και να χάνουμε το καθολικό νόημα. Γιατί, κι εδώ είναι το μυστικό, καθολικότητα, η προοπτική απλοποιεί τις ζωές μας, τις καθιστά πιο εύκολες, πιο ευτυχισμένες, τολμώ να πω: και πιο υγιείς. Για σκεφτείτε πόσο αστεία φαντάζουν σήμερα όλα όσα μας ταλαιπώρησαν και μας στεναχώρησαν όταν ήμασταν παιδιά. Ό,τι φάνταζε τότε σαν δυσπρόσιτο βουνό, σήμερα το βλέπουμε κατηφόρα –αν το ξέραμε αυτό και τότε…

Το πρόβλημα αυτό –γιατί πρόβλημα είναι– έχει γίνει αντιληπτό στον κόσμο της επιστήμης, γι’ αυτό και γίνονται προσπάθειες να συνοψιστεί η γνώση. Επιστήμονες όλων των ηλικιών και των σχολών, αφήνουν τις διαφορές τους κατά μέρος και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να συντάξουν μεγάλα συλλογικά και συνοπτικά έργα, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, οδηγούς, βοηθήματα για συγκεκριμένα θέματα (πχ τον αρχαίο Χριστιανισμό, την Ύστερη Αρχαιότητα, την χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, την αγιολογία, την οικογένεια, το παιδί, για να μείνω σε ορισμένα θέματα του δικού μου πεδίου). Προσπαθούν έτσι να συνοψίσουν τις γνώσεις, τα επιτεύγματα και τα συμπεράσματα και ταυτοχρόνως να δώσουν ώθηση στην επιστήμη.

Στην διαχείριση της πραγματικότητας (ας πούμε έτσι την πολιτική) δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Τώρα ζούμε σε μια περίοδο που οι πολίτες ανακηρύσσονται ουσιαστικά ανίκανοι να αντιληφθούν και να αποφασίσουν το συμφέρον τους, γιατί στερούνται εξειδικευμένων γνώσεων. Επιβάλλεται μια μονομπλόκ άποψη ως η μόνη σωστή, οι άλλες –αν υπάρχουν– δαιμονοποιούνται / γραφικοποιούνται / απομονώνονται.

Αν στον Μεσαίωνα το διαφορετικό δόγμα κηρύσσονταν αιρετικό και πατάσσονταν, τώρα η άλλη άποψη, η άλλη οπτική κηρύσσεται λαϊκιστική. Έτσι όμως η Δημοκρατία δεν καταντάει απλώς, αλλά καθίσταται κενό γράμμα, βαρετή διαδικασία, ξεπερασμένη από τα πράγματα.

Και το πρόβλημα είναι ότι αν δεν αποκαταστήσουμε το νόημα της Δημοκρατίας, αν δεν δώσουμε πάλι αξία στις διαδικασίες της, που σημαίνει, αν ο πολίτης (εγώ, εσύ, όλοι μας) δεν αρχίσει πάλι να συμμετέχει με ενθουσιασμό, μαχητικότητα και αποφασιστικότητα, τίποτα δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε / καμιά κρίση δεν πρόκειται να υπερβούμε…

Κόκκινη γραμμή

Η απόφανση του κ. Παπαδήμου “Για μένα κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της Ελλάδας” παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ να υπογραμμίσουν τον ηρωικό και πένθιμο λυρισμό της, ενέτεινε την καχυποψία των πολιτών απέναντι στον ίδιο και την πολιτική που κλήθηκε να διαπραγματευτεί και να εφαρμόσει.

Γιατί όμως; Σε άλλες εποχές μια τέτοια δήλωση θα την υποδεχόμασταν με ρίγη συγκινήσεως, θα γινόταν μότο της εποχής, γκράφιτι σε τοίχους και ίσως-ίσως ο κόσμος θα ξεχύνονταν στους δρόμους σε αυθόρμητες διαδηλώσεις υπέρ του Πρωθυπουργού. Γιατί σήμερα αυτή η δήλωση συγκεντρώνει ειρωνικά και επιθετικά σχόλια ή, στην καλλίτερη περίπτωση, την απαξιωτική αδιαφορία των πολιτών;

Η απάντηση είναι απλή, πλην όμως οδυνηρή:

Κανένας μας δεν ξέρει πια τι εννοούν οι πολιτικοί μας ηγέτες, όταν αναφέρονται στη “σωτηρία της χώρας”, σε τι αναφέρονται όταν λένε “Ελλάδα”.

Για παράδειγμα, ο κ. Βενιζέλος έχει ήδη διαχωρίσει την Ελλάδα από τους Έλληνες λέγοντας ότι άλλο η χρεωκοπία των Ελλήνων κι άλλο της Ελλάδας. Όμως τι είναι μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες; Μην είν’  οι κάμποι; Τα βουνά; Η θάλασσα ή τα Ολυμπιακά έργα;

Θα ήταν συνεπώς καλό και χρήσιμο ο κ. Παπαδήμος, οι υπουργοί του, οι βουλευτές, όλοι οι παράγοντες εξουσίας, να μας πουν τι ακριβώς ορίζουν ως “Ελλάδα”. Διότι εκείνο που σε άλλες εποχές ήταν μάλλον αυτονόητο, σήμερα προκαλεί μεγάλη σύγχυση.

Να μάθουμε δηλαδή χωρίς περιστροφές τι προσπαθούν τέλος πάντων να διασώσουν οι ηγέτες μας, από τη στιγμή που κατέστησαν την Ελλάδα χώρα υπό περιορισμό χωρίς εθνική και λαϊκή κυριαρχία με εκατομμύρια ανέργων και φτωχοποιημένων να στοιβάζονται στους διαδρόμους της ζωής.

Αλλιώς:

Από ποια αφετηρία διαπραγματεύεται ο κ. Παπαδήμος και ποιος είναι ο στόχος του; Τι είναι διατεθημένος να εκχωρήσει ο χωρίς κόκκινες γραμμές Πρωθυπουργός και τα κόμματα που τον στηρίζουν για να εκταμιεύσουν την όποια επόμενη δόση και το PSI;

Γιατί πολύ φοβάμαι ότι το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, πολιτικοί, κόμματα) ως “Ελλάδα” προσδιορίζει τον εαυτό του και μόνο και τον εαυτό του και μόνο διαπραγματεύεται και παλεύει με νύχια και με δόντια για να περισώσει

*

Αυτή τη στιγμή 3,03 εκατ. άτομα (27% του πληθυσμού) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 20,1% του πληθυσμού κινδυνεύει να πέσει κάτω από αυτό το όριο.

Μπορεί ο τεχνοκράτης κ. Παπαδήμος να μας πει τουλάχιστον πόσοι ακόμα θα φτωχοποιηθούν μετά την εφαρμογή της πολιτικής που διαρπαγματεύεται χωρίς κόκκινες γραμμές και άλλους παλιομοδίτικους περιορισμούς; Τι σόι Ελλάδα είναι αυτή που δημιουργεί δηλαδή…

Οι αγαπημένες μου ταινίες

Κάθε φορά που με ρωτάνε ποιες είναι οι αγαπημένες μου ταινίες κάνω μια βουτιά στα βάθη της συνείδησης, που είναι βουτιά στα βάθη της μνήμης, που είναι βουτιά στα βάθη του χρόνου.

Γιατί η ερώτηση για το αγαπημένο μας τάδε, αναγκαστικά δεν μας πάει σε εκείνο που αντικειμενικά είναι καλλίτερο ή αρτιότερο, αλλά σε όσα υποκειμενικά έγραψαν μέσα μας. Σε εκείνα που άφησαν το χνάρι τους στο μυαλό, την ψυχή και την καρδιά μας και ανεπίγνωστα έγιναν το μέτρο με το οποίο κρίνουμε όλα τα μεταγενέστερα.

Με άλλα λόγια, όταν ρωτάμε / απαντάμε ποιο είναι το αγαπημένο μας κάτι, δεν μας ενδιαφέρει τόσο η συγκεκριμένη πληροφορία που παίρνουμε / δίνουμε, όσο το τι αυτή δηλώνει για μας, την προσωπικότητα, το γούστο μας, τη στάση μας ακόμα-ακόμα απέναντι στη ζωή, πώς βλέπουμε τα πράγματα. Γι’ αυτό έχουμε αγαπημένα τραγούδια που δεν τα έχουμε ακούσει η σιγοψιθυρίσει για χρόνια, φαγητά που δεν τα τρώμε παρά σπάνια ή ποτέ, πόλεις στις οποίες δεν μένουμε ή δεν επισκεπτόμαστε πλέον, φίλους που δεν βρισκόμαστε κοκ.

.

Ανακάλυψα τον κινηματογράφο την εποχή του ανακάλυπτα και τον υπόλοιπο μεγάλο κόσμο –εννοώ τον κόσμο έξω από το σπίτι μου–, όταν ήμουν έφηβος.

Εντάξει, και σαν παιδί έβλεπα ταινίες, ελληνικές τις Κυριακές τα μεσημέρια ή και κάνα βράδυ ενδιάμεσα, με τον Ταρζάν ή άλλες οικογενειακές όποτε έπαιζε η τηλεόραση και συχνά την Κινηματογραφική Λέσχη του Μπακογιαννόπουλου –μεγάλο σχολείο, αλλά αυτό κάποια επόμενη φορά. Επίσης ο πατέρας μου μας πήγαινε στο σινεάκ τα πρωινά της Κυριακής, όποτε ερχόταν στην πόλη μας και βλέπαμε παλιά καρτούν, Χονδρό-Λιγνό και ταινίες με το Κατσαριδάκι. Έβλεπα, με άλλα λόγια, ό,τι μπορούσα να δω, ενώ σαν έφηβος μπορούσα πλέον να επιλέξω.

