Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Χρόνια πολλά!

Με μουσικές πολύχρωμες και φωνές εξαίσιες το Σημειωματάριο στέλνει τις ευχές του σε όλους τους φίλους και τις φίλες.

Και υπάρχουν τόσες μουσικές για τούτες τις μέρες: Βυζαντινοί ύμνοι, παραδοσιακά κάλαντα, γερμανικά λιντ, και φυσικά τζαζ, ποπ και ροκ κομμάτια. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς! Στέκομαι τούτη τη φορά σε σημαντικές φωνές της τζαζ για να σας στείλω τις ευχές μου:

1960 και η Ella Fitzerald, μια από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές που έχουν ηχογραφηθεί, αν όχι η σημαντικότερη, μας εύχεται Swinging Christmas:

Louis Armstrong και η ορχήστρα του Benny Carter σε ένα τραγούδι που σε κάνει να ταξιδεύεις και να ονειρεύεσαι: Christmas In New Orlean:

Πολύ μου αρέσει ο Dean Martin και το μαγκιώρικο ύφος του λατίνου εραστή, που είχε στη σκηνή, στο πανί και, κατά τα φαινόμενα, και στη ζωή του. Να, ξανακούστε το Silver Bells κι αφεθείτε στην παλιομοδίτικη, βελούδινη γοητεία του:

Τελευταίος -και φυσικά όχι έσχατος- ο αρχηγός της Rat Pack: Ο Sinatra τραγουδάει ένα Χριστουγεννιάτικο standar και γράφει ιστορία

Καλά Χριστούγεννα κι ευλογημένα σε όλους!

Στο σπίτι του δεν έχει στολισμένο δέντρο. Φωτάκια δεν αναβοσβήνουν στο μπαλκόνι του. Τα δώρα που είναι στις σακούλες είναι για να τα δώσει.

Μια τηλεόραση στο σαλόνι, ίσως ένα στερεοφωνικό δίπλα της, ο καναπές, το φουρνάκι και το ψυγείο στην κουζίνα, το ημίδιπλο κρεβάτι, είναι η μοναδική επίπλωση του σπιτιού του. Καφέ, αλκοόλ και τσιγάρα θα βρεις σίγουρα στα ντουλάπια του, μη ψάχνεις όμως για σαλάτες και φρούτα.

Τα πρωινά τον ξυπνάει το κινητό του, ξυρίζεται μέρα παρά μέρα και πηγαίνει στη δουλειά κανονικά. Επιστρέφει το απόγευμα αναλόγως την κίνηση και τρώει βλέποντας τηλεόραση. Τα γειτονικά delivery ξέρουν το σπίτι του και το τηλέφωνό του. Αναγνωρίζουν την φωνή του και ξέρουν τα γούστα του. Μια φορά την εβδομάδα βγαίνει με φίλους -ίσως και πιο σπάνια.

Τον ξέρετε:

Σας ακούει σιωπηλός να επιχειρηματολογείτε ή να διηγείστε και ποτέ δεν είσαστε σίγουροι αν σας παρακολουθεί ή αν χαζεύει αδιάφορα. Και μάλλον ούτε κι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να σας πει τι ακριβώς κάνει εκείνες τις ώρες. Δεν μιλάει πολύ κι όταν μιλάει, μιλάει αφηρημένα ή διηγείται ιστορίες άλλων γνωστών του. Δεν μιλάει για τον εαυτό του ή αν το κάνει, αναφέρεται πάντα σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, τα σχολικά χρόνια, οι παιδικές διακοπές, η στρατιωτική θητεία, μια παλιά-παλιά ξεχασμένη σχέση.

Γιατί δεν έχει πια δικές του ιστορίες να πει.

Είναι ο Άνθρωπος Χωρίς Ιστορίες.

Ο Άνθρωπος με το Διάφανο Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον.

Ο ενοχλητικά άοσμος.

Η μύγα μες στο χριστουγεννιάτικο γάλα.

Δεν είναι φτωχός, ούτε άρρωστος σωματικά για να νοιαστούν για κείνον τα φιλανθρωπικά σωματεία. Δεν χρειάζεται τον όβολόν σας.

Δεν είναι δέντρο, ούτε ποτάμι για να κινηθούν οι αφελείς ακτιβιστές της πλατείας Συντάγματος και της Κοραή.

Είναι μόνος.

Avatar

Εδώ και χρόνια τα κιηματογραφικά site φιλοξενούσαν φήμες και εικασίες για την ταινία που ετοίμαζε ο James Cameron. Τελικά, δώδεκα χρόνια μετά τον Τιτανικό, έχει ναυπηγήσει στις αίθουσες μια ακόμα υπερταινία.

Η υπόθεσή της είναι απλή και το πιο πιθανό είναι να την έχετε ήδη πληροφορηθεί:

Στον πλανήτη Πανδώρα έχει κατασκηνώσει μια αποστολή από την Γη. Την αποτελούν μέλη μιας χυδαία κερδοσκοπικής εταιρίας, που με κάθε κόστος προσπαθούν να βάλουν στο χέρι ένα πανάκριβο και σπάνιο ορυκτό και μια επιστημονική ομάδα, η οποία θέλει να μελετήσει την χλωρίδα και την πανίδα του πλανήτη καθώς και τον ντόπιο ανθρωποειδή πολιτισμό. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούν σώματα που κατασκεύασαν με το DNA των ντόπιων, στα οποία βυθίζονται οι συνειδήσεις των γήινων -αυτά τα σώματα είναι τα avatar, που έδωσαν στην ταινία και τον τίτλο. Στην ομάδα συμμετέχει και ο ανάπηρος πεζοναύτης Jake Sully, αντικαθιστώντας τον ανάπηρο αδερφό του. Στην αρχή δίνει πληροφορίες για τον πλανήτη και τους κατοίκους του στην εταιρία, αλλά σιγά-σιγά ερωτεύεται την φύση και τον τρόπο ζωής των ιθαγενών -και μια κοπέλα-, οπότε…

Όπως ο Τιτανικός, αλλά και οι πιο παλιές ταινίες του Cameron, έτσι και το Avatar δομείται πάνω σε 3 βασικούς άξονες:

