Monthly Archives: Οκτώβριος 2007

Πρόδρομος Τσαουσάκης

tsaoysakis2.jpg

Στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα κάποιοι φίλοι θέλησαν να γνωρίσουν τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, το νέο μεγάλο όνομα στο λαϊκό τραγούδι τότε, και τον κάλεσαν στο καφενείο της γειτονιάς τους. Εκείνος δέχτηκε την πρόσκληση και παράγγειλε, λέει, μεζέδες για ούζο, το πιοτό που του άρεσε. Έτσι κι έγινε, και στο καφενείο μαζεύτηκε όλη η γειτονιά για τον ακούσει -μαζί κι ο νεαρός Στέλιος Καζαντζίδης που τον είχε πρότυπο. Ο Τσαουσάκης κάθισε και ήπιε μαζί τους και τους μίλησε για το κροσέ, ένα είδος γροθιάς με το οποίο κατάφερνε να ρίχνει κάτω τους τσαμπουκάδες.

Ο Καζαντζίδης διηγήθηκε την ιστορία για να δυσφημίσει τον Τσαουσάκη. Να τον βγάλει μέθυσο και ασυνάρτητο, όμως εμένα η ιστορία αυτή μου αρέσει. Και μου λέει κάτι και για τους δυο.

Ο Τσαουσάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1919 και το οικογενειακό του επώνυμο ήταν Μουτάφογλου. Το παρατσούκλι Τσαουσάκης του κόλλησε στον στρατό, γιατί ήταν λοχίας. Στην Ελλάδα ήρθαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Ορφάνεψε νωρίς από πατέρα. Φτώχεια. Ο Πρόδρομος, πριν γνωρίσει τον Τσιτσάνη κι αρχίσει το τραγούδι, έκανε μεροκάματα σαν χαμάλης στο λιμάνι και πάλευε επαγγελματικά. Το πρώτο τραγούδι που φωνογράφησε ήταν το Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά το 1949. Αρχικά το τραγούδι είχε χασικλίδικους στίχου:

Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά

πιες κι ένα ποτηράκι

κι αν θες να πιεις και ναργιλέ

περίμενε λιγάκι.

Μετά τον πόλεμο η λογοκρισία είχε ατονήσει και ηχογραφήθηκαν μερικά από τα ωραιότερα χασικλίδικα τραγούδια (Η δροσούλα του Τσιτσάνη, Μάγκας βγήκε για σιργιάνι του Καλδάρα, Όταν καπνίζει ο λουλάς του Μητσάκη). Όμως τότε, στα μέσα στο ’46 άρχισε πάλι να λειτουργεί και αναγκάστηκαν να αλλάξουν τα λόγια την τελευταία στιγμή. Έτσι ο Τσαουσάκης δεν ηχογράφησε ποτέ χασικλίδικους στίχους.

Δεν ήταν εύκολη η ζωή στο πάλκο εκείνα τα χρόνια. Ευαίσθητα ή ασθενικά παιδιά δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Νταβατζήδες, πρεζόνια, πουτάνες, χασικλήδες, κνίτες, χίτες, μαχαιροβγάλτες κάθε είδους, ευέξαπτα παλικάρια της γειτονιάς, μαζεύονταν στα μαγαζιά κι είχαν λυμένο το ζωνάρι τους. Είναι γνωστή η ιστορία του Μάνου Χατζιδάκι: Το διπλανό τραπέζι παρεξηγήθηκε για αδιευκρίνιστους λόγους κι αν δεν κατέβαινε από το πάλκο ο Μάρκος, που ήταν μεγαλόσωμος και χειροδύναμος, την είχε πολύ άσχημα. Κι ο Γενίτσαρης τραγουδούσε με το περίστροφο κάτω από την καρέκλα. Έτσι είχαν τα πράγματα. Γι’ αυτό και του Τσαουσάκη του χρησίμευε το κροσέ.

Είναι πραγματικά άδικο οι περισσότεροι να ξέρουν τον Τσαουσάκη για το Πιτσιρικάκι του Ροβερτάκη, ενώ έχει πει τα ωραιότερα και σημαντικότερα τραγούδια του Τσιτσάνη, όπως το Χωρίσαμε ένα δειλινό, Πέφτουν της βροχής οι στάλες, Γιατί με ξύπνησες πρωί, Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα, Γιατί με ξύπνησες πρωί, Ο Νικόλας ο χαράς, το περίφημο Παίξε Χρήστο το μπουζούκι, Το Πικραμένο αγόρι, που άρεσε τόσο στον Χατζιδάκι, ώστε το διασκεύασε δυο φορές, και βέβαια το 1948 την Συννεφιασμένη Κυριακή με την Μπέλλου και τον συνθέτη να του κάνουν β΄ φωνές. Είπε 70 σχεδόν τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη σε πρώτη εκτέλεση. Και βέβαια τραγούδησε και άλλους συνθέτες όπως τον Σπύρο Περιστέρη, Ι. Παπαϊωάννου, Απ. Καλδάρα, Στ. Χρυσίνη, Θόδωρο Δερβενιώτη, Κυριαζή, Κλουβάτο, Πετσά, Μπάμπη Μπακάλη, είπε το πρώτο τραγούδι του Γ. Ζαμπέτα το ’53, Μουφλουζέλη, Άκη Πάνου, Μπουρνέλη, μερικά αλανιάρικα του Δ. Ευσταθίου και άλλους.

