Μεταφράζω από την εισαγωγή του Brad Meltzer:
Φανταστείτε την σκηνή: Η DC Comics σας αναθέτει να γράψετε την πρώτη σας ιστορία με τον Batman. Με ποιον θα τον βάλετε να πολεμάει;
Ακριβώς.
Τον Joker.
Αλλά είναι δύσκολο να γράψεις για τον Τζόκερ.
Όχι γιατί είναι δύσκολος χαρακτήρας να τον κατανοήσεις. Είναι πολύ εύκολος. Είναι ανισόρροπος. Και για 60 χρόνια συγγραφείς και σχεδιαστές έχουν γράψει βιβλία και βιβλία με κυριολεκτικά χιλιάδες παραδείγματα της τρέλας του.
Όντως κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και κάπως έτσι θα το σκέφτηκε και ο M. Green, ο σεναριογράφος του τηλεοπτικού Heroes, όταν του ζητήθηκε να γράψει μια ιστορία για τον Μπάτμαν. Ήταν φυσιολογικό λοιπόν κακός στην ιστορία του να είναι ο Joker. Αλλά ο Green δεν ήθελε να γράψει μια ακόμα ιστορία που να εμφανίζεται ο παρανοϊκός παλιάτσος. Ήθελε να γράψει την ιστορία. Να αφηγηθεί την γένεση του πιο τρομακτικού κακού του κομιξικού σύμπαντος.
Χαράς στο κουράγιο του!
Γιατί δεν έφτανε που είναι πρωτάρης, δεν έφτανε το ύποπτο τηλεοπτικό του παρελθόν, αποφάσισε μια ιστορία που θα ερχόταν αντιμέτωπη και θα αναμετριόταν ευθέως με την θρυλική Batman: The Killing Joke των Alan Moore και Brian Bolland, που επίσης εξιστορεί πώς ξεκίνησε ο Joker την εγκληματική του καριέρα.
Όμως ο στόχος του Green ήταν ξεκάθαρος. Είχε εντελώς διαφορετική αντίληψη για το υλικό του και ήθελε να μας δώσει μια άλλη αρχή για τον Joker: Ενώ η ιστορία του Moore παρουσιάζει τον Joker σαν φιλήσυχο νέο που ένεκα των περιστάσεων μιας άτυχης μέρας πήρε τον κακό δρόμο, ο Green ξεκινάει με δεδομένο ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή εγκληματία.
Δεν έχει φυσικά νόημα να συγκρίνουμε εδώ τις δυο ιστορίες. Το δηλώνω προκαταβολικά: Είναι και οι δυο εξαιρετικές. Κι ακόμα περισσότερο: Χωράνε και οι δυο στην βιβλιοθήκη σας, αφού στέκονται από μόνες τους, η καθεμιά ξεχωριστά. Βέβαια, το ποια από τις δυο θα γίνει η δική σας πιο αγαπημένη, αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ιστορία τοποθετείται στο τέλος του πρώτου έτους της δράσης του Batman. Η Gotham έχει απαλλαγεί πια από το έγκλημα. Οι επιστημονικές μέθοδοι που ακολούθησε ο Batman έχουν δικαιωθεί και για πρώτη φορά τον βλέπουμε να χαμογελάει πίσω από την μάσκα. Αλλά δεν χαμογελούν όλοι: Ο Jack (αναφορά στον J. Nicholson, που πρωτόπαιξε τον ρόλο στην ταινία του Burton;) ήρθε πρόσφατα στην Γκόθαμ και βαριέται που ζει. Κυριολεκτικά. Έτσι μετά από μια επιτυχημένη απόπειρα ληστείας, στέκεται μπρος στον φρουρό και περιμένει να τον σκοτώσει. Τότε εμφανίζεται ο Σκοτεινός Ιππότης για να τον σώσει και ο Τζακ ξεκαρδίζεται στα γέλια. Μα δεν είναι εντελώς γελοίο το θέαμα ενός κρεμανταλά που κυκλοφορεί ντυμένος νυχτερίδα; Αυτή η αίσθηση του γελοίου γεμίζει την ζωή του Jack, καθώς αποφασίζει να παίξει και να διασκεδάσει με τον Νυχτερίδα. Σταματώ εδώ –δεν έχει νόημα να συνεχίσω να αποκαλύπτω τη υπόθεση. Προσθέτω μόνο ότι στο τέλος τίποτα δεν θα είναι όπως πριν: Ο Jack θα γίνει o Joker, ο σούπερ-κακός δηλαδή, η Γκόθαμ θα μεταβληθεί σε θέατρο βίας και τρόμου και ο αναγνώστης θα αναρωτιέται για την πνευματική ισορροπία και την διαύγεια του ίδιου του Batman, ή για να είμαστε πιο ακριβείς του Bruce Wayne.

Το Lovers and Madmen ακολουθεί τους ρυθμούς της Γκόθαμ: Ήρεμη στην αρχή, γαλήνια και ειρηνική, καταλήγει σε έναν παροξυσμό βίας και αίματος. Πραγματικά είναι από τις πιο άγριες, τις πιο αιματοβαμμένες ιστορίες του Σκοτεινού Ιππότη. Το σχέδιο του D. Cowan, σκληρό και γραμμικό, ξενίζει στην αρχή, αλλά καθώς η ιστορία βυθίζεται στην παράνοια του Joker, αρχίζει να ταιριάζει και στο τέλος το ερωτεύεσαι.












