Ένα βαλεντίνικο απόγευμα

Μπορεί κανείς να με κατηγορήσει για πολλά, αλλά όχι ότι δεν προσπάθησα.

Έφτιαξα ένα ωραίο ζεστό εσπρέσο κι έβαλα το My Funny Valentine με τον Chet Baker να παίζει στο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Έλεγα να σας πω μια βαλεντίνικη ιστορία από τα παλιά, αλλά με όλα όσα συμβαίνουν, δεν μου βγαίνει. Έτσι απλά.

Για ένα μυστήριο λόγο το επόμενο τραγούδι που έβαλα ήταν η Ρόζα του Θ. Μικρούτσικου και του Α. Αλκαίου, έτσι όπως τη λένε τα Υπόγεια Ρεύματα.

Είναι ερωτικό τραγούδι η Ρόζα;

Ναι, αλλά όχι βαλεντίνικο.

Στη Ρόζα μιλάει ένας άνθρωπος που τρώγεται με τα ρούχα του, που προσπαθεί να βγάλει άκρη με όσα συμβαίνουν στον κόσμο και στον ίδιο. Αν ήταν μονόλογος, θα ήταν ένας υπαρξιακός μονόλογος.

Αλλά απευθύνεται σε κάποιον, απευθύνεται σε κείνη που τον κοιτάζει όλη αυτή την ώρα, τη Ρόζα. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που γυμνώνεται μπροστά της ο αφηγητής, που βγάζει κάθε προστατευτική πανοπλία, καταρρίπτει κάθε εγωιστική άμυνα, παραμερίζει κάθε ρομαντική ωραιοποίηση ή αφέλεια. Όπως πέρα από κάθε ωραιοποίηση και αφέλεια είναι και η σχέση του με την Ρόζα, όπως περιγράφεται στη συνέχεια. Ακατάλληλη για ανηλίκους και ταυτοχρόνως παιδιάστικη, η σχέση με τη Ρόζα είναι ένα συνεχές ρίσκο, ένα αέναο τζογάρισμα, με τέλος κάθε άλλο παρά απρόβλεπτο: Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις.

Κι όλα αυτά στο νουάρ σκηνικό μιας πολιτείας μαγικής, με τα την ομίχλη, τους βροχερούς δρόμους, τα καμπαρέ, τα τροχοφόρα που περνάνε δίπλα μας. Ή μήπως πάνω μας;

Το πιο κρυπτικό κομμάτι αυτού του τραγουδιού έμελε να μας αποκαλυφθεί αυτή ακριβώς την περίοδο που ζούμε τώρα:

Η ανάγκη γίνεται ιστορία. Η ιστορία γίνεται σιωπή.

Το πώς νομίζω σύντομα θα το δούμε…

Έτσι κι αλλιώς χαμένοι…

Με τη συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού λαού να επιθυμούμε την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, γιατί το Σύστημα Εξουσίας (επιχειρηματίες, κόμματα, ΜΜΕ, Τρόικα) δυσκολεύονται τόσο πολύ να μας πείσουν για την χρησιμότητα και την αναγκαιότητα του Νέου Μνημονίου;

Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν διασφαλίζει και δεν εγγυάται τίποτα, αλλά μοιάζει πιο πολύ με την συνταγή που θα επισπεύσει εκείνα που υποτίθεται ότι αποτρέπει.

Και κυρίως: Γιατί δεν δημιουργεί καμιά προοπτική για το μέλλον.

Έχουμε λοιπόν το αποδεδειγμένης πλέον αποτυχίας και αναξιοπιστίας Ελλαδικό Σύστημα Εξουσίας να προσπαθεί να μας πείσει ότι, αν δεν ψηφίσουν το ελεεινό Νέο Μνημόνιο, η πιθανή χρεοκοπία θα είναι μάλλον χειρότερη, ίσως πιο δυσάρεστη, από όσα προτίθενται να μας επιβάλουν με αυτό.

Μένω σε δύο μόνο νούμερα:

Αυτή τη στιγμή η επίσημη ανεργία είναι στο 21%.

Αυτή τη στιγμή το 14% των εργαζομένων ζούνε κάτω από το όριο της φτώχειας.

Το καλό σενάριο, αν το Νέο Μνημόνιο επιτύχει, προβλέπει ότι η ύφεση θα συνεχιστεί ως το 2020. Που σημαίνει ότι η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται. Που σημαίνει ότι σε συνδυασμό με τους μισθούς-φιλοδωρήματα που θεσπίζονται, η φτώχεια θα συνεχίσει να εξαπλώνεται.

Έχω μια απορία:

Πώς θα μπορέσουν οι πολιτικοί μας να διαχειριστούν τα εκατομμύρια των φτωχών και των ανέργων που δημιουργεί η Σωτηρία που θα ψηφίσουν αύριο; Και μάλιστα φτωχών και ανέργων, που η Σωτηρία αυτή δεν τους δίνει καμιά προοπτική, καμιά ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο.

Στο δίλημμα που προσπαθούν να μας επιβάλουν, ποια από τις δύο καταστροφές προτιμώ, την καταστροφή που θα φέρει το Νέο Μνημόνιο ή την καταστροφή που, όπως λένε, θα φέρει η χρεοκοπία, εγώ, φίλοι μου, αρνούμαι να μπω. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι διαφορές μου φαίνονται αδιόρατες -έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε.

Εδώ που έχουμε φτάσει, εδώ που μας έφτασαν δηλαδή, μόνο ένα πράγμα μας απομένει. Να βγούμε από τον μονόδρομο που μας έχουν βάλει και να πάρουμε την άλλη στράτα.

Ο θάνατος του Κομματικού Κατεστημένου

Σήμερα μπήκε μια τελεία.

Ανεξάρτητα από το αν χρειαστούν νέα μέτρα, αν θα υπερβούμε την Κρίση σε 50 χρόνια, όπως είπε χθες ο κ. Καρατζαφέρης, ή σε 30, σήμερα, με την συναίνεση των κ.κ. ΓΑΠ, Σαμαρά και Καρατζαφέρη, τελειώνει η Ελλάδα όπως την ξέραμε, ο Ελληνισμός ίσως, η κοινωνία μας, ο τρόπος ζωής, τα καλά και τα κακά που αγαπούσαμε ή μισούσαμε, που ακολουθούσαμε και μας παίδευαν.

Κι αρχίζει μια πορεία στο σκοτάδι προς το άγνωστο.

Γιατί είναι βέβαιο ότι και το νέο πακέτο μέτρων θα αποτύχει, ακόμα κι αν εφαρμοστεί με θρησκευτική ευλάβεια. Γιατί έχει –άγνωστο για πιο λόγο– την αποτυχία στο DNA του. Όπως αποτυχαίνουν άλλωστε τα αντίστοιχα προγράμματα και στις άλλες χώρες της περιφέρειας, παρότι είναι, όπως μας λένε, ηπιότερα από το δικό μας.

Σήμερα τελειώνει οριστικά και το κομματικό κατεστημένο, όπως διαμορφώθηκε και το γνωρίσαμε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Το Πασόκ έχει τελειώσει από καιρό.

Στην πραγματικότητα τελείωσε όταν ο ΓΑΠ και το παρεάκι του, με την εγκληματική ελαφρότητα και την αφέλειά τους μας οδήγησαν στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα χρόνο μετά την θριαμβευτική εκλογή του, το φθινόπωρο του 2010 στις Περιφερειακές Εκλογές, ο Πρωθυπουργός ΓΑΠ αναγκάστηκε να απειλήσει με παραίτηση, χρεοκοπία και κατάρρευση του ΕΣΥ για να βγάλει ένα ή δύο δημάρχους παραπάνω. Έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει αντιπατριώτες όσους διαφωνούσαμε και διαφωνούμε με την υποταγή της χώρας στους δανειστές!

Το 8% που έδιναν στο Πασόκ οι δημοσκοπήσεις των προηγούμενων ημερών ίσως να καθίστανται πλέον άπιαστο όνειρο, καθώς οι πολίτες θα συνειδητοποιούν τις δεσμεύσεις του Νέου Μνημονίου.

Το κυριότερο βέβαια δεν είναι η πτώση των ποσοστών του κόμματος, αλλά η διάλυση του τετραγώνου Κόμμα – Κράτος – Κυβέρνηση – Διαπλοκή, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ολόκληρο το Πασοκικό οικοδόμημα. Είναι αυτό ακριβώς το σχήμα της επιτυχίας που προσπάθησε να μιμηθεί με μερική επιτυχία και η Νέα Δημοκρατία, αλλά και τα πιο μικρά κόμματα.

Η διάσπαση αυτού του τετραγώνου, διασπά και την ίδια την λογική του μεταπολιτευτικού κομματικού κατεστημένου με όσα αυτό συνεπάγεται.

Πολλά μπορούμε να καταλογίσουμε σε αυτό το σύστημα –αν μη τι άλλο, εξαιτίας του οι διάφοροι κύριοι Πάγκαλοι μπορούσαν με τα ξεδιάντροπα «Μαζί τα φάγαμε» να διαχέουν τις ευθύνες τους στην κοινωνία. Μας πρόσφερε πάντως την πολιτική σταθερότητα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η εφήμερη ευημερία μας και όλα όσα, καλά ή κακά, ζήσαμε τα τελευταία 40 σχεδόν χρόνια.

Τώρα φαίνεται ότι η θέση του Πασόκ καταλαμβάνεται από την Δημάρ.

Πράγματι, πολλοί Πασόκοι, μεσαία και χαμηλά στελέχη, αναγνώρισαν κάτι το γνώριμο και οικείο στην προσπάθεια του κ. Κουβέλη και έσπευσαν να αγκαλιάσουν (και να αγκαλιαστούν από) το εγχείρημα. Όμως αυτό δεν συνιστά πραγματική δυναμική, ουσιαστικό κοινωνικό ρεύμα, η οποία θα απογειώσει αυτό το κόμμα. Μοιάζει πιο πολύ με μια πρόχειρη λύση μέχρι να συνέλθουμε από την καρπαζιά, για να δούμε πού θα πάμε.