Είναι άδικο που το ευρύτερο κοινό αγνοεί σήμερα τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, αλλά δεν είναι και παράξενο. Ο αποστασιοποιημένος τρόπος που λέει τα τραγούδια του μοιάζει εντελώς ξένος στην εποχή μας. Η λαίλαπα Καζαντζίδης, αυτός ο υπερβολικά συναισθηματικός τρόπος ερμηνείας, έχει κυριαρχήσει ολοκληρωτικά. Όλοι οι λαϊκοί έτσι προσπαθούν να τραγουδούν. Μπορεί στην ηθοποιία οι μεγαλειώδεις χειρονομίες, οι δυνατές εκφράσεις, οι μεγάλες κραυγές να θεωρούνται παλιομοδίτικες και οι ηθοποιοί να προσπαθούν να παίζουν χαμηλότονα, με σιωπές και ανεπαίσθητες κινήσεις – στο τραγούδι αντίθετα έχουν ακόμα πέραση οι λιγωμένοι αναστεναγμοί, ο έντονος χρωματισμός των λέξεων και των νοημάτων, το φλογερό πάθος. Κι αναρωτιέται κανείς, αν οι σημερινοί τραγουδιστές μας λένε έτσι τραγούδια που μιλάνε για εφηβικού διαμετρήματος έρωτες, πώς θα τραγουδούσαν άλλα, δυσκολότερα και βαρύτερα θέματα -σαν αυτά που τραγούδησε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Λιτός, αδρός, αποστεωμένος.. Έτσι τραγουδούσε. Έτσι τραγουδούσε πριν από αυτόν ο Μάρκος, έτσι τραγούδησε μετά ο Μπιθικώτσης. Αυτός θεωρούνταν τότε αντρικός τρόπος ερμηνείας. Το πάθος ήταν για τις γυναίκες. Τραγούδια που απαιτούσαν πολλά γυρίσματα της φωνής, όπως το Περιπλανώμενο κορμί, τα λέγανε οι τραγουδίστριες. Οι άντρες τραγουδούσαν στακάτα, ξερά, δεν άφηναν τη φωνή τους να σέρνεται. Αυτό ήρθε μετά, όταν ο Καζαντζίδης μιμήθηκε τον τρόπο ερμηνείας της τότε γυναίκας του, της Γκρέυ. Και φυσικά θριάμβευσε. Ο Καζαντζίδης είναι άλλη ιστορία. Ο Τσαουσάκης κρατάει από την ίδια ρίζα που κρατάει κι ο Μπιθικώτσης -ο Μάρκος είναι ρίζα και καρπός μαζί. Άρεσε στον Μπιθικώτση ο Πρόδρομος. Το 1953 του έδωσε να πει το Ξένο σπίτι, ξένες πόρτες ένα ωραίο ζεϊμπέκικο σε στίχους του Τσάντα-Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Για τον Πρόδρομο προορίζονταν και άλλα δυο τραγούδια του: το Πώς μπορεί να καταντήσει το καλλίτερο παιδί και το πασίγνωστο Τρελοκόριτσο. Ο Μπιθικώτσης αποφάσισε τελικά να τα πει ο ίδιος. Ήταν αυτά τα πρώτα τραγούδια που φωνογράφησε, η αρχή της ένδοξης πορείας του.

Είδα πριν από ένα ή δύο χρόνια τον Τσαουσάκη στην τηλεόραση, σε κείνη την αποτυχημένη εκπομπή της ΕΤ1, το «Σε χρόνο τιβί». Αποτυχημένη γιατί, ενώ υποτίθεται ότι θα παρουσίαζε το πλούσιο, καθώς λέμε, αρχείο της ΕΡΤ, κατέληξε να είναι μια εκπομπή τύπου «Σύν και πλην». Χασμουρητό. Κουλτουριάρικο χασμουρητό φυσικά. Τέλος πάντων, σε μια από τις αναλαμπές εκείνης της εκπομπής μας έδειξαν τον Πρόδρομο να κάθεται σε μια καρέκλα και να λέει ότι δεν θα μπορούσε να τραγουδήσει ποτέ όρθιος για λόγους αξιοπρέπειας, εκτός πια κι αν έπρεπε να εμφανιστεί σε κάποιο αναψυκτήριο που δεν θα υπήρχε χώρος για να καθίσει. Λίγα δευτερόλεπτα κράτησε η σκηνή που έχει αποτυπωθεί σε φιλμ, γιατί τότε δεν υπήρχαν ακόμα βίντεο.

Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ερχόταν τα καλοκαίρια στα Γιάννενα. Οι παλιοί τον θυμούνται. Τραγουδούσε συνήθως στον μόλο, στου Μακρή. Τ’ απόγευμα έπινε ούζα δίπλα στην λίμνη. Μου έχουν πει ότι είχε κι ένα μπαγλαμά εκείνες τις ώρες και δοκίμαζε τα τραγούδια για το βράδυ. Σήμερα στα τσιπουράδικα και τις ταβέρνες της πόλης ακούς συχνά τα τραγούδια του κι έχει ακόμα πολλούς θαυμαστές όλων των ηλικιών.

