Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Μεταφράζω από την εισαγωγή του Brad Meltzer:

Φανταστείτε την σκηνή: Η DC Comics σας αναθέτει να γράψετε την πρώτη σας ιστορία με τον Batman. Με ποιον θα τον βάλετε να πολεμάει;

Ακριβώς.

Τον Joker.

Αλλά είναι δύσκολο να γράψεις για τον Τζόκερ.

Όχι γιατί είναι δύσκολος χαρακτήρας να τον κατανοήσεις. Είναι πολύ εύκολος. Είναι ανισόρροπος. Και για 60 χρόνια συγγραφείς και σχεδιαστές έχουν γράψει βιβλία και βιβλία με κυριολεκτικά χιλιάδες παραδείγματα της τρέλας του.

Όντως κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και κάπως έτσι θα το σκέφτηκε και ο M. Green, ο σεναριογράφος του τηλεοπτικού Heroes, όταν του ζητήθηκε να γράψει μια ιστορία για τον Μπάτμαν. Ήταν φυσιολογικό λοιπόν κακός στην ιστορία του να είναι ο Joker. Αλλά ο Green δεν ήθελε να γράψει μια ακόμα ιστορία που να εμφανίζεται ο παρανοϊκός παλιάτσος. Ήθελε να γράψει την ιστορία. Να αφηγηθεί την γένεση του πιο τρομακτικού κακού του κομιξικού σύμπαντος.

Χαράς στο κουράγιο του!

Γιατί δεν έφτανε που είναι πρωτάρης, δεν έφτανε το ύποπτο τηλεοπτικό του παρελθόν, αποφάσισε μια ιστορία που θα ερχόταν αντιμέτωπη και θα αναμετριόταν ευθέως με την θρυλική Batman: The Killing Joke των Alan Moore και Brian Bolland, που επίσης εξιστορεί πώς ξεκίνησε ο Joker την εγκληματική του καριέρα.

Όμως ο στόχος του Green ήταν ξεκάθαρος. Είχε εντελώς διαφορετική αντίληψη για το υλικό του και ήθελε να μας δώσει μια άλλη αρχή για τον Joker: Ενώ η ιστορία του Moore παρουσιάζει τον Joker σαν φιλήσυχο νέο που ένεκα των περιστάσεων μιας άτυχης μέρας πήρε τον κακό δρόμο, ο Green ξεκινάει με δεδομένο ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή εγκληματία.

Δεν έχει φυσικά νόημα να συγκρίνουμε εδώ τις δυο ιστορίες. Το δηλώνω προκαταβολικά: Είναι και οι δυο εξαιρετικές. Κι ακόμα περισσότερο: Χωράνε και οι δυο στην βιβλιοθήκη σας, αφού στέκονται από μόνες τους, η καθεμιά ξεχωριστά. Βέβαια, το ποια από τις δυο θα γίνει η δική σας πιο αγαπημένη, αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ιστορία τοποθετείται στο τέλος του πρώτου έτους της δράσης του Batman. Η Gotham έχει απαλλαγεί πια από το έγκλημα. Οι επιστημονικές μέθοδοι που ακολούθησε ο Batman έχουν δικαιωθεί και για πρώτη φορά τον βλέπουμε να χαμογελάει πίσω από την μάσκα. Αλλά δεν χαμογελούν όλοι: Ο Jack (αναφορά στον J. Nicholson, που πρωτόπαιξε τον ρόλο στην ταινία του Burton;) ήρθε πρόσφατα στην Γκόθαμ και βαριέται που ζει. Κυριολεκτικά. Έτσι μετά από μια επιτυχημένη απόπειρα ληστείας, στέκεται μπρος στον φρουρό και περιμένει να τον σκοτώσει. Τότε εμφανίζεται ο Σκοτεινός Ιππότης για να τον σώσει και ο Τζακ ξεκαρδίζεται στα γέλια. Μα δεν είναι εντελώς γελοίο το θέαμα ενός κρεμανταλά που κυκλοφορεί ντυμένος νυχτερίδα; Αυτή η αίσθηση του γελοίου γεμίζει την ζωή του Jack, καθώς αποφασίζει να παίξει και να διασκεδάσει με τον Νυχτερίδα. Σταματώ εδώ –δεν έχει νόημα να συνεχίσω να αποκαλύπτω τη υπόθεση. Προσθέτω μόνο ότι στο τέλος τίποτα δεν θα είναι όπως πριν: Ο Jack θα γίνει o Joker, ο σούπερ-κακός δηλαδή, η Γκόθαμ θα μεταβληθεί σε θέατρο βίας και τρόμου και ο αναγνώστης θα αναρωτιέται για την πνευματική ισορροπία και την διαύγεια του ίδιου του Batman, ή για να είμαστε πιο ακριβείς του Bruce Wayne.

Το Lovers and Madmen ακολουθεί τους ρυθμούς της Γκόθαμ: Ήρεμη στην αρχή, γαλήνια και ειρηνική, καταλήγει σε έναν παροξυσμό βίας και αίματος. Πραγματικά είναι από τις πιο άγριες, τις πιο αιματοβαμμένες ιστορίες του Σκοτεινού Ιππότη. Το σχέδιο του D. Cowan, σκληρό και γραμμικό, ξενίζει στην αρχή, αλλά καθώς η ιστορία βυθίζεται στην παράνοια του Joker, αρχίζει να ταιριάζει και στο τέλος το ερωτεύεσαι.

Καβάτζες

Το γραφείο μου κοιτάζει τον τοίχο –το ανυπόφορο αποτέλεσμα της πιο βλακώδους συμβουλής που έχω ποτέ ακολουθήσει. Θα με βοηθούσε υποτίθεται να συγκεντρώνομαι καλλίτερα, το μόνο όμως που πετυχαίνει είναι να χρειάζομαι συνεχώς, όλο το εικοσιτετράωρο, την λάμπα αναμμένη, αφού έχω το παράθυρο στην πλάτη μου και η σκιά μου πέφτει στα χαρτιά.

Άει σιχτίρ πια!

Έκλεισα την λάμπα και σηκώθηκα. Αισθανόμουν το κορμί μου, το μυαλό μου, την ψυχή μου μουδιασμένα. Κάτι έπρεπε να κάνω. Κάτι.

Πήγα και κατούρησα.

