Ο Μάνος Χατζιδάκις και η αναβίωση του Ρεμπέτικου

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην προσπάθεια μελέτης, καταγραφής κι αναβίωσης του Ρεμπέτικου κατά την περίοδο της μεταπολιτεύσεως. Την σχολίασε μάλιστα με τον γνωστό ειρωνικό και οξύ τρόπο στο εβδομαδιαίο του σχόλιο στο Τρίτο Πρόγραμμα προκαλώντας την οργή των αριστερών ρεμπετολόγων.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη η εποχή ήταν ιδιαίτερα στενή. Και στα μουσικά πράγματα: Απ’ τη μια πολιτικά τραγούδια και μεγαλειώδη έργα των μεγάλων συνθετών της αριστεράς: Μπακαλάκου, Ανδρεόπουλου, Λεοντή -για να μείνουμε στους πιο επιφανείς- κι απ’ την άλλη λαϊκά τραγούδια για ελαφριά κατανάλωση. Υπήρχαν φυσικά δυο – τρεις εξαιρέσεις, όπως ο ίδιος ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος, ίσως και κάποιος άλλος, αλλά η κατάσταση δεν άλλαζε. Το πράγμα, ο «χώρος», δεν άνοιγε.

Ρεμπέτικα λοιπόν. Οι δίσκοι του γραμμοφώνου ξεθάφτηκαν από τις αραχνιασμένες δισκοθήκες και οι παλιοί ερμηνευτές -με πρώτη την Μπέλλου- ανακλήθηκαν από την αποστρατεία για να ερμηνεύσουν με τον δικό τους, αυθεντικό τρόπο τα παλιά τραγούδια. Ο ξάδερφός μου, ο Παναγιώτης, θυμάται με πολλή συγκίνηση τον κυρ-Κώστα τον Ρούκουνα να τραγουδάει τις Τρίτες σε βαθύ γήρας αλλά με νεανική φωνή σε κάποια μπουάτ της Πλάκας. Παράλληλα δημιουργήθηκαν και συγκροτήματα -τα ονόμασαν «κομπανίες»- που τραγουδούσαν κι αυτά με αυθεντικό τρόπο τα ρεμπέτικα -δηλαδή ξεπατίκωναν τις παλιές ηχογραφήσεις. Σ’ αυτό το κλίμα βρήκε πάτημα και ξεπήδησε φουριόζος κι ο Γιώργος Νταλάρας. Σαφώς είχε κάμποσους δίσκους στην καμπούρα του, αλλά το 1975 με τα «Πενήντα Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι» παρουσιάστηκε με αξιώσεις μεγάλου ερμηνευτή, μόνος διάδοχος του Μπιθικώτση -τίτλος επίζηλος για τους λαϊκούς της εποχής. Και, για να είμαστε ειλικρινής, ο Νταλάρας και δη εκείνος ο πρώτος δίσκος, είναι η καλλίτερη περίπτωση εκείνης της αναβίωσης, καθώς δεν προσπαθεί να αντιγράψει τους παλιούς, αλλά να δώσει στα τραγούδια εκείνα νέα οπτική και προοπτική. Την δική του.

Ο Χατζιδάκις φαίνεται ότι κατανοούσε την πραγματικότητα, αλλά όχι και την εμμονή των νέων της εποχής με το ρεμπέτικο τραγούδι. Δεχόταν ότι τα ρεμπέτικα «περιέχουν μέσα τους πολλές άξιες μουσικές στιγμές ή και ποιητικές», όμως «μες στην αφέλεια, φυσικά, και τον πρωτογονισμό του λαϊκού».

Αφέλεια.

Κατανοώ ότι ο Χατζιδάκις έχει δίκιο όταν λέει ότι τα ρεμπέτικα είναι αφελή στο βάθος – βάθος. Όπως κι εκείνος κατανοούσε το έλλειμμα της εποχής του, το στένεμα, την ασφυξία που ένιωθε κάθε δημιουργικός άνθρωπος το ’70. Κι όπως τον λαϊκό άνθρωπο του Μεσοπολέμου τον στένευε η ζωή στη γειτονιά κι αναζητούσε ένα άλλο άνοιγμα στους υπόγειους τεκέδες, έτσι και ο δημιουργικός άνθρωπος εκείνης της εποχής αγκάλιαζε εκείνα τα τραγουδάκια, που με απλοϊκό και αφελή τρόπο αλλά ταυτοχρόνως άμεσα και σπαραχτικά, μιλούσαν για τους καθημερινούς καημούς τους.

Και σήμερα.

Στενότης και ασφυξία.

Στην ελληνική μουσική σκηνή.

Και δεν μου φταίνε οι «εμπορικοί» ή ο Χατζηγιάννης, αλλά οι κάθε λογής μεγάλοι κι αξεπέραστοι που καταλήγουν σπουδαιοφανείς κήνσορες.

[Μένω σ’ αυτά. Τον κουτοπόνηρο κι εκ των υστέρων εναγκαλισμό του Ρεμπέτικου από την Αριστερά και τους διανοούμενούς της, τα αφήνω].

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: