Ο Κώστας Πίκινος ήταν ιδιοκτήτης μιας ταβέρνας στην περιοχή του Θησείου, γνωστής με το όνομα “Η Μπύρα του Πίκινου” -σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κουνάδη (Ελευθεροτυπία, 5 Απρ. 1998 ) το κτίριο υπάρχει ακόμα. Το 1933 ο Πίκινος δολοφονήθηκε από θαμώνες του μαγαζιού του για ασήμαντη αφορμή. Ο Κώστας Ρούκουνας ή Σαμιωτάκης, ο οποίος εργαζόταν εκεί, ήταν παρών στο φονικό, όπως και ο Κ. Τζόβενος. το 1935 ο Ρούκουνας ηχογράφησε το ομώνυμο τραγούδι:
Μεσ’ το Θησείο βρε παιδιά στου Πίκινου τη μπύρα
γλέντησε όλος ο ντουνιάς, Πειραίας και Αθήνα.
Άντρες – γυναίκες λέγανε “πάμε παιδιά να πιούμε
στου φίλου μας του Πίκινου και να ξημερωθούμε”.
Λέγανε “πά’ ν’ ακούσουμε σαντούρι το Γιαννάκη
και τραγουδάκια όμορφα από το Σαμιωτάκη”.
Τώρα, καημένε Πίκινε, ούτε μια παλιοτέντα
δεν έμεινε στη Μπύρα σου για μια παλιοκουβέντα.
Ξύπνα, καημένε Πίκινε, από το μαύρο χώμα
κι έλα να δεις τους φίλους σου που σε θυμούνται ακόμα.
Οι φίλοι σου, βρε Πίκινε, για σένανε μιλούνε
πως άδικα σε σκότωσαν και μέσα τους πονούνε.
Σύμφωνα με τον Κουνάδη ο Ρούκουνας έγραψε κι άλλο τραγούδι για τον φόνο του Πίκινου με τίτλο “Στη μπύρα του Πίκινου”, που το ηχογράφησε την ίδια χρονιά.
Το τραγούδι αυτό γνώρισε δυο επανεκτελέσεις: Κατ’ αρχήν με τον ίδιο τον Ρούκουνα, τη δεκαετία του ‘70, οπότε επανεμφανίστηκε και στα πάλκα. Το τραγούδησε το 1975 και ο Γιώργος Νταλάρας στο δίσκο 50 χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι -μια επική ερμηνεία τεσσεράμιση λεπτών, από τις καλλίτερες στιγμές της καριέρας του.
Ο Ρούκουνας έχει διηγηθεί πώς έγινε το φονικό στον Τάσο Σχορέλη και τον Μίμη Οικονομίδη. Αντιγράφω από τις σελίδες 23-25 του βιβλίου Ένας ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας (Σαμιωτάκι). Η ζωή του. Η εποχή του. Τα τραγούδια του (Αθήνα 1974):
Έτσι πήγαινε το πράμα μέχρι το τέλος του 31, πάνω κάτω, σαν έγινε το μεγάλο κακό στου Πίκινου.
Η κομπανία ήμασταν ο Τζόβενος, εγώ και βιολί ο Γιώργος Κερατζόπουλος. Ο ναύτης είχε φύγει.
Έγινε, θυμάμαι, μια φασαρία με τα όργανα. Ήτονε μια παρέα και τους παίζαμε. Αυτοί θά ‘σαν 5 – 6 νομάτοι, σοβατζήδες. Παίζαμε λοιπόν και τότε ήντουσαν τα τάλιρα και τους είχαμε πάρει μέχρι 135 δραχμές όλο γαζέτα τάλιρα. Πιάσαμε από νωρίς, αλλά του Πίκινου το μαγαζί ήτονε ανοιχτό μέχρι πρωίας. Πολλές φορές 7 και 8 το πρωί και παίζαμε ακόμα. Όχι πάντα, αλλά λάχαινε. Εγώ ήμουνα, τότες, μόνος τραγουδιστής, το οποίον κουραζόμουνα τόσο πολύ. Έλεγα και εκατό μανέδες τη βραδιά, γιατί είχε πιάσει τόσο πολύ το μοτίβο αυτό.Και τότες λοιπόν, που λες, αυτή η παρέα εφόσον παίζαμε τόσες ώρες αυτουνών ζήταγε συνέχεια τραγούδια.