Ένα μακρό, πλούσιο, απολαυστικό κατούρημα –μα πού χωρούσε τόσο υγρό;

Από την τουαλέτα στο μπαλκόνι. Στην απέναντι πολυκατοικία μένει ένας μπάτσος με την γυναίκα του. Φάτσα-κάρτα έχω το καθιστικό και το σαλόνι τους. Η κουρτίνα στο σαλόνι είναι μισάνοιχτη και φαίνεται ο μπάτσος να κάθεται όλο το απόγευμα στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση. Δίπλα του φορτωμένα τασάκια, ποτήρι του φραπέ, κουτιά μπύρας. Στην κουζίνα οι πόρτες είναι εντελώς ανοιχτές. Η γυναίκα του μπάτσου τριγυρίζει από τον νεροχύτη στο ψυγείο, γύρω από μια τηλεόραση που παίζει μονίμως σαπουνόπερες. Τριανταεφτά με τριανταοχτώ, καλοφτιαγμένη γυναίκα, απ’ αυτές που κάποτε λέγανε νταρντάνες –μ’ αρέσει να την χαζεύω. Ξεμουδιάζω.

Όμως σήμερα αυτό δεν μου ήταν αρκετό. Σήμερα χρειαζόμουν κάτι παραπάνω.

Πήρα το κινητό για να τηλεφωνήσω σε μια απ’ τις καβάτζες μου. Και δεν το σκέφτηκα καθόλου: Η Αλεξία ήταν η αυτονόητη επιλογή.

- Θάνο; Πώς και με θυμήθηκες, ρε μαλακισμένο;

- Σε σκεφτόμουν… Μου έλειψες νομίζω…

Γέλασε. Και ήταν ένα αυθόρμητο, πηγαίο γέλιο. Καθόλου προσποιητό –τουλάχιστον απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω.

- Αν σου έλειπα, θα με σκεφτόσουν και καμιά φορά ενδιάμεσα, κι όχι μόνο όταν είσαι καυλωμένος.

- Είδα μια παλιά μας συμφοιτήτρια σήμερα.

- Α, ναι; Ποια; Εκείνη την μαλακισμένη την Κατερίνα;

- Όχι, όχι… Δεν μπόρεσα να θυμηθώ το όνομά της… Μια χοντρούλα με ΠΟΛΥ μακριά μαλλιά από την Καλαμάτα. Η κολλητή εκείνης της Αντωνίας που παντρεύτηκε τον Γιάννη.

Σκηνή μοντάζ: Η Αντωνία να ανοίγει τα πόδια της πάρα πολύ και με ρωτάει αν μου αρέσει το στήθος της.

- Μια με πλακουτσωτή μύτη; Που είναι σαν ινδιάνα πόρνη;

- Ναι… Πιθανόν, δηλαδή…

- Η Βάλια είναι, ρε Θάνο. Που τά ’χε με τον Θεοδόση και γαμιόταν και με τον Νίκο από τα Γρεβενά.

Σκηνή μοντάζ: Η Αντωνία είχε πραγματικά ωραίο στήθος. Μεγάλα και στρογγυλά βυζιά. Ναι, μου άρεσαν πολύ. Πάρα πολύ.

- Είχα ακούσει ότι παντρεύτηκε έναν στρατιωτικό η τουρκομπαρόκ βλαχάρα κι έμενε στη Λήμνο. Τι σκατά γύρευε εδώ; Σου είπε;

- Κάτι για ΑΣΕΠ ανέφερε. Πέρασε στη Νομαρχία μας και μπλα-μπλα-μπλα. Είπε και κάτι για Ξάνθη –ίσως ο καραβανάς της να είναι εκεί τώρα.

Σκηνή μοντάζ: Και απαλά. Τόσο απαλά, που νόμιζα ότι η γλώσσα μου θα τα καταστρέψει. Και κάτι ρόγες! Παίζει να είναι οι τεραστιώτερες που έχω δει.

- Δεν πιστεύω να της είπες τίποτα για μένα;

- Όχι, όχι. Δυο λεπτά μιλήσαμε στο όρθιο –τι να της έλεγα;

- Ανταλλάξατε τηλέφωνα και τέτοια;

- Είσαι τρελή!

Σκηνή μοντάζ: Η Χριστίνα να κλαίει. Η μύτη της να τρέχει. Σάλιο να στάζει από την αριστερή άκρη των χειλιών της. Κόκκινα μάτια, κόκκινη μύτη, κόκκινα λόγια. Η Αντωνία της τα είχε πει όλα με το νι και με το σίγμα. Με μια μικρή απόκλιση: Ότι εγώ της την έπεσα.

- Δεν νομίζω ότι σε συμφέρει να μου μιλάς άσχημα σήμερα…

- Μα είσαι τρελή με την καλή έννοια. Σαν τον Βαν Γκογκ!

Γελάει. Και είναι πηγαίο και αυθόρμητο –το ξέρω.

- Γι’ αυτό ακριβώς θέλω να μοιραστούμε ένα εξαιρετικό Pinot που μου έφερε προχτές ο Παναγιώτης από το Παρίσι. Έχω και κάτι μπριζόλες. Μέχρι να έρθεις, θα είναι έτοιμες.

Γελάει ακόμα.

- Θα πάρω και παγωτό για επιδόρπιο.

- Το μόνο που ελπίζω είναι να μην φοράς πάλι εκείνο το ηλίθιο βρακάκι-σούπερμαν.

- Μα είναι το αγαπημένο μου! Μεταδίδει ένα υπόγειο, υποσυνείδητο μήνυμα.

- Ναι πολύ υπόγειο, τι να σου πω… Βάλε τις μπριζόλες και άναψε τον θερμοσίφωνα. Θα κάνω ντους σε σένα. Και μην Τ-Ο-Λ-Μ-Η-Σ-Ε-Ι-Σ να φορέσεις το βρακάκι-σούπερμαν.

Δυο φράσεις του σημερινού Πρωθυπουργού σφράγισαν τον αγώνα που έδωσε κατά την τελευταία προεκλογική περίοδο: Το περίφημο Πάση Θεού, το οποίο δεν μας ενδιαφέρει, και το διαβόητο Λεφτά υπάρχουν. Απευθύνθηκε μάλιστα σε όσους ακούγαμε με δυσπιστία την δεύτερη φράση του και μας είπε ότι το συζήτησε με τον Χοακίν Αλμούνια και όλους τους αρμόδιους παράγοντες, κοινοτικούς και μη, και ότι όλοι συμφωνούν μαζί του.