Οι βόλτες μου στην πόλη είχαν μόνιμες στάσεις τις προθήκες των σινεμά και τις βιτρίνες των βίντεο-κλαμπ. Τα πρώτα είχαν κάτι μυστηριακό, με τις τεράστιες αφίσες τους και τις φωτογραφίες από σκηνές της ταινίας, τα πολύχρωμα καλλιγραφικά γράμματα που διαφήμιζαν το Αριστούργημα που παίζονταν Σήμερον, τους κακοφωτισμένους διαδρόμους και τις ψυχρές, σκοτεινές αίθουσες με τις άβολες πολυθρόνες –ω ναι, τα σινεμά εκείνης της εποχής, της προ-Ιντεάλ εποχής, δεν είχαν καμιά σχέση με τις σημερινές multiplex αίθουσες.

Τα βίντεοκλάμπ ήταν φυσικά αλλιώς. Έμοιαζαν περισσότερο με καταστήματα της γειτονιάς, όπως ο φούρνος, το μπακάλικο ή το ψιλικατζίδικο. Όμως –τι παράξενο!– ενώ τα άλλα συνόψιζαν κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο της γειτονιάς, στα βίντεοκλάμπ ανοιγόταν ένας άλλος κόσμος.

Θυμάμαι νοίκιαζα συνήθως ταινίες από την Διώνη, ήταν επί της Δωδώνης, ακριβώς απέναντι από το Σεράι και φύσικά δεν υπάρχει πια, αν και τότε ήταν από τα μεγαλύτερα. Πίσω από τον πάγκο στεκόταν ένας ψηλός, μελαχρινός κύριος με άσπρα μαλλιά και στενά μάτια, που ήταν μονίμως συνοφρυωμένος. Θύμιζε περισσότερο αυστηρό καθηγητή μαθηματικών ή ταγματάρχη, παρά βιντεοκλαμπά. Δεν ανταλλάσσαμε άλλες κουβέντες πλην των απολύτως αναγκαίων (καλημέρα και καλησπέρα δεν συγκαταλέγονται σε αυτές), πράγμα που φυσικά δεν με δυσαρεστούσε καθόλου –το αντίθετο, ήταν το μόνο βολικό στην εν γένει άβολη εικόνα του.

Δεν θα ασχοληθώ εδώ με την κουλτούρα του βίντεοκλάμπ. Σημειώνω μόνο ότι δημιούργησε μια ένα κινηματογραφική κουλτούρα, ένα νέο τύπο σινεφίλ (και δημιουργών, ο Ταραντίνο είναι το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα), όπως άλλωστε και σήμερα το δίκτυο και το ipad διαμορφώνει μια άλλη κινηματογραφική κουλτούρα.

Αυτό πάντως που μπορώ να σας πω είναι πως δεν ακολουθούσα τον συρμό της εποχής – τα γούστα μου γενικά δεν συμπίπτανε με εκείνα των συμμαθητών μου. Έτσι έχω νοικιάσει μία ή δύο Ελληνικές βιντεοκασέτες, παρότι κυκλοφορούσαν τότε σωρηδόν· δεν μου άρεσαν· δεν τις έβρισκα καν αστείες. Δεν μεγάλωσα λοιπόν με τον Στάθη Ψάλτη ή την Βίνα την Ασίκη, όπως, για παράδειγμα, ο Φοίβος Δεληβοριάς. Το ίδιο και με τα καράτε ή τα σπλάτερ –δεν μου άρεσαν και δεν μου αρέσουν οι τσόντες, οι ταινίες με την υποτυπώδη πλοκή – αφορμή πάνω στην οποία κολλάν αναμενόμενες σεκάνς με το ζητούμενο του κάθε είδους, πολεμικές τέχνες, αίμα, ο χαβαλές και η πλάκα, το σεξ… Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ήμουν κάποιο παιδί-θαύμα – απλώς ότι από τότε δεν τα πήγαινα καλά με τον χαβαλέ.

Κυρίως μου άρεσαν οι μεγάλες αφηγηματικές ταινίες με υπόθεση, χαρακτήρες και συναίσθημα –τα Indiana Jones βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται στην κορυφή αυτής της πυραμίδας. Οι δυο ταινίες του Michael Douglas και της Kathleen Turner που κυνηγούσαν θησαυρούς, επίσης. Μου άρεσαν ακόμα οι περιπέτειες με τον Σβαρτσενέγκερ, όχι του Σταλόνε, αυτές τις ανακάλυψα κοντά στα 30 μου, το Robocop και τα Φονικά Όπλα, τα Back to the Future, τα Mad Max και τα James Bond (παραδέχομαι ότι ο Roger Moore ήταν ο αγαπημένος Bond της εφηβείας μου). Και φυσικά έβλεπα και ξανάβλεπα τo Goonies και το Who Framed Roger Rabbit… Στις κωμωδίες ήμουν μάλλον πιο δύσκολος. Μου άρεσε πολύ ο Peter Sellers, η σειρά του Ροζ Πάνθηρα, τα Gostbusters και οι ταινίες του Bill Murray και, φυσικά, η σειρά της Μεγάλης Των Μπάτσων Σχολής.

Αυτά στην αρχή-αρχή της εφηβείας. Γιατί κάπου στη μέση άρχισα να ανακαλύπτω και να μου αρέσουν άλλα πράγματα. Ηθοποιούς σαν τον Marlon Brando, τον J. Nicholson, τον R. DeNiro, η F. Dunaway σκηνοθέτες όπως ο Coppola, o Huston, o John Ford, ο Ivory και o P. Weir, ταινίες όπως το Five Easy Pieces, Easy Rider, The Mosquito Coast, Chinatown, Reflections in a Golden Eye και το Remains of a Day, Το Λιμάνι της Αγωνίας και το Λεωφορείον ο Πόθος, το Rebel without a cause και τον Κύκλο των χαμένων ποιητών, φυσικά το The Searchers, η Ταχυδρομική Άμαξα και το Rio Bravo. Τα γουέστερν του Clint Eastwood και μάλιστα όχι τόσο τα spaghetti, όσο της αμερικάνικης περιόδου του και κυρίως όσα σκηνοθέτησε ο ίδιος: High Plains Drifter, Pale Rider, The Outlaw Josey Walles και πάνω απ’ όλα το Unforgiven. Οι κωμωδίες του Mel Brooks και το Four Weddings and a Funeral. Το σινεμά του Coppola, επικό και βαθιά φιλοσοφικό ταυτόχρονα με έχει επηρεάσει βαθύτατα –η τριλογία του Godfather, το Apocalypse Now!, και οι δυο «νεανικές» ταινίες του, το Rumble Fish και το Outsiders περισσότερο απ’ όλα. Ο Ταξιτζής του Scorsese μαζί με το King of Comedy –το Raging Bull το είδα κάπως πιο αργά– και φυσικά τα Καλά Παιδιά.

Στο Λύκειο ανακάλυψα τον Woody Allen που δεν τον αποχωρίζομαι με τίποτα, είδα Bergman και πολλές γαλλικές ταινίες του νέου κύματος, βουβές ταινίες και όσα noir μπορούσα να βρω. Και φυσικά τότε ήταν η εποχή του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, ενώ ανακαλύπταμε σκηνοθέτες όπως ο Fincher, o Burton και ο Friars, οι οποίοι ήταν μάλλον στην αρχή της καριέρας τους…

.

Τώρα έχω βαρεθεί τις ταινίες με τους σούπερ ήρωες, τα μπιγκίνινγκς και τα όριτζινς, την ίδια αφελή ιστορία, των δυο φίλων που γίνονται εχθροί ή του καλού που μας σώζει από το κακό και τα πιο αφελή εφέ τους, αλλά διασκέδασα απίστευτα με τον Tin-Tin του Spielberg, που, το παραδέχομαι, είχε την αύρα του παλιομοδίτικου –μήπως παραμεγάλωσα;

Οι ταινίες που μου αρέσουν πραγματικά πλέον και κυνηγάω σαν τρελός, δεν είναι τα αριστουργήματα, αλλά μικρές, ανθρωποκεντρικές ταινίες. Τελευταία μου άρεσαν για παράδειγμα το Win Win, το Cedar Rapids, Everything must go, το The beaver. Πιο μεγάλες παραγωγές, αλλά πάντα με ανθρώπους και ιστορίες στο επίκεντρο, όπως το The Company Men ή το The Ides of March. Και περιμένω πώς και πώς την καινούργια του Alexander Pein και του David Fincher…

2012

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω παντού ερείπια –αυτή είναι η αφετηρία της νέας χρονιάς.

Και μη παρεξηγήσετε: Δεν διαμαρτύρομαι επειδή νοσταλγώ ή υπερασπίζομαι το παλαιό σύστημα, την ψευδοευημερία και την ελαφρότητα του χθες. Όχι, σε καμιά περίπτωση δεν είμαι από εκείνους που επιθυμούν να επιστρέψουμε στην «Ισχυρή» Ελλάδα των Ολυμπιακών.

Διαμαρτύρομαι, εξεγείρομαι, γιατί βλέπω να καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές, να θυσιάζεται μια ολόκληρη γενιά, χωρίς καμιά άλλη προοπτική, πλην της ευημερίας κάποιων στατιστικών.

Όλα γίνονται για να διορθωθούν δυο νουμεράκια του προϋπολογισμού. Όλες οι εξυγιάνσεις, όλες οι μεταρρυθμίσεις, όλοι οι εξορθολογισμοί στο έλλειμμα και το χρέος αποβλέπουν, σ’ αυτά αποσκοπούν, σε τίποτα άλλο.

Τα υπόλοιπα, τα κάθε λογής κατεστημένα (πολιτικά, κομματικά, επιχειρηματικά, «πνευματικά», ακαδημαϊκά κοκ) και οι εξουσίες, το βαθύ πελατειακό κράτος παραμένει προσεκτικά εκτός κάθε αλλαγής, εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα διασφαλίσουν την επιβίωσή του.
2012.