Αλλά κατά τις 11 με 12 άρχιζε ο κόσμος να μαζεύεται και να γεμίζει το μαγαζί.
Ε αρχίσαμε σιγά – σιγά να παίζουμε και για τους άλλους και παραπονιούνταν οι σοβατζήδες. Εκεί όμως ήσαν όλο παραγγελίες.Ο ένας ήθελε το ένα κι ο άλλος το άλλο και λέγαμε με τη σειρά. Αυτοί αρχίσανε τότες να βρίζουν και φωνάζουν το γκαρσόνι και του λένε:
-Ρε τους πούστηδες, γιατί δεν μας παίζουν εμάς; Πες του σαντουριέρη να ‘ρθει κοντά μας.
Ο Δράκος όμως, το γκαρσόνι, είχε πάρει χαμπάρι έναν απ’ αυτουνούς πού ‘χε βγάλει μια σούστα γερμανική, την είχε ανοίξει και την είχε βγάλει απ’ όξω. Και πιάνει λοιπόν και του λέει του Πίκινου:
-Κώστα, αυτή η παρέα βρίζει πολύ τα όργανα κι έχουνε βγάλει κι ένα σουγιά. Μου φαίνεται πως θα γίνει φασαρία.
Πάει ο συχωρεμένος ο Πίκινος και τους λέει:
-Ε ρε παιδιά, τι συμβαίνει;
-Τίποτα, ρε Κώτσο. Να τα όργανα θέλουμε να μας παίξουνε κάνα κομματάκι γιατί τέλος πάντων είμαστε από νωρίς εδώ χάμου και δεν μπορεί να μας ρίχνουν εμάς και να παίζουν για άλλους.
Τους απαντάει:
-Όση ώρα ήσασταν σεις μόνο έπαιζαν για σας αλλά τώρα άρχισε ο κόσμος να μπουκάρει. Όλους θα κάνουν τα κέφια. Κάντε υπομονή και θα σας παίξουν. Αλλά δε μου λες εσύ, δώσε μου τον σουγιά που ‘χεις στην τσέπη σου. Για πες μου γιατί τον έχεις ανοιχτό;
-Α να κάτι φρούτα κόψαμε και τον έβαλα εκεί, του λέει αυτός.
Πήρε το λοιπόν, ο Πίκινος τον σουγιά, τον έκλεισε και τον έβαλε στο συρτάρι και του λέει του Χ/να, έτσι τον λέγανε, ότι άμα είναι ώρα να φύγει θα του τον έδινε.
Εν τέλει λοιπόν εμείς επαίζαμε. Στο μεταξύ αυτό αυτοί βρίζανε συνέχεια, ένεκα που δεν ήσαν ξηγημένοι και μάγκες.
Και ξαναφωνάζουν τον σαντουριέρη. Και άμα πήγε ο Τζόβενος κοντά τους λέει:
-Τι έγινε ρε παιδιά; Τι αγαπάτε;
Πετάχτηκε ένας και τού ‘πε μια φράση βαριά.
Τότε λοιπόν ο Τζόβενος του ‘ρθε προσβλητικό αυτό το πράμα κι όπως ήταν παλικάρι και το έλεγε η καρδούλα του γυρνάει και του δίνει την απάντηση κατά πώς του ‘πρεπε.
Και τότε λοιπόν ο ψηλός από την παρέα παίρνει ένα ποτήρι και του δίνει μια κολλητή εδώ στο μάτι και του σκίζει το μάτι.
Παραπλεύρως η άλλη παρέα ήτονε κάτι χασαπάδες, λεβεντόπαιδα και σπουδαία παιδιά, με τον Παλλιγγίνη τον Κώστα που ήτονε κουμπάρος με τον Τζόβενο και μόλις είδανε τι γίνηκε πλακωθήκανε εκεί κι έγινε της κακομοίρα εκεί μέσα.
Τότε λοιπόν άρχίζει και πέφτει απάνω όλος ο κόσμος για να τους ξεχωρίζει. Βλέπει κι ο Πίκινος ότι πάνε να του χαλάσουν το μαγαζί τρέχει και λέει στους σοβατζήδες:
-Εμπρός πληρώστε το λογαριασμό και δρόμο.