  1. Το ζευγάρι. Ο JC κατά βάθος μελοδράματα γυρίζει. Η βασική ιστορία των ταινιών του, από τον πρώτο κιόλας Εξολοθρευτή, είναι το “αγόρι και κορίτσι ερωτεύονται σε αντίξοες συνθήκες, αλλά ο έρωτάς τους στο τέλος θριαμβεύει”. Οι γυναίκες στο έργο του Κάμερον είναι δυναμικές και πολύ πιο ώριμες από τον άντρα, ο οποίος στην αρχή τουλάχιστον, φέρεται σαν αφελές και σκανταλιάρικο παιδί. Ο πρωταγωνιστής ωριμάζει και δυναμώνει μέσα από την σχέση και την συνάφεια. Συνεπώς, ο ηρωισμός -ενίοτε και υπερηρωισμός- που επιδεικνύει στο δεύτερο μέρος της ταινίας, είναι προϊόν του έρωτα.
  2. Η αγορίστικη περιέργειά του να εξερευνήσει καινούργιους, άγνωστους κόσμους. Κι επειδή άγνωστοί κόσμοι, ειδικά στις μέρες μας, δεν υπάρχουν, τους κατασκευάζει: Στον Τιτανικό ήταν οι φυλές των προσφύγων -θυμάστε την περιήγηση στα διάφορα καταστρώματα; Εδώ είναι ένας ολόκληρος πλανήτης. Αυτό που θα δουν τα μάτια σας στο Avatar, δεν μπορεί κανείς να σας το περιγράψει με λόγια: Μια οργιαστική ζούγκλα με φωσφορίζοντα φυτά, αιωρούμενα βουνά, πανέμορφα ψιλόλιγνα και γαλάζια ανθρωποειδή, παράξενα ζώα. Νομίζω ότι ο Ελύτης, οι υπερρεαλιστές, θα λάτρευαν ετούτη την ταινία.
  3. Ο πόλεμος ανάμεσα στην τεχνολογία και την φύση. Το τεράστιο βαπόρι εναντίον του παγόβουνου / Το ρομπότ από το μέλλον εναντίον του ζευγαριού / Η αδίστακτη εταιρία εναντίον του φυτικού, ζωικού και ανθρωποειδούς βασιλείου της Πανδώρας. Χρειάζεται να πούμε ποιος νικά στις ταινίες του μελοjames;

Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία εδώ δεν είναι τόσο δυνατή όσο στον Τιτανικό. Οι διάλογοι δεν είναι τόσο καλογραμμένοι. Ξέρετε όμως κάτι; Δεν χρειάζεται να είναι. Το οπτικό μέρος της ταινίας είναι τόσο δυνατό, που όλα τα άλλα μπαίνουν αναγκαστικά σε δεύτερη μοίρα. Ό,τι και να σας πω, ό,τι και να διαβάσετε αλλού, όσες φωτογραφίες ή τρέιλερ να δείτε στο δίκτυο, τίποτα δεν μπορεί να σας προετοιμάσει για αυτό που θα αντικρίσετε μέσα στην αίθουσα, όταν φορέσετε τα ειδικά γυαλιά σας. Γιατί, ω ναι, μην περιμένετε να βγει το Αvatar σε DVD, μην περιμένετε να το κατεβάσετε. Η ταινία αυτή είναι καθαρό σινεμά, είναι φτιαγμένη για να την βλέπεις σε αίθουσα κι όχι στην μικρή οικειακή οθόνη.

Ταυτόχρονα, το Avatar είναι και το μέλλον του κινηματογράφου. Ο Κάμερον ισχυρίζεται ότι εφηύρε από την αρχή την κινηματογραφική τεχνολογία. Ακόμα κι αν αυτή η φράση του είναι υπερβολική, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που κάνει στην ταινία του, δεν έχει ξαναγίνει, αλλά θα γίνεται συχνά στο εξής. Μένω μόνο σε ένα: Είναι η πρώτη 3D ταινία που έχω δει, στην οποία η τρίτη διάσταση είναι οργανικά ενταγμένη στην αφήγηση και δεν είναι το εφέ-κράχτης για να συρρεύσουν τα πλήθη.

Αφήνω την πολιτική διάσταση της ταινίας, το θέμα του ξένου και της ένταξης που είναι κεντρικό στην προβληματική του δημιουργού της, τις χιλιάδες αναφορές, από την ελληνική μυθολογία ως την pop κουλτούρα και περνάω στους ηθοποιούς:

Η Σιγκούρνεϊ Γουήβερ στο ρόλο της επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας είναι καταπληκτική. Η ίδια λέει ότι έπαιξε τον ρόλο της αντιγράφοντας τα σουσούμια του Κάμερον -δεν το ξέρω. Φαντάζομαι όμως ότι θα είναι στην πεντάδα των Όσκαρ χαλαρά. Ο Worthington, που παίζει τον ανάπηρο πεζοναύτη, ο οποίος αλλάζει στρατόπεδο, είναι επίσης εξαίρετος: Ακροβατεί με επιτυχία ανάμεσα στην αγορίστικη αφέλεια και την στρατιωτική αποφασιστικότητα. Ο St. Lang παίζει έναν συνδυασμό Μπους-Τσέινι, αλλά με μπράτσα -καλός, αλλά το έχουμε ξαναδεί.

CosmoMan

Να πρέπει να πας στη βιβλιοθήκη Σάββατο πρωί. Για δουλειά. Και να ξυπνάς αργά και να μην έχεις χρόνο να φτιάξεις καφέ. Και να φορτώνεσαι βιαστικά τις δυο σακούλες με τα προς επιστροφή βιβλία και να ξεκινάς με την τσίμπλα στο μάτι.

Καταλαβαίνετε…

Ευτυχώς που κοντά στο Πανεπιστήμιο υπάρχει ένα Costa Cafe, στο οποίο πάρκαρα για να πάρω ένα espresso americano -ευτυχώς σε τούτη τη βιβλιοθήκη επιτρέπεται -ή τουλάχιστον δεν απαγορεύεται- να φέρνεις τον καφέ σου. Αλλά, δυστυχώς, στο cafe περίμεναν πλήθια χαρμανιασμένων καφεϊνομανών να εξυπηρετηθούν από τον ένα και μοναδικό υπάλληλο, ο οποίος κοιτούσε δεξιά κι αριστερά με βλέμμα πανικόβλητο.

Άραξα στον πάγκο. Οι σακούλες με τα βιβλία δίπλα μου. Βαθιά ανάσα: Να τσεκάρω τις σημειώσεις με όσα θέλω να δανειστώ και να κοιτάξω, σκέφτηκα.

Αλλά

Δίπλα μου ήταν μια στίβα περιοδικών. Πολύχρωμα, ανέμελα, ιλουστρασιόν. Αδιάφορα.

Τα κοίταξα βαριεστημένος.

