Monthly Archives: Νοέμβριος 2007

Το Πρεζόνι της Κάνιγγος

 Στάση λεωφορείου, πλατεία Κάνιγγος.

Η ώρα προχωράει αργά, ο ήλιος δύει νωρίς, περνάει πάντα άλλο λεωφορείο.

Σακούλες στα χέρια, τσάντα στον ώμο, άνθρωποι πολλοί γύρω μου. Το 732 περιμένουν όλοι τους;

Ένα πρεζόνι σκουντουφλώντας.

Πλησιάζει. Η γνωστή ατάκα:

«Φίλε, δώσ’ μου ένα ευρώ».

Παρένθεση:

Αν δίνω κάνα φράγκο σε κάποιους, είναι τα πρεζόνια. Δεν δίνω ποτέ σε παιδιά, δεν δίνω ποτέ σε όσους κρατάνε χαρτόνια με μια εικόνα της Παναγίας στα αριστερά και δεξιά μια ανορθόγραφη βοήθεια, δεν δίνω σε τσιγγάνους και ανάπηρους που τους πετάνε οι νταβατζήδες τους στα πεζοδρόμια. Δίνω / έδινα σε πρεζόνια. Τα λυπάμαι. Ένας φίλος με μάλωσε: «Ξέρεις πού πάνε τα λεφτά σου; Ξέρεις τι τους βοηθάς να αγοράσουν;» Περπατούσαμε στην Πανεπιστημίου και μου ανέτρεπε το ένα επιχείρημα μετά το άλλο. Πάνω στην ώρα μας πλησιάζει κι ένα πρεζάκι με το χέρι απλωμένο. «Δεν σου δίνω γιατί ξέρω ποιος θα τα πάρει μετά», του λέει. Δεν τον προσπέρασε όμως κατά το συνήθειο: Τον έβλεπα να στέκεται και να μιλάει στο πρεζόνι, να ακούει τις ελεεινές δικαιολογίες του με κατανόηση και να του απαντάει, εγώ ένα βήμα πιο πίσω. Στο τέλος ο φίλος μου τον οδήγησε στο κοντινότερο φαστφούντ και τον κέρασε το φαγητό. Εγώ παρακολουθούσα εντυπωσιασμένος, πάντα ένα βήμα πιο πίσω.

Στη στάση πάλι, στην Κάνιγγος.

«Φίλε δώσ’ μου ένα ευρώ».

Τον κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου: πεσμένοι ώμοι, σκυμμένο κεφάλι, πόδια μπερδεμένα, μάτια θολά, κουρέλια, βρωμιά.

«Δώσε ρε φίλε, εδώ όλοι ξένοι είναι, δεν καταλαβαίνουν».

Οι ξένοι κοιτούσαν και γελούσαν. Καταλάβαιναν.

«Δεν σου δίνω γιατί ξέρω τι θα τα κάνεις»

«Ρε φίλε, σε παρακαλώ. Τα χρειάζομαι. Να πάω να κλέψω θέλεις;»

«Θέλω να βοηθήσεις τον εαυτό σου».

«Προσπάθησα να την κόψω, δεν γίνεται. Δώσ’ μου ένα πενηντάρι».

«Δεν προσπάθησες πραγματικά. Σου αξίζει κάτι καλλίτερο από ένα πενηντάρι».

Γυρίζει να φύγει. Πηγαίνει στην κοπελιά που στέκεται πιο κει.

«Μήπως θες να φας κάτι; Να σε κεράσω ένα…»

Η φωνή μου χάθηκε ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα δόντια μου. Τον είδα να σέρνεται από την κοπέλα σε κάποιον άλλο και μετά σε άλλο. Κανένας δεν του έδωσε. Το 732 ήρθε.

Γύριζα σπίτι με την καρδιά παγωμένη αναμασώντας τα επιχειρήματα του φίλου μου: Γιατί έκανα καλά που δεν του έδωσα. Ήταν πιο λογικά από τα δικά μου. Πιο ισχυρά. Ακαταμάχητα.