Μπήκαμε για τα καλά στη δεύτερη δεκαετία της νέας χιλιετίας και οι ελπίδες, οι προσδοκίες, τα όνειρα που γεννούσε 12 χρόνια πριν η μαγική ακολουθία των τριών μηδενικών, φαίνεται να έχουν οριστικά φυλλορροήσει. Με πρώτη και καλλίτερη την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα πάνε (μόνα τους) προς το καλλίτερο. Ότι η παγκόσμια ευημερία θα έρθει συστημικά και φυσιολογικά. Ακόμα-ακόμα κι ότι όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.

Ημερολογιακά είμαστε στο 2012, αλλά περισσότερο από κάθε άλλη φορά μοιάζει να βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Και τα ολίγα, πραγματικά ολίγα, που έχουν απομείνει στους πολίτες συνεχώς συρρικνώνονται.

Το 2011 διαμαρτυρηθήκαμε για όσα αποφασίζονταν χωρίς εμάς για μας και για όσα μας επιβάλλονταν. Είναι φανερό ότι αυτή η διαμαρτυρία, το όχι στα μέτρα και τις πολιτικές της Τρόικας και των Κυβερνήσεών της, μαζικές, ειρηνικές ή μη, δεν έχουν αποτέλεσμα.

Το 2012 ας είναι η χρονιά που θα ονειρευτούμε ξανά τις ζωές μας, που θα σχεδιάσουμε το μέλλον μας από το σημείο που βρισκόμαστε, το μηδέν. Η χρονιά που δεν θα διαμαρτυρόμαστε, αλλά θα διεκδικούμε. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει κάτι…

Καλή Χρονιά!

Σε όλους τους φίλους και τις φίλες εύχομαι από καρδιάς

χρόνια πολλά

με υγεία, χαρά, δύναμη και έμπνευση για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

 .

Ας είναι το 2012 η χρονιά της αναθεώρησης, της ανασύνταξης και της ανασυγκρότησης

Αναρτήθηκε στις προσωπικά. 14 σχόλια »

Αλ. Παπαδιαμάντης: Στο Χριστό στο Κάστρο

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 186… ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος παίρνει μια παράτολμη απόφαση: Να πάει στο Κάστρο για να λειτουργήσει το ναό της Γέννησης. Αφορμή δυο υλοτόμοι, ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς, που είχαν αποκλειστεί εκεί πάνω εξαιτίας της πρωτοφανούς κακοκαιρίας που έπληττε τη νήσο κι αιτία το τάμα που είχε κάνει η παπαδιά τον προηγούμενο χρόνο, όταν ο ὑστερόγονος γιος της, ο Σπύρος, είχε αρρωστήσει βαριά. Αρωγός του παπά ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, ο οποίος, καθώς ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω της σφοδρής χιονόπτωσης, ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα του τον παπά και όσους θα τον συνόδευαν. Τελικά στη βάρκα επιβιβάστηκαν εκτός του παπά, η παπαδιά με τον Σπύρο και την δεκαεξαετή Βάσω, ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, η θεια το Μαλαμώ, ο Βασίλης της Μυλωνούς, αδελφός του αποκλεισμένου Αργύρη, τρεις πανηγυρισταί και τέσσαρες προσκυνήτριαι, το σύνολο, μαζί με τον πορθμέα και τον δεκαεπτάχρονο γιο του που ήταν και ο ναύτης του, 16 άτομα.

Ο πλους ξεκίνησε ευοίωνος. Κρύωναν βέβαια, αλλά η βάρκα τους πήγαινε με σχετική με σχετική ηρεμία ως την Κεγχριάν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα, που τους έπιασε θάλασσα, αλλά ο παπάς αποφάσισε να συνεχίσουν. Η γενναία συντροφιά θαλασσοδάρθηκε όλη τη νύχτα, ώσπου ο μπαρμπα-Στεφανής αποφάσισε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο κι έδεσε τη βάρκα του στο λιμανάκι κάτω απ’ το Πρυΐ για να συνεχίσουν πεζή. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο γιος του προπορευόμενοι καθάριζαν τον δρόμο με αξίνες, ο κυρ-Αλεξανδρής και μια γυναίκα φώτιζαν με τα φανάρια και από πίσω οι υπόλοιποι ακολουθούσαν ζαλωμένοι τα εφόδια. Χρειάστηκαν τρεις ώρες για να διανύσουν απόσταση που σε κανονικές συνθήκες θα τους έπαιρνε μία, αλλά τελικά  ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν. Εκεί συνάντησαν τους αποκλεισμένους ξυλοκόπους και 2 αιγοβοσκούς και αφού οι γυναίκες καθάρισαν το ναό και άναψαν τας κανδύλας και οι άντρες άναψαν μεγάλη πυρά εις το προαύλιον, ο παπα-Φραγκούλης έβαλε Εὐλογητός και η γιορτινή λειτουργία ξεκίνησε. Μετά όμως από λίγο φασαρία ακούστηκε έξωθεν του ναού και το μικρό εκκλησίασμα άρχισε να φυλλορροεί –ακόμα και ο κυρ-Αλεξανδρής θα άφηνε το αναλόγιο, αν δεν τον συγκρατούσε το αυστηρό βλέμμα του παπά. Τελικά το μικρό εκκλησίασμα ξαναγύρισε λίγο πριν το αντίδωρο και μαζί με τους γνωστούς ήταν και κάποια καινούργια πρόσωπα, ο καπετάν-Κωσταντής και οι ναύτες του, οι οποίοι έπλεαν ξυλάρμενοι από την Δάφνη, όπου οι άγκυρές τους έσπασαν από τη σφοδρότητα του αέρα και οι οποίοι είδαν αίφνης μέσα στο πέλαγος τις φωτιές που είχαν ανάψει γύρω από το ναό του Χριστού ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Μετά την λειτουργία, οι αιπόλοι έψησαν δύο ερίφια, οι ξυλοκόποι πρόσφεραν κοσσύφια αλατισμένα, ο καπετάν-Κωσταντής δύο ασκούς γενναίου οίνου, κότες, αυγά και σκομβρία καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου.

   *   *   *

Διαβάζοντας τις περιπέτειες της συντροφιάς του παπα-Φραγκούλη, μου ήρθε στο νου η άλλη συντροφιά, εκείνη του δαχτυλιδιού. Και οι δυο διέρχονται πολλούς κινδύνους για να διασώσουν στον Τόλκιν τον κόσμο, στον Παπαδιαμάντη τους δύο υλοτόμους. Ο Τόλκιν χρησιμοποιεί την ιστορία για να συναιρέσει τους βορειοευρωπαϊκούς μύθους σε μια νέα μυθολογία, ο Παπαδιαμάντης απαθανατίζει την πραγματικότητα των παιδικών του χρόνων, δημιουργώντας ταυτοχρόνως και τον μύθο της καθ’ ημάς Ανατολής.

Βέβαια αν και η κλίμακα του Σκιαθίτη είναι σαφώς μικρότερη, το έργο του όμως είναι μάλλον καθολικότερο.

Στον Τόλκιν το Καλό πολεμάει το Κακό για να επικρατήσει στο τέλος το ένα από τα δυο. Αυτός ο μανιχαϊσμός είναι ξένος στον Παπαδιαμάντη. Στο έργο του δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά άνθρωποι με αρετές κι αδυναμίες, ακόμα και μικρότητες, που ο συγγραφέας με την ίδια αγάπη προσεγγίζει. Όπως και οι πίνακες του Π. Ζωγράφου δεν δείχνουν, όπως των ρομαντικών συναδέλφων του, ρομαντικές εξιδανικευμένες φυσικογνωμίες Ελλήνων να μάχονται θηριώδεις Τούρκους, αλλά ανθρωπάκια κόκκινα και μπλε να συμπλέκονται σε ένα  ποιμενικό τοπίο.

Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, η αγκαλιά που ανοίγεται στα διηγήματά του, τους χωράει όλους ανεξαιρέτως μέσα, ευσεβείς, ασεβείς, αλιβάνιστους και φιλακόλουθους, ακόμα και αλλόθρησκους. Έτσι την ώρα της τρικυμίας, που η βάρκα κινδύνευε να κατασυντριβεί, ο παπάς κι ο πορθμεύς αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο:

Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα του τὴν Παράκλησιν ὅλην ἀπὸ τὸ «Πολλοῖς συνεχόμενος»ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς (…) ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε, ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσῃς, ἀντίχριστε, Τούρκο! Τὸ Μουχαμέτη σου, μέσα!»

Ο καθένας με τον τρόπο του, διαφορετικά, από μέσα του ή απ’ έξω του σιγανά, χωρίς να επιβάλλεται, αλλά δίνοντας χώρο στον άλλο να υπάρξει πέρα από το σωστό ή το λάθος, το καλό ή το κακό.

Αυτό το βλέπουμε και αργότερα, όταν η συντροφιά φτάσει στο ναό και η λειτουργία ξεκινήσει. Τότε ο καθένας ακολουθεί τον τρόπο του: Άλλος ψέλνει, άλλος αποκοιμιέται, άλλος περιποιείται τα κεριά, άλλος τροφοδοτεί τη φωτιά και κάποιοι κάθονται έξω από τον ναό και καπνίζουν τα τσιμπούκια τους.

    *   *   *

Το διήγημα ξεκινάει στο σπίτι του παπα-Φραγκούλη, που σφύζει από ζωντάνια. Δεν είναι μόνο τα τέκνα του παπά, που με το παραμικρό σηκώνουν επανάσταση, αλλά και οι γειτόνισσες , που μπαινοβγαίνουν για να αφήσουν τα βλογούδια, γείτονες, όπως ο Πανάγος ο μαραγκός, ο οποίος ανέβηκε να πει μια καλησπέρα και να πίῃ μία ρακιὰ κατὰ τὸ σύνηθες, ευσεβείς γραίες, όπως η θεια το Μαλαμώ κοκ. Είναι δηλαδή το παπαδόσπιτο ένα από τα κέντρα της μικρής κοινότητας από τα οποία εκπορεύονται και στα οποία κατευθύνονται οι δράσεις –αργότερα, στο τρίτο μέρος του διηγήματος, τέτοιο κέντρο γίνεται ο Χριστός στο Κάστρο.