Εντάξει, δεν είχα καμιά όρεξη να τσεκάρω ακαφέδιαστος την βιβλιογραφία, αλλά και τούτα δω…

Τότε ήταν που πήρε το μάτι μου στο κάτω-κάτω μέρος της στοίβας κάτι ένοχα κρυμμένο.

Το ξετρύπωσα.

Τα αγαθά copy κτώνται

Μα πείτε μου, ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σε ένα τέτοιο τίτλο; Ή πώς να μην σταθείς σ’ ένα άρθρο με τίτλο Dirty Χάρη.

Βλέπω τα καλοκαίρια στις παραλίες γυναίκες και άντρες να έχουν δίπλα από την ξαπλώστρα παρατημένες τις πολυσέλιδες κυριακάτικες εφημερίδες και να ξεφυλλίζουν αφοσιωμένα την έκδοση τσέπης του Cosmopolitan. Σε φιλικά σπίτια βρίσκω τεύχη του ανάμεσα σε άλλα περιοδικά κι εφημερίδες. Και δεν χρειάζεται παρά μια αφορμή, κάποια ή κάποιος να βρεθεί εκείνες τις μακρές μικρές ώρες, που το αλκοόλ κυλάει γλυκά στις φλέβες, να αναφερθεί -με ειρωνικό πάντα τρόπο- σε κάποιο άρθρο του Cosmo που διάβασε πρόσφατα και η συζήτηση φουντώνει.

Μη με ρωτήσετε τι πρότυπο ζωής προβάλλεται από αυτό το περιοδικό. Μη με ρωτήσετε τι ανθρωπολογικός τύπος είναι εκείνος που παίρνει κατά γράμμα τα όσα διαβάζει. Ή που αναζητά  στις σελίδες του απαντήσεις για τα αδιέξοδα της προσωπικής της ζωής. Όλοι λίγο-πολύ το ξέρουμε.

Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως το καφέ άδειασε χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα…

Όλοι πλέον το ξέρετε ότι είμαι φαν του 24 και του Jack Bauer. Οπότε και η είδηση ότι ξανακύλησα δεν θα σας κάνει μεγάλη έκπληξη.

Τι έχουμε λοιπόν στην Έκτη Μέρα:

Ο Jack είναι αιχμάλωτος των Κινέζων και η κατάσταση στις ΗΠΑ έχει γίνει χαοτική. Συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις πλήττουν το κύρος και αποσταθεροποιούν την κυβέρνηση του Wayne Palmer –αδερφού του δολοφονηθέντος David– και σπέρνουν την καχυποψία και τον φόβο στους πολίτες. Μέσα σε αυτή την κατάσταση ο πρόεδρος κάνει μια συμφωνία απελπισίας με έναν τρομοκράτη: Για να πάρει σημαντικές πληροφορίες για την εξάρθρωση του τρομοκρατικού δικτύου, θα του παραδώσει τον Bauer, αφού τον πάρει πρώτα από τους Κινέζους. Και το γαϊτανάκι ξεκινάει.

Έχουν δίκιο οι φίλοι της σειράς που στα διάφορα φόρα χαρακτηρίζουν την έκτη ημέρα ως την πιο αδύναμη:

Οι συγγραφείς έχουν καταφέρει να φτιάξουν μια καλή ιστορία, η οποία όμως δεν αρκεί για να γεμίσει και τα 24 επεισόδια της σεζόν, γι’ αυτό καταφεύγουν σε κλισέ και καταστάσεις που έχουμε ξαναδεί σε περασμένους κύκλους.

Από την άλλη βέβαια όλα αυτά συνεχίζουν να λειτουργούν: Οι γρήγοροι ρυθμοί και οι συνεχείς εναλλαγές στη δράση και τα συναισθήματα, κρατάνε το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο –δηλαδή μας διασκεδάζουν.

Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι διαφορετική –πολύ πιο πρωτότυπη και εξαιρετικά συναρπαστική:

Γιατί το 24 έχει αλλάξει πολιτικό προσανατολισμό.

Η σειρά είχε ταυτιστεί με την πολιτική Μπους και τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας. Αλλά ήδη από τον πέμπτο κύκλο, που προβλήθηκε το 2006, άρχισε να διαχωρίζει την θέση του από την πολιτική των γερακιών. Ο έκτος κύκλος, που προβλήθηκε το 2007, ένα χρόνο πριν την εκλογή Ομπάμα, δείχνει το ναυάγιο της πολιτικής Μπους:

Έτσι, ναι, έχουμε τα καθιερωμένα βασανιστήρια, αλλά οι πράκτορές μας, όσο πόνο κι αν προκαλούν, πληροφορίες δεν παίρνουν. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η πειθώ, οι καλοί τρόποι και η ευγένεια, φέρνουν αποτέλεσμα. Και ο Jack παρακαλεί, καλοπιάνει, επιχειρηματολογεί.

Ακόμα, καυτηριάζεται η υστερία κάποιων κύκλων εναντίον των μουσουλμάνων και των Αράβων: Από την μια παρουσιάζει μουσουλμάνους και Άραβες που είναι καλοί πολίτες και μάχονται υπέρ της χώρας τους κι από την άλλη δείχνει πώς η υστερική επιθετικότητα εξωθεί ακόμα και τους αδιάφορους μουσουλμάνους στα άκρα.

Κι επιπλέον:

Ο πρόεδρος Πάλμερ συμμαχεί με έναν μετανοημένο τρομοκράτη στην προσπάθειά του να σταματήσει τις επιθέσεις που δέχεται η χώρα του. Κι ο Bauer εμφανίζεται υπέρμαχος αυτής της πολιτικής και συνεργάζεται αρμονικά με τον πρώην εχθρό του, σε σημείο μάλιστα που να δολοφονεί εν ψυχρώ συνάδελφό του, o οποίος αρνούνταν να αποδεχτεί τα νέα δεδομένα. Ο συμβολισμός είναι σαφής και δείχνει με τις μετακινήσεις που συντελέστηκαν σε επίπεδο συνειδήσεων και πολιτικής στις ΗΠΑ τα τελευταία 3-4 χρόνια.

Σε ένα άλλο επίπεδο βλέπουμε ΗΠΑ και Ρωσία να συνεργάζονται αποτελεσματικά και να κάνουν προσπάθειες να ξεπεραστεί η αμοιβαία καχυποψία. Οι δυο χώρες, παρά τις διαφορές τους, έχουν κοινά συμφέροντα και κοινούς στόχους. Κι ενώ στο διάβα των επεισοδίων ο μουσουλμανικός κίνδυνος ξεφουσκώνει, ένας πιο σκοτεινός –και πιο πραγματικός– αναδύεται: Η Κίνα.