Advertisements

Καρβέλας – Λαζόπουλος – Δεληβοριάς

Το πρωί ο Νίκος Χατζηνικολάου έβαλε στην ραδιοφωνική του εκπομπή δυο καινούργια τραγούδια του Νίκου Καρβέλα. Με το γνωστό γλοιώδες χαμόγελό τα χαρακτήρισε «σκληρά». Και μας προειδοποίησε ότι ο Καρβέλας τα χώνει άγρια.

Τα άκουσα.

Δεν είναι του γούστου μου η μουσική του Καρβέλα, αλλά εντάξει, ήθελα να δω τι πράγμα είναι αυτά τα τραγούδια που έκαναν τόσο χαρούμενο τον Χατζηνικολάου.

Ένα είναι το συμπέρασμα: Ο Καρβέλας δεν βλέπει την νεοελληνική πραγματικότητα με κάποιον δικό του ιδιότυπο τρόπο. Το αντίθετο: Ο Καρβέλας έχει την ίδια οπτική με πολλούς άλλους συναδέλφους του, επώνυμους. Ακόμα περισσότερο: Η σκέψη του Καρβέλα λίγο διαφέρει από του Λάκη Λαζόπουλο, με τον οποίο κοντράρεται, ή του Φοίβου Δεληβοριά, ο οποίος υποτίθεται ότι ανήκει σε ένα άλλο είδος.

 

Δύο παραδείγματα:

  1. Κι ο Καρβέλας, όπως και ο Λάκης Λαζόπουλος, λατρεύει τα νιάτα, τα βλέπει σαν αυταξία, τα υμνεί. Κι αυτός, όπως κι ο Λάκης Λαζόπουλος, μας λέει τι θέλουν πραγματικά οι νέοι κι εμφανίζεται σαν αυτόκλητος συνήγορος.
  2. Στις «Κουφαλίτσες» απαξιώνει συλλήβδην και συνοπτικά όλα τα κόμματα, όλους τους πολιτικούς και την συμμετοχή του πολίτη στις δημοκρατικές διαδικασίες. Για τον Νίκο Καρβέλα όσοι συμμετείχαμε στις τελευταίες εκλογές είμαστε πρόβατα. Πάλι καλά: Οι πολιτικοί είναι οι κουφαλίτσες του τίτλου.

Δεν μπαίνω στην διαδικασία να επιχειρηματολογήσω υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές –παραείναι γελοίο. Λέω μόνο ότι παρόμοια απαξιώνει ο Λάκης Λαζόπουλος τα κόμματα (όχι όμως της Αριστεράς –αυτή είναι πράγματι μια πρωτοτυπία του Καρβέλα).

Το ίδιο κι ο Φοίβος Δεληβοριάς. Στον τελευταίο του δίσκο, η δημοκρατία, η ελευθερία, κτλ είναι απλώς «Λέξεις» που τον κάνουν να βαριέται. Μόνο στο σεξ βρίσκει κάποιο ενδιαφέρον ο Φοίβος, όπως άλλωστε κι ο Καρβέλας. Μόνο που ο Φοίβος περιμένει τα ματς του Champions League για να την πέσει στις γυναίκες μας, που με τις φίλες τους αράζουν σε κάνα μπαρ. Αυτό ούτε ο Καρβέλας δεν το κάνει.

Οι Δαιμονισμένοι

Οι Δαιμονισμένοι ήταν το πρώτο έργο του Ντοστογιέφσκι -το πρώτο έργο Ρώσου- που διάβασα. Αγαπούσα και αγαπώ πολύ -υπερβολικά, ναι, το δέχομαι- τους αμερικανούς, αλλά ήταν μια περίοδος που είχα κουραστεί από την συνεχή μελέτη της υπερατλαντικής λογοτεχνίας και ήθελα να διαβάσω κάτι καινούργιο. Διαφορετικό.

Ήμουνα φοιτητής στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων. Οι συνάδελφοί μου δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για την λογοτεχνία ή τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, το δοκίμιο -δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το διάβασμα γενικώς.

Ήμουν κλειστός. Δικαιολογημένα ως ένα βαθμό: Μια φορά που με είδαν μερικοί συμφοιτητές να κρατάω το Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων του Μάρκες άρχισαν να μου κάνουν πλάκα. Πλάκα τόσο παιδιάστικη και χοντροκομμένη που δεν μπορούσα παρά να την υποστώ με ένα παγωμένο χαμόγελο.