Κακά τα ψέματα, σε μια χώρα φτωχών, ανέργων και αθλίων, ακόμα και ο λόγος της Δημάρ φαντάζει ξένος από τα προβλήματα που απασχολούν και θα απασχολήσουν τα μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. Συνεπώς, ανεξάρτητα αν επιβεβαιωθούν στην κάλπη οι δημοσκοπικές επιδόσεις του κόμματος αυτού, πιστεύω ότι η άνοδός του δεν θα έχει ούτε διάρκεια, ούτε βάθος.

 

Σήμερα όμως φαίνεται ότι τελειώνει και ο άλλος πόλος του Πολιτικού Συστήματος, η Νέα Δημοκρατία_ του Αντώνη Σαμαρά. Μια απλή βόλτα στα διαδικτυακά στέκια των υποστηρικτών του αρκεί για να αντιληφθεί κανείς ότι, μετά την συμφωνία του στο Νέο Μνημόνιο, όλα αλλάζουν και για τον ίδιο και για το κόμμα του.

Τον τελευταίο χρόνο ο κ. Σαμαράς κάνει την μια υποχώρηση μετά την άλλη, διαψεύδεται συνεχώς και έχει καταστεί πλέον αναξιόπιστος στα μάτια και των πιο πιστών οπαδών του. Η αρχική υπόσχεση για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου κατέληξε διαφωνία για τις επικουρικές συντάξεις. Αυτή ήταν σανίδα από την οποία επιχείρησε να κρατηθεί ο βυθιζόμενος αρχηγός της Συγκυβερνώσας Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αλλά ούτε κι αυτό του χαρίστηκε, από τους εταίρους του (εδώ προκύπτει ένα ερώτημα: Έχουν υπολογίσει πώς θα αντιμετωπίσουν την πτώση του Ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου οι τοκογλύφοι εταίροι μας; Ή μήπως δεν τους νοιάζει; Μήπως το επιδιώκουν;). Έτσι, ο κ. Σαμαράς αναγκάστηκε να ταπεινωθεί και να υποκύψει και σε αυτό, τσακίζοντας τις ελπίδες, τις αυταπάτες, που έτρεφαν για τον ίδιο οι οπαδοί τους.

Η ΝΔ_ λογικά θα συνεχίσει να προηγείται στις δημοσκοπήσεις και μάλλον θα είναι πρώτο κόμμα στις εκλογές, αλλά η νίκη της θα είναι πολύ πιο κουτσουρεμένη, από εκείνη που αρχικά υπολόγιζε. Αν συνεκτιμήσει κανείς και το γεγονός ότι, σε περίπτωση νίκης, το κόμμα του Α. Σαμαρά θα είναι η ραχοκοκαλιά της Κυβέρνησης, που θα κληθεί να εφαρμόσει τα μέτρα, μπορούμε να μιλάμε για Πύρρειο Νίκη. Νίκη που μάλλον θα σημάνει την εξαφάνιση από το πολιτικό σκηνικό και του κόμματος του Κων. Καραμανλή.

Το παράξενο πάντως είναι πως η πτώση του Αντώνη Σαμαρά οφείλεται στο γεγονός ότι η στρατηγική του στηριζόταν στη λογική παρόμοια με εκείνη που οικοδόμησε η κα Μπακογιάννη τη δική της. Έγραφα τον περασμένο Οκτώβριο ότι:

Η κα Μπακογιάννη πόνταρε όλα (όπως φαίνεται) τα φράγκα της στο κουτσό άλογο ΓΑΠ. Η επιτυχία του κόμματός της εξαρτιόνταν αποκλειστικά και μόνο από την επιτυχία του Μνημονίου, την επιτυχία δηλαδή του κυρίου ΓΑΠ ως κυβερνήτη.

Ο κος Σαμαράς από την άλλη στήριξε όλη του την στρατηγική στην λελογισμένη και περιορισμένη αποτυχία του ΓΑΠ. Παρότι οι αναλυτές του προέβλεψαν εξαρχής πχ την διάλυση της Μεσαίας Τάξης (και χλευάζονταν για τις εκτιμήσεις τους αυτές από διάφορους δημοσιογράφους-οπαδούς της τροϊκανής πολιτικής), φαίνεται ότι ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν το μέγεθος ή τις επιπτώσεις, που θα είχε μια τέτοια διάλυση στο κοινωνικό γίγνεσθαι και το πολιτικό κατεστημένο. Ή δεν μπόρεσαν να σχεδιάσουν μια στρατηγική, που θα επέτρεπε και στους ίδιους να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα Μνημόνια και στο λαό να δώσουν ελπίδα και προοπτική. Έτσι φτάσαμε στο σημερινό χαστούκι.

Η φιλοδοξία του κ. Καρατζαφέρη να μετακινηθεί ο ίδιος και το κόμμα του στο κέντρο της πολιτικής σκακιέρας είναι γονατίζει το Λάος. Ο κ. Καρατζαφέρης υπερτίμησε την ικανότητά του στους ελιγμούς και υποτίμησε την μνήμη και την λογική των οπαδών του. Οι οποίοι στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ήθελαν να ψηφίζουν ένα κόμμα με συμβατικές, κεντρώες απόψεις, δεν θα επέλεγαν τον ίδιο.

Τις τελευταίες ώρες ο κ. Καρατζαφέρης και οι επιτελείς του κόμματός του, επιδίδονται σε ρητορικές ακροβασίες (καημένε Καβάφη!), για να επανασυσπειρώσουν την κομματική τους βάση. Η Χρυσή Αυγή όμως ήδη εμφανίστηκε στο προσκήνιο και όλα όσα διαδραματίζονται αυτές τις ώρες, αποτελούν βούτυρο στο ψωμί της. Η είσοδός της στη Βουλή, που αυτή τη στιγμή θεωρείται πολύ πιθανή, θα είναι η ύστατη απόδειξη ότι οι αξίες και οι αρχές, βεβαιότητες, τα ταμπού ακόμα της μεταπολίτευσης πέθαναν.

 

Ο επιθανάτιος ρόγχος του Κομματικού Συστήματος είναι ένα κέρδος για τους πολίτες. Αν μη τι άλλο δημιουργείται ένα κενό, το οποίο μπορούμε να καλύψουμε με φορείς και σχηματισμούς που θα προωθούν τα δικά μας συμφέροντα και όνειρα.

Ας μη γελιόμαστε όμως: Ουσιαστική νίκη θα είναι αν καταφέρουμε να συντρίψουμε το μακρύ χέρι του Συστήματος Εξουσίας. Εκείνο που κινεί τα ΜΜΕ.

 

Αλλαγή Πλαισίου

Την Δευτέρα το Μαξίμου διέρρευσε ότι ο τεχνοκράτης και Πρωθυπουργός τραπεζίτης κος Παπαδήμος ζήτησε στοιχεία για το τι θα σημάνει ενδεχόμενη χρεοκοπία.

Θα είχε ενδιαφέρον να μας λέγανε τα ΜΜΕ, αν τα στοιχεία αυτά μετρούσαν τις συνέπειες της χρεοκοπίας στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Το λέω αυτό, γιατί όπως διαβάζουμε, πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν ότι μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας θα έχει άμεσες καταστροφικές συνέπειες για τις οικονομίες και των άλλων χωρών της περιφέρειας, αλλά και της ίδιας της Γαλλίας.

Παρόλα αυτά, ο κύριος Παπαδήμος ετοιμάζεται, όπως αναφέρουν πάλι τα ΜΜΕ, να εκβιάσει για μια ακόμα φορά τον λαό περιγράφοντας σε βραδινή τηλεοπτική του εμφάνιση τις συνέπειες της χρεοκοπίας. Σαν απάντηση στις τρομερές αυτές συνέπειες ο κύριος Πρωθυπουργός θα προβάλλει το Νέο Μνημόνιο, την «Σωτηρία της Χώρας», που αποτελεί και την προσωπική του κόκκινη γραμμή.

Όμως, όπως έχω ήδη γράψει στην προηγούμενη ανάρτηση, η φράση «Σωτηρία της Χώρας» είναι κενή περιεχομένου. Οι λέξεις μπορεί να φέρουν ειδικό συναισθηματικό βάρος, αλλά πρακτικά, στη συγκεκριμένη συγκυρία, δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα.

Αντιθέτως, πίσω από το καθησυχασμό που εμπνέει η φράση «Σωτηρία της Χώρας», υποκρύπτεται ένα εφιαλτικό αύριο:

- Αύξηση της φορολόγησης των χαμηλών εισοδημάτων

- Αύξηση της φορολόγησης της κατανάλωσης

- Μείωση των μισθών και των συντάξεων

- Βάθεμα της ύφεσης

- Περαιτέρω πτώση της κατανάλωσης

- Αύξηση της ανεργίας

- Κατάρρευση του Ασφαλιστικού Συστήματος

- Πώληση για ένα κομμάτι ψωμί μεγάλων και κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων (όπως ο ΟΠΑΠ)

- Το Σύστημα Υγείας θα εκθεμελιωθεί μέχρι το τέλος του χρόνου, όπως ομολογεί και ο αρμόδιος υπουργός κύριος Λοβέρδος

- Η Δημόσια Παιδεία έχει ήδη αποδιοργανωθεί. Πεινασμένα παιδιά συγκεντρώνονται σε σχολεία χωρίς θέρμανση, χωρίς βιβλία και με ελλείψεις στους εκπαιδευτικούς, ενώ επίκεινται και απολύσεις δασκάλων μέσα στο ’12

- Η κυρία Μέρκελ έχει δηλώσει πως προτίθεται να δεσμεύσει τα έσοδα του Ελληνικού κράτους σε ειδικό λογαριασμό και να τα διαχειρίζεται σύμφωνα με τις δικές της προτεραιότητες

- Οι Γερμανοί απαιτούν την δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών στην Ελλάδα, όπου θα επικρατούν ειδικοί χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές και δεν θα ισχύουν τα κουτσουρεμένα εργατικά δικαιώματα

Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα αυτού του είδους η «Σωτηρία», που εξυφαίνει η Τρόικα με την συνέργεια του κυρίου Παπαδήμου και των τριών κομμάτων, μου μοιάζει πάρα πολύ –αν δεν είναι κιόλας– με καταστροφή. Οι κόκκινες γραμμές έχουν γίνει ανέκδοτο και η διαπραγμάτευση ισοδυναμεί με πραγματεία περί της σκιάς του όνου.