Αλλά αυτό προφανώς θα μας απασχολήσει στους επόμενους κύκλους…

…και ξαφνικά, στον τελευταίο ελαφρολαϊκό δίσκο του Γιώργου Νταλάρα (είναι ν’ απορεί κανείς πώς ο άνθρωπος, ο οποίος την περασμένη δεκαετία έκανε δίσκους όπως Τα κατά Μάρκον, Συγγνώμη για την Άμυνα, Ερωτική πρόβα, κατάντησε να βγάζει δίσκους με τραγούδια προορισμένα για απόφοιτους του Fame Story –αλλά αν κάποιος και μάλιστα στα γεράματα δεν σέβεται μόνος του τον εαυτό του, ας μην περιμένει να τον σεβαστούν οι άλλοι..), ο οποίος δίσκος φέρει τον απίθανο τίτλο Γι’ αυτό υπάρχουνε οι φίλοι (!!!), εκεί λοιπόν, ξαφνικά, έκανε την εμφάνισή του ένα ανέκδοτο τραγούδι του Νίκου Γκάτσου σε μουσική Στ. Ξαρχάκου, το Δάκρυ με το Δάκρυ.

Η μουσική του τραγουδιού είχε γραφτεί για την ταινία του Κ. Φέρρη Ρεμπέτικο –εκεί έχει τον τίτλο Χασάπικο 22. Οι στίχοι όμως γράφτηκαν αργότερα από τον Νίκο Γκάτσο και μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, ύστερα από παράκληση του Γ. Νταλάρα, αλλά δεν είχε ηχογραφηθεί μέχρι σήμερα. Τα λόγια του βέβαια τα είχαμε διαβάσει στο βιβλίο Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνει ίσαμε (Ίκαρος), που είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο ποιητής. Εκεί εντάσσεται κανονικά στον κύκλο Ρεμπέτικο. Στον τόμο Όλα τα τραγούδια (Πατάκης), που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του Γκάτσου, υπάρχει στην ενότητα με τους ανέκδοτους στίχους.

Ομολογώ ότι φανταζόμουνα το τραγούδι αυτό να κυκλοφορεί σε ένα διαφορετικό μουσικό περιβάλλον. Αλλά δεν πειράζει, καλά είναι κι έτσι: Τα τραγούδια ζουν όταν τραγουδιούνται κι όχι όταν μένουν κρυμμένα σε κατάστιχα και βιβλία.

Κι έπειτα, έτσι όπως στέκει, μοναχικό, στο τέλος τούτου του ανυπόφορου δίσκου, δείχνει την διαφορά ανάμεσα στα τραγούδια που έγραφε ο Γκάτσος και οι συν αυτώ, με τα τραγούδια που γράφονται σήμερα.

Και δεν εννοώ ότι είναι σώνει και καλά καλλίτερα τα εκείνων –αυτό είναι το λιγότερο.

Το θέμα είναι ότι κουβαλάνε ένα εντελώς διαφορετικό ήθος…

Αντιγράφω από τον Ντοστογιέφσκι του Κ. Παπαγιώργη, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 95-96:

Με την ανήλεη ματιά που τη διακρίνει, η σάτιρα έχει κάτι το νεανικό και το προπετές. Όχι μόνο επειδή αμελεί το βαθύτερο ψυχισμό του ήρωα, μια και όλα πρέπει να θυσιαστούν στην εμφατική φαιδρότητα, αλλά επιπλέον επειδή διατηρεί αναγκαστικά μια απόσταση από τη ζωή. Στην κωμωδία ο δημιουργός είναι αλληλέγγυος και συνένοχος με τον αναγνώστη μάλλον παρά με τον ήρωα. Παρότι δεν της λείπει η αίσθηση της αμεσότητας -η μεγάλη αρετή κάθε είδους στη λογοτεχνία, που διακονεί το γέλιο- της είναι ξένη η συμπόνια (ό,τι συμπονάς δεν το περιγελάς) και οι μεγάλοι ανθρώπινοι κλονισμοί. Η σάτιρα είναι μονομερής, άδικη, πειθαναγκαστικά κοντόφθαλμη, χωρίς να αποφεύγει και μια ιδιάζουσα μικροψυχία. Αφού ευθύς εξαρχής επιλέγει τη στάση της διακωμώδησης, δεν μπορεί να μην κατατρύχεται και από ένα αίσθημα ανωτερότητας απέναντι στη ζωή, μια χροιά εχθρότητας που δεν την αφήνει να ωριμάσει. Αν το κλάμα προδίδει την αρχή της συμπαθείας, το γέλιο είναι άρνηση και διάκριση. Ο μπουφόνος και το νευρόσπαστο δύσκολα επιστρέφουν, αν επιστρέφουν ποτέ, στην κατάσταση του ανθρώπου που δε γεννά γύρω του τη θυμηδία…

Τον Ηλία Λιούγκο τον γνώρισα πριν πολλά χρόνια στο περιθώριο μιας συναυλίας που είχε δώσει στα Γιάννενα ο Μάνος Χατζιδάκις με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Όταν αργότερα μετακόμισα στην Αθήνα μέναμε στην ίδια γειτονιά και τον πρώτο καιρό κάναμε για λίγο παρέα. Ήταν μάλιστα ένας από τους δύο ανθρώπους που είχαν μιλήσει στην Αγαθή Δημητρούκα για μένα -συνέβαλε κι αυτός δηλαδή για να ξεκινήσει μια σημαντική περίοδος της ζωής μου, που έχει μεν τελειώσει, αλλά ακόμα έχει κάποιο νόημα για μένα.

Ο Λιούγκος συμμετείχε στα Παράλογα, τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς και στις Αγορές του Μάνου Χατζιδάκι σαν τραγουδιστής. Έχει συνθέσει όμως και δικά του τραγουδία. Συχνά θυμάμαι ετούτο από τον δίσκο Θα τραγουδήσω απόψε για μένα σε ποίηση Γ. Χρονά:

Τι κάνεις Αλέξανδρε;

Πλάτρες

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει ετούτο το νησί;

“Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.

Ήταν εκεί στα χείλια της ερήμου

Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:

καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων

ή των θεών

Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη

βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.