Κλειστός.

Τα πρωινά του Σαββάτου τα πέρναγα συνήθως στη «Δωδώνη». Η «Δωδώνη» ήταν τότε το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο στα Γιάννενα και μπορούσε χαλαρά να συγκριθεί με οποιοδήποτε αθηναϊκό. Πλήρες βιβλιοπωλείο, γεμάτα ράφια, πλούσια συλλογή, ζεστή ατμόσφαιρα. Και τα πρωινά του Σαββάτου μάζευε συνήθως τις ίδιες φάτσες. Από ένα σημείο και μετά γνωριστήκαμε και αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε και μερικές κουβέντες.

Στη «Δωδώνη» ένα σαββατιάτικο πρωινό στα μέσα της δεκαετίας του ’90 κατευθύνθηκα από τα ράφια των Αμερικανών στα ράφια των Ρώσων. Το έψαξα το πράγμα, το σκέφτηκα και λιγάκι και κατέληξα στους Δαιμονισμένους. Πήρα τον Α΄ τόμο της μετάφρασης του Άρη Αλεξάνδρου.

Κι έμεινα μαλάκας.

Όχι, ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι για μένα ούτε βαρύς, ούτε δύσκολος, ούτε ερμητικός, ούτε σκοτεινός. Ο Ντοστογιέφσκι είναι εκεί και συχνά ξαναδιαβάζω τα έργα του από τότε, χωρίς να τα έχω χορτάσει.

Πρόσφατα είδα στα ράφια της Πολιτείας ένα μαύρο τούβλο. Κόκκινα γράμματα: Φιοντορ Ντοστογιέφσκι, Οι δαιμονισμένοι, εκδόσεις Ίνδικτος. Το ξεφύλλισα: Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου, σελίδες: 1262, η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα, όπου αναγγέλλεται η πρόθεση του Ινδίκτου να εκδώσει τα άπαντα του συγγραφέα, κι επίμετρο με βιογραφικά κείμενα, αποσπάσματα από το Σημειωματάριο του Συγγραφέα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Δεν είναι εύκολο να μεταφράσεις Ντοστογιέφσκι. Η γλώσσα, η κουλτούρα, η εποχή, το μέγεθος -αλλά και ο μύθος- του συγγραφέα, δυσκολεύουν τη δουλειά του μεταφραστή. Κι ο Έλληνας αναγνώστης ευτύχησε να έχει στη διάθεσή του τις εξαιρετικές μεταφράσεις του Αλεξάνδρου και μπορεί να προσεγγίσει το κείμενο (κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς η μετάφραση του ντοστογιεφσκικού έργου έχει γνωρίσει μεγάλες περιπέτειες σε άλλες γλώσσες). Αλλά, όπως και να το κάνουμε η περιπέτεια της ανάγνωσης, και μάλιστα έργων τόσο πολυεπίπεδων και σύνθετων, όσο του Ντοστογιέφσκυ, δεν μπορεί να σταματά σε μια μετάφραση, όσο σημαντική κι αν είναι. Έχω δει και άλλες μεταφράσεις των έργων του Ντοστογιέφσκι όλα αυτά τα χρόνια, αλλά άνετα τις προσπερνάς. Η δουλειά που έχει αξιώσεις φαίνεται και μαγνητίζει το βλέμμα. Πήρα το δεύτερο αντίτυπο της στοίβας και πήγα στο ταμείο.

Ναι, ο Ίνδικτος εγκαινιάζει με ένα εξαιρετικό βιβλίο μια σειρά που θα αποτελεί την πρώτη επιλογή του νέου αναγνώστη που θέλει να διαβάσει Ντοστογιέφσκι: Η έκδοση είναι μοντέρνα, καλαίσθητη, εύχρηστη, καλό χαρτί, ευανάγνωστοι χαρακτήρες, βοηθητικά κείμενα -όλα όσα θέλουμε να έχουν οι ιστορικές μεταφράσεις της σειράς του Γκοβόστη και δεν έχουν.

