Οι Δαιμονισμένοι ήταν το πρώτο έργο του Ντοστογιέφσκι -το πρώτο έργο Ρώσου- που διάβασα. Αγαπούσα και αγαπώ πολύ -υπερβολικά, ναι, το δέχομαι- τους αμερικανούς, αλλά ήταν μια περίοδος που είχα κουραστεί από την συνεχή μελέτη της υπερατλαντικής λογοτεχνίας και ήθελα να διαβάσω κάτι καινούργιο. Διαφορετικό.
Ήμουνα φοιτητής στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων. Οι συνάδελφοί μου δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για την λογοτεχνία ή τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, το δοκίμιο -δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το διάβασμα γενικώς.
Ήμουν κλειστός. Δικαιολογημένα ως ένα βαθμό: Μια φορά που με είδαν μερικοί συμφοιτητές να κρατάω το Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων του Μάρκες άρχισαν να μου κάνουν πλάκα. Πλάκα τόσο παιδιάστικη και χοντροκομμένη που δεν μπορούσα παρά να την υποστώ με ένα παγωμένο χαμόγελο.
Κλειστός.
Τα πρωινά του Σαββάτου τα πέρναγα συνήθως στη «Δωδώνη». Η «Δωδώνη» ήταν τότε το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο στα Γιάννενα και μπορούσε χαλαρά να συγκριθεί με οποιοδήποτε αθηναϊκό. Πλήρες βιβλιοπωλείο, γεμάτα ράφια, πλούσια συλλογή, ζεστή ατμόσφαιρα. Και τα πρωινά του Σαββάτου μάζευε συνήθως τις ίδιες φάτσες. Από ένα σημείο και μετά γνωριστήκαμε και αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε και μερικές κουβέντες.
Στη «Δωδώνη» ένα σαββατιάτικο πρωινό στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 κατευθύνθηκα από τα ράφια των Αμερικανών στα ράφια των Ρώσων. Το έψαξα το πράγμα, το σκέφτηκα και λιγάκι και κατέληξα στους Δαιμονισμένους. Πήρα τον Α΄ τόμο της μετάφρασης του Άρη Αλεξάνδρου.
Κι έμεινα μαλάκας.
Όχι, ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι για μένα ούτε βαρύς, ούτε δύσκολος, ούτε ερμητικός, ούτε σκοτεινός. Ο Ντοστογιέφσκι είναι εκεί και συχνά ξαναδιαβάζω τα έργα του από τότε, χωρίς να τα έχω χορτάσει.
Πρόσφατα είδα στα ράφια της Πολιτείας ένα μαύρο τούβλο. Κόκκινα γράμματα: Φιοντορ Ντοστογιέφσκι, Οι δαιμονισμένοι, εκδόσεις Ίνδικτος. Το ξεφύλλισα: Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου, σελίδες: 1262, η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, όπου αναγγέλλεται η πρόθεση του Ινδίκτου να εκδώσει τα άπαντα του συγγραφέα, κι επίμετρο με βιογραφικά κείμενα, αποσπάσματα από το Σημειωματάριο του Συγγραφέα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.
Δεν είναι εύκολο να μεταφράσεις Ντοστογιέφσκι. Η γλώσσα, η κουλτούρα, η εποχή, το μέγεθος -αλλά και ο μύθος- του συγγραφέα, δυσκολεύουν τη δουλειά του μεταφραστή. Κι ο Έλληνας αναγνώστης ευτύχησε να έχει στη διάθεσή του τις εξαιρετικές μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και μπορεί να προσεγγίσει το κείμενο (κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς η μετάφραση του ντοστογιεφσκικού έργου έχει γνωρίσει μεγάλες περιπέτειες σε άλλες γλώσσες). Αλλά, όπως και να το κάνουμε η περιπέτεια της ανάγνωσης, και μάλιστα έργων τόσο πολυεπίπεδων και σύνθετων, όσο του Ντοστογιέφσκυ, δεν μπορεί να σταματά σε μια μετάφραση, όσο σημαντική κι αν είναι. Έχω δει και άλλες μεταφράσεις των έργων του Ντοστογιέφσκι όλα αυτά τα χρόνια, αλλά άνετα τις προσπερνάς. Η δουλειά που έχει αξιώσεις φαίνεται και μαγνητίζει το βλέμμα. Πήρα το δεύτερο αντίτυπο της στοίβας και πήγα στο ταμείο.
Ναι, ο Ίνδικτος εγκαινιάζει με ένα εξαιρετικό βιβλίο μια σειρά που θα αποτελεί την πρώτη επιλογή του νέου αναγνώστη που θέλει να διαβάσει Ντοστογιέφσκι: Η έκδοση είναι μοντέρνα, καλαίσθητη, εύχρηστη, καλό χαρτί, ευανάγνωστοι χαρακτήρες, βοηθητικά κείμενα -όλα όσα θέλουμε να έχουν οι ιστορικές μεταφράσεις της σειράς του Γκοβόστη και δεν έχουν.
Βέβαια υπάρχει κι ένα αρνητικό: Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιλέγεται σαν τίτλος η μετοχή Δαιμονισμένοι και ότι το ουσιαστικό Δαίμονες, που είναι το σωστό. Μπορεί να είναι καθιερωμένο, ο κόσμος έτσι να το ξέρει, αλλά δεν παύει να είναι μια παρανόηση, μια αλλοίωση, μια διαστρέβλωση της οπτικής του συγγραφέα. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η μεταφράστρια και ο εκδότης δεν κάνανε το μισό παραπάνω βήμα, που φαντάζει και τόσο αυτονόητο.
Θα το διαβάσω και θα τα ξαναπούμε.


Καλή ανάγνωση!
Θα αναμένω σχόλια και μετά απ’ αυτήν.
Για την τελευταία παρατήρηση πιστεύω πως στην Εισαγωγή θα βρείτε μιαν απάντηση.
Σε κάθε περίπτωση θα είναι χαρά μου να το συζητήσουμε.
Σας ζηλεύω!
Αγαπητέ μου κυρ Μανουήλ, πρώτα ο Θεός και θα συζητήσουμε κι όχι μόνο για τους Δαιμονισμένους. Αλλά γιατί με ζηλεύετε;
Σας ζηλεύω αγαπητέ μου γιατί την χαρά και την τέρψη της ανάγνωσης του συγκεκριμένου κειμένου την έχω πλέον χάσει. Το γιατί μάλλον ανήκει σε άλλη συζήτηση.
Ίσως όταν έρθει η στιγμή να πούμε και τα υπόλοιπα.
Σας ευχαριστώ!
Πω πω, τι μου θύμισες! Η “Δωδώνη”, το βιβλιοπωλείο-κόσμημα των φοιτητικών μας χρόνων! Δεν το επισκέφτηκα την τελευταία φορά που ανέβηκα Γιάννενα (το καλοκαίρι που μας πέρασε). Υπάρχει ακόμα;;;
Όχι. Ή μάλλον δεν υπάρχει έτσι όπως το ξέραμε. Παρακμή -τι να σου λέω τώρα.
Πότε σπούδασες στα Γιάννενα; Σε ποια σχολή;
Φιλολογία, αρχές δεκαετίας 90. Ωραίοι καιροί για τα Γιάννενα…
Κατά πάσα πιθανότητα θα γνωριζόμαστε, φατσικά, καθώς λένε