Έπινε πολύ. Ο γιος του ο Δημήτρης, όταν τον ρωτάνε σχετικά οι δημοσιογράφοι, λέει ότι ο πατέρας του δεν έπινε ποτέ ξεροσφύρι, αλλά πάντα με μεζέ -δεν ήταν δηλαδή αλκοολικός. Ίσως. Πέθανε από καρδιά στα εξήντα του χρόνια. Στο στούντιο μπήκε για τελευταία φορά το 1976, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του και τριάντα μετά την πρώτη του ηχογράφηση. Σε εκείνες τις τελευταίες ηχογραφήσεις η φωνή του ακούγεται τραγικά σπασμένη, διατηρεί όμως στο ακέραιο το ηχόχρωμά της. Κι αν την παρακολουθήσεις σ’ όλη της την διαδρομή, η φωνή αυτή θα σου αποκαλύψει μια παράλληλη ιστορία, μυστική, σχεδόν απόκρυφη. Προσωπική και συλλογική.

*Η φωτογραφία είναι από το http://www.rempetika.com/

Πασόκ ΙΙ

Ας είναι ήσυχοι οι οπαδοί του Πασόκ -ακόμα και κείνοι που βλέπουν τον Βαγγέλη Βενιζέλο σαν την μόνη ελπίδα να ανακάμψει το κόμμα τους: Αν επανεκλεγεί ο Γιώργος, θα καταγράφεται πιο δυναμικός στις μετρήσεις της κοινής γνώμης, πιο δραστήριος, πιο αποφασιστικός απ’ ότι πριν. Πιο «ηγετικός» και πιο «πρωθυπουργήσιμος», όπως θα λέγαν και οι δημοσκοπησιολογούντες των καναλιών. Αν μάλιστα πραγματοποιήσει και την απειλή του (και γιατί να μην την πραγματοποιήσει δηλαδή;) και διαγράψει κάνα Λοβέρδο ή τον Φλωρίδη, που του τα έχει και μαζεμένα γιατί προσδιόρισε στους υπηκόους τι πράγμα είναι αυτό το Σουηδικό μοντέλο, τότε τα ποσοστά του στους ηγετικούς δείκτες θα πολλαπλασιαστούν.

(Εδώ ανακύπτει βέβαια κι ένα μείζον θεωρητικό πρόβλημα που μένει να δούμε αν είναι και πρακτικό: Ό,τι και να πολλαπλασιάσεις με το μηδέν, πάλι μηδέν θα βγάλει).

Ας είναι λοιπόν ήσυχοι οι οπαδοί του Πασόκ. Ανησυχούμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Όλοι εμείς που δεν θέλουμε σαν μείζονες αντιπολιτευτικές φωνές την εξτρεμιστική του Αλαβάνου ή την λαϊκιστική του Καρατζαφέρη. Εμείς που θέλουμε συνομιλητή της κυβέρνησης -της όποιας κυβέρνησης- ένα σύγχρονο κόμμα, υπεύθυνο με καθαρό και σταθερό δυτικοευρωπαϊκό προσανατολισμό. Εμείς που απαιτούμε από την αξιωματική αντιπολίτευση κριτική στήριξη των μεταρρυθμιστικών επιλογών.

Ανησυχούμε. Πολύ.

Κατ’ αρχήν γιατί κανένας από τους υποψηφίους αρχηγούς δεν εγγυάται νηφαλιότητα, υπευθυνότητα, συνεργασία. Συζήτηση έστω. Το αντίθετο: Όλοι φαίνεται να συμφωνούν στην ανάγκη «αριστερής στροφής». Αριστερά στις μέρες μας είναι ένα απροσδιόριστο νεφέλωμα ροζέ αποχρώσεως που θαμπώνει την όραση και κλείνει τα ώτα όσων έχουν την ατυχία να μπλεχτούν ανάμεσά της. Ο φόβος, η ανασφάλεια, το μίσος, η επιθετικότητα, η βία είναι φυσικά αποτελέσματα της κλειστότητας που ονομάζουμε σήμερα «Αριστερά». Δεν ξέρω αν αυτό έχουν στο νου τους οι υποψήφιοι αρχηγοί του Πασόκ. Αν έχουν δηλαδή στα σχέδιά τους την αλαβανοποίηση του κόμματός τους. Βέβαια είναι πιθανό κάποιος να μας πει αργότερα ότι όταν έλεγε «αριστερή στροφή» εννοούσε πολιτική τύπου Εργατικών της Βρετανίας -κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει και για αυτό πρέπει να μας το προσδιορίσουν.