Βέβαια υπάρχει κι ένα αρνητικό: Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιλέγεται σαν τίτλος η μετοχή Δαιμονισμένοι και ότι το ουσιαστικό Δαίμονες, που είναι το σωστό. Μπορεί να είναι καθιερωμένο, ο κόσμος έτσι να το ξέρει, αλλά δεν παύει να είναι μια παρανόηση, μια αλλοίωση, μια διαστρέβλωση της οπτικής του συγγραφέα. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η μεταφράστρια και ο εκδότης δεν κάνανε το μισό παραπάνω βήμα, που φαντάζει και τόσο αυτονόητο.

Θα το διαβάσω και θα τα ξαναπούμε.  

Μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό

Διαβάζω τις εφημερίδες και τις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες -τηλεόραση και ραδιόφωνο δεν μπορώ να παρακολουθήσω αυτές τις ημέρες λόγω δουλειάς- και εκπλήσσομαι.

Και τσαντίζομαι.

Τα μέτρα που υπενόησε παρά εξήγγειλε ο Βασίλης Μαγγίνας δεν είναι απλώς ήπια ή απαραίτητα, σύμφωνα με τα όσα έχουν δηλώσει όλες σχεδόν οι πλευρές, αλλά είναι και απολύτως αναμενόμενα. Τόσο αναμενόμενα που καταντούν βαρετά.

Αλλά και η αντίδραση της αντιπολίτευσης και των συνδικαλισταράδων ήταν βαρετή κι αναμενόμενη:ΑΑΑΑΟΟΟΟΟΕΕΕΕΕΟΥΟΥΟΥΟΥΑΑΑΑ και απεργιακές κινητοποιήσεις.

Θεέ μου, είμαστε απελπιστικά βαλκάνιοι ώρες – ώρες.

Βέβαια, όλα αυτά αποτελούν ίσως έναν ιδιότυπο δικό μας, ελλαδίτικο, τρόπο συζήτησης και διαπραγμάτευσης, αλλά εμένα δεν μου αρέσει. Πού είναι η καλή θέληση, η εξάντληση των περιθωρίων, η υπομονή, η δημιουργικότητα, οι ουσιαστικές προτάσεις; Συνεχώς, σε όλα τα θέματα, σε ό,τι προκύπτει στάνταρ δηλώσεις, στάνταρ εκφράσεις, στάνταρ συλλαλητήρια, στάνταρ συνθήματα, στάνταρ πλακάτ, στάνταρ επεισόδεια -όλα ίδια και ίδια τριαντατόσα χρόνια τώρα.

Πώς είναι δυνατόν να μην παραταθούν τα όρια ηλικίας αφού:1. Έχει -δόξα τω Θεώ- ανέβει ο μέσος όρος ζωής και 2. Οι νέοι αρχίζουν να εργάζονται σε μεγαλύτερη ηλικία απ’όσο οι γονείς τους;

Γιατί είναι παράλογο να ενωθεί ένα πλούσιο ταμείο με ένα αδύναμο; Πού στα σκατά είναι η κοινωνική συνείδηση των δημοσιογράφων;

Να βγαίνουν οι γυναίκες που έχουν παιδιά στα 50 ή στα 55 στη σύνταξη. Δεν το καταλαβαίνω. Γιατί; Όταν η γυναίκα είναι 50 χρονών το παιδί της θα πηγαίνει το λιγότερο στο λύκειο -τι να την κάνει την μάνα του; Και τι να κάνει μια γυναίκα 50 ετών στο σπίτι μόνη; Να βλέπει «Πρωινό Καφέ»; Γιατί δεν ζητάνε μεγάλες, πολύ μεγάλες άδειες τοκετού; Ας πούμε: Να βγαίνει μια γυναίκα στα 60 στη σύνταξη, αλλά όταν γεννάει, να παίρνει άδεια 1,2,3 χρόνια. Αυτό μου φαίνεται λογικό. Το βρέφος έχει ανάγκη τη μάνα όχι ο έφηβος.

