Monthly Archives: Δεκεμβρίου 2007

Leonard Cohen: Για την ποίηση, το τραγούδι, τα γηρατειά

Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα για τον Leonard Cohen: Είναι πολύ γνωστός και πολύ αγαπητός κι επιπλέον έχει κι έναν ιδιαίτερο δεσμό με την Ελλάδα.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε τον Ιούνιο του 2006 στον Jeffrey Brown, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Book of Longing. Ξεχώρισα και μετάφρασα τα σημαντικότερα κομμάτια της.

 

leonard-c.jpg

LEONARD COHEN: Μου αποδίδανε την ιδιότητα του ποιητή και ίσως να υπήρξα για κάποιο διάστημα. Και, παρότι ίσα-ίσα που μπορώ να κρατήσω τον ρυθμό, με ακολουθούσε γλυκά κι ο τίτλος του τραγουδιστή,.

 

JEFFREY BROWN: Πρόσφατα εκδώσατε το Book of Longing, την πρώτη σας ποιητική συλλογή έπειτα από 20 χρόνια. Έχετε αρχίσει να βλέπετε τον εαυτό σας ως ποιητή ή απλώς προσπαθείτε να γίνετε;

 

LEONARD COHEN: Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου ως ποιητή. Πάντα πίστευα ότι ο κόσμος ονομάζει ποίηση ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής. Συνεπώς είναι επικίνδυνο να αυτοαποκαλείσαι ποιητής. Αυτό πρέπει να στο λένε οι άλλοι.

 

JEFFREY BROWN: Ναι, αλλά δεν έγραφες ποιήματα στην αρχή; Πώς έβλεπες τότε τον εαυτό σου;

 

LEONARD COHEN: Ξέρετε, σκαρώνεις μερικούς στίχους για τον ένα ή τον άλλο λόγο: Κάτι που διάβασες σε συγκίνησε, θες να συγκαταλέγεσαι ανάμεσα στα λαμπρά πνεύματα ώστε να κερδίσεις κάτι ή και για άλλους λόγους, κοινωνικούς, πνευματικούς.

Κάποια φιλοδοξία θα σε ρίξει στη δουλειά και μετά εσύ θα ανακαλύψεις αν έχεις πραγματικό ταλέντο ή όχι. Εγώ θεωρούσα τον εαυτό μου πάντα σαν επαρκή αλλά ελάσσονα ποιητή. Ξέρω ποιους συναγωνίζομαι

 

JEFFREY BROWN: Ξέρετε ποιους συναγωνίζεστε;

 

LEONARD COHEN: Ναι. Συναγωνίζομαι, ξέρετε, τον Δάντη, τον Σαίξπηρ, τον Ησαΐα, τον βασιλιά Δαυίδ, τον Όμηρο. Πάντα όμως πίστευα ότι κάνω εντάξει την δουλειά μου.

 

JEFFREY BROWN: Σε τι πιστεύετε ότι διαφέρει το να γράφει κανείς τραγούδια από το να γράφει ποίηση.

 

LEONARD COHEN: Το ποίημα έχει ένα συγκεκριμένο – ένα διαφορετικό χρόνο. Για παράδειγμα: Το ποίημα είναι μια πολύ ιδιωτική εμπειρία και δεν έχει ένα ρυθμό που θα σε καθοδηγήσει. Για να το πω διαφορετικά: Μπορείτε να πάτε μπροστά ή πίσω, μπορείτε να επιστρέψετε σ’ αυτό, μπορείτε να το παρατείνετε. Έχει, ξέρετε, μια εντελώς διαφορετική αναφορά στον χρόνο.

Αντιθέτως στο τραγούδι υπάρχει ένας συγκεκριμένος ρυθμός. Είναι κάτι που βαδίζει γρήγορα και δεν μπορείτε να το σταματήσετε, σωστά; Το τραγούδι είναι φτιαγμένο να μεταδίδεται άμεσα από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά, ενώ ένα ποίημα μιλάει για κάτι που είναι άχρονο και έχει μια εντελώς διαφορετική προοπτική.

 

JEFFREY BROWN: Ενδιαφέρον, γιατί η ακούμε ότι η μουσικότητα παίζει μεγάλο ρόλο στην ποίηση. Λέμε και ότι η ποίηση δημιουργεί την δική της μουσική.