Το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Σκόρπιοι στίχοι από την Ελένη του Γ. Σεφέρη (Ίκαρος, σελ. 239-42) και φωτογραφίες που τράβηξα 22 και 23 Οκτωβρίου στις Πλάτρες.

Τα δύο μεγάλα κόμματα στην πλάκα κινητοποιούν πάνω από μισό εκατομμύριο κόσμο. Κάτι πρέπει να λέει αυτό για τον δικομματισμό, τον οποίο κάτι άλλοι θλιβεροί τον αποκαλούν «χρεοκοπημένο», προφανώς γιατί αρνούνται να παραδεχθούν τη δική τους χρεοκοπία.

παρατηρεί ο apos και νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο και πιο σημαντικό συμπέρασμα της εκλογής Σαμαρά.

Για σκεφτείτε το:

Οι δημοσκοπήσει καταγράφουν για την μετεκλογική Ν.Δ. ποσοστά που θυμίζουν την δημοσκοπική άνοιξη του Σύριζα και παρόλα αυτά 800.000 άτομα μπήκαν στον κόπο να συμμετάσχουν σε μια αυστηρά εσωκομματική διαδικασία. Και είναι βέβαιο αυτό ότι κανένας δεν το περίμενε–με πρώτους και καλλίτερους τους χαρτογιακάδες της Ρηγίλλης.

Οπότε:

Όσοι από σας, φίλοι, προσδοκάτε και προσβλέπετε στην κατάρρευση του δικομματισμού, διαψεύδεστε για ακόμα μια φορά –νομίζω ότι τόσο ο νικητής Αντ. Σαμαράς όσο και ο βασικός σύμμαχός του, Δ. Αβραμόπουλος, διαφωνούν πια μαζί σας. Οπότε, αν πραγματικά θέλετε να αλλάξει κάτι στην πολιτική σκηνή, το μόνο που σας μένει είναι η ένταξη και η συμμετοχή –με όσα αυτή συνεπάγεται.

Ξέρω ότι πολλοί προσπαθούν να μειώσουν την σημασία της συμμετοχής σαρκάζοντας την ηλικία όσων προσήλθαν: Είναι, λέει, μεσήλικες.

Δεν ξέρω, δεν έχω εικόνα, μπορεί αυτή να είναι η ηλικιακή γεωγραφία όσων συμμετείχαν την Κυριακή. Αλλά ακόμα κι έτσι αν είναι τα πράγματα, γιατί είναι κακό αυτό; Εντάξει, το ξέρουμε σαν κοινωνία, σαν πολιτισμός, λατρεύουμε άνευ όρων τη νεότητα, αλλά από αυτό μέχρι του σημείου να ενοχοποιούμε τους 50+, μέχρι τον ηλικιακό ρατσισμό δηλαδή, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Από πότε η ψήφος του μεσήλικα δεν είναι τόσο καλή όσο του εικοσάρη;

Αφήστε που πίσω από αυτά τα σχόλια υπάρχει ένας υφέρπων κοινωνικός ρατσισμός:

Γιατί οι ίδιοι που ειρωνεύονται τον πενηνταπεντάρη ψηφοφόρο της Κυριακής, θεωρούν νέο άνθρωπο τον συνομήλικό του Γ. Παπανδρέου. Ή τον Κ. Καραμανλή. Ή τον Αντώνη Σαμαρά και την Ντόρα. Ή τον Ψαριανό.

Πέρα όμως από αυτά, ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς έχει 3 πράγματα που πρέπει να κάνει ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας:

  1. Να διαφυλάξει την ενότητα του κόμματος. Ο Κ. Καραμανλής παρέλαβε ένα βαθιά διχασμένο κόμμα, στα όρια της διάσπασης, και το παρέδωσε ενωμένο. Ναι, τον τελευταίο ενάμιση μήνα βρικολάκιασαν μητσοτακικές και αντιμητσοτακικές λογικές, αλλά αυτό είναι σαν γρίπη μπροστά στους παλιούς καρκίνους.
    Όπως πολλές φορές έχω γράψει στο Σημειωματάριο, είμαι οπαδός των μεγάλων κομμάτων – παρατάξεων. Πιστεύω, συνεπώς, πως ο Σαμαράς δεν πρέπει να περιχαρακώσει το κόμμα, αλλά να το ανοίξει και προς τα δεξιά και προς το κέντρο. Κι αν μου το επιτρέπετε:
    Άνοιγμα προς τα δεξιά δεν σημαίνει άνοιγμα προς το Λάος. Το κόμμα του Καρατζαφέρη συγκεντρώνει ψήφους μνησικακίας, ένα 4, 5, 6% που πάντα υπάρχει, και δεν γίνεται ούτε να ενσωματωθεί οργανικά, ούτε να αντιμετωπιστεί με βάση αρχές και ιδέες. Απλώς υπάρχει και η ζωή συνεχίζεται.
  2. Να χαράξει αντιπολιτευτική γραμμή. Δύσκολο. Αντιπολίτευση δεν σημαίνει να λες όχι σε όλα. Ούτε φυσικά να το παίζεις καθώς πρέπει κόρη. Η χρήσιμη αντιπολίτευση γίνεται με βάση αρχές και αξίες, έχοντας συγκεκριμένους στόχους. Με άλλα λόγια, ο Σαμαράς πρέπει να ξεσκονίσει το ιδεολογικό οπλοστάσιο του κόμματός του. Ο μόνος στόχος που εγώ τουλάχιστον θα ήθελα να υπηρετείται είναι η ουσιαστική σύγκλιση της Ελλάδας με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Συνεχίζουμε να είμαστε έξω από τον χρόνο, όπως είπε κι ο Σαββόπουλος, και οι ηγεσίες πρέπει να εμπνεύσουν τους πολίτες να προχωρήσουν στο παρόν. Και το παρόν της Ελλάδας είναι να καταστεί οργανικό κομμάτι της Ευρώπης –αυτό το απλό, το δύσκολο.
  3. Να εκπονήσει ρεαλιστική πρόταση εξουσίας και να προωθήσει την ομάδα που θα την υλοποιήσει.

Εμείς θα περιμένουμε να δούμε πώς θα κινηθεί ο νέος αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, στον οποίο ευχόμαστε από καρδιάς κάθε επιτυχία στο έργο του.

Κι επειδή μας αρέσει να συζητάμε για πολιτικές και ιδέες, ελπίζουμε ότι ο Αντώνης Σαμαράς έτσι θα πολιτευτεί.

Για να έχουμε να λέμε…

Δεν ξέρω πολλά από ζωγραφική.