Το κράτος χρωστάει λευτά στα ταμεία, αν δεν τα δώσει, δεν συζητάει η ΓΣΕΕ. Συμφωνώ ότι κακώς, πολύ κακώς να χρωστάει το κράτος στα ασφαλιστικά ταμεία. Ανεύθυνες οι κυβερνήσεις που δεν κατέβαλαν τις εισφορές στο ΙΚΑ, αλλά πού να τα βρει το κράτος τώρα αμέσως για να τα πληρώσει; Και ποιο είναι τελικά αυτό το κράτος; Πού είναι; Πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε ότι βρίσκεται τόσο μακριά και τόσο έξω από μας;

Δεν λέω ότι η κυβέρνηση τα κάνε σωστά.

Ούτε ισχυρίζομαι ότι έχει δίκιο ή ότι όλα τα μέτρα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

Λέω απλώς ότι πρέπει να γίνει ανοιχτός και εις βάθος διάλογος.

Κι ότι, αν τέλος πάντων γίνεται, εγώ σ’ αυτόν τον διάλογο δεν εκπροσωπούμαι.

Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν

rg_p_01.jpg

Τα τελευταία δυο – τρία χρόνια τα Graphic Novel κερδίζουν έδαφος στη ντόπια βιβλιαγορά. Πάει οριστικά η εποχή που ονομάζονταν «μικιμάους» και προοριζόταν αποκλειστικά για παιδιά του Δημοτικού και μάλιστα για τους «δεύτερους» μαθητές. Στις μέρες μας κάνουν κάθε τόσο την εμφάνισή τους στα βιβλιοπωλεία πολυτελείς εκδόσεις εικονογραφημένων αναγνωσμάτων που προορίζονται για απαιτητικούς ενήλικους αναγνώστες. Και δεν είναι μόνο οι μεταφρασμένοι τίτλοι: Τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας γεμίζουν τα ράφια τους με αγγλικές και αμερικάνικες εκδόσεις κλασικών Graphic Novel, που σε πολλές περιπτώσεις η τιμή τους είναι σημαντικά φτηνότερη από την αντίστοιχη ελληνική έκδοση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιτυχία του Sin City και των 300, που στηρίζονται στα αντίστοιχα εικονογραφημένα μυθιστορήματα του Fr. Miller, συνέβαλε στη διαμόρφωση του ρεύματος, αλλά, νομίζω, ότι η τάση ήδη υπήρχε. Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγάπησαν τα κόμιξ, που τα διαβάζουμε αδιάλειπτα από μικρά παιδιά και που όταν η δίψα μας δεν ικανοποιούνταν με τις ελληνικές εκδόσεις, που τότε περιορίζονταν στα περιοδικά Disney, τον Αστερίξ, τον Λούκυ Λουκ και τον Όμπραξ, αρχίσαμε να τα αναζητούμε αλλού. Κυρίως στα ράφια των ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων.

Πρόσφατα ένας νέος εκδοτικός οίκος άρχισε να δραστηριοποιείται στον χώρο της ένατης τέχνης, η Helm. Πρώτη του παραγωγή: Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, μια εντυπωσιακή έκδοση του έργου του Ρίχαρντ Βάγκνερ σε διασκευή P. Craig Russel. Το βιβλίο θα ολοκληρωθεί σε τέσσερις τόμους, από τους οποίους έχουν κυκλοφορήσει ήδη οι πρώτοι τρεις, ενώ ο τέταρτος αναμένεται τον Δεκέμβριο.

Η έκδοση είναι εξαιρετική σε όλα: η σχεδίαση, το χαρτί, η απόδοση των χρωμάτων, η μετάφραση, τα συνοδευτικά κείμενα. Οι εικόνες του Russel κόβουν κυριολεκτικά την ανάσα και το μάτι δεν χορταίνει τα παραμυθένια τοπία. Όπως αναφέρει κι ο Fr. Miller σε ένα σημείωμά του που συνοδεύει την έκδοση: «Το έργο είναι τρομερά φιλόδοξο και απίστευτα μεγαλοπρεπές. Ολόκληρη η σειρά λάμπει από τον απαραίτητο συνδυασμό πάθους, ταλέντου και ευφυΐας που χρειάζεται μια τόσο τολμηρή δουλειά…».

rotnsf_webpreview1.jpg

Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα η συμφωνική μουσική με κουράζει. Ειλικρινά δεν μπορώ να παρακολουθήσω μια όπερα. Ναι, υπάρχουν μελωδίες που μου χαϊδεύουν τα αυτιά και την καρδιά και οι ιστορίες είναι πάντα τόσο ενδιαφέρουσες. Αλλά δεν μπορώ να τις παρακολουθήσω –τελεία.