Πριν από λίγο με διάγγελμά του προανήγγειλε πάγωμα μισθών, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, πάγωμα των προσλήψεων στο δημόσιο -σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;

Και δεν σταμάτησε σε αυτά, αλλά μίλησε και για μείωση των επιδομάτων (που σε απλά ελληνικά σημαίνει μείωση μισθών), αύξηση του τέλους καυσίμων, αύξηση της φορολογίας, κι άφησε το ανοιχτό το παράθυρο και για περισσότερα μέτρα.

Φυσικά το Σημειωματάριο θα στηρίξει την προσπάθεια του Πρωθυπουργού για νοικοκύρεμα της χώρας. Χαιρετίζει δε και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που σε μια τέτοια στιγμή, στηρίζουν τον κ. Παπανδρέου και δεν ακολουθούν το δικό του παράδειγμα σε ανάλογες συγκυρίες.

Εννοείται ότι αυτό δεν σημαίνει ότι διαγράφουμε την μνήμη, το πρόσφατο παρελθόν, την ιστορία.

Κι αυτό γιατί:

Ο Γ. Παπανδρέου 4 μήνες μετά τις εκλογές με τον πλέον ηχηρό τρόπο ακυρώνει τα όσα ο ίδιος έλεγε κι έπραττε τα τελευταία 3-4 χρόνια και φυσικά τα όσα έλεγε και υποσχέθηκε κατά την προεκλογική περίοδο.

Ταυτοχρόνως δικαιώνει όλους εμάς που δεν πειστήκαμε από τα όσα έπραττε, όσα έλεγε, όσα υποσχόταν. Ο Γ. Παπανδρέου με το σημερινό του διάγγελμα δικαιώνει όλους εμάς που δεν τον εμπιστευτήκαμε και δεν τον ψηφίσαμε στις 4 Οκτωβρίου.

Υποψιάζεται, φαντάζομαι, οτί εμείς ίσως είμαστε και οι πιο ισχυροί του σύμμαχοι σε μια πορεία σαν κι αυτή που περιέγραψε το βράδυ.

Εντάξει, χωρίζουν η Μενεγάκη κι ο Λιάτσος.

ΟΚ, είναι φυσιολογικό τα περιοδικά life-style, όπως επίσης και οι μεσημεριανές εκπομπές να δίνουν ρέστα -άλλωστε είναι η πρώτη φορά μετά από χρόνια που τους δίνεται η δυνατότητα να ασχοληθούν με πραγματικά κουτσομπολιά και αληθινές διασημότητες κι όχι με τις δηλώσεις του Γαλάτη ή της Αλεξανδράτου.

Φυσιολογικό κι αναμενόμενο και το ενδιαφέρον του κόσμου: Ο γάμος τους αποτελούσε για τον μέσο πολίτη ένα θετικο και αισιόδοξο σύμβολο.

Αυτό το κομμάτι το καταλαβαίνω.

Εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι οι αναλύσεις, τα σκωπτικά σχόλια, οι επιτιμήσεις, η δημιουργία και διακίνηση φημών από τα σοβαρά έντυπα, τους σοβαρούς δημοσιογράφους, τα σοβαρά ιστολόγια και ιστοτόπους. Αναλύσεις, σχόλια κι επιτιμήσεις που γίνονται με ένα συγκεκριμένο στιλάκι, δήθεν αποστασιοποιημένο, δήθεν αδιάφορο, βαθιά καθωσπρεπίστικο και ηθικιστικό.

Τουλάχιστον τα μεσημεριανάδικα και τα περιοδικά κομμωτηρίου μέσα στην αθλιότητα και την φτήνια τους δεν προσποιούνται. Αφήνουν τον κίτρινο ζόφο τους να στάζει από τις οθόνες και τις σελίδες;

Οι άλλοι;

Τι προσπαθούν να αποδείξουν με τον πομπώδη φαρισαϊσμό τους;

Τι προσπαθούν να αποδείξουν με την γελοία σύνδεση του διαζυγίου με την τηλεοπτική ή και με την οικονομική και πολιτική επικαιρότητα που επιχειρούν;

Ότι είναι έγκυροι;

Σοβαροί;

Αξιόπιστοι;

Διαφορετικοί;

Αφού το ξέρουμε: Τρέχουν κι αυτοί πίσω από τους άλλους μπας και αρπάξουν κάνα ξεροκόκκαλο για να το γλείψουν…

Είδα τον Πρωθυπουργό να μιλάει στο Συμβούλιο της Ευρώπης:

Σε άψογα αγγλικά ξεκίνησε από τον Παρθενώνα, την Ακρόπολη, την αρχαία αγορά, για να καταλήξει σε αυτό που μας καίει, να ζητήσει δηλαδή την βοήθεια των εταίρων μας στον καιρό της κρίσης.

Τι τα θέλετε; Απ’ το 1800 και δώθε οι αρχαίοι ημών μας ξελασπώνουν συστηματικά και κατ’ επανάληψιν.

Ότι εμείς δεν έχουμε, θα μου πείς.

Αλλά και γιατί να αποκτήσουμε, θα σου απαντήσω.

Τι να την κάνουμε την βαριά βιομηχανία, την αύξηση της παραγωγής, την βελτίωση των υπηρεσιών, όταν μια επίκλησης στο αρχαίο κλέος μας λύνει τα προβλήματα εδώ και δυο αιώνες;

Κάπως σαν τους αγρότες:

Γιατί να στραφούν σε νέες καλλιέργειες, να εκσυγχρονίσουν την παραγωγή, να οτιδήποτε, αφού μπορούν να κλείνουν τους δρόμους;

Συνεπώς, οι στίχοι του Γκάτσου δεν έχουν σαρκαστικό χαρακτήρα, αλλά διαπιστωτικόν, παραινετικόν και προτρεπτικόν -βαθύτατα εθνικόν, όπως θα συμπλήτωνε κι ο Μ. Χατζιδάκις:

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι

Εσύ φοράς τ’ αρχαία σου τα κάλλη

Και στις αρένες του κόσμου, μάνα μου Ελλάς

Το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

(500) Days of Summer

Γενικά χωρίζω τις ταινίες σε δυο μεγάλες κατηγορίες: Σε κείνες που μου αρέσουν -αν ρίξετε μια ματιά στην σελίδα Σινεμά, θα καταλάβετε ποιες πάνω-κάτω είναι αυτές- και σε κείνες που δεν μου αρέσουν -το 2001 Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ είναι ένα καλό παράδειγμα για αυτές.