Η πιθανή επανεκλογή Παπανδρέου όμως φοβίζει περισσότερο. Ο Γιωργάκης φαίνεται πεπεισμένος ότι έχασε όλες τις προηγούμενες αναμετρήσεις όχι εξαιτίας των επιλογών του, αλλά εξαιτίας της υπονόμευσης που του έκαναν κάποια στελέχη σε συνεργασία με τα φιλικά προς το κόμμα του ΜΜΕ. Μας υπόσχεται μάλιστα ότι θα σφίξει τα λουριά. Χρειαζόταν όμως εκ των έσω υπονόμευση για να χάσει τις Ευρωεκλογές, όταν κατέθεσε το ψηφοδέλτιο που κατέθεσε, χωρίς καμιά πολιτική πρόταση; Ή περίμενε να κερδίσει την υπερνομαρχία Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης με την Καραχασάν επικεφαλής; Και πιστεύει πραγματικά ότι η επιλογή αυτής της κυρίας βοήθησε τους συνδυασμούς του Πασόκ στην υπόλοιπη Ελλάδα και ειδικά στην Μακεδονία και την Θράκη; Κι αλήθεια, ο Βενιζέλος τον έσπρωξε να πάρει άμεσα θέση υπέρ του Σχεδίου Ανάν -μόνος αυτός από όλα τα Ελληνικά κόμματα- και να υποδείξει στους Κυπρίους να το υπερψηφίσουν; (Αν το κατάφερε ειδικά αυτό το τελευταίο ο χοντρός, του αξίζει η παραδειγματική διαγραφή του). Απ’ όλα τα παραδείγματα αυτά (κι από άλλα ανάλογης σημασίας, που δεν έχει νόημα να τα αραδιάσουμε) ο Γιώργος κατάλαβε ότι τα έκανε όλα καλά κι ότι πρέπει απλώς να πατάξει τους διαφωνούντες…

Ας πούμε όμως ότι πράγματι κάποια στελέχη αντέδρασαν σε αυτές ή σε ανάλογες επιλογές του Τζούνιορ. Ότι έδειξαν δημόσια την δυσφορία τους ή την διαφωνία τους. Με ποια λογική θα τους κατηγορήσουμε ως υπονομευτές;

Κι όσο για τα ΜΜΕ, θα είχε αξία να τα καταγγείλει σε άλλες περιστάσεις: Όταν, για παράδειγμα, πριν τις εκλογές του 2004 διέκοπταν κάθε λίγο και λιγάκι το πρόγραμμά τους για να μας τον δείξουν να κάνει τζόκινγκ, ποδήλατο, να πηγαίνει στο gym. Ή πριν τις τελευταίες εκλογές, γιατί ενώ οι δημοσκόποι τους μετρούσαν διαφορές τεσσάρων και πέντε μονάδων ανάμεσα στα δυο κόμματα, μας την έδειχναν μιάμιση και δυο μονάδες (η ALCO του Παναγόπουλου την έδειξε 0,2%). Ή να τα καταγγείλει και τώρα, που για να ισορροπήσουν την κατάσταση στο κόμμα του, παρουσιάζουν δηλώσεις του τύπου «θα λέω ελεύθερα την γνώμη μου» σαν πονοκέφαλο του Μαξίμου. Κι ελπίζω να τα καταγγείλει και γιατί αποσιωπούν παλιότερες θέσεις του για τα ναρκωτικά, τον γάμο των ομοφυλόφιλων, την Τουρκία, τα Σκόπια, την Κύπρο. Γιατί διαφορετικά όλα όσα λέει στους χειροκροτητές που κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του μαζί με το όνομα και το διάσημο πια ρολόι, είναι κούφια.

Ας είναι ήσυχοι οι οπαδοί του Πασόκ. Ανησυχούμε οι υπόλοιποι.

Εκτός κι αν το πάρτυ συνεχιστεί και μετά τις 12 Νοεμβρίου…

Να καταργηθούν οι παρελάσεις

Να καταργηθούν οι παρελάσεις. Τις μισούσα όταν ήμουν μαθητής και δεν έχω πάει σε παρέλαση ποτέ στη ζωή μου.

Να καταργηθούν. Πράγματι, σήμερα που νόημα έχει μόνο η εξατομικευμένη συνείδηση, εξωστρεφείς συλλογικότητες δεν έχουν θέση. Ο πατριωτισμός είναι θέμα μυαλού και καρδιάς του καθενός μας. Και συμφέροντος.

Δεν χρειάζονται. Ούτε της 28ης Οκτωβρίου, ούτε της 25ης Μαρτίου. Είναι άχρηστες. Περιττές.

Βέβαια, εννοείται σύντροφοι ότι μέσα σε αυτό το κλίμα και με την ίδια λογική θα πρέπει να καταργηθεί και η διαδήλωση για το Πολυτεχνείο της 17ης Νοεμβρίου.

Περιμένω από τον Σύριζα και τον Κουράκη να πάρουν πρωτοβουλίες ανάλογες με αυτές που βλέπουμε χτες και σήμερα.

Λαμπερά ονόματα

Αν κάτι επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες εκλογές είναι η κούραση που μας προκαλούν τα «λαμπερά» άτομα. Αποστροφή μας προκαλούν: Ηθοποιοί, τραγουδιστές, σκηνοθέτες, συνθέτες, στιχουργοί, ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές, πάντα με αριστερές καταβολές και αναφορές, χατζηαβάτηδες κομμάτων, ιδεών, συστημάτων, προσώπων, που πάντα ξεφύτρωναν την κρίσιμη στιγμή και με συνεντεύξεις, άρθρα, δηλώσεις, ψηφίσματα, παίρναν θέση, έδιναν κατεύθυνση, αγιοποιούσαν και δαιμονοποιούσαν ανθρώπους, ιδέες, θεσμούς, νοοτροπίες, συνήθειες.