 

LEONARD COHEN: Μα δεν λέω ότι η ποίηση δεν έχει τη δική της μουσικότητα. Ο ρυθμός της είναι διαφορετικός. Κι ακόμα η μουσική της ποίησης ταξιδεύει ανάλογα με την διάθεση του ανθρώπου που την διαβάζει.

 

JEFFREY BROWN: Πρόσεξα ότι το βιβλίο περιλαμβάνει κι ορισμένα ποιήματα που τα έχετε ηχογραφήσει ως τραγούδια.

 

LEONARD COHEN: Ναι, γιατί μερικές φορές ένας στίχος μπορεί να επιβιώσει στο χαρτί. Μερικές φορές δεν μπορεί, αλλά κάποτε τα καταφέρνει. Προσπάθησα να επιλέξω εκείνους που το μπορούν.

 

JEFFREY BROWN: Ένα από τα πράγματα που πάντα πρόσεχα στη δουλειά σας είναι η ανάμειξη του αισθησιακού με το πνευματικό˙ η ένωση, κατά κάποιο τρόπο, της ψυχής με το σώμα. Θεωρείτε ότι αυτό περιγράφει την εργασία σας;

 

LEONARD COHEN: Ναι, αλλά ξέρετε έχουμε όλοι μας κι απ’ τα δυο.

 

JEFFREY BROWN: Σωστά…

 

LEONARD COHEN: Έχουμε αυτά τα αισθήματα που κινούνται από το χυδαίο και το κατώτερο προς το ανώτερο και το εκλεπτυσμένο. Όλοι μας τα έχουμε. Και είμαστε κι όλοι εγκλωβισμένοι σ’ αυτό το σώμα –θέλω να πω ότι όλοι πεθαίνουμε από την ανίατη ασθένεια που ονομάζεται χρόνος.

 

JEFFREY BROWN: Είναι σωστό να λέμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου σας είναι αυτοβιογραφικό;

 

LEONARD COHEN: Είναι σωστό. Είναι πολύ σωστό. Αλλά να ξέρετε ότι η αυτοβιογραφία παίρνει πολύ νερό γιατί περιλαμβάνει και την φαντασία. Να ξέρετε ότι η φαντασία σας έχει κι αυτή ιστορία, γιατί γεννιέται, μεγαλώνει, παρακμάζει και γερνάει και πεθαίνει. Κι έτσι η φαντασία είναι μέρος μιας ολοκληρωμένης αυτοβιογραφίας.

Παραμονή Χριστουγέννων

Διαβάζοντας κανείς το κείμενο του Φώτη Κόντογλου Παραμονή Χριστούγεννα, που συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου, ο οποίος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αστέρος, δεν μπορεί να αποφύγει την πρόκληση να συγκρίνει τα Χριστούγεννα του τότε και του τώρα, τις δύο εποχές, τις δυο Ελλάδες. Να συγκρίνει όχι για να βρει καλούς και κακούς, να θρηνήσει για τις παλιές εποχές, τις χαμένες πατρίδες ή, από την άλλη πλευρά, να θριαμβολογήσει για τον γενναίο νέο κόσμο μας. Όχι. Αυτά είναι εύκολα και αισθηματικά. Σκοπός είναι να γνωρίσουμε λίγο καλλίτερα τους εαυτούς μας.

fatni.jpg

Η Παραμονή που περιγράφει ο Κόντογλου έχει διαφορές, έχει κι ομοιότητες με τη δικιά μας εποχή:

Τα καταστήματα ήταν και τότε στολισμένα και γεμάτα πελάτες, στους δρόμους καλοντυμένοι άνθρωποι, χαρούμενοι, αντάλασαν ευχές με κέφι, τα σπίτια γέμιζαν με κουραμπιέδες και μελομακάρονα, ομάδες παιδιών πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κι από καφενέ σε καφενέ ψάλλοντας τα κάλαντα <= Θα μπορούσε να περιγράφει και την Ερμού.

Από την άλλη, δεν συναντάμε πουθενά αναφορά σε στολισμένο δέντρο. Ούτε σε καράβι, που λέγεται ότι είναι η ελληνική εκδοχή (αλλά στην πατρίδα μου, στα Γιάννενα, γιατί να στόλιζαν καράβια; αν στόλιζαν ένα τοτέμ, πιο φυσικό θα ήταν το πεύκο).