Κι ο Βάγκνερ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Προσπάθησε με την μουσική του να κάνει ό,τι έκανε ο Ντοστογιέφσκι με την γραφίδα του: Να εκφράσει την ουσία της ψυχής του λαού του. Η «λαϊκή ψυχή» είναι κεντρική έννοια για τους ρομαντικούς του 19ου αιώνα. Οι αδερφοί Γκριμμ αυτή αναζητούσαν συλλέγοντας μύθους. Κι ο Σολωμός κι Μέλβιλ και τόσοι άλλοι αυτή προσπαθούσαν να εκφράσουν. Κι ο Βάγκνερ. Που αναπόφευκτα τόσο ο ίδιος όσο και οι μουσικές του συνδέθηκαν τόσο με τον Ναζισμό, ώστε το έργο του να είναι απαγορευμένο στο Ισραήλ μέχρι προσφάτως.

Ο κύκλος του Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν αποτελείται από τέσσερις όπερες –όσες και οι τόμοι της έκδοσης δηλαδή– κι είναι η κορωνίδα της τέχνης του συνθέτη. Ο Βάγκνερ εργάστηκε πολλά χρόνια μελετώντας γερμανικούς και σκανδιναβικούς μύθους, ενοποιώντας τους και απαλείφοντας τις αντιφάσεις για να ξαναγράψει την ιστορία του καταραμένου δαχτυλιδιού. Κι ο Russel χρειάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια για να μπορέσει να το διασκευάσει σε εικονογραφημένο μυθιστόρημα χωρίς να προδώσει το υψηλό ύφος του και την πολυπλοκότητά του.

Η έκδοση του δαχτυλιδιού είναι μια καλή ευκαιρία κυρίως για όσους μας κουράζει η συμφωνική μουσική να έρθουμε σε επαφή με το μυθολογία των Βορειοευρωπαϊκών λαών –έχουν κι εκείνοι συναρπαστικούς μύθους. Θα δούμε επίσης μερικές από τις βασικές επιρροές του Τόλκιν. Και φυσικά θα γνωρίσουμε έναν σπουδαίο σχεδιαστή.

rotnvk_wb01.jpg

Ρατσισμός στην Ελλάδα

Σκηνή Α΄:
Πριν από λίγο καιρό. Σπίτι φίλου στη Λακωνίας, Αμπελόκηποι.
Απόγευμα, ζέστη, σκόνη, ιδρώτας.
Στα φλιτζάνια νερωμένος φραπές. Τα στόρια μισοκατεβασμένα. Αντηλιά.
Δεν πολυμιλάμε – έχουμε βαρύνει.
Ησυχία: Το παρθένο αφτί μόνο θ’ ακούσει τον βόμβο των αυτοκινήτων.
Ξαφνικά αναταραχή. Φασαρία. Φωνές. Να μην τα πολυλογώ: από το διπλανό καφενείο πέταξαν έξω έναν μεθυσμένο. Ρουμάνο. Ο μεθυσμένος στον δρόμο φωνάζει και απειλεί.
Στον καφετζή:
«Και πρόσεξε πώς μου φέρεσαι εμένα. Εγώ δεν είμαι Αλβανός, είμαι Ρουμάνος».

Σκηνή Β΄:
Πριν λίγες μέρες σε Δημοτικό Σχολείο στο κέντρο της Αθήνας.
Στο πολύ κέντρο.
Τετάρτη τάξη, μόνο το 20% των μαθητών είναι ελληνάκια, τουτέστιν τρεις. Στο διάλειμμα τα Αλβανάκια επιτίθενται ομαδικά στον συμμαθητή τους από το Τατζικιστάν με ρατσιστικά συνθήματα. Ξύλο.