Και στον πλέον αμύητο αναγνώστη γίνεται σαφές από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι το διήγημα αυτό είναι αυτοβιογραφικό –ο παπα-Φραγκούλης δεν είναι άλλος από τον παπα-Αδαμάντιο, τον πατέρα του συγγραφέα, ενώ ο δωδεκαετής Σπύρος, που ο παπάς τον φώναζε Λαμπράκη γιατί έφεγγε έτσι χλωμός και φιλάσθενος που ήταν, είναι ο ίδιος ο κυρ-Αλέξανδρος.

Έτσι, αν και ο Παπαδιαμάντης επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τα γεγονότα περιγράφονται από την οπτική γωνία του παιδιού. Γι’ αυτό και οι ενήλικες, αν και απλοί λαϊκοί άνθρωποι, φαντάζουν αυτό που σήμερα λέμε bigger than life, ενώ η ρουτίνα τους σαν σημαντικές πράξεις.

*   *   *

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους.

Με αυτές τις φράσεις περιγράφει ο Παπαδιαμάντης την παπαδιά, η οποία σε όλο το διήγημα μένει στη σκιά του πληθωρικού συζύγου της –ούτε το όνομά της δεν μαθαίνουμε, καθώς την φωνάζουν όλοι «παπαδιά».

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για κάποιο άβουλο πλάσμα –το αντίθετο. Αποφάσισε και πήρε μαζί της τον χαδούλη της, τον φιλάσθενο Σπύρο, αφού βέβαια τον έντυσε σαν κρεμύδι. Και βέβαια όλο αυτό το προσκύνημα έγινε γιατί εκείνη το είχε τάξει την προηγούμενη χρονιά. Ο παπάς αποφασίζει να ανέβει στο Χριστό στο Κάστρο, για να εκπληρώσει το τάμα της συμβίας του. Είναι δηλαδή η ολιγομίλητη παπαδιά η κινητήριος δύναμη της ιστορίας, προπορεύεται, προαποφασίζει, κι ας φαίνεται να ακολουθεί –αυτό που ο Σαββόπουλος τραγούδησε

Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι

Γιατί απλούστατα η γυναίκα είναι ανώτερη

Γι’αυτό και η κυρα-Άσπα του Διονύση

Πάντα υποχωρώντας τον καθοδηγεί.

*   *   *

Όπως σε όλα τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που περιγράφουν προσκυνήματα και λειτουργίες, η δράση δεν περιορίζεται μέσα στο ναό. Ο ναός είναι ο προορισμός, η λειτουργία ο στόχος, οι προσκυνητές μοχθούν για να φθάσουν εκεί (όλοι υφίστανται την ταλαιπωρία της θάλασσας, τραβάνε κουπί και κουβαλάνε τις προμήθειες), αλλά άπαξ και ειπωθεί το Εὐλογητός και η λιτή ξεκινήσει, η χάρις ξεχύνεται και τους αγκαλιάζει όλους, μέσα και έξω από το ναό, το θαύμα απλώνεται στο πέλαγος και σώζει το θαλασσοδαρμένο γολέτι.

Έτσι η Εκκλησία είναι το κέντρο, το απάνεμο μάτι του κυκλώνα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η κοινότητα (και όταν λέμε κοινότητα εδώ εννοούμε ντόπιους και ξένους, ευλαβείς και ασεβείς, ακόμα-ακόμα και αλλόθρησκους) και οι άνθρωποι με τα πάθη τους.

*   *   *

Εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη η απουσία κάθε κοσμικού εορταστικού τύπου, τόσο από το διήγημα αυτό, όσο και από τα άλλα εορταστικά του Παπαδιαμάντη.

Πάρτε για παράδειγμα το σπίτι του παπα-Φραγκούλη: Δεν υπάρχει, φυσικά, στολισμένο δέντρο –ή καράβι– δεν υπάρχει ιδιαίτερος φωτισμός ή διακόσμηση, δεν υπάρχει τίποτα πέραν των καθημερινών. Ακόμα και ο γείτονας ο Πανάγος, που προσπαθεί να αλλάξει την απόφαση του παπά, δεν αναφέρει τίποτα για χρονιάρες μέρες, που η οικογένεια συναντιέται και γίνονται ετοιμασίες και όλα πρέπει να είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα κτλ, απλώς δεν είναι διατεθειμένος να βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά.

Η γιορτή είναι μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και από εκεί ξεχύνεται όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν ή το επιβάλλουν, χωρίς να χρειάζεται εξωτερικά συναισθηματικά υποστυλώματα, όπως αυτά που συνηθίσαμε σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε ο παπάς δεν παίρνει μαζί του κάτι το ιδιαίτερο, αλλά ταπεινές, φτωχές τροφές, ελιές, αυγά, παξιμάδια και πρόσφορα, δύο ή τρία χταπόδια και σαλάδο, κρέας που μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς.

———————-

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Γιορτές

Σκληρή αντίθεση με τους περασμένους Δεκέμβριους ο φετινός. Μέχρι και πέρσι ακόμα, ο τελευταίος μήνας του χρόνου ξεχείλιζε από την ανάγκη μας να εορτάσουμε –πόλεις, δρόμοι, σπίτια, καταστήματα, όλα ήταν φόραγαν τα καλά τους και φωτίζονταν. Φέτος μόλις την τελευταία εβδομάδα βλέπω κάτι να κινείται. Οι βιτρίνες γέμισαν δέντρα, ο Δήμος άναψε κάποια φωτάκια, κάποια σπίτια –ελάχιστα– στολίστηκαν.

Δεν είναι μόνο η μίζερη ειδησεογραφία που μας κάνει να απωθούμε τον εορτασμό. Νομίζω ότι δεν είναι καν η σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, της αναδουλειάς, των φόρων, της ακρίβειας, της φτώχειας.

Είναι κάτι βαθύτερο: Μια γενική απώλεια προσανατολισμού. Μπερδέψαμε τις προτεραιότητες, ξεχάσαμε τις αξίες και τις ανάγκες μας. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι αυτή η εσωτερική κατάρρευση δεν συνέβη την τριετία της Κρίσης ή την διετία του ΔΝΤ, αλλά πιο πριν, στα χρόνια της ψευτοευμάρειας.

.

- Και πώς να γιορτάσω, όταν χρωστάω παντού και δεν κάνω ούτε σεφτέ; μου έλεγε χθες ένας φίλος. Πάγωσαν και τις επιστροφές φόρου, τα χαράτσια όμως τα στέλνουν κανονικά. Ακόμα κι ο Δήμος ξέθαψε μια αρχαία κλήση και μου έστειλε το μπουγιουρντί για ένα κατοστάρικο. Πώς να γιορτάσω, μου λες;

.

Πώς γιορτάζαμε όμως τα προηγούμενα χρόνια; Ακολουθούσαμε μήπως τις καρδιές μας;

Όχι. Δυστυχώς, ακολουθούσαμε απλώς ένα εξωτερικό παράδειγμα. Προσπαθούσαμε να αναπαράγουμε στην καθημερινότητά μας ένα πρότυπο, να ανταποκριθούμε σε μια απαίτηση. Οι μέρες των γιορτών ήταν γεμάτες πρέπει: Πρέπει να στολίσουμε το δέντρο / Πρέπει να στολίσουμε το σπίτι / Πρέπει να φορέσουμε το τάδε χρώμα / Πρέπει να φάμε γαλοπούλα τα Χριστούγεννα / Πρέπει να πιούμε σαμπάνια στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς / Πρέπει να ανταλλάξουμε δώρα κτλ.

Αυτός ο επιβληθείς εξαναγκασμός εξηγεί την κατάθλιψη των Χριστουγέννων –ποιος αλήθεια μπορεί να ανταποκριθεί σε τόσα πρέπει; Και το ανικανοποίητο που μας άφηναν οι γιορτές. Αναγκάζαμε τους εαυτούς μας να ζήσουν σαν κάποιοι άλλοι (όχι μόνο τα Χριστούγεννα φυσικά) για τόσα πολλά χρόνια, ώστε ξεχάσαμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι λαχταράει η ψυχή μας.

.

Όσο όμως άκουγα τον φίλο μου, καταλάβαινα ότι το ζήτημά του δεν είναι τόσο το πώς να γιορτάσουμε –τρόπος υπάρχει, οι παππούδες μας γιόρταζαν σε συνθήκες που αντικειμενικά ήταν σκληρότερες– όσο το γιατί:

Γιατί να γιορτάσουμε;

Η ενστικτώδης απάντησή μου σε αυτό, θα ήταν ένα απλό:

Γιατί είναι αφόρητος ο ανεόρταστος βίος.

Η γιορτή δεν είναι το ξέσπασμα, το στόλισμα, το τραγούδι και ο χορός, ο χαβαλές. Όλα αυτά είναι –πρέπει να είναι δηλαδή– οι τρόποι, ωραίοι τρόποι, με τους οποίους η εορταστικότητά μας εκφράζεται.

Η γιορτή είναι η πίστη στο Θαύμα· έκφραση της βαθιάς –ανορθολογικής, παράλογης και μεταφυσικής, αν θέλετε– πεποίθησης ότι δεν μας αξίζει αυτό που ζούμε και ότι τα καλλίτερα μας αξίζουν και είναι μπροστά μας –τα Χριστούγεννα μάλιστα είναι μια από τις κατ’ εξοχήν γιορτές με αυτό το νόημα.

Δεν χρειάζεται καν να είσαι πιστός για να τους παραδοθείς. Χρειάζεται η ανοιχτή καρδιά και η αφέλεια να την ακολουθείς.