Δεν τρέχω σε γκαλερί, δεν κυνηγάω τις εκθέσεις -μου αρέσει όμως να βλέπω. Αλλά αφήνω το όλο πράγμα στην τύχη. Έχω αποδεχτεί, με άλλα λόγια, ότι δεν πρόκειται ποτέ να καλύψω τα κενά που έχω σε αυτόν τον τομέα. Ή, για να είμαι πιο ειλικρινής με τον εαυτό μου, έχω αποδεχτεί ότι δεν με ενδιαφέρει να καλύψω τα κενά που έχω σε αυτόν τον τομέα.

Με αυτή την διάθεση μπήκα στην πινακοθήκη του Göteborg.

Η μέρα ήταν σκοτεινή και ψιλόβρεχε και η θερμοκρασία έπαιζε με το μηδέν κι ο κόσμος λιγοστός στους δρόμους κρατούσε μαύρες ομπρέλες.

Δεν ξέρω, ίσως μπήκα γιατί δεν είχα ομπρέλα και τον σκούφο μου τον είχα χάσει την προηγούμενη. Ίσως πάλι γιατί το διάλειμμα ήταν σύντομο και η Πινακοθήκη πολύ κοντά στον χώρο του συνεδρίου.

Η Πινακοθήκη ήταν γεμάτη κόσμο, παιδάκια κι ηλικιωμένοι και οικογένειες και παρέες. Ένας χώρος συνάντησης και κοινωνικοποίησης κι όχι χώρος αποθήκευσης και έκθεσης τέχνης. Η τέχνη είναι η αφορμή -όπως στην Γερμανία τα βιβλία ή στα καθ’ ημάς ο καφές.

Περιδιάβαινα τις αίθουσες με το ένα μάτι στους πίνακες και το άλλο στο ρολόι -από την μια ήθελα να την κοπανήσω απ’ το συνέδριο, από την άλλη όμως δεν μπορούσα, αν με καταλαβαίνετε. Ώσπου βρέθηκα στα έργα του Arosenius. Χρώματα χαμένα πίσω από το μουντό φως, γραμμές θολές, παραμυθένια τοπία, που φωτίζονται μόνο από τον έρωτα, την αγάπη, την γιορτή -την εσωτερική σπίθα του ανθρώπου με άλλα λόγια.  Δεν χρειαζόταν πολύ για να καταλάβεις ότι ο ζωγράφος ήταν ντόπιος.

Ο Ivar Arosenius γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριουδάκι λίγο πιο έξω από το Göteborg. Ήταν αιμοφιλικός κι έζησε όλη του την ζωή κυκλωμένος από την αδυναμία και τον θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκτιμούσε τόσο πολύ την αξία της καθημερινής, της τετριμένης, της ρουτινιάρικης ευτυχίας. Γι’ αυτό ζωγράφιζε την καθημερινότητα της μικρής του κόρης σαν να ήταν μοναδικές στιγμές.

Πιο πολύ μου άρεσε ετούτη η αυτοπροσωπογραφία του: Η φύση πράσινη και πολύχρωμη, τα πουλιά, τα ζώα χαρούμενα κι αρμονικά, η γυναίκα στο βάθος γυμνή και δοτική. Κι ο ίδιος, ο καλλιτέχνης, σκεπτικός, σκυφτός, τυλιγμένος  στο παλτό και το καπέλο του. Ο Γκρίζος Άνδρας που εκτιμά την ζωή, που την υμνεί και την δοξάζει, αλλά αδυνατεί να γίνει μέρος της.

 

Καμιά φορά το σκέφτομαι και διαφορετικά:

Κωλοδουλειά που είναι να είσαι φτασμένος και σπουδαίος και διάσημος και μεγάλος και σημαντικός καλλιτέχνης…

Να, πάρτε για παράδειγμα τον Διονύση Σαββόπουλο:

Έρχεται η ώρα για τις ετήσιες ζωντανές εμφανίσεις του και καινούργιο υλικό, καινούργιες ιδέες δεν έχει –τι να κάμνει;

Γιατί, εννοείται, ότι δεν μπορεί απλώς να παίξει τα παλιά του τραγούδια, όσο δεδομένο κι αν είναι το κοινό. Πρέπει να παρουσιάσει κάτι ευρύτερο και μεγάλο –σαν τη φάση στο Ολυμπιακό, ρε παιδί μου– ή έστω κάτι που να δηλώνει άποψη –σαν τον Πυρήνα, ένα πράγμα– πράγματα δηλαδή που θα επιβεβαιώνουν τα σπουδαίος και μεγάλος και κτλ.

Για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η παλιά, απλή και πετυχημένη συνταγή:

Κάνουμε τα παλιά, αλλά τους δίνουμε μια κάποια προοπτική –όπως στο Σαββόραμα δηλαδή.

Για φέτος, όπου «παλιά» διαβάστε Το Περιβόλι του Τρελού κι όπου προοπτική «Αφιέρωμα στην δεκαετία του ‘60».

Διότι, αν το ξεχάσατε, φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από την έκδοση του συγκεκριμένου δίσκου και άλλα τόσα από το τέλος της δεκαετίας.

Και ρωτάει ο δημοσιογράφος:

Στους νεότερους η δεκαετία του ’60 φαντάζει μαγική. Ήταν όντως έτσι;

Κι ο Σαββόπουλος χωρίς κανέναν ενδοιασμό απαντάει:

Ήταν μαγική..

Κι αυτό ακριβώς με προβληματίζει στις φετινές του συναυλίες:

Η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση δηλαδή– του ’60. Με άλλα λόγια η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση και μάλιστα αυτοθωράκιση– του Σαββόπουλου και της γενιάς του.

Και προσέξτε, δεν με ενδιαφέρει αν αυτοεπαινείται ή ετεροεπαινείται ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μου τη σπάει όμως που ενώ οι άλλοι λαοί ξανακοιτάζουν το παρελθόν από διαφορετικές γωνίες, αναθεωρούν τα παλιά συμπεράσματα και τις παραδεδομένες εικόνες, επανεκτιμούν πρόσωπα και καταστάσεις, εμείς, εδώ, στην Ελλάδα βυθιζόμαστε πιο βαθιά στον πηχτό, ζεστό και παραισθησιογόνο βούρκο της αυτοϊκανοποίησης. Δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι όταν επιχειρείται κάποια αναθεώρηση, αυτή συνήθως γίνεται με ξεπερασμένα μέτρα και κριτήρια.