Αν συνυπολογίσουμε μάλιστα και το γεγονός, ότι οι χώρες που πριν 2-3 μήνες εισέπρατταν τα δημόσια συγχαρητήρια της κυρίας Μέρκελ για τις μεταρρυθμιστικές τους επιδόσεις, σύρονται κι αυτές σε Νέα Μνημόνια, σε ένα μόνο συμπέρασμα καταλήγω:

Όσο και να προσπαθούμε, όσο και να αλλάζουμε τα μείγματα και τις δοσολογίες, η συγκεκριμένη συνταγή ΔΕΝ βγαίνει.

Χρειάζεται, συνεπώς, να αλλάξει συνολικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο χτίζονται οι πολιτικές για την υπέρβαση της Κρίσης.

Χρειάζεται να αλλάξει συνολικά η λογική με την οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Αν, βέβαια, θέλουν να διασώσουν κάτι από τη χώρα και τον λαό της.

Γιατί αν δεν θέλουν, τότε κύριοι και κυρίες Σωτήρες, είσαστε σε καλό δρόμο!

Η “Σωτηρία” της “Χώρας”

Ἀρχή σοφίας ὀνομάτων ἐπίσκεψις, έλεγε ο Αντισθένης, εννοώντας ότι καμιά συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει, αν εξαρχής δεν διευκρινίσουμε τους όρους· αν δεν βεβαιωθούμε ότι μιλάμε όλοι για το ίδιο πράγμα· αν δεν σιγουρέψουμε ότι, όταν λέμε «άλφα μικρό», εννοούμε «α» και όχι «Α» ή «β».

Καμιά φορά νιώθω ότι η σαφήνεια και η ακριβολογία είναι οι πλέον ξεχασμένες και παραμελημένες αρετές από τους πολιτικούς μας. Τόσο ξεχασμένες και παραμελημένες μάλιστα, ώστε υποψιάζεται κανείς ότι επίτηδες αοριστολογούν, για να παραπλανήσουν τους ψηφοφόρους. Πίσω από εντυπωσιακά και μελωδικά λεκτικά σχήματα επιχειρούν να κρύψουν την μαύρη τρύπα της πολιτικής τους συγκρότησης. Ούτως ή άλλως έχει γίνει πλέον σαφές ότι οι πολιτικοί μας δεν ενδιαφέρονται ή είναι παντελώς ανίκανοι να παράξουν Πολιτική (δηλαδή στόχους για το κοινό καλό και μεθόδους για να τους επιτύχουν). Άγονται και σύρονται από μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται ερήμην τους από τους ξένους, εταίρους και δανειστές, και ενδιαφέρονται μόνο για το επικοινωνιακό τους πλασάρισμα και την επικοινωνιακή διαχείριση των όσων συμβαίνουν.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την πιο πολυφορεμένη φράση της εποχής:

Η σωτηρία της χώρας.

Χρησιμοποιείται από τους πάντες, συγκυβερνόντες και αντιπολιτευόμενους, λαϊκιστές και φωταδιστές –ακόμα και από τον τεχνοκράτη Πρωθυπουργό μας.

Τι σημαίνει όμως Σωτηρία της Χώρας;

Οι δυο βασικές λέξεις της φράσης διαθέτουν τεράστιο συναισθηματικό φορτίο και δύναμη, αλλά το νόημά τους, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται περισσότερο ασαφές, αν δεν αναιρείται κιόλας.

Η λέξη Χώρα (που ενίοτε αντικαθίσταται από τις λέξεις τόπος, πατρίδα, Ελλάδα για μεγαλύτερο εφέ) αναφέρεται σε κάτι που εξ ορισμού περιλαμβάνει / αφορά και εμάς, αλλά ταυτόχρονα κιόλας μας ξεπερνά.

Στην πραγματικότητα η λέξη αυτή σε φιμώνει προκαταβολικά:

Θες να διαμαρτυρηθείς για τον άθλιο μισθό σου; τον υπερβολικά υψηλό φόρο που καλείσαι να καταβάλεις; την κατάσταση που αντιμετωπίζεις στο νοσοκομείο; Έρχεται ο πολιτικός κουνώντας τον δείκτη και σου λέει «Σσσστ! Εδώ ασχολούμαστε με τη ΧΩΡΑ, σώζουμε τη ΧΩΡΑ, δεν έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε με τον χθαμαλό εαυτούλη σου».

Και για να μη μένεις παραπονεμένος, την ίδια στιγμή που σου λέει να το βουλώσεις, σου δίνει την ψευδ-αίσθηση ότι ασχολείται μαζί σου, αφού η χώρα (τόπος / πατρίδα / Ελλάδα) περιλαμβάνει και εσένα.

Ο όρος Σωτηρία είναι ακόμα πιο ύπουλος. Πρώτα-πρώτα γιατί εξαρχής σημαίνει κάτι θετικό. Έπειτα γιατί εμμέσως παραπέμπει σε μια μεταφυσική παρέμβαση –ή καλλίτερα στην παρέμβαση ενός τρίτου ισχυρότερου από σένα. Ο Χριστός σώζει τις ψυχές μας και την τσέπη σου ο ΓΑΠ, ο Παπαδήμος, ο Σαμαράς, ο Καρατζαφέρης, η Ντόρα, ο Κουβέλης ή όλοι μαζί. Έτσι όσοι λένε ότι μας σώζουν, αντί να λειτουργούν ως αντιπρόσωποί μας, διαχειριστές μιας εξουσίας που έλαβαν από μας για συγκεκριμένο χρόνο και υπό όρους, αυτοανακηρύσσονται ανώτεροί μας, πέρα και πάνω από εμάς.

Πλέον είμαι πεπεισμένος ότι η «Σωτηρία της Χώρας», που μας υπόσχονται όλοι οι πολιτικοί όλων των κομμάτων, παίζει να είναι η πιο αναίσχυντη, η πιο κούφια παροχολογία που έχει ξεστομιστεί ποτέ.

.

Στην πραγματικότητα αυτό που περιγράφουν με τη φράση «Σωτηρία της Χώρας» είναι η πλήρης αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού και του κρατικού μηχανισμού και η αναδημιουργία ενός νέου κοινωνικού και κρατικού παραδείγματος.

Αυτή η νέα πραγματικότητα, που αχνοφαινόταν πριν από λίγες εβδομάδες, τα τελευταία έχει ξεκαθαρίσει.

Μάθαμε για παράδειγμα ότι το ΔΝΤ απαιτεί μεταξύ των άλλων:

- Αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης στην κατανάλωση

- Αύξηση της φορολόγησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

- Αύξηση της φορολόγησης των μικρομεσαίων εισοδημάτων

- Επιπλέον μειώσεις μισθών και συντάξεων

Με άλλα λόγια, αυτό που πέραν πάσης αμφιβολίας απεργάζεται η Τρόικα (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) με τη συνεργία της Συγκυβέρνησης και των υποστηρικτών τους είναι η ολοκληρωτική εξάρθρωση της Μεσαίας τάξης.

Στόχος δηλωμένος πλέον είναι να διαλυθεί η μικρή και μεσαία επιχείρηση, να εξαθλιωθεί και να ταπεινωθεί και άλλο ο πολίτης, ώστε να καταστεί φτηνή και εύχρηστη εργατική δύναμη στη νέα φεουδαρχία που επιχειρείται να εγκατασταθεί στη χώρα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η προωθούμενη επιπλέον υπεροφολόγηση της Μεσαίας Τάξης και της Μεσαίας Επιχειρηματικότητας συνδυάζεται με την δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών, όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις που θα έρθουν να εγκατασταθούν θα υφίστανται μικρότερης φορολογικής επιβάρυνσης, ενώ δεν θα ισχύουν ούτε καν τα εναπομείναντα εργατικά δικαιώματα.

Μάλιστα ήδη ο κ. Παπαδήμος παίρνει μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση: Ενώ ετοιμάζεται να επιβάλει Ειδικό Τέλος στο κρασί (!) ανακοινώνει την κατάργηση του Ειδικού Φόρου για τα πολυτελή αυτοκίνητα!!!

Επιπλέον ο κ. Ν. Μηταράκης, υπεύθυνος για την Οικονομία της ΝΔ_, σε τηλεοπτική του εμφάνιση προανήγγειλε σταθερό φορολογικό πλαίσιο για τις «μεγάλες επενδύσεις» που θα έρθουν. Όταν ερωτήθηκε γιατί να μην ισχύσει κάτι τέτοιο και για τους μικρομεσαίους, απάντησε ότι κάτι τέτοιο θα αποσυντόνιζε το σύστημα.

.

Δεν ξέρω ποιους και τι ακριβώς σώζει ο κ. Παπαδήμος και τα κόμματα που τον στηρίζουν προωθώντας αυτές τις πολιτικές, το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν σώζουν τους πολίτες. Ότι καταστρέφουν την Ελλάδα που ξέραμε, καλή και κακή.

Δύσκολα μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη συμφορά από αυτή την «σωτηρία»…

Η “μικρή” αύξηση των διοδίων

«Μικρή» χαρακτήρισε ο αρμόδιος υπουργός κ. Μ. Βορίδης την αύξηση της τιμής των διοδίων.

Νομίζω ότι κανείς δεν αμφιβάλλει ότι το βαλάντιο του κ. υπουργού του επιτρέπει να θεωρεί αυτή την αύξηση, όπως και κάποια μεγαλύτερη», ως «μικρή». Αλλά η είδηση για τις αυξήσεις στα διόδια έγινε γνωστή τις μέρες που μαθαίναμε ότι αρχίζουν ξανά (μετά από πόσες δεκαετίες άραγε;) να λειτουργεί πιλοτικό πρόγραμμα συσσιτίων από το ΥπΕΠΘ· ότι η επίσημη καταγραφή της ανεργίας στη χώρα μας έφτασε στο 19,2 τον Οκτώβριο· ότι οι εργαζόμενοι στο Τζάνειο παίρνουν μισθό 50€ ή και μικρότερο.

Σε αυτούς τους φτωχοποιημένους συμπολίτες μας, οι οποίοι είναι άνεργοι, παίρνουν μισθούς-ανέκδοτο και βλέπουν τα παιδιά τους υποσιτισμένα, έχει το θράσος (γιατί θράσος είναι) ο κ. Υπουργός να λέει ότι η αύξηση στα διόδια είναι «μικρή».