Σκηνή μοντάζ:
Ο Σταύρος Θεοδωράκης σε κάποια γειτονιά της Αθήνας κοιτάζει μελαγχολικά την κάμερα και πίσω του μια ομάδα παιδιών λαθρομεταναστών παίζει ποδόσφαιρο / Ο Σταύρος Θεοδωράκης κάθεται σε ένα σκαλοπάτι ανάμεσα σε παιδιά λαθρομεταναστών / ΓΚΡΟ ΠΛΑΝ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ / Ο Σταύρος Θεοδωράκης συζητά με τα παιδιά: «Εσύ από πού είσαι;» / ΓΚΡΟ ΠΛΑΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΤΙΑ / Ο Σταύρος Θεοδωράκης παίζει μπάλα με τα παιδιά / ΣΥΝΕΧΗ ΓΚΡΟ ΠΛΑΝ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ – ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΤΙΑ / Παραμορφωτικός φακός: Μπουχτισμένος γείτονας, πενηντάρης και ολίγον φαλακρός φωνάζει και χειρονομεί εναντίον των λαθρομεταναστών / ΓΚΡΟ ΠΛΑΝ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ – ΜΑΤΙΑ / Ο Σταύρος Θεοδωράκης συνοφρυωμένος

Αμοντάριστα πλάνα:
Λαθρομετανάστες μικροπωλητές απλώνουν την πραμάτεια τους μπροστά στα προπύλαια.
Η Φώκα Νέγκρα γεμάτη με αφρικανούς λαθρομετανάστες, πωλητές πλαστών CD – DVD.
Η οδός Σοφοκλέους κάτω από την Αθηνάς <= Απερίγραπτο.
Συμπλοκές Κινέζων εμπόρων με Έλληνες έμπορους. Συμπλοκές Κινέζων και Αράβων. Ρώσων και Αλβανών.
Δίπλα στο δημαρχείο Αθηνών: Μαύρες πουτάνες. Πίσω: Νταβατζήδες και βαποράκια.

Η πολυεθνική Αθήνα…

Σχολικά Βιβλία Ιστορίας

Έτυχε να βρεθώ το Σάββατο με μια παρέα εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαφόρων ειδικοτήτων. Τους περισσότερους δεν τους ήξερα καλά, αλλά από τις κουβέντες τους κατάλαβα ότι πρόκειται για ανθρώπους με μεράκι για τη δουλειά τους. Τους άκουγα με ενδιαφέρον.
Στην αρχή οι καταλήψεις μονοπώλησαν τη συζήτηση. Αντάλλαξαν εμπειρίες για τον τρόπο οργάνωσής τους, τους υποκινητές / υποστηρικτές, τα προβαλλόμενα αίτια και τα αποτελέσματά τους: γιγάντωμα της ασέβειας και της ασυδοσίας, καταστροφές στην υλικοτεχνική υποδομή, απώλεια διδακτικών ωρών. Έπειτα μια φιλόλογος άρχισε να μας λέει για το βιβλίο Βυζαντινής Ιστορίας της Β΄  Γυμνασίου. Ένα βιβλίο όπου ο βυζαντινός πολιτισμός δεν αναδεικνύεται, ακόμα και η Αγία Σοφία, μας είπε, είναι υποβαθμισμένη, δεν διδάσκονται στα παιδιά οι ένδοξες σελίδες της μεσαιωνικής ιστορίας, αντίθετα προβάλλονται ιδιαίτερα ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός και οι εχθροί του βυζαντίου, Άραβες, Τούρκοι κτλ. Τα παραδείγματα που μας ανέφερε ήταν πολλά και κατέληξε λέγοντας ότι θα πρέπει να ζητήσουν την απόσυρση κι αυτού του βιβλίου παρόλο που δεν έχει τα εξόφθαλμα λάθη ούτε προβάλλει κραυγαλέα τους στόχους του, όπως εκείνο της Στ΄ Δημοτικού -είναι «πιο πονηρό» κατέληξε.