Ειδικά σε αυτή την περίσταση, έχω πρόβλημα να με μπουκώνουν με ξεφτισμένους μύθους. Έχω πρόβλημα με τα:

Είδαμε τα νερά να φουσκώνουν εκείνη την δεκαετία. Και μετά τραβήχτηκαν. Το σημάδι όμως που φάγανε τον βράχο εκεί ψηλά, μένει… κτήμα ες αεί.

Διότι είτε τα νερά πήγαν και φύγαν μόνα τους –παλίρροια λέγεται το φυσικό φαινόμενο– οπότε δεν έχω και τίποτα να γιορτάσω. Είτε κάποιοι τα πήγαν εκεί πάνω τα νερά και μετά οι ίδιοι ή κάποιοι τα τράβηξαν –οπότε πρέπει να συζητήσουμε ποιοι, πώς και γιατί φταίνε.

Έτσι όπως το βλέπω εγώ, ο πιο καλός εορτασμός των ‘60s θα ήταν αν έπαιζε ο Σαββόπουλος και τον άλλο του δίσκο, Το Κούρεμα, το οποίο γιορτάζει μόνο κι έρημο 20 χρόνια από την κυκλοφορία του.

Για σκεφτείτε το:

Στο πρώτο μέρος Το Περιβόλι, σαράντα χρόνια πριν, και στο δεύτερο, είκοσι χρόνια αργότερα, στο μέσον του τότε και του σήμερα, Το Κούρεμα. Και στο τέλος, όταν τα φώτα ανάψουν και κοιταχτούμε μεταξύ μας, να δούμε κάτι κι από το σήμερα.

Με αυτόν τον τρόπο το όλο εγχείρημα θα είχε κάτι από την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς, οπότε θα ταίριαζε καλλίτερα και με το κλίμα των ημερών. Και το déjà vu ίσως να μας αποκάλυπτε τι πήγε καλά και τι στραβά αυτά τα 40 χρόνια.

 

Λυπάμαι, αλλά το μέλλον εκείνου του ροκ, φαίνεται ήδη παρελθόν…

 

Πέρσι ήταν η χρονιά του [scrubs], φέτος είναι του HIMYM: Ναι, κόλλησα για τα καλά με αυτό το sitcom του CBS, που στην Αμερική μπήκε ήδη στην 5η σεζόν.

Η υπόθεση είναι απλή:

Το 2030 ο Ted Mosby αρχίζει να διηγείται στα παιδιά του πώς γνώρισε την μητέρα τους.

Με άλλα λόγια, το happy end είναι προδιαγεγραμμένο από το πρώτο λεπτό του πρώτου επεισοδίου, αλλά δεν υπάρχει λόγος να ξενερώνετε. Και στην Οδύσσεια η επιστροφή του ήρωα είναι γνωστό εξαρχής, αλλά αυτό που μετράει, αυτό που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι η αφήγηση καθεαυτή και όχι το τέλος. Κάπως έτσι και με το HIMYM, το οποίο –για να πούμε την αλήθεια– πιο πολύ φέρνει στο Friends παρά στα ομηρικά έπη:

Και εδώ έχουμε μια παρέα κολλητών νεοϋορκέζων γύρω στα τριάντα, που ζούνε σε μικρά αλλά άνετα διαμερίσματα στο Μανχάταν, και συχνάζουν όχι σε καφετέρια, αλλά σε ένα μπαρ.

Οι δημιουργοί του σήριαλ, Craig Thomas και Carter Bays, δεν προσπαθούν να κρύψουν τις ομοιότητες αυτές –υπάρχουν μάλιστα στιγμές, όπως όταν οι ήρωες συγκρίνουν την καφετέρια με το μπαρ, που τις υπογραμμίζουν με χιούμορ και σαρκασμό. Είναι σίγουροι για το προϊόν τους, την αυτοτελή αξία του και φυσικά για το δικό τους ταλέντο. Κι απ’ την άλλη, διεκδικούν το κοινό που έμεινε ορφανό όταν τα φιλαράκια σαραντάρισαν, αποκαταστάθηκαν, διαλύθηκαν, σταμάτησαν.

«Οι άντρες είναι ο νέες γυναίκες», γράφουν οι λαϊκοί ψυχολόγοι στα αμερικάνικα περιοδικά, και ο κεντρικός ήρωας, ο Τεντ (Josh Radnor), είναι η επιτομή του ρητού αυτού: Ρομαντικός και χαριτωμένος, ντυμένος casual πάντα, θέλει να παντρευτεί, να αποκτήσει παιδιά, να δημιουργήσει οικογένεια. Και γι’ αυτό ψάχνει απεγνωσμένα σύντροφο. Ας σημειώσω εδώ ότι η φωνή του πενηντάρη Τεντ, που ακούγεται συνήθως στην αρχή, που κάνει μια μικρή εισαγωγή στο κάθε επεισόδιο και στο τέλος, όταν συνοψίζει τα όσα είδαμε και βγάζει και κάποιο συμπέρασμα, είναι του Bob Saget -τον θυμάστε από το Full House και το America’s Funniest Home Videos; Και είναι καταπληκτικός: Έχει καταφέρει να κάνει ρόλο αυτά τα ένα-δυο λεπτά που έχει σε κάθε επεισόδιο.

Πράγμα πολύ δύσκολο –δηλαδή, σχεδόν αδύνατο– αφού οι σύγχρονες νεοϋορκέζες είναι απορροφημένες από την καριέρα τους και δεν τις ενδιαφέρει η οικογενειακή ζωή. Αυτός ο γυναικείος τύπος εκπροσωπείται από την Robin (Cabie Smulders). Η Ρόμπιν είναι δημοσιογράφος σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι και οι σεναριογράφοι δεν χάνουν την ευκαιρία να σαρκάσουν την επαρχιωτίλα των τοπικών –νεοϋορκέζικων– δικτύων (φανταστείτε, δηλαδή, τι γίνεται στα τοπικά δίκτυα της Νεμπράσκα ή του Αϊντάχο – για να μην αναφέρω τα ελλαδικά τοπικά κανάλια…). Ο Τεντ είναι τσιμπημένος με την Ρόμπιν, αλλά… είναι περίπλοκο –όπως θα λέγαμε και στο fb.

Ο Barney (Neil Patric Harris) είναι το ακριβώς αντίθετο του Τεντ: Ορκισμένος εργένης, αδίστακτος γυναικοκατακτητής, κοστουμαρισμένος και πολύ πρακτικός σε ό,τι αφορά τις γυναίκες είναι πρόθυμος και έτοιμος να την πέσει στην οποιαδήποτε οποτεδήποτε. Με άλλα λόγια, σαβουρογάμης από άποψη και… συνάδελφος μπλόγκερ.