Μια αύξηση, να θυμίσω, η οποία προστίθεται στις αυξήσεις της ΔΕΗ, τις εξωφρενικές τιμές του πετρελαίου θέρμανσης, κίνησης και της βενζίνης, στα κάθε λογής χαράτσια που καταφτάνουν στα σπίτια μας, στις περικοπές και τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς, επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε ανάλογες δηλώσεις από Κυβερνητικούς τα τελευταία δύο χρόνια, αν σ’ αυτόν τον μαύρο τόπο η υπουργική καρέκλα συνοδεύεται πλέον και με απώλεια αίσθησης της πραγματικότητας.

Αλλά η δήλωση του κ. Βορίδη είναι μόνο η μια πλευρά του νομίσματος –και φοβάμαι η πιο ανώδυνη. Στο κάτω-κάτω της γραφής μας δείχνει μια πλευρά του πολιτικού μας προσωπικού που δεν νομίζω να εκπλήσσει πλέον κάποιον από μας.

Η άλλη, η πιο τραγική, είναι το ποιόν της άρχουσας τάξης της χώρας, και μάλιστα των μεγαλοεπιχειρηματικών και μεγαλοκατασκευαστών και του ρόλου τους την ώρα της κορύφωσης της Κρίσης.

Τι κάνει λοιπόν η Ελλαδική ελίτ την ώρα που συζητείται η περαιτέρω μείωση των μισθών και των συντάξεων, που η ανεργία καλπάζει, που οι άστεγοι πεθαίνουν στα πεζοδρόμια και στα σχολεία μοιράζονται κουπόνια σίτισης;

Αυξάνουν τις τιμές των διοδίων.

Αυτή είναι η θυσία τους. Αυτή είναι η συμμετοχή τους στην κοινή συμφορά. Αυτή είναι η αίσθηση του πατριωτισμού τους. Αυτή είναι η αντίληψη περί κοινωνικής και εθνικής ευθύνης που διαθέτουν.

Την ώρα που ο μικρομεσαίος Έλληνας θυσιάζεται με άνεση και μπρίο από το Σύστημα Εξουσίας (επιχειρηματίες, κόμματα, ΜΜΕ), οι μεγαλοκατασκευαστές κάνουν μια χυδαία επίδειξη δύναμης: Δεν δέχονται να μειωθεί ο τζίρος τους, επιβάλλουν αυξήσεις.

Και το κράτος, η συγκυβέρνηση της σκληρής διαπραγμάτευσης πώς αντιδρά; Δηλώνει αρμοδίως ότι η αυξήσεις είναι μικρές –προφανώς θα μπορούσαν να ήταν και μεγαλύτερες…

 

Ίσως δεν υπάρχει καλλίτερη απόδειξη από αυτή τη «μικρή» αύξηση της τιμής των διοδίων για το τι πρέπει να γίνει να υπερβούμε την Κρίση. Διότι είναι πλέον φανερό πως αντί να μειωθούν κι άλλο οι αποδοχές των τυχερών που εξακολουθούν να εργάζονται ή των συνταξιούχων, αντί να πέσει κι άλλο το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αντί να βρεθούν «ισοδύναμα μέτρα» που θα μας βυθίσουν στην απελπισία και την ύφεση, ήρθε η ώρα για μια γενναία αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου. Για ένα πραγματικό new deal.

Όλα τα άλλα ακούγονται σαν την παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να ξεψυχήσει…

 

Προοπτικές

Τις προάλλες αναρωτιόμουν φωναχτά στο twitter: «Αν η οργάνωση της Παιδείας, της Δικαιοσύνης, της Υγείας, του Στρατεύματος κτλ είναι κομμάτι της “Δημοσιονομικής Κυριαρχίας”, τι θα μας μείνει αν τους την παραχωρήσουμε;»

Η απάντηση ήρθε αμέσως, για να δω ακόμα μια φορά πως στην πραγματική ζωή ρητορικές ερωτήσεις δεν υφίστανται: «Η προοπτική για κάτι καλλίτερο από αυτό που έχεις τώρα».

Αν και διαφωνώ απολύτως, καθέτως και οριζοντίως με την απάντηση και κυρίως με την λογική που υποκρύπτει, μπορώ να την κατανοήσω. Ας δώσουμε τα κλειδιά για 10, 20, 30 χρόνια, να μας φτιάξουν τα πράγματα εκείνοι που ξέρουν, αφού εμείς δεν μπορούμε, και μετά μας τα επιστρέφουν και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλλίτερα.

Ουσιαστικά είναι η απάντηση του κουρασμένου ανθρώπου, του μπουχτισμένου από τα συρματοπλέγματα που αντικρίζει παντού γύρω του σε αυτόν τον τόπο. Ναι, υπάρχει εδώ ένα αίσθημα κατωτερότητας σε σχέση με τους εταίρους μας, αλλά ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον πολίτη γι’ αυτό, όταν το σύμπλεγμα αυτό καλλιεργείται συστηματικά και από παντού τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια; Ξαναλέω λοιπόν: Κατανοώ και την απάντηση και την λογική κι ας διαφωνώ με κάθε τρόπο.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα:

Κανένας από τους εντός κι εκτός ηγέτες και τους ηγετίσκους μας δεν αναφέρεται σε προοπτική και μάλιστα σε μια προοπτική που θα έχουμε κάτι καλλίτερο από αυτό που έχουμε τώρα. Εκείνο που μας υπόσχονται είναι ένα είδος δημοσιονομικής ισορροπίας, χωρίς να διευκρινίζουν τι θα σημαίνει αυτή για την ανεργία, την κοινωνική πρόνοια, τις υποδομές της Υγείας και της Παιδείας, το βιοτικό επίπεδο και την αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα.

Ενώ τα τελευταία δύο χρόνια το επίπεδο διαβίωσης στην Ελλάδα αποκλίνει θεαματικά από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, η δημόσια ρητορική, τα λόγια των ηγητόρων μας εξαντλούνται στην αποφασιστικότητά τους να παραμείνει η χώρα στη ζώνη του Ευρώ. Θα κάνουν (θα κάνουμε) μάλιστα ό,τι χρειαστεί για να επιτευχτεί κάτι τέτοιο. Που σημαίνει ότι στο παρόν μας, αλλά και στο προβλεπτό μέλλον, οι ζωές μας θα χειροτερέψουν σύμφωνα ακόμα και με τα πιο ευνοϊκά σενάρια, ενώ σιωπούν όλοι για το τι θα συμβεί μετά, πώς θα είναι η Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων και των θυσιών που επιβάλλονται στους πολίτες της.

Για προοπτική καλλιτέρευσης των όρων ζωής, για προοπτικές γενικά δηλαδή, κανένας δεν κάνει λόγο. Οι πιο μακροχρόνιοι σχεδιασμοί του Ελλαδικού Συστήματος Εξουσίας (επιχειρηματίες, κόμματα, ΜΜΕ) που βλέπουν το φως της δημοσιότητας λήγουν τον Απρίλιο ή τον Ιούνιο, με το νέο φιξάρισμα και τις εκλογές δηλαδή. Το τι θα συμβεί μετά είτε δεν το ξέρουν και δεν το σχεδιάζουν / προετοιμάζουν, είτε μας το κρατάνε για έκπληξη.

Τελικά, αν κάτι μας έμαθε η διετία της Κρίσης είναι ότι ποτέ δεν πρέπει να λέμε «πιάσαμε πάτο». Υπάρχει πάντα πιο κάτω – τα πράγματα μπορούν πάντα να γίνουν χειρότερα.

Ακόμα και η δημόσια ρητορική εξαντλείται πλέον σε αυτή τη βυθομέτρηση του σκότους της αποτυχίας –είναι ενδεικτικό ότι και τα διλλήματα που μας τέθηκαν και μας τίθενται είναι διλλήματα μεταξύ δύο χειρότερων από αυτό που τώρα ζούμε: Για παράδειγμα, αν δεν σου περικόψουμε τις συντάξεις, θα σταματήσεις να παίρνεις σύνταξη· αν δεν σου πετσοκόψουμε τον μισθό, θα χάσεις την δουλειά σου· αν δεν σε χαρατσώσω, θα χάσεις τις καταθέσεις σου.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να αρθρωθεί επιτέλους λόγος προοπτικής για κάτι καλλίτερο. Και εννοώ κάτι καλλίτερο που θα αφορά εμάς, προσωπικά, ατομικά, οικογενειακά, όχι «εμάς» δηλαδή το Σύστημα Εξουσίας.

Από την παραπολιτική στην πολιτική

Ώστε το Πασόκ είναι πέμπτο κόμμα;

Και ο Χρυσοχοΐδης δεν διάβασε το Μνημόνιο, δηλώνει όμως απόλυτα επιτυχημένος;

Και ο Λοβέρδος μας υπόσχεται μακελειό, αν του πειράξουμε τον ΓΑΠ;

Και οι μισοί βουλευτές του Πασόκ δεν ψήφισαν τον πολυνόμο Βενιζέλου, ενώ είχαν πει ΝΑΙ σε Μνημόνια και Μεσοπρόθεσμα, ενώ τον υπερψήφισε η αντιμνημονιακή ΚΟ της ΝΔ_;

Και ο Παπαδήμος ξαναστέλνει τελεσίγραφο στα κόμματα που τον έκαναν Πρωθυπουργό;

Και ο Τόμσον θα ξαναζητήσει δήλωση από τους αρχηγούς των κομμάτων;

Και ο Γιάννης Μανώλης χόρεψε αντιμνημονιακό ζεϊμπέκικο;

Και ο Καρατζαφέρης δηλώνει ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει σαν γροθιά την Κυβέρνησή του;

Και ο Κουβέλης συνεχίζει την δημοσκοπική του άνοδο;

Κι από κοντά ο Τσίπρας με την Παπαρήγα;

Και η Διαμαντοπούλου λογόφερε με τον Μάνο στα γεννητούρια του καινούργιου κόμματος;

Και κάποιοι την είπαν στο Σημίτη, που την έλεγε στον ΓΑΠ;

Και ούτω καθ’ εξής;

 

Αυτός ο Άδης είναι όλος δικός μας.