Αισθάνομαι πάντα αμηχανία όταν η παρέα -και ειδικά άνθρωποι που δεν ξέρω- συζητάνε για τέτοια θέματα. Κατ’ αρχήν ζητάνε τη γνώμη μου, σαν «πιο ειδικού». Όχι φυσικά για να διαφωτιστούν. Αλλά για να ενισχύσουν την δική τους σε περίπτωση που συμφωνούμε. Κι αν διαφωνούμε, με κατατάσσουν κι εμένα ανάμεσα σε κείνους που, αντί να φωτιστούν τόσα χρόνια στα θρανία, συσκοτίστηκαν. Η αμηχανία μου όμως προέρχεται κυρίως γιατί δεν ξέρω τι να πω. Καταλαβαίνω πού το πάνε οι συνάδελφοι, τις αφετηρίες τους, τα στηρίγματά τους, τις επιδιώξεις τους και γι’ αυτό δεν θέλω, δεν μπορώ να μπω σε μια συζήτηση σωστού / λάθους. Ακόμα κι αν διαφωνώ δεν σημαίνει ότι εγώ έχω δίκιο. Βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Έχουμε άλλη ιεράρχηση αξιών, προσβλέπουμε σε διαφορετικά πράγματα.

Στις ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Και η ιστορία περιγράφει πάντα, παντού, πάντοτε ανθρώπινες σχέσεις. Γι’ αυτό μου είναι δύσκολο να μαυρίσω ή να ασπρίσω. Οι περιοχές του γκρίζου είναι αχανείς. Και οι αποχρώσεις του αναρίθμητες. Προσθέστε σ’ αυτό και ότι όταν εμφανίζεται μια μεγάλη ιδέα, ανατρέπει την ανάγνωση της ιστορίας που γνωρίζαμε ως τότε. Η ιδέα περί έθνους ή ο Μαρξισμός, για να αναφέρω δυο γνωστά παραδείγματα, ανέτρεψαν την εικόνα που είχαμε για την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα, τις μεγάλες αυτοκρατορίες του παρελθόντος, τους στασιαστές και τους αιρετικούς. Κάθε επιστήμονας και κάθε πολίτης έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαλέξει την ανάγνωση της ιστορίας που του ταιριάζει / τον πείθει/ τον αναπαύει/ του αρέσει/ τον συμφέρει/ …/ περισσότερο. Το τι ιστορία όμως θα διδάσκεται στα σχολειά, είναι άλλη υπόθεση.

Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα δημιουργείται γιατί το ελληνικό κράτος, από την μεταπολίτευση και δώθε, δεν έχει αποφασίσει τι είδους πολίτη θέλει να δημιουργήσει στα σχολεία του. Τι πρότυπο θέλει να περάσει στα παιδιά. Θέλουμε πολίτες πρακτικούς, θετικούς, εργατικούς, φιλοσοφούντες, καλλιτεχνίζοντες, εθνοκεντρικούς, κοσμοπολίτες, ανεκτικούς, τι; Ποιο πρότυπο προβάλλεται στα σχολεία; Γιατί παράγουμε μόνο ανεύθυνους κομπορρήμονες και τεμπέληδες συνδικαλιζόμενους; Αν αποφασίσουμε πώς θέλουμε να είναι ο έλληνας, θα καταρτίσουμε το ανάλογο πρόγραμμα σπουδών, θα γράψουμε και τα ανάλογα βιβλία και θα σταματήσουμε ίσως να αναλωνόμαστε σε δημόσιους διαξιφισμούς για τα σχολικά εγχειρίδια.

Και μια διευκρίνιση: Πιο πάνω αναφέρομαι στην ερμηνεία, την ανάγνωση των δεδομένων ιστορικών γεγονότων. Το ιστορικό συμβάν, με άλλα λόγια, υφίσταται αντικειμενικά, υποκειμενική είναι η θεώρησή του.
Το βιβλίο της κας Ρεπούση είχε πολλά λάθη και στα αντικειμενικά γεγονότα και γι’ αυτό δεν μπορούσε να σταθεί στην τάξη. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί κάποιοι εντάσσουν την απόσυρσή του σε μια γενικότερη συντηρητική στροφή της κυβέρνησης; Είναι προοδευτικό να χρονολογείς λάθος τα γεγονότα;