————

Χριστούγεννα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ξεφυλλίζοντας το πάντα χρήσιμο έργο του Γ. Κ. Κατσίμπαλη για τον Παπαδιαμάντη (Α΄ Πρώτες Κρίσεις και πληροφορίες – Β΄ Συμπλήρωμα βιβλιογραφίας, ΕΛΙΑ 1991) βρήκα ένα άρθρο-συνέντευξη του Δ. Χατζόπουλου (υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ) που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τὸ Ἄστυ στις 26-27 Μαρτίου του 1893. Ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι ευρέως γνωστός ως ο «άγιος της λογοτεχνίας μας» και πολύ φοβάμαι ότι αυτό το «άγιος» δημιουργεί σε πολλούς συμπολίτες μας την εικόνα ενός σκυθρωπού, αγέλαστου και αυστηρού ηθικολόγου  –είναι και η γνωστή φωτογραφία του Νιρβάνα, που τονίζει την ασκητική πλευρά του Σκιαθίτη. Το άρθρο του Χατζόπουλου δεν διαψεύδει αυτόν τον χαρακτηρισμό, απλώς τον διασαφηνίζει. Για να το πω διαφορετικά: Μας υπενθυμίζει μια μάλλον ξεχασμένη διάσταση της αγιότητας (κι ας είναι ίσως η κατεξοχήν), εκείνη της λαϊκής ευσέβειας, της απλοϊκής (ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ίσως έλεγε τῆς πρακτικῆς) αγάπης.

Η συνάντηση του Χατζόπουλου με τον Παπαδιαμάντη δεν έγινε στο λόμπι πολυτελούς ξενοδοχείου, σε κάποιο αθηναϊκό σαλόνι ή στα στασίδια ναϊδρίου λίγο πριν την έναρξη κάποιας αγρυπνίας, αλλά σε ένα ταβερνείο:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, γνωστός  Ἕλλην ποιητής, καὶ ἐγὼ, οἱ τρῖς μας, εἴχομεν καθήσῇ ἐπὶ ἑνὸς τραπεζίου εἰς τὸ μπακάλικον τοῦ Μπάρκα, ἀκριβῶς παρὰ τὴν βρύσιν τοῦ λέκα. Ἡ ὥρα ἦτο ὀγδόη ἑσπερινή, τὸ μπακάλικον ἐφωτίζετο πλουσίως διὰ τῶν ραμφῶν τοῦ ἀεριόφωτος, τὰ εἰς τὸ βάθος του ἀπόκρυφα δωμάτια ἦσαν κατειλημμένα ὑπό πολυαρίθμων παρεῶν, αἵτινες συνέκρουον εὐθύμως τὰ ποτήρια, και εὐθυμότερον, καὶ περιπαθέστερον ἔψαλλον τὴν Μυγδαλιὰν τοῦ Δροσίνη ἀφ’ ἑνὸς, καὶ περιπαθεῖς ἀμανέδες ἐξ ἄλλου, ὧν συχνοτέρα ἐπῳδὸς ἀντήχει:

Ἔλα νὰ σἐ κάμω μάκια

Στὸ λαιμὸ στα γλυκαδάκια.

Εὐτραφέστατος μπακαλόπαις προσῆλθεν εἰς τὰς διαταγάς μας, ἔστρωσεν ἐπὶ τοῦ τραπεζίου ἀντὶ τραπεζομανδήλου μίαν Ἐπιθεώρησιν καὶ μίαν Παλιγγενεσίαν, παρέθηκεν ἐπ’ αυτῆς ἀχνίζον γκιοβέτσι, ἀπὸ ἕν πινάκιον, ἀπὸ ἕν μαχαιροπερούνιον, ἀπὸ μίαν ἀμφίβολον πετσέταν, μισὴν ὀκᾶν ἄρτου κεκομμένου μπακάλικα, μίαν ὀκᾶν ἀφρίζοντος ρητηνίτου καὶ τρία ποτήρια. Τὸ σπαγέτον ὀρεκτικώτατον, ὁ κ. Παπαδιαμάντης ἐζήτησε καὶ τυρὸν μάλιστα, τὸ κρέας τρυφερώτατον, ὁ ρητηνίτης γευστικώτατος, ἡδονικώτατος, καὶ ἡμεῖς ἐφάγομεν ὀρεκτικώτατα. (…)

Καὶ ἐν μέσῳ τῶν συχνῶν προπόσεών μας καὶ τῶν συγκρούσεων τῶν ποτηρίων ἐν γλυκείᾳ ἀδελφικότητι ἐξηκολούθει ν’ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου καὶ νὰ λέγῃ πάντοτε αὐτός, ὁ τόσον κατηφής, ὁ τόσον δύσκολος συνήθως.

Η κουβέντα στράφηκε γύρω από το παρελθόν και τον βίο του κυρ-Αλέξανδρου και, όπως ήταν φυσικό, από το λογοτεχνικό σινάφι της εποχής. Ο Χατζόπουλος καταγράφει και μας παραδίδει τις κρίσεις του Σκιαθίτη για τον Ροΐδη (τὸν θεωρεῖ πνευματώδη, ἀλλ’ εἰς τὸ παρελθὸν ἀνήκοντα), τον Ψυχάρη (ὡς ποιητὴν καλόν, ὡς γλωσσολόγον καὶ ἐπιβλητὴν τῆς δημώδους γλώσσης, Λεβαντῖνον, ψευδῆ, τεχνητόν), τον Ξενόπουλο (τὸν λέγει καλούτσικον) τον Δροσίνη, το Μητσάκη, τον Καρκαβίτσα κα –είναι δηλαδή η κουβέντα που θα έκανε κάθε συντροφιά που θα είχε παραδοθεί στα θέλγητρα του ουρανίσκου.

Διαβόητος πότης και καπνιστής ως το τέλος της ζωής του άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης ήξερε να αναγνωρίζει και να εκτιμά τις απλές χαρές της ζωής. Αυτές αφηγήθηκε και σε αυτές ήταν είχε παραδοθεί, όπως άλλωστε φανερώνει και το (κάπως υψιπετές) πορτραίτο που σκαρώνει ο συνομιλητής του –οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, ὁ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ὁ ἰδιόρρυθμος, ο ἐκκεντρικός, ὁ Μποέμ, ὁ Μένιππος φιλόσοφος, ὁ άνθρωπος τῶν καπηλείων καὶ τῶν τρωγλῶν, ὁ θαυμάσιος τύπος, ὁ ειλικρινὴς χαρακτήρ, ὁ περιφερόμενος συχνάκις ἀνὰ τὰς ἀθηναϊκὰς ὁδοὺς μὲ τὸ τετριμμένον καὶ ξεθωριασμένον ἐπανωφόριον, μὲ τὰ διπλᾶ καταρακωμένα πανταλόνια, μὲ τὴν ράβδον παραμάσχαλα, καὶ τῆν χεῖρα αἰωνίως ἐπὶ τοῦ στήθους, ὁ πνευματώδης αὐτὸς Λουκιανός, ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Θεοκρίτου, ὁ ἀναλυτικὸς ψυχολόγος Τουργένιεφ, ὁ παρατηρητικὸς Δίκενς, ὁ μελαγχολικὸς Κοππέ, ὁ γλαφυρὸς καὶ φυσικώτατος αὐτὸς Πλούταρχος, μὲ τ’ ἄφθονα μαῦρα ἀκτένιστα μαλλιά, μὲ τὸν πλατύγυρον λερωμένον ἡμίψηλον, μὲ τὰ πυκνὰ ἀκατάστατα καὶ ἀκαλλίτεχνα γένεια, μὲ τὴν εἴρωνα φίλοινον φυσιογνωμίαν του, μὲ τὴν ἀνθηρὰν εὐφυολογίαν τὴν αἀναφαινομένην ἐν ἀκρατήτῳ πεζολογίᾳ, ὁ ἥκιστα αὐτὸς φαινόμενος ποιητής, ὁ ἐλάχιστα δεικνυόμενος συγγραφεύς, ἡ μορφὴ αὐτὴ τοῦ σχολαστικοῦ, τοῦ δασκάλου, ἡ προτομὴ αὐτὴ τοῦ Σειληνοῦ, ὁ ἰδιότροπος, ὁ φυγόπονος διὰ τὰς φιλολογικὰς ἐργασίας, ὁ καταδαπανῶν δέκα ὥρας τῆς ἡμέρας εἰς μεταφράσεις ἐκ τοῦ γαλλικοῦ καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ διὰ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὸ Νέον Πνεῦμά της, ὁ σκορπῶν ὁλόκληρον τὸ βάρος τοῦ θυλακίου του διὰ μίαν ἑσπέραν, ὁ ζῶν μεταξὺ ἑνὸς ποτηρίου οἴνου καὶ ἑνὸς κυπέλλου ζύθου, μὲ τὰ σιγαρέτα του εἰς τὸ πλάϊ, ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ μποεμικοῦ δείπνου μας, μᾶς ἔτερπεν ἐκ καρδίας τόσον ἀγαθός, καὶ τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτὸς ὁ τόσον ἄγριος, ὁ τόσον ἀπότομος συνήθως.

Οι παραλληλισμοί βέβαια (Θεόκριτος, Λουκιανός, Δίκενς, Τουργένιεφ κα) πιο πολλά μας λένε για την εποχή και τον συντάκτη, παρά τον Παπαδιαμάντη. Παρόλα αυτά αναδύεται η εικόνα ενός αγοραφοβικού και ανθρωποδιώχτη ανθρώπου, ο οποίος αρνούνταν να χωρέσει στην εικόνα του διανοούμενου και του πνευματικού ταγού, που είχε ήδη διαμορφωθεί (πιο σωστά: Είχε εισαχθεί) στο νεαρό κράτος.