(Παρεπιπτόντως και χωρίς πλάκα: Υπάρχει κάποιος, έστω ένας, που να κατάφερε να δει την Οδύσσεια του Διαστήματος ως τέλος και να του άρεσε πραγματικά; Κι όταν λέω κάποιος, ένας, εννοώ να είναι φυσιολογικός άνθρωπος. Ή τουλάχιστον στο περίπου…)

Όπως ίσως θα καταλάβατε το 500 Days of Summer δεν έχει καμιά σχέση με το 2001.

Εδώ τα πράγματα είναι απλά. Τα tagline της ταινίας είναι απρόσμενα κατατοπιστικά:

This is not a love story. This is a story about love.

Στην ταινία αυτή δηλαδή:

Boy meets girl. Boy falls in love. Girl doesn’t.

Ναι, η ιστορία είναι τόσο απλή: Ο Tom είναι ρομαντικός κι ευαίσθητος, μεγαλωμένος με τραγουδάκια της ανεξάρτητης βρετανικής σκηνής, απολύτως πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή θα γνωρίσει την μία, την μοναδική, την γυναίκα της ζωής του. Η Summer είναι πραγματίστρια, το κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μακριά μαύρα μαλλιά της, αλλά που τα έκοψε χωρίς να νιώσει τίποτα. Γνωρίζονται, την ερωτεύεται, γίνονται φίλοι, πηδιούνται, εκείνος νομίζει ότι τα φτιάξανε, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί η Summer είναι μια σκληρή, άσπλαχνη, ανελέητη,όμορφη και σέξυ γυναίκα, η οποία δεν πιστεύει στον έρωτα και δεν θέλει να κάνει σχέση. Ναι, το κορίτσι σε όλη την διάρκεια της ταινίας είναι ο κακός και μόνο στην προτελευταία σκηνή την βλέπουμε πίσω από τα προσωπεία που της φόρεσε ο Τομ.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, η ιστορία του Tom και της Summer ξεδιπλώνεται με συνεχή μπρος-πίσω, πλημμυρισμένη με γλυκιά -ζαχαρωμένη ενίοτε- βρετανική ποπ. Το Los Angeles είναι φωτογραφημένο με μοναδικό τρόπο, σε αποχρώσεις καραμελωμένου γκρι, που το καθιστούν οικείο αλλα και μακρινό ταυτόχρονα. Το εξαιρετικό σενάριο των S. Neustadter και M. H. Weber αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι σημασία δεν έχει τόσο η ιστορία καθεαυτή, αλλά ο τρόπος που την λέει κανείς.  Για την σκηνοθεσία του Marc Webb δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά: Μετά από αυτό το μικρό, ανεξάρτητο ταινιάκι, του ανατέθηκε να γυρίσει την νέα τριλογία του Spiderman. Οι δυο πρωταγωνιστές, o Joseph Gordon-Levitt και η Zooey Deschanel είναι γλυκύτατοι και πανέμορφοι. Προσέξτε και την μικρή Cloe Moretz, που παίζει την αδελφή και συμβουλάτορα στα ερωτικά του Tom -νομίζω ότι θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.

Saturday Night Blues

Ξύπνησα νωρίς το πρωί.

Καφές.

Και δουλειά / γράψιμο / διάβασμα. Καθαριότητα σπιτιού. Ψώνια στο σούπερμάρκετ. Μαγείρεμα. Πλυντήριο. Δουλειά. Άπλωμα ρούχων. Δουλειά. Χαλάρωμα γρατζουνώντας τον τζουρά. Δουλειά. Και δουλειά.

Και τώρα μπροστά στην οθόνη, σερφάροντας ανόρεχτα ξεζουμισμένος ψυχικά, σωματικά, διανοητικά…

Ουφ!

Νομίζω ότι ερωτεύτηκα για πρώτη φορά όταν ήμουν στην Α΄ Δημοτικού. Την λέγαν Κατερίνα και πήγαινε στην έκτη.  Την θυμάμαι ψηλή και λεπτή και τα καστανά μαλλιά της πιασμένα πίσω.  Ένα πρωί που με πήγαινε η γιαγιά μου στο σχολείο την συναντήσαμε και προχωρήσαμε μαζί. Έκανε πολύ κρύο, ήμασταν τυλιγμένοι σε χοντρά παλτά, τα χνώτα μας άχνιζαν και τα χέρια που κρατούσαν τις τσάντες είχαν κοκκινίσει από την παγωνιά. Η γιαγιά την ρώτησε αν αναπνέει μόνο από την μύτη επειδή έβγαλε τις αμυγδαλές κι εκείνη απάντησε «ναι». Παιζόταν να βγάλω κι εγώ τις αμυγδαλές μου εκείνη την περίοδο και η γιαγιά μου την ρωτούσε διάφορα για την επέμβαση –αν κρατάει πολύ, αν είναι δύσκολη, αν τρως πολλά παγωτά μετά– για να τ’ ακούσω και να μην φοβάμαι.

Έτσι όμως γνωριστήκαμε με την Κατερίνα.

Όταν την έβλεπα στα διαλλείματα με χίλιους δισταγμούς την πλησίαζα και την καλημέριζα. Θυμάμαι μια τέτοια μέρα που είπαμε γεια δίπλα στις βρύσες, χαμογέλασε. Και κατάλαβα τι σημαίνει ωραίο χαμόγελο. Ότι μπορεί να αγαπήσεις ένα χαμόγελο. Να θες να βυθιστεί όλη η ύπαρξή σου μέσα του. Να διαλυθεί, να χαθεί η υπόστασή σου στο τρίγωνο των χειλιών, της γλώσσας και των δοντιών.