Είναι αδύνατον να τον αποφύγουμε / Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαστε αναγκασμένοι να τον υπομένουμε και να ασχολούμαστε μαζί του. Να γινόμαστε κι εμείς μέρος του. Που αναμφίβολα είναι διασκεδαστικό και ανακουφιστικό, αφού ξεχνάμε τις καθημερινές μας έγνοιες και τις δυσκολίες ή τις συμψηφίζουμε με τα πάθη και τα λάθη των ηρώων της καθημερινής παραπολιτικής μας σαπουνόπερας.

Διότι αυτό το παιχνιδάκι που παίζεται στις πλάτες των νεόπτωχων μόνο παραπολιτική και πολιτικαντισμός είναι. Κι όσοι συμμετέχουν σε αυτό είναι τόσο απορροφημένοι με την επικοινωνιακή διαχείριση των αποφάσεών τους, ώστε ξεχνάνε και να αποφασίσουν πλέον –απλώς επικοινωνούν, με ολοένα και πιο χοντροειδείς μεθόδους είναι η αλήθεια.

Κι όσο για την ουσία, ας μη την ψάχνουμε. Είναι χαμένη πίσω από τα στατιστικά στοιχεία που τεντώνονται ή συρρικνώνονται, αναλόγως με την διάθεση ή τα συμφέροντα του κάθε φορά κουμανταδόρου –οι πολίτες απουσιάζουν και από εδώ.

Και πώς να μην απουσιάζουν όταν το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, κόμματα κτλ) έχει κατασκευάσει ένα αυτοαναπαραπαγόμενο και αυτοανακυκλούμενο πολιτικό σύστημα, αφού κατάφερε να κλείσει τις διόδους επικοινωνίας της κοινωνίας με το πολιτικό σύστημα και το κομματικό κατεστημένο. Έτσι οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, βοηθούμενοι ασφαλώς κι από την δική μας αφέλεια, μπορούν να εμφανίζονται αενάως ως νέοι και άφθαρτοι.

Με έναν τρόπο ζούμε τον ορισμό του φαύλου κύκλου. Που για να σπάσει και να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την ελαφρότητα της παραπολιτικής και να ασχοληθούμε με την βάσανο της πολιτικής, χρειάζεται σχέδιο κι οργάνωση –δεν είναι δουλειά ενός ανθρώπου.

Με ρωτάνε καμιά φορά αν βλέπω κάτι ελπιδοφόρο στον ορίζοντα, ρωτάω με τη σειρά μου κι εγώ άλλους. Αλλά το μόνο που δραστηριοποιείται αυτή τη στιγμή είναι το Κόμμα Των Μνημονίων: Οι ίδιοι 20-30 άνθρωποι φτιάχνουν οργανώσεις, συνδέσμους, ομίλους, συγκεντρώνουν υπογραφές, οργανώνουν συνεντεύξεις τύπου. Η άλλη πλευρά, που όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, πλειοψηφεί συντριπτικά, δεν σιωπά απλώς, αλλά μένει αδρανής, γυρίζει την πλάτη της στην πολιτική και βυθίζεται στην κατάθλιψη και την ακηδία.

Είναι ίσως φυσιολογικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο: Οι Οπαδοί των Μνημονίων έχουν έτοιμη πολιτική πρόταση, ζητάνε να υπακούσουμε στα προστάγματα των ξένων. Έχουν φτάσει σε σημείο να ζητάνε από την Βουλή να αυτοκαταργηθεί και να αναθέσει εν λευκώ την διακυβέρνηση σε κάποιον πεφωτισμένο τεχνοκράτη. Αντιθέτως, όσοι στέκονται απέναντι από το Μνημόνιο δυσκολεύονται να αρθρώσουν συγκροτημένο πολιτικό λόγο, πειστική αντιπρόταση, για τον απλούστατο λόγο ότι πρέπει να την δημιουργήσουν, να την διαμορφώσουν. Και μάλιστα εξαρχής, αφού ρεαλιστική πολιτική αντιπρόταση στην λιτότητα που καταστρέφει την Μεσαία Τάξη αναζητείται σχεδόν σε όλες τις χώρες.

Παρά τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις, τις διαψεύσεις δεν θα πρέπει να αφηνόμαστε στην άγονη αδιαφορία. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ελπίζει σε κάτι αυτή τη στιγμή το πολιτικό σύστημα, αυτό είναι η αποχή, το άκυρο και το λευκό. Πρέπει, οφείλουμε να συμμετέχουμε και να συνεισφέρουμε. Και αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος φορέας που να μας εκφράζει, μπορούμε να συμμετέχουμε ως συζητητές / συνομιλητές, στις παρέες, στα κοινωνικά δίκτυα, οπουδήποτε στην κοινωνία. Στο κάτω-κάτω της γραφής πολιτική και Δημοκρατία χωρίς ιδέες και χωρίς συζήτηση δεν υπάρχει.

Μεγαλύτερη τραγωδία και από του Μνημονίου θα είναι, αν εμφανιστεί το καινούργιο και αποτύχουμε να το αναγνωρίσουμε, να το υποστηρίξουμε, να το αναδείξουμε. Κι αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός όσο βυθιζόμαστε στην αφασία της παραπολιτικής.

Το πρώτο φιλί

Μετά το πρώτο μου φιλί, γύρισα στο σπίτι με τη γλώσσα τόσο μουδιασμένη, ώστε δεν μπορούσα να νιώσω καμία γεύση κι αυτό επέτεινε την αίσθηση ότι μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε. Γενικά μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε εκείνο τον καιρό μέσα σε μια ανέμελη χαρά, που σήμερα τη λες και εγκληματική αφέλεια: Αυτοκρατορίες κατέρρεαν, τείχη γκρεμίζονταν, τα τραπέζια στα σπίτια καταλαμβάνονταν από κομπιούτερ και στη μικρή μας χώρα διαδηλώναμε χωρίς ενοχές πλέον την αγάπη μας για τις παλιές ελληνικές ταινίες, διασκεδάζαμε με τραγούδια της περασμένης γενιάς και ζαπάραμε κρυφά τα βράδια στο RTL για να πάρουμε μάτι κάνα βυζί.

Η Αντωνία, το κορίτσι που φιληθήκαμε Σάββατο απόγευμα στην Κιάφα, πίσω από ένα γυρτό πεύκο, ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου, όμως ήταν εκείνη που πήρε την πρωτοβουλία. Γελούσε ενώ έγερνε προς το μέρος μου και γενικά μου το έπαιζε έμπειρη στα θέματα αυτά, όταν όμως τα στόματά μας ενώθηκαν, κατάλαβα ότι παρά τους κομπασμούς της ήταν εξίσου άσχετη με μένα. Είχε σουφρώσει τα χείλη της δημιουργώντας μια μικροσκοπική στρογγυλή τρυπούλα στη μέση από την οποία ξεπρόβαλε η γλώσσα της, λεπτή, δροσερή, πορώδης και ανεξήγητα στεγνή. Η δική μου γλώσσα παρέμενε σταθερή κι ακίνητη μέσα στο στόμα μου, πραγματικός εύζωνας εν ώρα καθήκοντος.

Μείναμε έτσι ακίνητοι με τα χείλια κολλημένα, τη γλώσσα της να αγγίζει απαλά τη δική μου και το άγχος μη μας δει κανείς για λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να συγκρουστούν και να συντριβούν οι μύτες μας, όπως πολύ φοβόμουνα. Κι αφού η μύτη μου επιβίωσε, ένα άλλο πρόβλημα προέκυψε, εντελώς αναπάντεχα: Πού να βάλω τα χέρια μου. Ένιωθα τα δικά της απαλά δεμένα γύρω από τη μέση μου κι αυτό ήταν όμορφο και σωστό, έτσι έβαλα κι εγώ τα δικά μου γύρω από τη δική της όσο μπορούσα πιο παρόμοια. Όμως κάτι δεν μου καθόταν καλά σ’ αυτό, ήθελα να νιώσω και περισσότερα από το σώμα της και τα ανέβασα στην πλάτη της. Άγγιξα όμως το σουτιέν και τα κατέβασα ξανά κάτω στη μέση, για να τα ανεβάσω στη συνέχεια ακόμα πιο ψηλά, στους ώμους, που ήταν πια εντελώς χάλια, αλλά είχα απελπιστεί τόσο με αυτό το θέμα, που τα άφησα εκεί μη ξέροντας τι άλλο καλλίτερο να κάμω.

Παρά το άγχος μη μας δει κάποιο από τα παιδιά, που παίζανε γύρω-τριγύρω στο πάρκο, παρασύρθηκα τόσο, ώστε έκλεισα τα μάτια μου κι ήταν τότε που η αγκαλιά, το φιλί, η Αντωνία, μου φάνηκαν τόσο εξώκοσμα, τόσο εξογκωμένα, τόσο αυτονομημένα, από τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε όταν τα ξανάνοιξα, τα πάντα μου φάνηκαν καινούργια κι άφθαρτα.

Η Αντωνία χαμογελούσε:

«Μα πώς χτυπάει έτσι η καρδιά σου!»

Πράγματι, η άτιμη χτυπούσε όσο πιο ντροπιαστικά μπορούσε, ακανόνιστα, γρήγορα και εκκωφαντικά. Οι δονήσεις της διαπέρασαν το λεπτό μου θώρακα και τα χοντρά μπουφάν μας κι έφτασαν ως το στήθος της, παρά το γεγονός ότι η αγκαλιά μας κάθε άλλο παρά σφιχτή ήταν. Φυσικά κοκκίνισα σαν παντζάρι, όταν άκουσα τα λόγια της και, ακόμα πιο φυσικά, άλλαξα κουβέντα μόλις βρήκα τα λόγια:

«Πάμε στους άλλους;»

Τρέξαμε να ενσωματωθούμε στον υπόλοιπο κόσμο φοβούμενοι τις ενδεχόμενες συνέπειες της λιποταξίας μας, αλλά τα παιδιά ούτε που είχαν παρατηρήσει την απουσία μας. Κι αυτό ήταν απογοητευτικό.