Αυτή ακριβώς η άρνηση του Παπαδιαμάντη να υιοθετήσει τα κλισέ που επέβαλε η εποχή, η εργασία και η πόλη που ζούσε (αυτό άλλωστε εννοεί και ο Χατζόπουλος, όταν τον χαρακτηρίζει ἰδιότροπο και ἰδιόρρυθμο, ακολουθούσε δηλαδή τον δικό του τρόπο, τον δικό του ρυθμό) φαίνεται και στην ιστορία με την οποία ολοκληρώνει το άρθρο του:

Μίαν ἡμέραν ὁ κ. Σίμων Ἀποστολίδης καὶ ὁ κ. Ἀνδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ’ ὁδόν, ὁπότε διερχόμενος ὁ συγγραφεὺς τῶν Εἰδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος καὶ ιδιότροπος, ἐχαιρέτισε τὸν κ. Ἀποστολίδην. Ὁ μέγας τραπεζίτης διακόψας τὴν συνομιλίαν του προσέθεσεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ συγγραφέως:

 - Γιὰ δέτενε ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ οἱ ἐπαῖται mon cher, φέρνουνε μπαστούνια.

Ἔκπληκτος ὁ Ἀποστολίδης ἀπαντᾷ:

 - Τί λέγεις, κὺρ Ἀνδρέα; Αὐτὸς εἶνε ὁ καλλίτερος διηγηματογράφος μας.

 - Ποιος; Πῶς τὸν λένε;

 - Παπαδιαμάντην.

 - Καὶ εἶνε ἔτσι σὰ διακονιάρης! ἀπήντησεν ἔτι ἐκπληκτότερος αὐτὴν τὴν φοράν ὁ κ. Συγγρός. 

Πέρα από τα οικονομιστικά

Η πιο πικρή ίσως αλήθεια για την Κρίση είναι ότι η κα Μέρκελ και η Γερμανία που εκπροσωπεί δεν χρειάστηκε να παλέψουν πολύ για να κυριαρχήσουν στον παγκόσμιο χάρτη. Στην πραγματικότητα δεν χρειάστηκε να προσπαθήσουν σχεδόν καθόλου: Είναι η ανεπάρκεια των υπολοίπων, η αδυναμία τους να προβάλουν κάποιο ρεαλιστικό δρόμο, η ιδεολογική και πολιτική γύμνια τους που επέβαλε παγκοσμίως την γερμανική λογική της πειθαρχίας ως τη μόνη διέξοδο από την Κρίση.

Από τη μια οι ΗΠΑ, μετά τους αδιέξοδους πολέμους της προηγούμενης δεκαετίας (αλήθεια, εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχουν κάνει ταμείο; Τι κέρδισαν και τι έχασαν σαν λαός, σαν κράτος, σαν σύστημα από τις πολεμικές εκστρατείες τους;), οι ΗΠΑ μοιάζουν απομονωμένες και αποδυναμωμένες να δυσκολεύονται να λύσουν τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα.

Από την άλλη, ο παραδοσιακός ενδοευρωπαϊκός αντίπους της καλβινιστικής Γερμανίας, η Γαλλία, βρίσκεται στο καναβάτσο από τις αγορές και αδυνατεί να ψελλίσει οποιαδήποτε ιδέα, οποιαδήποτε πρόταση. Έτσι ο Πρόεδρος Σαρκοζί, ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, στέκεται δίπλα από την κα Μέρκελ στα τηλεοπτικά πλάνα επιχειρώντας να πείσει ότι είναι και δική του ιδέα η επιβολή του γερμανικού μοντέλου –το πόσο βολεύει την κα Μέρκελ κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται, φυσικά, να το πούμε στην Ελλάδα της συνευθύνης.

.

Αυτό είναι λίγο-πολύ το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Από μια άποψη, μέσα σε αυτή την γενικότερη ιδεολογική πενία, είναι μάταιο και ίσως-ίσως άδικο να ζητάμε από τους ντόπιους τεχνικούς της εξουσίας να περισσότερο από μια χρηστή διαχείριση –αυτό δηλαδή που επιχειρούν να κάνουν παραχωρώντας την εξουσία (που δεν είναι δική τους για να την κάνουν ό,τι θέλουν· εμείς, ο λαός, τους την δώσαμε υπό προϋποθέσεις και με συγκεκριμένη εντολή) στον τεχνοκράτη κ. Παπαδήμο. Έτσι κι αλλιώς οι κάθε είδους ηγεσίες μας, από συστάσεως Ελληνικού κράτους, κατά κανόνα μόνο να αναμασάνε ξένα πρότυπα μπορούσαν.

Από την άλλη όμως, τόσο τα στατιστικά στοιχεία και τα τεχνοκρατικά δεδομένα, όσο και η κοινή εμπειρία, σε μια σπάνια ταυτοφωνία, μας λένε ότι η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Ιταλία, την Ισπανία και, φυσικά, την Γαλλία, δεν έχει πλέον χρόνο. Η άτσαλη διαχείριση του ΓΑΠ και των κολλητών του εξάντλησαν την κοινωνία, την έφεραν στα όριά της.

Χειρότερα: Τσαλάκωσαν και ταπείνωσαν τον κάθε πολίτη. Βύθισαν τη χώρα και το λαό σε βαθιά κατάθλιψη. Το γεγονός ότι οι αντιδράσεις απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική λιγοστεύουν δεν είναι δείγμα ωρίμανσης ή υγείας, όπως θέλουν να μας πείσουν μερικοί, αλλά απόδειξη της απάθειας και της μοιρολατρίας που μας κατακλύζει. Αποτελούν δηλαδή συμπτώματα μιας βαθιάς αρρώστιας, απόδειξη ότι η κοινωνία αποσυντίθεται.

Δεν είναι λοιπόν μόνο τα οικονομικά δεδομένα που κατατάσσουν την Ελλάδα στη θέση του ουραγού, είναι η κοινωνική πραγματικότητα.

Αυτή τη στιγμή, κινδυνεύουμε ακόμα κι αν πάνε όλα καλά, αν το PSI προχωρήσει και το χρέος κουρευτεί, αν η έβδομη δόση εκταμιευτεί στην ώρα της, η βόμβα παρόλα αυτά να εκραγεί –και μάλιστα δι’ ασήμαντον αφορμήν και σε άσχετο χρόνο.

Γι’ αυτό επειγόμαστε για μια άλλη, διαφορετική πρόταση. Έναν διαφορετικό δρόμο, που θα ωθήσει τους πολίτες να επανασυγκροτηθούν σε κοινωνικό σώμα.

Δυστυχώς για τους τεχνοκράτες και τους τεχνικούς της εξουσίας, το σύστημα και τους αφελείς δημοσιογράφους, δημοσιολογούντες και πολίτες που προσβλέπουν σε αυτούς, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί απλώς και μόνο με την επιτυχία του κουρέματος ή την βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και την πειθαρχία. Ούτως ή άλλως η κατάθλιψη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος.

Χρειαζόμαστε συνεπώς κάτι άλλο, κάτι πέρα από οικονομικά μεγέθη κι έξω από τις αγορές. Κάτι που θα μιλήσει στις καρδιές μας…

Charles Bukowski: Death of an Idiot

he spoke to mice and sparrows

and his hair was white at the age of 16.

his father beat him every day and his mother

lit candles in the church.

his grandmother came while the boy slept

and prayed for the devil to let loose his hold upon

him

while his mother listened and cried over the

bible.

he didn’t seem to notice young girls

he didn’t seem to notice the games boys played

there wasn’t much he seemed to notice

he just didn’t seem interested.

he had a very large, ugly mouth and the teeth

stuck out

and his eyes were small and lusterless.

his shoulders were slumped and his back was bent

like an old man’s.

he lived in our neighborhood.

we talked about him when we got bored and then

went on to more interesting things.

he seldom left his house. we would have liked to

torture him

but his father

who was a huge and terrible man

tortured him for

us.

one day the boy died. at 17 he was still a

boy. a death in a small neighborhood is noted with

alacrity, and then forgotten 3 or 4 days

later.

but the death of this boy seemed to stay with us

all. we kept talking about it

in our boy-men’s voices

at 6 p.m. just before dark

just before dinner.

and whenever I drive through that neighborhood now

decades later

I still think of his death

while having forgotten all the other deaths

and everything else that happened

then.

.

(Από την συλλογή Burning in Water, Drowning in Flame)

Επιμένοντας στην αποτυχία

Κάθε φορά που ακούω τον Πρωθυπουργό κ. Παπαδήμο ή τον Υπουργό Οικονομικών και αντιπρόεδρο κ. Βενιζέλο να λένε “Αν εφαρμοστεί ο προϋπολογισμός, δεν θα χρειαστούν νέα μέτρα”, σκέφτομαι:

“Μα τι έλλειψη φαντασίας είναι αυτή; Γιατί δεν λένε για παράδειγμα Αν αύριο ξεκινήσουμε διαστημικό πρόγραμμα και μέχρι το τέλος του 12 ανακαλύψουμε έναν νέο πλανήτη με νερό, οξυγόνο και τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα, δεν θα χρειαστούν νέα μέτρα; Έτσι κι αλλιώς και οι δυο προτάσεις έχουν την ίδια επαφή με την πραγματικότητα”.

Πέρα όμως από την αδυναμία να εκφράσει την αποτυχία με κάπως πιο πρωτότυπο τρόπο, η πολιτική τάξη και το εν γένει σύστημα εξουσίας (επιχειρηματικά συμφέροντα, ΜΜΕ, κόμματα) παρατηρούμε ότι διακρίνονται για την αυτιστική εμμονή τους στην ίδια την συνταγή της αποτυχίας και της καταστροφής.