Η Μαρία ήταν συμμαθήτριά μου στην Ε΄ Δημοτικού. Είχε μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια. Και ήταν πιο ψηλή από μένα. Τότε τα κορίτσια παίζαν μόνο με κορίτσια στα διαλλείματα και τα αγόρια μόνο με αγόρια, αλλά για λίγο καιρό καθίσαμε στο ίδιο θρανίο. Μου άρεσαν οι ζωγραφιές της: Στρογγυλά τραπεζάκια με κόκκινα λουλούδια στο βάζο. Προσπαθούσε η φουκαριάρα να μου δείξει πώς να τις φτιάχνω κι εγώ και πώς να γράφω με μικρούτσικα, καθαρά, ομοιόμορφα γράμματα το όνομά μου –μάταιος κόπος. Δυστυχώς χωρίζαμε όταν τελείωναν τα μαθήματα –η Μαρία έμενε μακριά από μένα.

Η Χρύσα όμως έμενε πολύ κοντά σε μας. Ήταν κι αυτή πιο ψηλή από μένα, αλλά με ξανθά φουντωτά μαλλιά και κάπως παχουλή. Η Χρύσα ερχόταν τα απογεύματα και τα πρωινά του Σαββάτου για να παίξουμε. Η γιαγιά μας έφτιαχνε ψωμί με λάδι και ζάχαρη για κολατσιό, αλλά εγώ κρατούσα πάντα απόσταση. Μερικές φορές δεν της μιλούσα καν…

Στην πρώτη Γυμνασίου έφευγα στα διαλλείματα και πήγαινα στο διπλανό σχολείο για να δω την Μαρία. Λέγαμε απλώς γεια, τίποτα περισσότερο, αλλά εμένα μου ήταν αρκετό. Γύριζα χαμογελαστός στο δικό μου σχολείο, μέχρι που η γνωριμία μας έσβησε εντελώς. Την ξανάδα όμως χρόνια αργότερα –Λύκειο ήμασταν; Μεγαλύτεροι;– και θυμάμαι ότι είχε γίνει μια πολύ όμορφη γυναίκα. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσα περήφανος.

Η Λίτσα ήταν συμμαθήτριά μου. Ψηλή, μελαχρινή, με μακριά δαχτυλιδωτά μαλλιά. Στην Δευτέρα Γυμνασίου, όταν η μέρα ήταν καλή όλα τα παιδιά στα διαλλείματα ανεβαίναμε στον λόφο της Κιάφας, που τότε ακόμα δεν είχε οικοδομηθεί και παίζαμε. Πολλές φορές όμως εγώ με την Λίτσα ξεμέναμε. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα στο πεζουλάκι, στην πίσω αυλή του σχολείου, που ήταν ανήλιαγη και χωρίς κόσμο και μιλούσαμε.

Η Λίτσα με φρόντιζε. Μια φορά, είχε πια καλοκαιριάσει, δίπλωσε τα μανίκια από το κοντομάνικο μπλουζάκι μου μέχρι πάνω στους ώμους.

«Τώρα είσαι πιο ωραίος», μου είπε.

«Ναι, αλλά δεν έχω μπράτσα για να φαίνονται».

«Γιατί, ο Βασίλης κι ο Μιχάλης που τα μαζεύουν έχουν;» ήταν η απάντησή της. Αποστομωτική μεν, δεν με έπεισε δε. Ίσως γιατί είχα από τότε μια αντικειμενική εικόνα του εαυτού μου, με τα λεπτά σαν οδοντογλυφίδες χέρια μου, και μια ακόμα αντικειμενικότερη αίσθηση της γελοιότητας. Κι έκτοτε τα μανίκια μου είναι πάντα κατεβασμένα.

Ένα απόγευμα, καλοκαίρι, τα σχολεία κλειστά, είχαμε μαζευτεί πολλά παιδιά στην παιδική χαρά που ήταν στη γειτονιά μας και παίζαμε. Ξαφνικά, ενώ ήμασταν πίσω από ένα πεύκο –κρυφτό παίζαμε;– η Λίτσα με φίλησε στο μάγουλο. Ένα απλό φιλί: Τα χείλια της ήταν στεγνά και ίσα που ακούμπησαν στο χνούδι μου. Όμως για ώρα, για μέρες, ένιωθα κάτι να κουβαλάω εκεί και που δεν τολμούσα να το απομακρύνω με την παλάμη μου. Κάτι να με έχει σφραγίσει…

Σφιγμένος μέσα στο μπλε πουκάμισο ανεβοκατεβαίνω σκαλιά κι από γραφείο σε γραφείο.

Χαμόγελα και απαραίτητες συνεννοήσεις. Δάχτυλα στο πληκτρολόγιο, ήχοι τηλεφώνου, βήματα, κουβέντες, μυρωδιές από ψημένα τοστ, εκτυπώσεις, διορθώσεις της τελευταίας στιγμής, προγραμματισμοί και υποσχέσεις ότι “θα τα πούμε”. Προσπάθεια να συγκεντρωθώ.

…Και υπόγεια, να τo μυστικό soundtrack, της άλλης μου ζωής.

Bored to Death

Αυτό το σήριαλ μου έκανε εντύπωση από την στιγμή που είδα την διαφήμιση σε ένα newsletter του HBO. Και το tagline έγραψε μέσα μου: Α noir-rotic comedy.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με τον κεντρικό χαρακτήρα, τον Jonathan Ames, ένα τριαντάρης συγγραφέα που αδυνατεί να ολοκληρώσει το δεύτερο βιβλίο του, να χωρίζει από την φίλη του. Η Suzanne τον εγκαταλείπει γιατί πίνει πολύ και καπνίζει πάαααρα πολλους μπάφους. Ο Jonathan πάνω στην κατάθλιψή του στέλνει μια αγγελία σε κάποια ιστοσελίδα, όπου αυτοσυστήνεται ως ερασιτέχνης ντετέκτιβ και ζητά πελατεία. Τον Jonathan πλαισιώνουν δύο ακόμα χαρακτήρες: ο Ray, ο κολλητός του, γράφει και σχεδιάζει κόμιξ, και ο George, ο εκδότης ενός περιοδικού, στο οποίο γράφει κατά καιρούς.

Δημιουργός του σήριαλ είναι ο Jonathan Ames -μπερδευτήκατε;

Ο Ames δεν είναι μόνο συγγραφέας κι ο ίδιος, αλλά μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της σύγχρονης νεοϋορκέζικης τέχνης: Έχει πειραματιστεί με την ηθοποιία κι έχει συμμετάσχει κι ο ίδιος σε θεατρικές off-Broadway παραστάσεις κι ακόμα στο σινεμά και την τηλεόραση. Κι ακόμα είναι μποξέρ και διοργανωτής του διαγωνισμού για την ανάδειξη του πιο φαλλόμορφου κτηρίου του κόσμου!

