Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ο πιο ερμητικός από τους συνθέτες μας.
Αντιπαθούσε την μαζικότητα κι επιθυμούσε να απευθύνεται σε μικρά κοινά –ει δυνατόν να έχει προσωπική σχέση με κάθε ακροατή του. Έτσι δυσκόλευε τις μουσικές του για να αποθαρρύνει τους εύκολους και τους περίεργους και να προσελκύσει τους πιο τολμηρούς. Γι’ αυτό και οι πιο απλές μελωδίες του κρύβονται πίσω από παράξενες ενορχηστρώσεις και φωνές –η περίπτωση του Χειμωνιάτικου Ήλιου είναι χαρακτηριστική.
Από την άλλη ο Χατζιδάκις δεν αρκούταν να γράφει απλώς ωραίες μουσικές και τραγούδια. Ήθελε μέσω της τέχνης του να εκφράσει κάτι ευρύτερο, υψηλότερο, ολιστικότερο –ειδικά από τον Μεγάλο Ερωτικό και μετά.
Τι είναι αυτό το περισσότερο για το οποίο ήθελε να μιλήσει;
Για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι έτοιμος να το προσδιορίσω με σαφήνεια τώρα. Νομίζω όμως ότι επιθυμούσε να περιγράψει την ζωή –εσωτερική και εξωτερική– του ανθρώπου της πόλης. Και μάλιστα του λαϊκού ανθρώπου –όπως δηλαδή εννοούσε τον λαϊκό άνθρωπο εκείνος.
Με άλλα λόγια, και για να καταφύγω στην ευκολία της συνθηματολογίας, αν τα τραγούδια της σειράς παίζουν με το συναίσθημα, ο Χατζιδάκις ήθελε να μιλήσει για το βαθύτερο αίσθημα. Αν τα άλλα χαϊδεύουν την χαρά και την μελαγχολία μας, εκείνος ήθελε να εκφράσει την ευτυχία και κυρίως την λύπη μας –πράγματα δηλαδή καθολικά και βαθιά ριζωμένα μέσα μας και γύρω μας.
Γι’ αυτό ο Χατζιδάκις, που ποτέ δεν έγραψε ολυμπιακούς ύμνους, αλλά μουσικές για τα όνειρα των παιδιών της γειτονιάς, είναι πιο οικουμενικός από άλλους συναδέλφους του –όπως ακριβώς κι ο Σεφέρης, που περιορίστηκε στον καημό της ρωμιοσύνης και δεν ασχολήθηκε με μεγάλα θέματα, την παγκόσμια ειρήνη ή το αφοπλισμό.
………………………
Μετά από πολύ καιρό –μετά από χρόνια ίσως– ξανακούω τις τελευταίες εβδομάδες τους δίσκους του –ό,τι δηλαδή έχω μαζί μου εδώ πέρα. Και πιο πολύ απ’ όλους τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, ένα έργο που ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις ξέρω ότι πολύ το αγαπούσε. Αλλά, αν ο δίσκος έκανε λίγο-πολύ τις αναμενόμενες πωλήσεις, ποτέ δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την κριτική και το κοινό –εξαιρείται, φυσικά, ένας στενός κύκλος αφοσιωμένων.
Ναι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, έφταιγε γι’ αυτό και η πολιτική θέση του Χατζιδάκι (το ένδοξο ’83 δεν σήκωνε «φιλελεύθερους αστούς» σαν και του λόγου του), κυρίως όμως φταίει η ερμητικότητα που περιέγραψα στην αρχή. Και η πρόθεση του συνθέτη να ασχοληθεί με δυσάρεστα θέματα, αυτά που απωθούνται από την κοινή συνείδηση. Τι τύχη να έχει ένας δίσκος που τα τραγούδια του μιλάνε για την βία και τον θάνατο και τον έρωτα και την καταγωγή σε σχέση με την βία;
Οι Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς παραμένει ένας από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους, όχι μόνο γιατί ακουμπάει συνειδητά αυτά τα δυσάρεστα θέματα και φέρνει στην επιφάνεια το Κωσταλέξι που κρύβεται εντός μας. Κυρίως εξαιτίας του τρόπου του: Ο Χατζιδάκις δεν θέλει να προκαλέσει, όσο να δείξει. Δεν τον ενδιαφέρει η κόντρα, αλλά η συζήτηση.
Ωραία, θα μου πείτε, αυτή ήταν η πρόθεσή του. Πέτυχε όμως; Έδεσε η συνταγή;
Να σας πω την αλήθεια δεν ξέρω. Είναι καιρός τώρα που ψάχνω χρόνο –συγγνώμη αν γίνομαι μονότονος– να κάτσω και να το σκεφτώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.
Γι’ αυτό, αντί να ακολουθήσω την πεπατημένη και να αντιγράψω κι εγώ το κείμενο του Χατζιδάκι που συνοδεύει τον δίσκο, ανεβάζω ένα σημείωμα με τον προβληματισμό και το ερώτημά μου. Ελπίζω κάποτε να το απαντήσω, χωρίς να καταφύγω στους εύκολους και άνευ όρων και ορίων ύμνους στους νεκρούς μεγάλους.
Μαζί κι ένα τραγούδι απ’ τις Μπαλάντες, από κείνα που δεν ξεκολλάνε από το μυαλό…