Ακούμε, για παράδειγμα, τις τελευταίες μέρες ότι επίκειται η λήψη νέων μέτρων. Αλήθεια, τι πρακτικό αποτέλεσμα ελπίζει ο κ. Παπαδήμος, ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Tompsen και η Τρόικα ότι θα φέρουν τα όποια νέα μέτρα; Η πρόσφατη εμπειρία έχει δείξει ότι τα κάθε φορά νέα μέτρα επιτείνουν την ανασφάλεια των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, αυξάνουν την δυσφορία, την ανέχεια και την ανεργία και εκτοξεύουν την ύφεση και μηδενίζουν τα κρατικά έσοδα. Τι κάνει όλες αυτές τις σοφές κεφαλές, τεχνοκράτες και πολιτικούς, να πιστεύουν ότι αυτή τη φορά η ντόπια αγορά και ο ιθαγενής πολίτης θα συμπεριφερθεί διαφορετικά στην νέα μετροληψία;

Εκτός πια κι αν το δημοσιονομικά συμμάζεμα και η έξοδος από την Κρίση δεν αποτελεί την πρώτιστη προτεραιότητα της Τροϊκανής πολιτικής. Εκτός πια κι αν ο μόνος στόχος της είναι η σκληρή τιμωρία του απείθαρχου Έλληνα κι όλα τ’ άλλα έπονται…

.

Αλλά τα όσα διαρρέονται τις τελευταίες μέρες επαναφέρουν ένα θέμα, το οποίο έχω θίξει και στο παρελθόν.

Ακούμε ότι η Τρόικα πιέζει για περαιτέρω μείωση των αποδοχών και δη των κατώτερων μισθών. Το επιχείρημα που συνηγορεί σε αυτή την πολιτική το έχουμε ακούσει και στο παρελθόν, το ξέρουμε: Η μείωση του μισθολογικού κόστους θα κάνει τα προϊόντα πιο ανταγωνιστικά και θα προσελκύσει επενδύσεις, θα φέρει την περιπόθητη ανάπτυξη.

Αναρωτιέμαι όμως κατά πόσο αυτό είναι το μέλλον που θέλουμε για τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας: Μια ανάπτυξη που θα δίνει μισθούς 400 και 500 €. Την ανάπτυξη, με άλλα λόγια, που θα σημάνει την οριστική καταστροφή της Μεσαίας Τάξης και την δημιουργία στον τόπο μας μιας νέας δουλοπαροικίας.

.

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν ξέρω τι με ανησυχεί περισσότερο:

Η αποτυχία της ακολουθούμενης πολιτικής ή η επιτυχία της;

Αγαθή Δημητρούκα: Εκεί στων άστρων τις ρωγμές

Στις 8 Δεκεμβρίου η Ελληνική Κοινότητα του Παρισιού διοργάνωσε μια εκδήλωση αφιερωμένη στον Νίκο Γκάτσο για τα 100 χρόνια από την γέννησή του. Η Αγαθή Δημητρούκα παραβρέθηκε και μίλησε για τον ποιητή και το έργο του -στην πραγματικότητα: για μια άλλη Ελλάδα, την Ελλάδα που ονειρευόμαστε και αγαπάμε, που μας εμπνέει και αναζητούμε. Πιστεύοντας ότι η δύναμη και η έμπνευση να υπερβούμε την Κρίση από εκεί θα αντληθεί, ζήτησα από την Αγαθή να ανεβάσω την ομιλία της στο Σημειωματάριο. Την ευχαριστώ από καρδιάς για την τιμή που μου κάνει και την φιλία της:

.

Εκεί στων άστρων τις ρωγμές, ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, γεννήθηκε η χώρα μου· κι εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και βράχια, γεννήθηκαν οι ποιητές της. Βράχια της απαντοχής, της πίκρας και της προσμονής, βράχια της μοναξιάς και του ονείρου ότι κάτι καλό θα φέρει η θάλασσα, ο άνεμος, ο χρόνος.

Η θάλασσα για τον Γκάτσο έφερε θάνατο: στα πέντε του χρόνια, στη γενέτειρά του την Ασέα Αρκαδίας ˗ένα μικρό ορεινό χωριό με πολλούς μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά˗ έμαθε ότι ο πατέρας του, από τους πρώτους μετανάστες της περιοχής, στο τελευταίο ταξίδι του, όπου πήγαινε μια κοπέλα απ’ το χωριό γυναίκα στον αδερφό του, έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και, δύο μέρες πριν φτάσουν στην Αμερική, πέθανε και τον πέταξαν στη θάλασσα.

Τους ποιητές, τους σημαδεύουν τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής τους. Μ’ αυτή την προίκα πορεύονται. Πορεία, φυγή, ταξίδι, πέταγμα: έννοιες και εικόνες πολύ συχνές στο έργο του Γκάτσου, συνυφασμένες με τη λαχτάρα για τη χαρά και τη γιορτή στην αντίπερα όχθη, στη δική του γη της Επαγγελίας, όμως, χωρίς καμιά πληροφορία για τη συνέχιση της ζωής εκεί, σαν να πρόκειται για μετέωρη κι ατέρμονη διαδρομή.

Ο Ευγένιος Αρανίτσης, ποιητής, πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, τον οποίο ο Γκάτσος εκτιμούσε για το ταλέντο του και τη διεισδυτική του ματιά, συνέθεσε, με αφορμή αυτόν το θάνατο, το αφιερωματικό ποίημα που πρωτοδιαβάστηκε στο πρόσφατο συνέδριο του Μουσείου Μπενάκη κι έπειτα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία:

Η γλυκύτητα είναι άραγε ένας κόσμος όπου η θάλασσα περιττεύει;
τι είν’ η θάλασσα, γιατί υπάρχει, ποιος την ελέγχει;
στη θάλασσα γεννιούνται οι πεθαμένοι και μεγαλώνουν διαπρέποντας στη στεριά.
εκεί μαθαίνουνε τις λέξεις, όμορφες λέξεις όπως «κύμα», «είσοδος», «άγκυρα», «ενοχή», «αμμουδιές».
κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή φωτιά να καίει, έχεις πολλά χρόνια να ζήσεις στη στεριά· αν όμως είδες καράβι στο σεληνόφως, πρόκειται να πεθάνεις.
για να πεθάνεις πρέπει να έχεις όλες τις λέξεις· για να γράψεις, μία αρκεί -αλλιώς η γλώσσα δεν θα ήταν ανυπόγραφη, ούτε η ποίηση θα έφερε το όνομα το οποίο τη συγκροτεί πνευματικά.
με τον όρο πνευματικό εννοούμε μια περιοχή της εποπτείας όπου όσο βαρύτερο είναι κάτι τόσο πιο ελαφρύ θα αποδειχτεί.
ορθώς ο Γκάτσος χρειάστηκε -δηλαδή για να γράψει- τον θάνατο του πατέρα του στο μέσον του ταξιδιού από πνευμονία· και τον κήδεψαν στη θάλασσα με το κύμα να ‘ναι απείρως ελαφρύ και, ταυτοχρόνως, να ‘χει το βάρος συντριπτικής ημερομηνίας.
γύρω στο χίλια εννιακόσια δεκαέξι, πνευμονία και θάλασσα ήταν σύμμαχοι· ασθένεια και Μητέρα συνώνυμα.
όπου υπάρχει προσφορά, εκεί υπάρχει και ζήτηση, και στο καράβι εκείνο οι μελλοθάνατοι προσφέρονταν αφειδώς.
η αγωνία της προσφοράς ονομάζει, δεν ονομάζεται· η ανήσυχη θάλασσα γνώριζε πως το βάρος της απώλειας σημαδεύει, ως απώλεια βάρους, οτιδήποτε ανεβαίνει στην επιφάνεια.
αλλά το πτώμα κατέληξε στον πυθμένα κι απ’ αυτή τη ματαίωση των απαραίτητων για το πένθος προέκυψε η θλίψη της αμοργού.
τι είν’ η θάλασσα, γιατί υπάρχει, πώς διαιωνίζεται, ποιος την ελέγχει;
θάλασσα είναι η σκηνή του εγκλήματος: ό,τι λείπει απ’ τα υπάρχοντα του νεκρού δηλώνεται διά των λέξεων κι έτσι αναπτύσσεται η γλώσσα.
από τη γλώσσα ο Γκάτσος έμαθε πως οι θαλάσσιες διαδρομές ήταν ατέρμονες κι ότι ο νεκρός που ρίχτηκε στο νερό ή θα παρανομούσε ή θα επέπλεε περιφερόμενος αιωνίως, όπου τον πάει το ρεύμα.
γι’ αυτό θεώρησε τις θάλασσες σαν ποτάμια όπου οι πνιγμένοι λοξοδρομούν· κάθε νησί ήταν τόπος ενταφιασμού περαστικών ή βασιλέων, ένας τόπος με λεύκες (ή με ιτιές), όπου η περίφημη εξουσία των φράγκων αμφισβητούνταν.
ας μη νομίζουν οι κριτικοί πως η αμοργός είν’ η Φολέγανδρος του Ελύτη ή η Κέρκυρα του Διονύσιου Σολωμού· η Αμοργός είναι απλούστατα το νησί που πρέπει να εξαιρείται (να λείπει) ώστε να έχει ο χάρτης νόημα.
κάτι σαν λάμπα θυέλλης αναμμένη μεσημεριάτικα.
ορθώς ο Γκάτσος χρειάστηκε -δηλαδή για να γράψει- τον θάνατο του πατέρα του στα κύματα, μία λέξη κυματιστή, δύο μακρά, ένα βραχύ και περισπωμένη.
«άγκυρα», «είσοδος», «κύματα»: έγινε ο γλυκύτερος ποιητής μη αγνοώντας πως η γλυκύτητα είν’ ένας κόσμος όπου το πιο μεγάλο ψέμα ήταν συνάμα το ευκολότερα συγχωρητέο.
κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή φωτιά να καίει, μην εκπλαγείς: ένας πατέρας θα κηδευτεί στα νερά και ο γιος του θα παντρευτεί με τη θάλασσα προκειμένου να αναλάβει θετός πατέρας αυτού ακριβώς του θανάτου.
έπειτα ο θάνατος θ’ ανατραφεί με τραγούδια, θα μεγαλώσει με λέξεις, θα παντρευτεί και ο ίδιος· θα ‘μαστε όλοι προσκεκλημένοι στον γάμο φορώντας μαύρα.
«κύμα», «είσοδος», «μεσημέρι», «πατέρας».
«αμμουδιές.»
η γλυκύτητα είν’ ένας κόσμος όπου η γλώσσα περιττεύει.