Πληρώνουν το λοιπόν το λογαριασμό και ετοιμαζόντουσαν να φύγουν. Κατακαθήσανε ο κόσμος, ηρέμησαν τα πράματα, τούδωσε και τον σουγιά του Χ/ν και κίνησαν να φύγουνε.
Την ώρα που φεύγανε από το περιβολάκι έρχεται ο ψηλός, να πούμε αυτός πού ‘χε κοπανήσει τον Τζόβενο και μπαίνει μέσα στη σάλα και κει που βάζανε οινόπνευμα και προσπαθούσαν να σταματήσουν το αίμα κάτι ειπώθηκε και σηκώνει ο ψηλός και του δίνει άλλες δυο μπουνιές στα μούτρα. Πετιόμαστε λοιπόν ο μάγειρας, ο Φώτης, κι εγώ τον αρπάμε, πέφτουμε στα βαρέλια, πέσανε και οι πελάτες, τον βγάζουμε στην πόρτα όξω.
Τον στραπατσάρανε για καλά.
Εν τω μεταξυ είχαν πιάσει και τραβούσαν τους άλλους μέσα για να τους περιποιηθούνε όπως τους άξιζε, τα παλιοτόμαρα.
Τρέχει λοιπόν κι ο Πίκινος και τους λέει:
-Βρε πούστηδες, θα μου χαλάσετε το μαγαζί;
Και καθώς πάει ν’ αρπάξει να χτυπήσει έναν από δαύτους, βλέπω λοιπόν τον Πίκινο να μαζεύεται.
Βρε τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει;
-Ρε με μαχαιρώσανε.
Τι είχε γίνει: Τού ‘δωσε την μαχαιριά μέσα στα στομάχια ο Χ/νας και τό ‘βαλε στα πόδια γιατί ήτονε ένας χαμένος μπαμπέσης και ο Πίκινος και μαχαιρωμένος θα τον έτρωγε. Αρπάζουν τον τον ψηλό, τον οποίον πέσανε οι πελάτες κοντέψανε να τον σκοτώσουν. Τέλος πάντων ήρθε η Αστυνομία, τον πήρανε τον Πίκινο, τον πήγανε στο νοσοκομείο, του κάνανε την εγχείρηση. Στις εννιά μέρες απάνου του κόψαν τα μισά ράμματα και πήγε ο αδελφός του ο Μήτσος ο Κανείς και του πήγε κοτόπουλο όπου ‘χε ποθυμήσει. Μετά όμως ποθύμησε να φουμάρει και λιγάκι. Τού ‘δωσε λοιπόν ο Κανείς ένα τσιγαριλίκι, τόνε πιάνει βήχας, σπάνε τα υπόλοιπα ράμματ, παθαίνει περιτόνιο και στις δώδεκα μέρες ο άνθρωπος πέθανε. Έτσι πήγε το παλικάρι στα 37 του χρόνια.
Σαν τούτο τον Πίκινο ούτε που θα υπάρξει τέτοιος άνθρωπος. Τέτοιο άντρα είναι δύσκολο στα χρόνια μας να βρεις. Κουβαρντάς, μπεσαλής, παλικάρι κι ας τον έφαγε ένας χαμένος. Τό ‘λεγε η ψυχή του. Εκεί να πούμε, παιρνούσανε οι μεγαλύτεροι νταήδες στην εποχή αυτή, μπροστά του σούζα.

Πολύ μου αρέσουν οι ιστορίες για παλιούς ρεμπέτες.
Περιγράφουν μια άλλη εποχή, εν πολλοίς ξεχασμένη.
Γράψε και άλλες τέτοιες…
Θα γράψω κι άλλες εν καιρώ. Αλλά να ξέρεις ότι θέλει πολύ κόπο και ψάξιμο.
Φοβερη και εντονη ιστορια.Ναι γραψε και αλλη τετοια.
Καλημέρα
Πραγματικά πολύ ωραία ιστορία.
Μου αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες . Οι άνθρωποι τότε είχαν μια αυθεντικότητα που σήμερα ,σπάνια θα βρεις…
Ωραία ιστορία Φώτη! Που την ξετρύπωσες;
Καλημέρα!
Παιδιά, ποιητή, ξανθιά, Σοφία, χαίρομαι που σας άρεσε.
Μου αρέσει το θέμα και θα επανέλθω με την πρώτη ευκαιρία.