Ο Marshall (Jason Segel) και η Lily (Alyson Hannigan) έχουν την σχέση που θα ήθελε να έχει ο Τεντ. Είναι δέκα χρόνια μαζί, ετοιμάζονται να παντρευτούν και προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον ενήλικο βίο και στην cool νιότη τους. Μοιάζουν πολύ με φιλικά μου ζευγάρια και γενικά είναι από τους πιο αξιαγάπητους χαρακτήρες που έχουμε δει σε τέτοιου είδους σήριαλ.

Η ατμόσφαιρα του HIMYM είναι γλυκιά και ζεστή και σε αφήνει με ένα χαμόγελο βαθιά ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Δεν είναι σίριαλ του χάχανου, δεν επιδιώκει να βγάλει γέλιο με εξυπναδίστικες ατάκες ή slapstick αστεία, αλλά μέσα από τις καταστάσεις που ζουν οι πρωταγωνιστές του. Δεν έχει τον σουρεαλισμό του [scrubs] ή το κοινωνικό σχόλιο του Earl και είναι γενικά πιο συμβατικό στην δομή και την λογική του, είναι όμως μια πολύ καλή κομεντί, που σε ξεκουράζει όταν επιστρέφεις φορτωμένος από την δουλειά.

St. James Infirmary

Οι ρίζες του τραγουδιού χάνονται στον Ύστερο Μεσαίωνα: To St James ήταν ένα διαβόητο λεπροκομείο στο Λονδίνο του 15ου αιώνα. Το τραγούδι για τον άτυχο νέο πέρασε από στόμα σε στόμα στο Νέο Κόσμο κι από αιώνα σε αιώνα μέχρι τις μέρες μας σε διάφορες παραλλαγές.

Ο L. Armstrong το πρωτοηχογράφησε το 1928. Αργότερα το ηχογράφησε κι άλλες φορές – η παρακάτω συγκλονιστική κι αξεπέραστη εκτέλεση είναι του 1959:

Το τραγούδι αυτό αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε πολύ -ο Cab Calloray, η Billie Holiday, o Bobby Hackett, η Janis Joplin, οι Doors και οι Animals και δεκάδες άλλοι το συμπεριέλαβαν σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις τους. Πιο πρόσφατη ηχογράφηση η σκοτεινή της Cassandra Wilson για τον βραβευμένο με Grammy δίσκο της Loverly (δυστυχώς, δεν βρήκα την συγκεκριμένη ηχογράφηση στο σωλήνα).

Το καλοκαίρι μετρούσαμε αντίστροφα για την παράδοση των εμβολίων κατά της νέας γρίπης και το πότε θα αρχίσει ο εμβολιασμός. Σήμερα όμως, που αυτός ξεκίνησε, στεκόμαστε διστακτικοί και παρά τις εκκλήσεις δεν προσερχόμαστε να εμβολιαστούμε.

Και είναι λογικό.

Γιατί μετά τον πανικό και τον τρόμο των πρώτων εβδομάδων, είδαμε τι είναι και την επικινδυνότητα του ιού τόσο εδώ όσο και σε χώρες του εξωτερικού, όπου η έξαρση προηγήθηκε. Και για να είμαστε ειλικρινείς, η νέα γρίπη δεν φαντάζει πια και τόσο επικίνδυνη, παρά τα πρωτοσέλιδα του ελληνικού Τύπου, που παραμένουν τρομοκρατικά, και τους δραματικούς τόνους των τηλεοπτικών ρεπορτάζ.

Γι’ αυτό και οι επιδημιολόγοι που είναι υπέρ του εμβολιασμού, δυσκολεύονται να πείσουν για την αναγκαιότητά του.

Αντιθέτως, οι καθησυχαστικοί, όσοι συστήνουν ψυχραιμία και τα γνωστά μέτρα προφύλαξης (τήρηση των κανόνων υγιεινής, αποφυγή των κλειστών χώρων, καλή διατροφή) ακούγονται πιο αξιόπιστοι, πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Γιατί, κακά τα ψέματα, αν ο γιατρός πρέπει να πείθει μια φορά τον άρρωστο για την αναγκαιότητα της αγωγής που συστήνει, τον υγιή θα πρέπει να τον πείσει εκατό ή χίλιες.

Γι’ αυτό ίσως βοηθούσε περισσότερο μια ουσιαστική, δηλαδή ψυχρή, παράθεση στοιχείων, αντί των συνήθων προτροπών, συμβουλών, παραινέσεων:

Σε ποιες χώρες γίνονται σήμερα μαζικοί εμβολιασμοί; Σε ποιες χώρες έχουν ήδη γίνει; Ποια η κατάσταση στις γειτονικές χώρες της Ε.Ε.; Ποιος ο απολογισμός σε χώρες που πέρασαν την έξαρση του ιού πριν παραδοθεί το εμβόλιο;

Κι αυτό, γιατί αισθάνομαι ότι ο ιατρικός κόσμος εμφανίζει ένα επικίνδυνο έλλειμμα αξιοπιστίας:

Κινητοποίησαν όλο τον πλανήτη, μας φόβισαν με τη «νόσο των τρελών αγελάδων», έπειτα με την «γρίπη των πουλερικών» και τώρα για τη «γρίπη των χοίρων» -σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αρχικές προβλέψεις, η κινητοποίηση, το άγχος και οι φόβοι που προκάλεσαν αποδείχτηκαν πολύ κατώτερες της πραγματικότητας.

Κι επειδή κατανοώ ότι οι γιατροί δεν έχουν καμιά όρεξη να παίζουν με τις αγωνίες μας, αλλά ότι πραγματικά τα στοιχεία των ερευνών τους, τα επιστημονικά δεδομένα, οι στατιστικές και η εμπειρία προειδοποιούν για το ξέσπασμα κάποιας βαριάς επιδημίας στο άμεσο μέλλον, δεν θέλω να την πάθουν –και να την πάθουμε– σαν τον ανόητο βοσκό, που κινητοποιούσε τους χωριανούς του φωνάζοντας «βοήθεια, λύκος» όταν δεν υπήρχε κίνδυνος, κι όταν ο λύκος πραγματικά εμφανίστηκε, κανένας δεν έδωσε σημασία στις φωνές του και δεν έτρεξε να τον βοηθήσει.

Older Posts »