Αντιθέτως, πρόσεξαν το δυσπερίγραπτο ύφος μου. «Όλα εντάξει;», με ρώτησε εμπιστευτικά ο Χάρης, ενώ ο Χοντρός το έριξε ως συνήθως στην καζούρα, στην οποία συμμετείχε παραδόξως και η Αντωνία. Ο Βασίλης, που έμενε στο διπλανό σπίτι, ως συνήθως είχε γίνει νούλα, κι εγώ μη βρίσκοντας από πού να κρατηθώ, απόμεινα να κοιτάζω τους φίλους μου σαν χαμένος, κάτι που φυσικά τους ενέπνευσε για ακόμα περισσότερη πλάκα.

Το επεισόδιο κατέληξε στο καθιερωμένο φατούρο, το οποίο δεν μπόρεσα να φχαριστηθώ, γιατί με έτρωγε η στάση της Αντωνίας. Ήμουν φυσικά πεπεισμένος ότι προηγουμένως τα είχα κάνει όλα λάθος, διαισθανόμουν όμως ότι α) δεν ήταν πια και τόσο λάθος, β) ούτε κι εκείνη είχε αριστεύσει. Αλλά πέρα από αυτά, εκείνο που με βασάνιζε περισσότερο ήταν η διαψευσμένη βεβαιότητα ότι μεταξύ μας υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο.

Όταν σκοτείνιασε για τα καλά και χαιρετηθήκαμε με τα παιδιά, με έναν τρόπο έμεινα με την Αντωνία στο στενό πεζοδρόμιο κάτω από το πάρκο. Πίσω μας ένα πετρόχτιστο πεζούλι, μπροστά ένα τεράστιο φορτηγό κι από πάνω τα πεύκα. Αγκαλιαστήκαμε και τα μάγουλά μας τρίφτηκαν. Ένιωσα πάλι την καρδιά μου να σφυροκοπάει, αλλά δεν είχα τρόπο να την σταματήσω, έτσι απλά γύρισα και την φίλησα. Οι γλώσσες μας ενώθηκαν κι άρχισαν να χαϊδεύονται. Η δική της εξακολουθούσε να είναι στεγνή, δροσερή και πορώδης, τα χείλια της όμως ξεσούφρωσαν, χαλάρωσαν, κόλλησαν όμορφα πάνω στα δικά μου. Πήρα θάρρος, την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά μου κι αποφάσισα να βάλω ακόμα πιο βαθιά την γλώσσα μου στο στόμα της, τα δόντια μας όμως τράκαραν.

«Μη… Ανατριχιάζω…» είπε η Αντωνία νωχελικά.

Μεσοχείμωνο

Αν ρωτήσεις τους παλιούς, θα σου πουν ότι τόσο μεγάλη παγωνιά που να κρατάει επί τόσες μέρες, δεν θυμούνται. Στα μέρη μας κάνει πάγο για μια ή δύο μέρες και μετά το γυρίζει σε βροχή κι ομίχλη. Τώρα, η ξηρή παγωνιά κοντεύει δυο βδομάδες.

Βγήκα πάντως και περπάτησα αρκετά στα μείον δέκα και τα μείον δώδεκα. Την πρώτη φορά, αφού περπάτησα μερικά μέτρα και άρχισα ο άφρων να σκέφτομαι ότι δεν είναι τελικά και κάτι τρομερό, ένιωσα ξαφνικά την παγωνιά να εισβάλει από παντού βαθιά στο σώμα μου. Να φθάνει ακαριαία στο μεδούλι μου. Και πιο βαθιά, στην ψυχή μου.

Άνοιξα βήμα.

Όσο γρήγορα κι αν βάδιζα όμως, δεν ζεσταινόμουν. Και δεν σας το κρύβω ότι στην αρχή πανικοβλήθηκα, αλλά μετά παρασύρθηκα από την παγωμένη ομορφιά της νύχτας. Ο αέρας ήταν τόσο διαυγής, απαλλαγμένος από κάθε σωματίδιο ή μικροοργανισμό κι είχα την εντύπωση ότι ανάσαινα καθαρό οξυγόνο. Κι έπειτα η ατμόσφαιρα ήταν τόσο διάφανη, ώστε νόμιζα ότι μπορούσα να διαπεράσω με το βλέμμα μου και να δω και πέρα από τα βουνά ακόμα. Μοιραία αυτή η παγωμένη καθαρότητα επηρέασε και το νου μου: Όλα έγιναν αίφνης τόσο σαφή, τόσο περιχωρημένα και αυτονόητα, ώστε δεν χρειαζόταν καμιά προσπάθεια, καμιά κατανάλωση χρόνου ή ενέργειας για να τα στοχαστεί κανείς.

Το απόλυτο κρύο ως απόλυτο φως: Γνόφος.

*          *          *

Ξαναδιαβάζω J. D. Salinger.

Όταν τον πρωτοδιάβασα, επηρεασμένος από την στιβαρότητα του Hemingway,  δεν τον εκτίμησα. Τώρα μ’ αρέσει να διαβάζω για τις γυναίκες του: Αυτές που ποθούμε και μας εκνευρίζουν και μισούμε.

*          *          *

Μας έχουν πείσει σχεδόν ολοκληρωτικά ότι όλα είναι οικονομία, κάτι εξειδικευμένο δηλαδή και συνεπώς απρόσιτο στους κοινούς θνητούς, κατάλληλο μόνο για τους πεφωτισμένους τεχνοκράτες.

Θα ήθελα να ξαναθυμηθούμε ότι όλα είναι πολιτική -και η οικονομία- για να μπορέσουμε να ξαναπιάσουμε τις ζωές μας. Να ξαναρχίσουμε να χτίζουμε τον κόσμο μας.

Και πολιτική δεν είναι απάθεια και αδιαφορία, αλλά ενδιαφέρον, συμμετοχή και πάθος. Που σημαίνει ότι παρά την αποστροφή και την αηδία που μας προξενούν πρόσωπα και καταστάσεις, πρέπει να συμμετέχουμε. Παντού. Να πιέζουμε τον εαυτό μας και να συμμετέχουμε, σαν να πίνουμε το πικρό φάρμακο. Να μην παραχωρούμε και αυτό μας το δικαίωμα.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει.

*          *          *

Γιατί θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια;

Δεν είναι τόσο όμορφο όσο η ζωή η ίδια, ο έρωτας να είναι τόσο προσιτός, απλός, ενταγμένος στην καθημερινότητά μας, όπως το καθάρισμα του κρεμμυδιού, το ψήσιμο του καφέ, το σφούγγισμα της μύτης μετά το φτέρνισμα;

*         *         *

Ο αδερφός μου με κοροϊδεύει που κόλλησα με το Futurama. Αλλά: 1. Δεν το είχα δει ποτέ συστηματικά, μόνο σκόρπια επεισόδια, όποτε τύχαινε και 2. Με τη δουλεία που ρίχνω αυτή την εποχή έχω ανάγκη από μια έξυπνη κωμωδία.

Α, κι επίσης, φέτος οι Simpsons είναι λιγότερο αστείοι κι από πέρσι!

Εδώ…

Εδώ στο γραφείο μου.

Γύρω, τριγύρω μεγάλη ακαταστασία, χαρτιά και βιβλία και στυλό και δελτία και φωτοτυπίες σκισμένες, τσαλακωμένες, στοιβαγμένες και φλασάκια –όλα σε μια χαώδη και χαοτική  μεν, σειρά δε. Εδώ κινούμαι.

Όσο κι αν ακούγεται περιορισμένο το πεδίο δράση μου, τόσο ευρύ είναι στο φαντασιακό / εικονοπραγματικό επίπεδο. Εκτείνεται σε χρόνο και σε τόπο σχεδόν απεριόριστο –είναι κι η δουλειά βλέπετε, που μου επιτρέπει τη μια στιγμή να βρίσκομαι στην έρημο της Συρίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και την άλλη στο σύγχρονο Λονδίνο ή πιο τραγικά, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν αναρωτιέσαι ποιο το νόημα όλων αυτών, είμαι έτοιμος να σου αραδιάσω λόγους κι αιτίες και συνέπειες λογικά αρθρωμένες και διαρθρωμένες, αλλά από ένστικτο σταματώ. Προτιμώ να σου πω «Έτσι κάνανε και οι παλιότεροι, έτσι κι εμείς με τον δικό μας τρόπο, με τη δικιά μας γλώσσα, έχε λίγη εμπιστοσύνη, αδελφέ» γιατί δεν είναι μόνο κουραστικό να ανακαλύπτουμε κάθε φορά εξαρχής τον τροχό, είναι και σημαντική απώλεια χρόνου.

Υπάρχει, βέβαια, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μας και τους παλαιότερους:

Οι ζωές μας έχουν γίνει τόσο περίπλοκες, ώστε έχουν καταντήσει ακατανόητες. Και ταυτοχρόνως τόσο ευρείες, ώστε καταλήγουν περιορισμένες. Φταίει η εξειδίκευση που μας κάνει να βαθαίνουμε και να πλαταίνουμε την αντίληψη, τις γνώσεις και την κατανόησή μας για ένα απειροελάχιστο κομματίδιο της ανθρώπινης εμπειρίας και να χάνουμε το καθολικό νόημα. Γιατί, κι εδώ είναι το μυστικό, καθολικότητα, η προοπτική απλοποιεί τις ζωές μας, τις καθιστά πιο εύκολες, πιο ευτυχισμένες, τολμώ να πω: και πιο υγιείς. Για σκεφτείτε πόσο αστεία φαντάζουν σήμερα όλα όσα μας ταλαιπώρησαν και μας στεναχώρησαν όταν ήμασταν παιδιά. Ό,τι φάνταζε τότε σαν δυσπρόσιτο βουνό, σήμερα το βλέπουμε κατηφόρα –αν το ξέραμε αυτό και τότε…

Το πρόβλημα αυτό –γιατί πρόβλημα είναι– έχει γίνει αντιληπτό στον κόσμο της επιστήμης, γι’ αυτό και γίνονται προσπάθειες να συνοψιστεί η γνώση. Επιστήμονες όλων των ηλικιών και των σχολών, αφήνουν τις διαφορές τους κατά μέρος και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να συντάξουν μεγάλα συλλογικά και συνοπτικά έργα, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, οδηγούς, βοηθήματα για συγκεκριμένα θέματα (πχ τον αρχαίο Χριστιανισμό, την Ύστερη Αρχαιότητα, την χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, την αγιολογία, την οικογένεια, το παιδί, για να μείνω σε ορισμένα θέματα του δικού μου πεδίου). Προσπαθούν έτσι να συνοψίσουν τις γνώσεις, τα επιτεύγματα και τα συμπεράσματα και ταυτοχρόνως να δώσουν ώθηση στην επιστήμη.