Στις τελευταίες εκλογές εξαφανίστηκαν. Και σε κανένα δεν έλειψαν, κανένας δεν τους αναζήτησε, κανένα κενό δεν δημιουργήθηκε. Ίσα – ίσα που οι δυο-τρεις τηλεοπτικές εμφανίσεις του Καφετζόπουλου και της χαροκαμένης ξαδέρφης, του Φασουλή, δημιούργησαν στους τηλεθεατές εκνευρισμό και την διάθεση για άμεση αλλαγή καναλιού. Το δε ξεμύτισμα του γερο-Σαββόπουλου πέρασε εντελώς απαρατήρητο κι ευτυχώς, γιατί η παρουσία του ήταν τέτοια, που ούτε θυμό, ούτε θλίψη δεν προκαλούσε, παρά μόνο αμηχανία -κάτι σαν τα αστέρια της Αννίτας.

Ναι, λόγω των πυρκαγιών υπήρχε μια γενική κακοκεφιά και η προεκλογική περίοδος ήταν σύντομη και δεν ζεστάθηκαν τα πάθη, αλλά δεν νομίζω ότι έφταιγε αυτό που εξαφανίστηκαν από τις οθόνες μας. Φταίει που βαρεθήκαμε να τους ακούμε να ξεστομίζουν κοινοτυπίες και παραλογισμούς με ύφος δέκα καρδιναλίων και ποιητική αδεία -στα καφενεία και τις νυχτερινές ραδιοφωνικές εκπομπές ακούς τα ίδια και καλλίτερα από τους ταξιτζήδες που τηλεφωνούν.

Τα στελέχη των καναλιών δεν είναι ηλίθιοι. Έβγαλαν ένα-δυο από αυτούς και είδαν ότι δεν τραβάνε. Είδαν ότι ο κόσμος, εμείς, θέλουμε / αποζητούμε με όλο και μεγαλύτερη ένταση ειδικούς, τεχνοκράτες, αξιόπιστες προτάσεις κι απόψεις που να στηρίζονται σε γνώση των θεμάτων. Φυσικά και δεν είχαν -και δεν έχουν- τέτοιους καλεσμένους. Επιμένουν στην μισθοφορική δημοσιογραφία των κραυγών και των αφορισμών που συμφέρει τα αφεντικά τους.

 

«Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω»

Σε ένα μικρό και μάλλον αθώο λάθος στηρίζεται ο μύθος του τραγουδιού Βαθιά στην θάλασσα θα πέσω, ενός από τα πρώτα τραγούδια που δισκογράφησε ο Γιώργος Ζαμπέτας. Με δυο λόγια η ιστορία έχει ως εξής: Το τραγούδι είπε σε πρώτη εκτέλεση ο Καζαντζίδης, σε κείνη την αρχαϊκή περίοδο της καριέρας του, αλλά δεν πολυακούστηκε. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 όμως το τραγούδι κυκλοφόρησε τραγουδισμένο και από τον Μάρκο Βαμβακάρη στην ιστορική ζωντανή ηχογράφηση που έγινε το 1961 στου Βρανά. Κι η ηχογράφηση αυτή έχει την δική της ιστορία ―πώς θα γινόταν διαφορετικά άλλωστε αφού μας διέσωσε δύο από τους μεγάλους του πειραιώτικου ρεμπέτικου, τον Μάρκο και τον Στράτο Παγιουμτζή, να τραγουδάνε παλαιότατα άσματα, που μετρούσαν πάνω από είκοσι χρόνια απαγόρευσης από την λογοκρισία. Ανάμεσα σε κλασικά τραγούδια της προπολεμικής, ένδοξης περιόδου του Ρεμπέτικου, όπως τον Πρεζάκια του Ανέστη Δελιά ή το Κάντονε Σταύρο κάντονε, ακούμε και κάποια νεώτερα όπως ο Κάβουρας και το φυσικά το Βαθιά στην θάλασσα θα πέσω. Αυτό το τελευταίο δε, που μας απασχολεί, ακούγεται να το τραγουδάει συγκλονιστικά από ο γερο-Μάρκος, βάζοντας στο περιθώριο την πρώτη ηχογράφηση. Οι εκδότες όμως του δίσκου αναφέρουν ως συνθέτη του τραγουδιού τον Βαμβακάρη κι όχι τον Ζαμπέτα, στον οποίο αποδίδει το τραγούδι η πρώτη εκτέλεση. Με δεδομένο μάλιστα ότι ο Ζαμπέτας ζούσε όταν εκδόθηκε ο εν λόγω δίσκος και δεν αντέδρασε, αποτέλεσε επαρκή απόδειξη για ορισμένους να θεωρήσουν το τραγούδι έργο του Μάρκου και τον Ζαμπέτα ένα θλιβερό κλέφτη-αγοραστή ―συνηθιζόταν άλλωστε τότε αυτή η πρακτική και δεν ήταν επιλήψιμη. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά: Ποτέ δεν ακούστηκε ότι ο Ζαμπέτας έκλεβε-αγόραζε τραγούδια κι επιπλέον ήταν ο άνθρωπος αναμφισβήτητα ταλαντούχος, δεν είχε επομένως ανάγκη να κλέψει ή να αγοράσει ένα τραγούδι για να φτιάξει καριέρα. Κι ο Βαμβακάρης, εκείνη την περίοδο, παρά τις φτώχιες του, δεν είχε ανάγκη να δώσει ένα τραγούδι σε έναν νέο κι άσημο συνθέτη. Οι μουτζαχεντίν του Βαμβακάρη διολίσθησαν στην άποψη ότι το τραγούδι το έγραψε μεν ο Ζαμπέτας, αλλά ο Βαμβακάρης το διόρθωσε παρεμβαίνοντας καθοριστικά (την περίοδο που γράφτηκε το τραγούδι οι δυο τους τραγουδούσαν στο ίδιο πάλκο). Η κουβέντα στην συνέχεια πέρασε σε μουσικολογικά σχόλια. Το τραγούδι είναι γραμμένο σε δρόμο Σαμπάχ, που και οι δύο συνθέτες δεν χρησιμοποιούσαν (ο Μάρκος έχει γράψει δύο ή τρία τραγούδια σε αυτόν κι ο Ζαμπέτας κανένα άλλο). Υποστήριξαν λοιπόν μερικοί ότι το τραγούδι δεν ήταν ούτε του Μάρκου ούτε του Ζαμπέτα, ότι επρόκειτο για μια παλιά, αδέσποτη μελωδία, μάλλον σμυρναίικης καταγωγής, την οποία ο νεαρός Ζαμπέτας χρησιμοποίησε, ιδίως μάλιστα στην εισαγωγή.