Τώρα, με το Bored to Death δημιουργεί ένα σήριαλ, όπου μπερδεύει την συγγραφική του ιδιότητα και την δημόσια περσόνα του σε κάτι εντελώς καινούργιο, το οποίο, όπως παρατηρεί η Nancy Franklin στον New Yorker έχει να κάνει με το εγώ του χωρίς να είναι εγωιστικό. Η ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται πληκτική κι ο Jonathan της οθόνης είναι αδέξιος και μάλλον ανίκανος να επικοινωνήσει συναισθηματικά με τους άλλους. Η αγγελία στο internet είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει μια δίοδο στην πραγματική ζωή και το ντετεκτιβιλίκι το μέσο για να νιώσει κάτι από την ένταση και το σασπένς, το coolness των μυθιστορηματικών ιδιωτικών αστυνομικών που λατρεύει -ένα χιλιοδιαβασμένο αντίτυπο του Αντίο, γλυκεία μου του R. Chandler τον συντροφεύει σε κάθε του κίνηση.

Το σήριαλ δεν είναι γυρισμένο στο Μανχάταν, το οποίο τόσο συχνά το βλέπουμε στις μικρές και μεγάλες οθόνες μας, αλλά στο Brooklyn, το οποίο έχει επίσης φανατικούς εραστές -θυμηθείτε ότι ογνωστός μας Paul Auster μένει εκεί και τα μυθιστορήματά του συνήθως διαδραματίζονται σε αυτό, όπως και το Smoke του οποίου ήταν σεναριογράφος. Και πολύ μου αρέσει όπως το φωτογράφησαν: To Brooklyn στο BTD είναι πολύχρωμο, φιλικό, οικείο, ζεστό, προσιτό σε όλους μας.

Η τριάδα των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετική: Ο Jason Schwartzman παίζει τον Ames -τον θυμάστε στο Rushmore και το Darjeeling Limited του Wes Anderson; Ο Zach Galifianakis -χρειάζεται να θυμίσω το καλοκαιρινό Hangover- τον κομίστα φίλο και το φοβερός και τρομερός Ted Danson τον εκδότη (αυτός τα τελευταία χρόνια ανέβηκε τόσο ή ήταν πάντα και εγώ δεν το είχα πάρει χαμπάρι;)

Συνοψίζοντας: To Bored to Death είναι ένα από τα πιο έξυπνα και πιο διασκεδαστικά σήριαλ των τελευταίων ετών και είναι απολύτως λογικό που το ΗΒΟ το ανανέωσε για δεύτερο κύκλο. Ψάξτε το και θα με θυμηθείτε…

Για να διαπιστώσει κανείς το μέγεθος της αποτυχίας όλων μας -πολιτών και πολιτείας- δεν χρειάζεται να πιάσει τα μεγάλα θέματα. Φαίνεται ανάγλυφα και στα πιο μικρά, τα καθημερινά.

Ένα εξάμηνο μετά την ισχύ του νόμου για την απαγόρευση του καπνίσματος κανένας και πουθενά δεν τον εφαρμόζει. Από το κέντρο της Αθήνας ως το πιο ακριτικό χωριό, σε καφενεία, ταβέρνες, μπαρ, βιβλιοπωλεία, ξενυχτάδικα, παντού όσοι θέλουν καπνίζουν αβέρτα και χωρίς πρόβλημα*.

Τι σημαίνει αυτό;

Το συζήτησα με φίλους που έχουν μαγαζιά και απλούς θαμώνες και όλοι καταλήγουν ότι φταίει ο νόμος.

“Εμένα μου επιβάλλει να ρίξω ένα σωρό λεφτά εν μέσω κρίσης για να έχω και καπνιστές ειδάλλως μου το απαγορεύει εντελώς, ενώ στον απέναντι, που έχει μικρή αίθουσα, αλλά έκλεισε και όλη την πίσω αυλή, του το επιτρέπει -τι να κάνω;”

Είναι το ένα επιχείρημα, και το άλλο:

“Μα δεν μπορεί να μετατρέπει τον επιχειρηματία σε αστυνόμο που είτε θα δυσαρεστήσει τον πελάτη αναγκάζοντάς τον να σβήσει το τσιγάρο είτε θα του επιβάλει το πρόστιμο…”

Καθώς όμως τρώγαμε τις προάλλες σε ένα μικρό, πολύ μικρό εστιατόριο στα Ζαγόρια, που χωράει – δεν χωράει 4 τραπέζια, κι έβλεπα τους καπνίζοντες θαμώνες να ανάβουν τις τσιγαρούμπες τους τη μια μετά την άλλη και τα παιδάκια να τριγυρίζουν μέσα στην αιθάλη, ανάμεσα στα τραπέζια μας, συνειδητοποίησα ότι ειδικά για ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να φταίει πάλι ο απρόσωπος νόμος.

Όχι.

Φταίει η γαϊδουριά που προσωποποιείται στον καθένα από μας που ανάβει το τσιγάρο του χωρίς να σέβεται τον διπλανό του, γιατί έτσι γουστάρει, έτσι την βρίσκει, έτσι διασκεδάζει, έτσι νιώθει, έτσι θέλει.

Ναι, η μη εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του καπνίσματος αποδεικνύει ότι δεν είμαστε ούτε επαναστάτες, ούτε ανήσυχοι, ούτε μάγκες, ούτε ανηπάκουοι, ούτε εξεγερμένοι, ούτε ανυπότακτοι.

Όχι, είμαστε απλώς γαϊδούρια.