Στην διαχείριση της πραγματικότητας (ας πούμε έτσι την πολιτική) δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Τώρα ζούμε σε μια περίοδο που οι πολίτες ανακηρύσσονται ουσιαστικά ανίκανοι να αντιληφθούν και να αποφασίσουν το συμφέρον τους, γιατί στερούνται εξειδικευμένων γνώσεων. Επιβάλλεται μια μονομπλόκ άποψη ως η μόνη σωστή, οι άλλες –αν υπάρχουν– δαιμονοποιούνται / γραφικοποιούνται / απομονώνονται.

Αν στον Μεσαίωνα το διαφορετικό δόγμα κηρύσσονταν αιρετικό και πατάσσονταν, τώρα η άλλη άποψη, η άλλη οπτική κηρύσσεται λαϊκιστική. Έτσι όμως η Δημοκρατία δεν καταντάει απλώς, αλλά καθίσταται κενό γράμμα, βαρετή διαδικασία, ξεπερασμένη από τα πράγματα.

Και το πρόβλημα είναι ότι αν δεν αποκαταστήσουμε το νόημα της Δημοκρατίας, αν δεν δώσουμε πάλι αξία στις διαδικασίες της, που σημαίνει, αν ο πολίτης (εγώ, εσύ, όλοι μας) δεν αρχίσει πάλι να συμμετέχει με ενθουσιασμό, μαχητικότητα και αποφασιστικότητα, τίποτα δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε / καμιά κρίση δεν πρόκειται να υπερβούμε…

Κόκκινη γραμμή

Η απόφανση του κ. Παπαδήμου “Για μένα κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της Ελλάδας” παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ να υπογραμμίσουν τον ηρωικό και πένθιμο λυρισμό της, ενέτεινε την καχυποψία των πολιτών απέναντι στον ίδιο και την πολιτική που κλήθηκε να διαπραγματευτεί και να εφαρμόσει.

Γιατί όμως; Σε άλλες εποχές μια τέτοια δήλωση θα την υποδεχόμασταν με ρίγη συγκινήσεως, θα γινόταν μότο της εποχής, γκράφιτι σε τοίχους και ίσως-ίσως ο κόσμος θα ξεχύνονταν στους δρόμους σε αυθόρμητες διαδηλώσεις υπέρ του Πρωθυπουργού. Γιατί σήμερα αυτή η δήλωση συγκεντρώνει ειρωνικά και επιθετικά σχόλια ή, στην καλλίτερη περίπτωση, την απαξιωτική αδιαφορία των πολιτών;

Η απάντηση είναι απλή, πλην όμως οδυνηρή:

Κανένας μας δεν ξέρει πια τι εννοούν οι πολιτικοί μας ηγέτες, όταν αναφέρονται στη “σωτηρία της χώρας”, σε τι αναφέρονται όταν λένε “Ελλάδα”.

Για παράδειγμα, ο κ. Βενιζέλος έχει ήδη διαχωρίσει την Ελλάδα από τους Έλληνες λέγοντας ότι άλλο η χρεωκοπία των Ελλήνων κι άλλο της Ελλάδας. Όμως τι είναι μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες; Μην είν’  οι κάμποι; Τα βουνά; Η θάλασσα ή τα Ολυμπιακά έργα;

Θα ήταν συνεπώς καλό και χρήσιμο ο κ. Παπαδήμος, οι υπουργοί του, οι βουλευτές, όλοι οι παράγοντες εξουσίας, να μας πουν τι ακριβώς ορίζουν ως “Ελλάδα”. Διότι εκείνο που σε άλλες εποχές ήταν μάλλον αυτονόητο, σήμερα προκαλεί μεγάλη σύγχυση.

Να μάθουμε δηλαδή χωρίς περιστροφές τι προσπαθούν τέλος πάντων να διασώσουν οι ηγέτες μας, από τη στιγμή που κατέστησαν την Ελλάδα χώρα υπό περιορισμό χωρίς εθνική και λαϊκή κυριαρχία με εκατομμύρια ανέργων και φτωχοποιημένων να στοιβάζονται στους διαδρόμους της ζωής.

Αλλιώς:

Από ποια αφετηρία διαπραγματεύεται ο κ. Παπαδήμος και ποιος είναι ο στόχος του; Τι είναι διατεθημένος να εκχωρήσει ο χωρίς κόκκινες γραμμές Πρωθυπουργός και τα κόμματα που τον στηρίζουν για να εκταμιεύσουν την όποια επόμενη δόση και το PSI;

Γιατί πολύ φοβάμαι ότι το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, πολιτικοί, κόμματα) ως “Ελλάδα” προσδιορίζει τον εαυτό του και μόνο και τον εαυτό του και μόνο διαπραγματεύεται και παλεύει με νύχια και με δόντια για να περισώσει

*

Αυτή τη στιγμή 3,03 εκατ. άτομα (27% του πληθυσμού) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 20,1% του πληθυσμού κινδυνεύει να πέσει κάτω από αυτό το όριο.

Μπορεί ο τεχνοκράτης κ. Παπαδήμος να μας πει τουλάχιστον πόσοι ακόμα θα φτωχοποιηθούν μετά την εφαρμογή της πολιτικής που διαρπαγματεύεται χωρίς κόκκινες γραμμές και άλλους παλιομοδίτικους περιορισμούς; Τι σόι Ελλάδα είναι αυτή που δημιουργεί δηλαδή…

Οι αγαπημένες μου ταινίες

Κάθε φορά που με ρωτάνε ποιες είναι οι αγαπημένες μου ταινίες κάνω μια βουτιά στα βάθη της συνείδησης, που είναι βουτιά στα βάθη της μνήμης, που είναι βουτιά στα βάθη του χρόνου.

Γιατί η ερώτηση για το αγαπημένο μας τάδε, αναγκαστικά δεν μας πάει σε εκείνο που αντικειμενικά είναι καλλίτερο ή αρτιότερο, αλλά σε όσα υποκειμενικά έγραψαν μέσα μας. Σε εκείνα που άφησαν το χνάρι τους στο μυαλό, την ψυχή και την καρδιά μας και ανεπίγνωστα έγιναν το μέτρο με το οποίο κρίνουμε όλα τα μεταγενέστερα.

Με άλλα λόγια, όταν ρωτάμε / απαντάμε ποιο είναι το αγαπημένο μας κάτι, δεν μας ενδιαφέρει τόσο η συγκεκριμένη πληροφορία που παίρνουμε / δίνουμε, όσο το τι αυτή δηλώνει για μας, την προσωπικότητα, το γούστο μας, τη στάση μας ακόμα-ακόμα απέναντι στη ζωή, πώς βλέπουμε τα πράγματα. Γι’ αυτό έχουμε αγαπημένα τραγούδια που δεν τα έχουμε ακούσει η σιγοψιθυρίσει για χρόνια, φαγητά που δεν τα τρώμε παρά σπάνια ή ποτέ, πόλεις στις οποίες δεν μένουμε ή δεν επισκεπτόμαστε πλέον, φίλους που δεν βρισκόμαστε κοκ.

.

Ανακάλυψα τον κινηματογράφο την εποχή του ανακάλυπτα και τον υπόλοιπο μεγάλο κόσμο –εννοώ τον κόσμο έξω από το σπίτι μου–, όταν ήμουν έφηβος.

Εντάξει, και σαν παιδί έβλεπα ταινίες, ελληνικές τις Κυριακές τα μεσημέρια ή και κάνα βράδυ ενδιάμεσα, με τον Ταρζάν ή άλλες οικογενειακές όποτε έπαιζε η τηλεόραση και συχνά την Κινηματογραφική Λέσχη του Μπακογιαννόπουλου –μεγάλο σχολείο, αλλά αυτό κάποια επόμενη φορά. Επίσης ο πατέρας μου μας πήγαινε στο σινεάκ τα πρωινά της Κυριακής, όποτε ερχόταν στην πόλη μας και βλέπαμε παλιά καρτούν, Χονδρό-Λιγνό και ταινίες με το Κατσαριδάκι. Έβλεπα, με άλλα λόγια, ό,τι μπορούσα να δω, ενώ σαν έφηβος μπορούσα πλέον να επιλέξω.

Οι βόλτες μου στην πόλη είχαν μόνιμες στάσεις τις προθήκες των σινεμά και τις βιτρίνες των βίντεο-κλαμπ. Τα πρώτα είχαν κάτι μυστηριακό, με τις τεράστιες αφίσες τους και τις φωτογραφίες από σκηνές της ταινίας, τα πολύχρωμα καλλιγραφικά γράμματα που διαφήμιζαν το Αριστούργημα που παίζονταν Σήμερον, τους κακοφωτισμένους διαδρόμους και τις ψυχρές, σκοτεινές αίθουσες με τις άβολες πολυθρόνες –ω ναι, τα σινεμά εκείνης της εποχής, της προ-Ιντεάλ εποχής, δεν είχαν καμιά σχέση με τις σημερινές multiplex αίθουσες.

Τα βίντεοκλάμπ ήταν φυσικά αλλιώς. Έμοιαζαν περισσότερο με καταστήματα της γειτονιάς, όπως ο φούρνος, το μπακάλικο ή το ψιλικατζίδικο. Όμως –τι παράξενο!– ενώ τα άλλα συνόψιζαν κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο της γειτονιάς, στα βίντεοκλάμπ ανοιγόταν ένας άλλος κόσμος.

Θυμάμαι νοίκιαζα συνήθως ταινίες από την Διώνη, ήταν επί της Δωδώνης, ακριβώς απέναντι από το Σεράι και φύσικά δεν υπάρχει πια, αν και τότε ήταν από τα μεγαλύτερα. Πίσω από τον πάγκο στεκόταν ένας ψηλός, μελαχρινός κύριος με άσπρα μαλλιά και στενά μάτια, που ήταν μονίμως συνοφρυωμένος. Θύμιζε περισσότερο αυστηρό καθηγητή μαθηματικών ή ταγματάρχη, παρά βιντεοκλαμπά. Δεν ανταλλάσσαμε άλλες κουβέντες πλην των απολύτως αναγκαίων (καλημέρα και καλησπέρα δεν συγκαταλέγονται σε αυτές), πράγμα που φυσικά δεν με δυσαρεστούσε καθόλου –το αντίθετο, ήταν το μόνο βολικό στην εν γένει άβολη εικόνα του.