Πολύ φασαρία. Η όλη μακρά συζήτηση δεν φανερώνει τίποτα άλλο από την δύναμη του τραγουδιού. Και της ερμηνείας του Μάρκου βέβαια. Ναι, το τραγούδι δεν θυμίζει το ύφος του Ζαμπέτα, βρισκόταν στην αρχή της καριέρας του τότε και δεν είχε χαράξει ακόμα το προσωπικό του ύφος, αλλά μήπως η άλλη μεγάλη του επιτυχία, της ίδιας περιόδου, το Σαν σήμερα, σαν σήμερα, που το είχε τραγουδήσει ο μέγας Πρόδρομος Τσαουσάκης, αυτή η Χεμινγουεϊκή φιγούρα του ρεμπέτικου τραγουδιού, δεν είναι σε παρόμοιο ύφος και εντελώς διαφορετικό από τα μετέπειτα τραγούδια του; Αυτό το τραγούδι δεν μπορεί παρά να γράφτηκε από τον Γιώργο Ζαμπέτα. Γράφοντας, νέος τότε, τραγούδια σαν αυτά που έγραφαν οι παλιότεροι. Συνέχιζε την παράδοση τίμια και ευσυνείδητα. Όμως, όταν διαπίστωσε ότι το ύφος, ο τρόπος αυτός δεν τον βοηθούσε να αποκαλύψει το δικό του πρόσωπο, το εγκατέλειψε για να γράψει τις μεγάλες επιτυχίες του που ακόμα τραγουδιούνται.

Κοιτάζοντας αφ’ υψηλού και γενικά την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού η διαφοροποίηση αυτή στην καλλιτεχνική πορεία του Ζαμπέτα φαντάζει μικρή κι άνευ σημασίας ίσως. Αν προσθέσει μάλιστα κανείς και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής (τέλος εμφυλίου – εποχή ανοικοδόμησης) μπορεί να καταλήξει στα γνωστά θλιβερά συμπεράσματα που δίνουν χαρά στους παρωχημένους προοδευτικούς και τους νοσταλγούς του κάθε παρελθόντος. Σκύβοντας όμως στην περίπτωση του Ζαμπέτα, ακούγοντας την αγωνία κάθε νότας των τραγουδιών του εκείνης της κρίσιμης –για κείνον και για μας– μεταβατικής εποχής, μπορούμε να συλλάβουμε την όλη τραγωδία: Εγκαταλείποντας το ύφος των παλιών, φτιάχνοντας ένα άλλο, προσωπικό, το οποίο μάλιστα ήταν τόσο πετυχημένο και δυναμικό, ώστε οι ειδικοί να το ονομάσουν «σχολή», συντέλεσε μια μικρή, αλλά ασυνήθιστη και απρόσμενη για τον τόπο και την κοινωνία, πατροκτονία –γι’ αυτό χρησιμοποίησα και τον όρο «τραγωδία».

«Μικρή πατροκτονία» –αστείος όρος.

Σα να λέμε «ολίγον έγκυος».

Μα αυτό δεν ήταν τελικά; Ο Ζαμπέτας δεν άνηκε στην πρώτη εκείνη ηρωική γενιά του Μάρκου, του Στράτου, ή του Τσιτσάνη, ούτε υιοθέτησε ξενικούς ρυθμούς και ύφος, ώστε να θεωρηθεί σαν τον Χιώτη εξωμότης. Ο Ζαμπέτας ανήκε στην επόμενη γενιά. Είχε μεγαλώσει με τα τραγούδια των παλιών. Από αυτούς διδάχτηκε και την τέχνη της μουσικής. Τα πρώτα του τραγούδια ανακαλούν βαρείς ρυθμούς μιας περασμένης εποχής, τόσο περασμένης, που ορισμένοι τα θεωρούν αδέσποτα σμυρναίικα, σαν να γράφτηκαν δηλαδή είκοσι και τριάντα χρόνια πριν την γέννησή του, αν όχι και πιο παλιά. Τα τραγούδια αυτά, αν τα δούμε σαν τραγούδια εκείνης της πρώτης γενιάς, είναι αριστουργήματα ―για τον λόγο αυτό άλλωστε στο στόμα του Μάρκου Βαμβακάρη αποκτούν το ουσιαστικό νόημα τους. Όμως για εκείνον, τον Ζαμπέτα, δεν είχαν τίποτα να πουν. Εκείνος ήταν αλλιώτικος και γι’ αυτό άρχισε να φτιάχνει σιγά-σιγά την δική του γλώσσα, χρησιμοποιώντας όμως τους παλιούς φθόγγους. Δεν πέταξε τα πάντα. Δεν σκότωσε τον πατέρα του –μάλλον τον έριξε σ’ ένα γεροκομείο για να πεθάνει μόνος, ήσυχος και μακριά.