Ο άνεμος για τον Γκάτσο έφερε «κουπιά κρεμασμένα» από ναυαγούς «που κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια». Μόνος στον βράχο του, πώς να πτοηθεί ο ποιητής; «Φύσα αεράκι φύσα με, μη χαμηλώνεις ίσαμε» τον υποδέχτηκε και τον φιλοδώρησε με το τέλειο άλλοθι· το αέναο της ζωής: «Σπόρο χάρισα τ’ ανέμου και δεντράκι έγινέ μου, να ’βρει χώμα να ριζώσει κι άλλο σπόρο να μου δώσει».

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκες κυρ Νίκο;» τον ρώτησε μετά από χρόνια η μάνα μου. «Πώς μεγαλώσατε; Όλο πέτρες και πεζούλες, πεζούλες, πεζούλες, με λίγο στάρι εδώ, πέντε ρίζες αμπέλι παραπέρα».

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκα, κυρία Χρυσαυγή» της απάντησε εκείνος. «Τι νομίζεις; Με αλήθειες και με ψέματα κύλαγε η ζωή. Έτσι μεγαλώσαμε και γίναμε άνθρωποι».

Κι όταν μεγάλωσε κι έγινε άνθρωπος, ανέβηκε στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή. Από τότε ο Ελύτης θυμάται τον Γκάτσο και μαρτυρεί: «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει στα δεκαοχτώ του από την Ασέα Αρκαδίας. Με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια τη δημοτική παράδοση που, αυτή, κυκλοφορούσε στο αίμα του και αναπηδούσε πίσω από κάθε του κρίση, κάθε του αντίδραση, αρκεί να πατούσες το κουμπί στην κατάλληλη στιγμή. Το τι μυριάδες τσιγάρα και καφέδες καταναλώθηκαν αργότερα, […] στο τέρμα της οδού Σπετσών όπου βρισκότανε το μικρό του σπίτι, το τι ολονυχτίες εξαντλητικές διαδέχονταν η μία την άλλη στα χρόνια της 4ης Αυγούστου ή της Γερμανικής Κατοχής ή του Εμφυλίου, με συνεχή ανεβοκατεβάσματα Σολωμών και Καβάφηδων, Βαλερύδων και Ελουάρδων, δεν περιγράφεται».

Επομένως, δεν πρέπει να μας παραξενεύει η σιγουριά, με την οποία ο Γκάτσος απαντάει σε γράμματα του Ελύτη από τη Γαλλία. «Αγαπητέ μου Οδυσσέα,» του γράφει «Έλαβα και τα δυο δικά σου γράμματα μαζί, το ένα από την Νίκαια και το άλλο από τη Γενεύη, και χάρηκα που είσαι πάντα καλά κι εξακολουθείς να κυκλοφορείς στην Ευρώπη σα στη γειτονιά μας. […] Οι ιδέες σου για την ποίηση μπορεί να είναι σωστές, αλλά είναι πολύ απογοητευτικές επίσης. Προσωπικά, έχω τις ίδιες και μεγαλύτερες αμφιβολίες, και νομίζω πως στον καιρό μας η ποίηση περνάει πολύ μεγάλη κρίση. Εννοώ την αληθινή ή μεγάλη, όπως λένε ποίηση, γιατί ομολογώ πως ούτε η σύγχρονη Αγγλική, που είναι η καλλίτερη για μένα, ούτε η σύγχρονη Γαλλική ποίηση, που έχει ξεπέσει άλλωστε τρομερά, με ικανοποιούν απόλυτα. Σκεφτόμουν πως η ποίηση του καιρού μας πρέπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά να είναι διδακτική με την έννοια που θεωρώ διδακτικό τον Αισχύλο ή τον Πίνδαρο. Βρίσκω πως κουράστηκε αρκετά από την «Εποχή των Δολοφόνων» που ζητούσε άλλοτε ο Rimbaud ή από τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέβσκι, που στον καιρό μας τους είδαμε και τους γνωρίσαμε τόσο καλά, ώστε σήμερα το μόνο που έχουμε σαν ποιητές να κάνουμε είναι να κρίνουμε και να δικαιώσουμε, καταδικάζοντας ή συγχωρώντας. Γι’ αυτό η αποστολή μας είναι μεγάλη και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να την πραγματοποιήσουμε, χωρίς να λογαριάζω εδώ τις δυσκολίες τεχνικής και δυσκολίες ύφους που η σημερινή Ελληνική γλώσσα τις κάνει μεγαλύτερες. […] Γράψε μου όλα τα νέα σου λεπτομερώς, μια που έχεις αρκετόν καιρό στη διάθεσή σου, φαντάζομαι. Όταν πας στο Παρίσι μην ξεχνάς σε παρακαλώ τα αποκόμματα της “Europe” που σου ζήτησα, και κάθε νέο που θα έχει κάποιο ενδιαφέρον – στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Από τους νεώτερους φίλους μας ο μόνος που εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον είναι ο Χατζιδάκις. Η Ντίνα» η αδερφή του Νίκου «είναι καλά και σε χαιρετάει. Είταν εδώ για δέκα μέρες ένας ξάδερφός μας από τον Καναδά, πολύ νέος και συμπαθητικός, και περάσαμε καλά. Δεν ήξερε λέξη Ελληνικά, και πρώτη φορά ερχόταν στην Ελλάδα. Τη βρήκε εξαίρετη. – Σε χαιρετώ, περιμένοντας γράμμα σου – Με αγάπη, Νίκος».

 

Περιμένοντας στον βράχο του ο Γκάτσος, ο χρόνος τού έφερε μια πατρίδα για να παραμείνει σ’ αυτήν. Για να ερωτευτεί μες τους καλοκαιριάτικους κάμπους της με τ’ αστεράκι της αυγής πριν χειμωνιάσουν οι ψυχές κι οι αστραπές αλωνίσουν τα νιάτα· για να παλέψει χρόνια και χρόνια με το μελάνι και το σφυρί στο χώμα της που ’ναι ζεστό αιώνες πριν απ’ το Χριστό· για να επισημάνει πως δεν αλλάζουν οι καιροί, αφού, με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί· για να πάρει τη φωνή της και να βροντοφωνάξει: Χτυπάτε της οργής προφήτες, καμπάνα στην Καισαριανή, να ’ρθούν απόψε οι Διστομίτες, να ’ρθούν κι οι Καλαβρυτινοί, με σπαραγμό κι απελπισία για τη χαμένη τους θυσία· για να διαδηλώσει: Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα, μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια, εσύ φοράς τ’ αρχαία σου στολίδια και δε δακρύζεις ποτέ σου, μάνα μου Ελλάς, που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς».

Και τι είναι αυτά τα παιδιά της μάνας Ελλάδας; Σ’ ένα ντοκιμαντέρ για την Καναδέζικη τηλεόραση το 1964, ο Γκάτσος αναλύει τον χαρακτήρα των Ελλήνων και λέει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αγαπάμε τη ζωή. Έχουμε μια βαθιά ικανότητα για τη χαρά. Αλλά, μαζί με τη χαρά, η λύπη πάντα: η μνήμη της τραγωδίας. Έχουμε πολλές τέτοιες μνήμες. Άλλες παλιές, άλλες πρόσφατες. Στην πλατεία αυτή» δεν αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ και δεν μπορέσαμε ακόμα να την εντοπίσουμε «μόλις πριν λίγα χρόνια, οι Ναζί εκτέλεσαν ομήρους. Τότε που άνθρωποι, άστεγοι και πεινασμένοι, πέθαιναν στο δρόμο από την πείνα, γιατί ο εχθρός μάς έπαιρνε τα τρόφιμα. Και επί είκοσι αιώνες τώρα τα ίδια υφιστάμεθα. Γι’ αυτό ξέρουμε τι είναι η τραγωδία. Γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε μελαγχολικοί».

Όπως μελαγχολικός ήταν κι ο Χατζιδάκις, στη Νέα Υόρκη, παρά τη χαρά της επιτυχίας όταν έγραφε μουσική για ταινίες του Χόλλυγουντ και παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ· νοσταλγούσε την Ελλάδα και τη γλώσσα της, γιατί ο συνθέτης ζυγίζει τη μουσική του πάνω στην προσωδία και στους ρυθμούς της μητρικής του. Για τους ποιητές, η μητρική τους γλώσσα είναι η πατρίδα τους. Αυτό ισχυρίζονταν κι ο Σεφέρης κι ο Ελύτης και ο Γκάτσος, βεβαίως, ο οποίος τότε έγραψε στον Χατζιδάκι, συμβουλεύοντάς τον να γυρίσει, πως «Η Ελλάδα είναι μια σίγουρη πατρίδα και παντοτινή καταφυγή». Ήταν ο τόπος τους και τον διεκδικούσαν όπως τα παιδιά διεκδικούν έναν χώρο για να παίξουν, χωρίς σωβινισμούς και εθνικιστικά τερτίπια. Κι ήταν ευγνώμονες σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη γλώσσα. Κι ακριβώς γι’ αυτό, πολύ συχνά ο Γκάτσος καλοτύχιζε τη Νάνα Μούσχουρη, φίλη του σαν αδερφή, που ταξίδευε τη γλώσσα του στα πέρατα του κόσμου.

Τελειώνοντας, έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορεί να τα πει κανείς όλα σε μια βραδιά ˗αλλά και ποιος τα ξέρει όλα;˗ επιτρέψτε μου να κλείσω τη συναισθηματική αυτή ομιλία μου μ’ ένα ποίημα του Χατζιδάκι για τον Γκάτσο:

Η γη καθώς τον γέννησε
Τον στόλισε
Πράσινα φύλλα της ιτιάς
Του έλατου και της ελιάς
Μα η σκέψη του τον βύθισε
Στης πολιτείας την άσφαλτο
Κι έγινε πέτρα αρχαϊκή στη μνήμη των εφήβων.