————————————

*Εξαίρεση φυσικά τα Starbucks, στα οποία από τότε που άνοιξαν ποτέ και κανένας δεν διανοήθηκε να καπνίσει εκεί -ενδιαφέρον, έτσι;

Αυτή η ανάρτηση θέλει να πει ό,τι λέει ένα ξεχασμένο τραγουδάκι του Δ. Σαββόπουλου:

Στην καθημερινή μας ήττα

Σ’ αυτό το σήριαλ που τραβάει

Και ξάφνου

Οι τρεις εύζωνοι

Λάμποντας μεσ’ τον ουρανό τους

Μέρες προπάντως σαν κι αυτές:

Δεν ξεπερνούν τον διπλανό τους

Μα τον εαυτό τους

Οι τρεις εύζωνοι

Κι όλοι εμείς μέσα στη ζάλη

Με μια θολή προοπτική

Να η σημασία

Των τριών ευζώνων

Ξέρω ότι στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας, αν πάει προς τα κει η κουβέντα, θα αναφερθουμε στην ανοησία και την αφέλεια των παιδιών για να εξηγήσουμε την στάση τους. Και πράγματι κάπως έτσι είναι: Πρέπει να έχεις κάτι από κείνη την θεία αφέλεια και την ανοησία για μην αφήνεις το πόστο σου σε μια “κοινωνία” που καθημερινά ασκείται στον κωλοπαιδισμό και την ασέβεια. Γιατί, ακόμα κι αν δεν κινδύνευε πραγματικά η ζωή και η σωματική τους ακεραιότητα, θυσιάσανε λίγη ώρα λούφας και χαβαλέ για να κάνουν το καθήκον τους, πράγμα αδιανόητο για μας τους υπόλοιπους. Αλλά φαίνεται ότι ο μπαρμπα-Γιάννης είχε δίκιο: Πάντα θα υπάρχουν κάποια μόρια μαγιάς -το θέμα είναι αν αρκούν για να γονιμοποιήσουν την σάπια ζύμη.

ΥΓ: Δεν είναι τυχαιο που οι τρεις εύζωνοι είναι παιδιά 19-21 ετών.

Πιθανόν ούτε ότι κατάγονται από επαρχιακές πόλεις…

Τα βασικά τα έχουμε ξαναγράψει, οπότε απλώς συμπληρώνω:

Την Παρασκευή ο Harrison Ford σε συνέντευξή του επιβεβαίωσε παλιότερες φήμες ότι ο George Lucas έχει βρει την κεντρική ιδέα της ταινίας, την οποία χαρακτήρισε crazy but great. Έτσι λοιπόν το σενάριο γράφεται και το project είναι σε προτεραιότητα από όλους τους συντελεστές, γιατί όπως είπε χαρακτηριστικά: “Δεν νομίζω ότι θα γυρίσω το επόμενο σε καθισμένος σε καρότσι”.

Κι αφού όλοι οι εμπλεκόμενοι (George Lucas, Steven Spielberg, Harrison Ford, Shia Lebouf) ο ένας μετά τον άλλον επιβεβαίωσαν ότι η νέα συνέχεια ετοιμάζεται, νομίζω μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι ταινία, αν τελικά γυριστεί, θα είναι στα σινεμά το 13 ή το 14. Καλά νά ‘μαστε…

ΥΓ Ξέρω ότι πολλοί θα ξεφυσήσετε, θα στραβώσετε, θα πείτε ωχού, έλα μωρέ ή όχι άλλο κάρβουνο, γι’ αυτό τις επόμενες μέρες θα ανεβάσω δυο λόγια περί Indiana Jones ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε πιο συνολικά εκεί.

Χτες το βράδυ γυρίζοντας στο σπίτι, έβλεπα σκοτεινά τα σπίτια και τους δρόμους: Τα φωτάκια είχαν βγει από τα παράθυρα, τα μπαλκόνια και τις κολώνες. Πού και πού έβλεπες κάποιον ξεθυμασμένο Αγιοβασίλη να φωσφορίζει, αλλά αυτός δυσφορία προκαλούσε χαλώντας το σκοτάδι της ρουτίνας.

Συννεφιά, αέρας, μουσκεμένοι δρόμοι κι εγώ να σκέφτομαι επανόδους, τράπεζες, προθεσμίες και λογαριασμούς, προγραμματισμούς και προγράμματα, αναθέσεις, εργασίες, διορίες.

Νύχτα Παρασκευής, 8 Ιανουαρίου.

Μα πότε πέρασαν κιόλας οι γιορτές;

Κι απ’ την άλλη:

Πόσο περισσότερο να κρατήσουν;

Στο σπίτι άνοιξα τον υπολογιστή για να δω τα e-mail μου. Εντάξει, είμαι αρρωστάκι, αλλά κι εκείνοι που μου γράψανε περιμένοντας απάντηση;

Αλλά όχι, δεν τους απάντησα.

Τριγύρισα για λίγο στο σπίτι, σκάλισα το τζάκι, κατέβασα κάποια βιβλία και τα ξεφύλλισα.

Να σας πω την αλήθεια, οι γιορτές αμηχανία μου προκαλούν: Πολλοί άνθρωποι με στάνταρ, προκαθορισμένο αίσθημα και χαμόγελο στο πρόσωπο. Ευχές, δώρα, συνάξεις -όλα απαιτουνε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Λίγο να παρεκκλίνει κανείς, γίνεται η γκρίζα τρύπα της γιορτής. Ο μονόχνωτος άνθρωπος υποφέρει. Πρέπει να βγει εντελώς έξω από τις συνήθειές του, να αλλάξει τους τρόπους του, να αναποδογυρίσει τον εαυτό του, ώστε να ταιριάξει και -αν μη τι άλλο- να μην στεναχωρήσει τους ανθρώπους του. Γι’ αυτό και το άγχος πριν τις γιορτές και η ανομολόγητη ανακούφιση, όταν αυτές τελειώνουν.

Αλλά, ξέρετε, μονόχνωτος δεν σημαίνει ντε και καλά ανεόρταστος. Γι’ αυτό κι εκείνος, εγώ, βλέποντας την γωνιά που προχτές φώτιζε το δέντρο σκοτεινή, ξεστομίζει μαζί με όλους την πιο χαζή, την πιο αφελή ερώτηση.

Αυτήν που κρύβει όλη την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης…

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλός μουσικός.

Η παρακαταθήκη που άφησε πίσω του έχει νόημα και σημασία για μας.

Σήμερα.

Που μοιάζουμε να σερνόμαστε από δω κι από κει χωρίς ραχοκοκαλιά, χωρίς ρίζα και προορισμό. Άδειοι και ζοφεροί στον χαβαλέ που ζούμε και προσδοκούμε.

Κι αν το παράδειγμά του ξεθωριάζει όσο περνάει ο χρόνος και περνά στο περιθώριο.

Κι αν η μουσική του, η μουσική από την φύση της δηλαδή, άυλη και αέρινη, μπορεί κανείς εύκολα να την αγνοήσει και να την προσπεράσει.