Μια πατροκτονία, μικρή, αλλά μάλλον ασυνήθιστη στον ελληνικό πολιτισμό και γι’ αυτό αξιοσημείωτη.

Αριστερά και απλή αναλογική

Κανονικά θα έπρεπε να είναι η μεγάλη ευκαιρία της ελληνικής αριστεράς: Σε μια περίοδο απολύτως ομαλή, που τίποτα έκτακτο δεν βιάζει και που το Πασόκ βρίσκεται σε κρίση και η Νέα Δημοκρατία οριακά αυτοδύναμη, θα μπορούσε να αποδείξει ότι η χώρα θα μπορούσε να κυβερνηθεί καλλίτερα από ευρύτερες συμμαχίες και πλειοψηφίες. Να μας πείσει ότι μπορεί να βρεθεί μια κοινή γραμμή στην άσκηση της διακυβέρνησης που θα ικανοποιεί περισσότερους. Αμ δε. Το τσεκούρι του πολέμου δεν θάβεται ποτέ, στόχος η εξόντωση του νοητού αντιπάλου, έστω κι αν αυτό οδηγήσει στην πραγματική εξάντληση της χώρας.

 

Ρωτήθηκε η Αλέκα Παπαρήγα προεκλογικά τι θα κάνει το κόμμα της, αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία. Τίποτα, απάντησε. Στόχος μας το δυνατό Κουκουέ. Μα, πώς θα συγκροτηθεί κυβέρνηση, τι θα γίνει; Κανένα πρόβλημα, ξανααπάντησε, σε τρεις μήνες θα ξαναέχουμε εκλογές και εμείς θα ζητήσουμε ακόμα πιο ισχυρό Κουκουέ.

Συνεπώς, στόχος της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, την οποία σύσσωμη η αριστερά επιδιώκει, δεν είναι ο μεγαλύτερος εκδημοκρατισμός της εξουσίας, το άνοιγμα του κράτους στον πολίτη, η καλλίτερη αντιπροσώπευση, το πλάτεμα της δημοκρατίας, που λέγανε. Αυτά όλα τα έχουνε γραμμένα. Ελπίζουν απλώς ότι οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις θα κουράσουν τους πολίτες και στο τέλος θα τους ψηφίσουν. Και τότε, ποιος ξέρει, ίσως να φέρουν κάποιο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα με το επιχείρημα να μην ξαναπεράσει η χώρα την ίδια περιπέτεια –αν φυσικά ξανακάνουν εκλογές.

 

Διαβάζω συνεχώς για πολιτικούς μας που είναι οπαδοί του γερμανικού μοντέλου, ενός εκλογικού συστήματος πολύ αναλογικού. Εκεί όμως ο ψηφοφόρος του κάθε κόμματος ξέρει εκ των προτέρων με ποιο από τα άλλα κόμματα θα συμμαχήσει σε περίπτωση που η παράταξή του κερδίσει. Ο γερμανός ψηφοφόρος και ο γερμανός πολιτικός δεν αρνείται a priori να συζητήσει, να συμφωνήσει, να κυβερνήσει. Το αντίθετο: Όλοι αναζητούν τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή επιδιώκοντας την μέγιστη δυνατή συναίνεση και πλειοψηφία. Έτσι οδηγήθηκαν και στον σημερινό μεγάλο συνασπισμό. Και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό: Το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας ξορκίζει και αυτό, όπως και οι περισσότεροι θεσμοί της, το φάντασμα του Χίτλερ. Το γερμανικό μοντέλο αποτρέποντας την δημιουργία ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων, μηδενίζει τις πιθανότητες να εμφανιστεί ένας καινούργιος Φύρερ. Εμείς, δόξα τω Θεώ, τέτοιο πρόβλημα δεν έχουμε.

 

Κανονικά ο Σύριζα και το Κουκουέ θα έπρεπε να πετάν την σκούφια τους για την σημερινή κατάσταση. Να συναγωνίζονται ποιος θα καταθέσει πρώτος στην κοινωνία την πιο αξιόπιστη και ελκυστική πρόταση για το ασφαλιστικό, την παιδεία, τον προϋπολογισμό, το περιβάλλον, την μεταρρύθμιση του Συντάγματος. Να προσπαθούν να παρουσιάσουν μια ζώσα αριστερά, ανοιχτή στις προκλήσεις της εποχής και τις επιθυμίες των δυναμικών νέων ανθρώπων. Αντ’ αυτού διαγκωνίζονται ποιος θα εγκαταλείψει πρώτος τα έδρανα της Βουλής και θα βρεθεί σε δρόμους και κανάλια για να περιφέρει το πτώμα του εν μέσω καπνογόνων, δακρυγόνων, καμερών και μικροφώνων. 