Δεν θα ασχοληθώ εδώ με την κουλτούρα του βίντεοκλάμπ. Σημειώνω μόνο ότι δημιούργησε μια ένα κινηματογραφική κουλτούρα, ένα νέο τύπο σινεφίλ (και δημιουργών, ο Ταραντίνο είναι το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα), όπως άλλωστε και σήμερα το δίκτυο και το ipad διαμορφώνει μια άλλη κινηματογραφική κουλτούρα.

Αυτό πάντως που μπορώ να σας πω είναι πως δεν ακολουθούσα τον συρμό της εποχής – τα γούστα μου γενικά δεν συμπίπτανε με εκείνα των συμμαθητών μου. Έτσι έχω νοικιάσει μία ή δύο Ελληνικές βιντεοκασέτες, παρότι κυκλοφορούσαν τότε σωρηδόν· δεν μου άρεσαν· δεν τις έβρισκα καν αστείες. Δεν μεγάλωσα λοιπόν με τον Στάθη Ψάλτη ή την Βίνα την Ασίκη, όπως, για παράδειγμα, ο Φοίβος Δεληβοριάς. Το ίδιο και με τα καράτε ή τα σπλάτερ –δεν μου άρεσαν και δεν μου αρέσουν οι τσόντες, οι ταινίες με την υποτυπώδη πλοκή – αφορμή πάνω στην οποία κολλάν αναμενόμενες σεκάνς με το ζητούμενο του κάθε είδους, πολεμικές τέχνες, αίμα, ο χαβαλές και η πλάκα, το σεξ… Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ήμουν κάποιο παιδί-θαύμα – απλώς ότι από τότε δεν τα πήγαινα καλά με τον χαβαλέ.

Κυρίως μου άρεσαν οι μεγάλες αφηγηματικές ταινίες με υπόθεση, χαρακτήρες και συναίσθημα –τα Indiana Jones βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται στην κορυφή αυτής της πυραμίδας. Οι δυο ταινίες του Michael Douglas και της Kathleen Turner που κυνηγούσαν θησαυρούς, επίσης. Μου άρεσαν ακόμα οι περιπέτειες με τον Σβαρτσενέγκερ, όχι του Σταλόνε, αυτές τις ανακάλυψα κοντά στα 30 μου, το Robocop και τα Φονικά Όπλα, τα Back to the Future, τα Mad Max και τα James Bond (παραδέχομαι ότι ο Roger Moore ήταν ο αγαπημένος Bond της εφηβείας μου). Και φυσικά έβλεπα και ξανάβλεπα τo Goonies και το Who Framed Roger Rabbit… Στις κωμωδίες ήμουν μάλλον πιο δύσκολος. Μου άρεσε πολύ ο Peter Sellers, η σειρά του Ροζ Πάνθηρα, τα Gostbusters και οι ταινίες του Bill Murray και, φυσικά, η σειρά της Μεγάλης Των Μπάτσων Σχολής.

Αυτά στην αρχή-αρχή της εφηβείας. Γιατί κάπου στη μέση άρχισα να ανακαλύπτω και να μου αρέσουν άλλα πράγματα. Ηθοποιούς σαν τον Marlon Brando, τον J. Nicholson, τον R. DeNiro, η F. Dunaway σκηνοθέτες όπως ο Coppola, o Huston, o John Ford, ο Ivory και o P. Weir, ταινίες όπως το Five Easy Pieces, Easy Rider, The Mosquito Coast, Chinatown, Reflections in a Golden Eye και το Remains of a Day, Το Λιμάνι της Αγωνίας και το Λεωφορείον ο Πόθος, το Rebel without a cause και τον Κύκλο των χαμένων ποιητών, φυσικά το The Searchers, η Ταχυδρομική Άμαξα και το Rio Bravo. Τα γουέστερν του Clint Eastwood και μάλιστα όχι τόσο τα spaghetti, όσο της αμερικάνικης περιόδου του και κυρίως όσα σκηνοθέτησε ο ίδιος: High Plains Drifter, Pale Rider, The Outlaw Josey Walles και πάνω απ’ όλα το Unforgiven. Οι κωμωδίες του Mel Brooks και το Four Weddings and a Funeral. Το σινεμά του Coppola, επικό και βαθιά φιλοσοφικό ταυτόχρονα με έχει επηρεάσει βαθύτατα –η τριλογία του Godfather, το Apocalypse Now!, και οι δυο «νεανικές» ταινίες του, το Rumble Fish και το Outsiders περισσότερο απ’ όλα. Ο Ταξιτζής του Scorsese μαζί με το King of Comedy –το Raging Bull το είδα κάπως πιο αργά– και φυσικά τα Καλά Παιδιά.

Στο Λύκειο ανακάλυψα τον Woody Allen που δεν τον αποχωρίζομαι με τίποτα, είδα Bergman και πολλές γαλλικές ταινίες του νέου κύματος, βουβές ταινίες και όσα noir μπορούσα να βρω. Και φυσικά τότε ήταν η εποχή του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, ενώ ανακαλύπταμε σκηνοθέτες όπως ο Fincher, o Burton και ο Friars, οι οποίοι ήταν μάλλον στην αρχή της καριέρας τους…

.

Τώρα έχω βαρεθεί τις ταινίες με τους σούπερ ήρωες, τα μπιγκίνινγκς και τα όριτζινς, την ίδια αφελή ιστορία, των δυο φίλων που γίνονται εχθροί ή του καλού που μας σώζει από το κακό και τα πιο αφελή εφέ τους, αλλά διασκέδασα απίστευτα με τον Tin-Tin του Spielberg, που, το παραδέχομαι, είχε την αύρα του παλιομοδίτικου –μήπως παραμεγάλωσα;

Οι ταινίες που μου αρέσουν πραγματικά πλέον και κυνηγάω σαν τρελός, δεν είναι τα αριστουργήματα, αλλά μικρές, ανθρωποκεντρικές ταινίες. Τελευταία μου άρεσαν για παράδειγμα το Win Win, το Cedar Rapids, Everything must go, το The beaver. Πιο μεγάλες παραγωγές, αλλά πάντα με ανθρώπους και ιστορίες στο επίκεντρο, όπως το The Company Men ή το The Ides of March. Και περιμένω πώς και πώς την καινούργια του Alexander Pein και του David Fincher…

2012

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω παντού ερείπια –αυτή είναι η αφετηρία της νέας χρονιάς.

Και μη παρεξηγήσετε: Δεν διαμαρτύρομαι επειδή νοσταλγώ ή υπερασπίζομαι το παλαιό σύστημα, την ψευδοευημερία και την ελαφρότητα του χθες. Όχι, σε καμιά περίπτωση δεν είμαι από εκείνους που επιθυμούν να επιστρέψουμε στην «Ισχυρή» Ελλάδα των Ολυμπιακών.

Διαμαρτύρομαι, εξεγείρομαι, γιατί βλέπω να καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές, να θυσιάζεται μια ολόκληρη γενιά, χωρίς καμιά άλλη προοπτική, πλην της ευημερίας κάποιων στατιστικών.

Όλα γίνονται για να διορθωθούν δυο νουμεράκια του προϋπολογισμού. Όλες οι εξυγιάνσεις, όλες οι μεταρρυθμίσεις, όλοι οι εξορθολογισμοί στο έλλειμμα και το χρέος αποβλέπουν, σ’ αυτά αποσκοπούν, σε τίποτα άλλο.

Τα υπόλοιπα, τα κάθε λογής κατεστημένα (πολιτικά, κομματικά, επιχειρηματικά, «πνευματικά», ακαδημαϊκά κοκ) και οι εξουσίες, το βαθύ πελατειακό κράτος παραμένει προσεκτικά εκτός κάθε αλλαγής, εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα διασφαλίσουν την επιβίωσή του.
2012.

Μπήκαμε για τα καλά στη δεύτερη δεκαετία της νέας χιλιετίας και οι ελπίδες, οι προσδοκίες, τα όνειρα που γεννούσε 12 χρόνια πριν η μαγική ακολουθία των τριών μηδενικών, φαίνεται να έχουν οριστικά φυλλορροήσει. Με πρώτη και καλλίτερη την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα πάνε (μόνα τους) προς το καλλίτερο. Ότι η παγκόσμια ευημερία θα έρθει συστημικά και φυσιολογικά. Ακόμα-ακόμα κι ότι όλοι οι άνθρωποι, όλοι οι λαοί τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.

Ημερολογιακά είμαστε στο 2012, αλλά περισσότερο από κάθε άλλη φορά μοιάζει να βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν. Και τα ολίγα, πραγματικά ολίγα, που έχουν απομείνει στους πολίτες συνεχώς συρρικνώνονται.

Το 2011 διαμαρτυρηθήκαμε για όσα αποφασίζονταν χωρίς εμάς για μας και για όσα μας επιβάλλονταν. Είναι φανερό ότι αυτή η διαμαρτυρία, το όχι στα μέτρα και τις πολιτικές της Τρόικας και των Κυβερνήσεών της, μαζικές, ειρηνικές ή μη, δεν έχουν αποτέλεσμα.

Το 2012 ας είναι η χρονιά που θα ονειρευτούμε ξανά τις ζωές μας, που θα σχεδιάσουμε το μέλλον μας από το σημείο που βρισκόμαστε, το μηδέν. Η χρονιά που δεν θα διαμαρτυρόμαστε, αλλά θα διεκδικούμε. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει κάτι…

Καλή Χρονιά!

Σε όλους τους φίλους και τις φίλες εύχομαι από καρδιάς

χρόνια πολλά

με υγεία, χαρά, δύναμη και έμπνευση για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

 .

Ας είναι το 2012 η χρονιά της αναθεώρησης, της ανασύνταξης και της ανασυγκρότησης

Αναρτήθηκε στις προσωπικά. 14 σχόλια »