Ο λόγος, ο λόγος του, έχει ένα βάρος, την σωματικότητα, που σε αναγκάζει να σταθείς και μπορεί να λειτουργήσει παιδευτικά και υποδειγματικά.

Γι’ αυτό και η σύντομη αναφορά στα βιβλία του. Όχι βέβαια ότι ένας λαός, μια πατρίδα, μπορούν να αλλάξουν και να σωθούν από μερικά βιβλία. Αλλά κάποιοι άνθρωποι, ναι, μπορούν.

Ίσως δηλαδή.

Μυθολογία / Μυθολογία Δεύτερη

Μυθολογία είναι ο τίτλος του πρώτου κύκλου τραγουδιών που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος στα μέσα του ’60. Τον ίδιο τίτλο χρησιμοποίησε ο συνθέτης και για τις δυο ποιητικές του συλλογές που κυκλοφόρησε το 1966 και το 1980 –σήμερα κυκλοφορούν σε έναν τόμο. Και είναι λογικό, αφού ο Μ. Χατζιδάκις πάνω απ’ όλα, πάνω κι από συνθέτης, κατασκευαστής μύθων ήταν –αλλά γι’ αυτό, άλλη φορά.

Τα ποιήματα του Χατζιδάκι φέρουν έναν κοσμοπολίτικο αεράκι και την γλυκιά μελαγχολία και την επαναστατικότητα της Εποχής των Παιδιών των Λουλουδιών. Μπορεί ο ίδιος να αυτοτοποθετούνταν στη γενιά του ’40 –κι εκεί ανήκει από πολλές απόψεις– αλλά η ποίησή του ελάχιστα θυμίζει τους υπερρεαλιστές φίλους του. Η θάλασσα, για παράδειγμα, όπου υπάρχει, δεν είναι η γαλανή και φωτεινή του Ελύτη, αλλά ομιχλώδης και σκοτεινή. Με άλλο λόγια, ο Χατζιδάκις μας δείχνει μια διαφορετική Ελλάδα. Κι έναν διαφορετικό ελληνικό τρόπο.

Χειρόγραφη οδηγία του Μ.Χ. για την ανάγνωση της "Μυθολογίας" του

Πέρα από αυτά, μη μου ζητάτε να κρίνω τον Μ. Χατζιδάκι σαν ποιητή –δεν κατέχω και πολλά από ποίηση. Εξάλλου δεν είναι εκεί το θέμα. Δεν διαβάζει κανείς την ποίηση του Χατζιδάκι για να ανακαλύψει έναν μείζων ποιητή, αλλά για να γνωρίσει, όπως το έθετε ο ίδιος, έναν νέο αλλοτινών καιρών.

Μπορώ να σας πω ότι ήταν εξαιρετικός στιχουργός. Και κάποια στιγμή θα πρέπει να συγκεντρωθούν σε έναν τόμο οι στίχοι που έγραψε, για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε ολοκληρωμένη εικόνα και γι’ αυτή του την πλευρά. Κάποια ποιήματά του όμως μελοποιήθηκαν από τον Ν. Μαυρουδή (Το παιδί της γης) και τον Στ. Ξαρχάκο (Αγάπη ειν’ η ζωή).

Τα Σχόλια του Τρίτου

Είναι το πιο διάσημο βιβλίο του. Εδώ υπάρχει, ανάμεσα στα άλλα, και η διάσημη απόφανσή του για το πρόσωπο του τέρατος, που τόσο συχνά συναντώ στο μπλογκοχώρι.

Το βιβλίο είναι μια ανθολογία των κειμένων που διάβαζε ο Χατζιδάκις τις Κυριακές στο Τρίτο Πρόγραμμα τον καιρό που ήταν διευθυντής του. Συνήθως ξεκινάν από την επικαιρότητα της εποχής –ή κάποια επικαιρότητα, τέλος πάντων– για να καταλήξουν σε πιο γενικά –και πιο οδυνηρά– συμπεράσματα για την Ελλάδα εκείνης της εποχής, αλλά και την σημερινή.

Χιούμορ, αυτοσαρκασμός και σκανταλιάρικη διάθεση από τη μια και από την άλλη βαθιά τομή στην ημετέρα νοοτροπία. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, μέρες που είναι τα όσα γράφει για τον εορτασμό των Χριστουγέννων:

Ιδιαίτερα στον τόπο μας, τα Χριστούγεννα γίνανε μέρες συναλλαγής και αυτοϊκανοποίησης. Ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή παράσταση. Αν είχαμε και λίγο περισσότερο χιόνι, ω τότες τα πράγματα θάσαν καλλίτερα.

Η γέννηση του Χριστού παραμένει πια μια επέτειος άγονη και χωρίς αίσθημα. Έχει για πάντα ξεχαστεί το αποτέλεσμα αυτής της μοναδικής γέννησης, που φώτισε και θεμελίωσε τον κόσμο μας μοναδικά, με αίσθημα κι αγάπη.

Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι

Το αγαπημένο μου.

Εδώ έχουν συγκεντρωθεί οι δημόσιες παρεμβάσεις του: Ομιλίες, συνεντεύξεις, κείμενα που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά. Όλα, επιβεβαιώνουν τον τίτλο διττά:  Καθρέφτης του ίδιου του Χατζιδάκι, αλλά και του τόπου και του καιρού του. Μαχαίρι που τέμνει τον ίδιο, αλλά και τον τόπο και τον καιρό του.

36 κείμενα για τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη και για το ρεμπέτικο, την μουσική του ’80, το βιβλίο και την ανάγνωση, τους αναρχικούς και την πολιτική πραγματικότητα και αθλιότητα.

Και δεν χρειάζεται ντε και καλά να συμφωνεί κανείς με τις απόψεις του Χατζιδάκι. Το αντίθετο. Ωφελείται εκείνος που θα μπει στην διαδικασία να διαφωνήσει μαζί του. Να δει τα κριτήρια του Χατζιδάκι και τα αποτελέσματα στην σκέψη του και να αντιπαραβάλει τα δικά του –τι γόνιμη διαδικασία!

Κι επειδή υπάρχουν πολλά κείμενα και συνεντεύξεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στον τόμο αυτό –για παράδειγμα το περίφημο κείμενό του για τον Νεοναζισμό– είναι απαραίτητο να εκδοθεί παράρτημα που θα τα συμπεριλαμβάνει όλα.

Older Posts »