Ο Μάνος Χατζιδάκις και η αναβίωση του Ρεμπέτικου

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην προσπάθεια μελέτης, καταγραφής κι αναβίωσης του Ρεμπέτικου κατά την περίοδο της μεταπολιτεύσεως. Την σχολίασε μάλιστα με τον γνωστό ειρωνικό και οξύ τρόπο στο εβδομαδιαίο του σχόλιο στο Τρίτο Πρόγραμμα προκαλώντας την οργή των αριστερών ρεμπετολόγων.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη η εποχή ήταν ιδιαίτερα στενή. Και στα μουσικά πράγματα: Απ’ τη μια πολιτικά τραγούδια και μεγαλειώδη έργα των μεγάλων συνθετών της αριστεράς: Μπακαλάκου, Ανδρεόπουλου, Λεοντή -για να μείνουμε στους πιο επιφανείς- κι απ’ την άλλη λαϊκά τραγούδια για ελαφριά κατανάλωση. Υπήρχαν φυσικά δυο – τρεις εξαιρέσεις, όπως ο ίδιος ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος, ίσως και κάποιος άλλος, αλλά η κατάσταση δεν άλλαζε. Το πράγμα, ο «χώρος», δεν άνοιγε.

Ρεμπέτικα λοιπόν. Οι δίσκοι του γραμμοφώνου ξεθάφτηκαν από τις αραχνιασμένες δισκοθήκες και οι παλιοί ερμηνευτές -με πρώτη την Μπέλλου- ανακλήθηκαν από την αποστρατεία για να ερμηνεύσουν με τον δικό τους, αυθεντικό τρόπο τα παλιά τραγούδια. Ο ξάδερφός μου, ο Παναγιώτης, θυμάται με πολλή συγκίνηση τον κυρ-Κώστα τον Ρούκουνα να τραγουδάει τις Τρίτες σε βαθύ γήρας αλλά με νεανική φωνή σε κάποια μπουάτ της Πλάκας. Παράλληλα δημιουργήθηκαν και συγκροτήματα -τα ονόμασαν «κομπανίες»- που τραγουδούσαν κι αυτά με αυθεντικό τρόπο τα ρεμπέτικα -δηλαδή ξεπατίκωναν τις παλιές ηχογραφήσεις. Σ’ αυτό το κλίμα βρήκε πάτημα και ξεπήδησε φουριόζος κι ο Γιώργος Νταλάρας. Σαφώς είχε κάμποσους δίσκους στην καμπούρα του, αλλά το 1975 με τα «Πενήντα Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι» παρουσιάστηκε με αξιώσεις μεγάλου ερμηνευτή, μόνος διάδοχος του Μπιθικώτση -τίτλος επίζηλος για τους λαϊκούς της εποχής. Και, για να είμαστε ειλικρινής, ο Νταλάρας και δη εκείνος ο πρώτος δίσκος, είναι η καλλίτερη περίπτωση εκείνης της αναβίωσης, καθώς δεν προσπαθεί να αντιγράψει τους παλιούς, αλλά να δώσει στα τραγούδια εκείνα νέα οπτική και προοπτική. Την δική του.

Ο Χατζιδάκις φαίνεται ότι κατανοούσε την πραγματικότητα, αλλά όχι και την εμμονή των νέων της εποχής με το ρεμπέτικο τραγούδι. Δεχόταν ότι τα ρεμπέτικα «περιέχουν μέσα τους πολλές άξιες μουσικές στιγμές ή και ποιητικές», όμως «μες στην αφέλεια, φυσικά, και τον πρωτογονισμό του λαϊκού».

Αφέλεια.

Κατανοώ ότι ο Χατζιδάκις έχει δίκιο όταν λέει ότι τα ρεμπέτικα είναι αφελή στο βάθος – βάθος. Όπως κι εκείνος κατανοούσε το έλλειμμα της εποχής του, το στένεμα, την ασφυξία που ένιωθε κάθε δημιουργικός άνθρωπος το ’70. Κι όπως τον λαϊκό άνθρωπο του Μεσοπολέμου τον στένευε η ζωή στη γειτονιά κι αναζητούσε ένα άλλο άνοιγμα στους υπόγειους τεκέδες, έτσι και ο δημιουργικός άνθρωπος εκείνης της εποχής αγκάλιαζε εκείνα τα τραγουδάκια, που με απλοϊκό και αφελή τρόπο αλλά ταυτοχρόνως άμεσα και σπαραχτικά, μιλούσαν για τους καθημερινούς καημούς τους.

Και σήμερα.

Στενότης και ασφυξία.

Στην ελληνική μουσική σκηνή.

Και δεν μου φταίνε οι «εμπορικοί» ή ο Χατζηγιάννης, αλλά οι κάθε λογής μεγάλοι κι αξεπέραστοι που καταλήγουν σπουδαιοφανείς κήνσορες.

[Μένω σ’ αυτά. Τον κουτοπόνηρο κι εκ των υστέρων εναγκαλισμό του Ρεμπέτικου από την Αριστερά και τους διανοούμενούς της, τα αφήνω].