Αλλά δεν είναι αυτή η σημαντικότερη διαφορά.

Ο Κόντογλου περιγράφει τις ετοιμασίες μιας θρησκευτικής εορτής. Τα γλυκά ετοιμάζονται και γεμίζουν τα καλαθάκια των παιδιών που λένε τα κάλαντα, αλλά δεν καταναλώνονται, γιατί είναι ακόμα η νηστεία. Φυλάσσονται  για την επόμενη μέρα. Τα τραπέζια στρώνονται, οι άνθρωποι ετοιμάζονται, όχι για τη νύχτα της 24ης, αλλά για το πρωινό της 25ης.

Τα γιατί και τα πώς αποθρησκευτικοποιήθηκαν (αποχριστιανοποιήθηκαν μπορεί να πει κάποιος) τα Χριστούγεννα -και οι Αποκριές και το Πάσχα ακόμα ως ένα βαθμό- δεν έχει νόημα να τα πούμε τώρα. Είναι άσχημο να γεμίζουμε τα ιστολόγια με εκθέσεις ιδεών. Και βαρετό και κακόγουστο. Και δεν έχει νόημα να λέμε πότε είναι καλλίτερα τότε ή τώρα. Στο κάτω-κάτω της γραφής οι Εκκλησιές θα λειτουργούν το πρωινό της 25ης για όποιον θέλει.

Και θα είναι και γεμάτες.

Και πολλοί θα έχουν πάνε κατευθείαν μετά το μπαρ, το κλαμπ ή τα μπουζούκια.

Αυτό είναι το καλλίτερο στοιχείο της εποχής μας ίσως.

Κι αυτό είναι και το πρόβλημα.

Που θέλουμε να τα έχουμε / ζήσουμε όλα, χωρίς να θυσιάζουμε τίποτα.

Χωρίς να πληρώνουμε κανένα αντίτιμο.

Johny Cash: A Boy Named Sue

My daddy left home when I was three

And he didn’t leave much to ma and me

Just this old guitar and an empty bottle of booze.
Now, I don’t blame him cause he run and hid
But the meanest thing that he ever did
Was before he left, he went and named me «Sue.»

Well, he must o’ thought that is quite a joke
And it got a lot of laughs from a’ lots of folk,
It seems I had to fight my whole life through.
Some gal would giggle and I’d get red
And some guy’d laugh and I’d bust his head,
I tell ya, life ain’t easy for a boy named «Sue.»

Well, I grew up quick and I grew up mean,
My fist got hard and my wits got keen,
I’d roam from town to town to hide my shame.
But I made a vow to the moon and stars
That I’d search the honky-tonks and bars
And kill that man who gave me that awful name.

Well, it was Gatlinburg in mid-July
And I just hit town and my throat was dry,
I thought I’d stop and have myself a brew.
At an old saloon on a street of mud,
There at a table, dealing stud,
Sat the dirty, mangy dog that named me «Sue.»

Well, I knew that snake was my own sweet dad
From a worn-out picture that my mother’d had,
And I knew that scar on his cheek and his evil eye.
He was big and bent and gray and old,
And I looked at him and my blood ran cold
And I said: «My name is ‘Sue!’ How do you do!
Now your gonna die!!»

Well, I hit him hard right between the eyes
And he went down, but to my surprise,
He come up with a knife and cut off a piece of my ear.
But I busted a chair right across his teeth
And we crashed through the wall and into the street
Kicking and a’ gouging in the mud and the blood and the beer.

I tell ya, I’ve fought tougher men
But I really can’t remember when,
He kicked like a mule and he bit like a crocodile.
I heard him laugh and then I heard him cuss,
He went for his gun and I pulled mine first,
He stood there lookin’ at me and I saw him smile.

And he said: «Son, this world is rough
And if a man’s gonna make it, he’s gotta be tough
And I knew I wouldn’t be there to help ya along.
So I give ya that name and I said goodbye
I knew you’d have to get tough or die
And it’s the name that helped to make you strong.»

He said: «Now you just fought one hell of a fight
And I know you hate me, and you got the right
To kill me now, and I wouldn’t blame you if you do.
But ya ought to thank me, before I die,
For the gravel in ya guts and the spit in ya eye
Cause I’m the son-of-a-bitch that named you «Sue.'»

I got all choked up and I threw down my gun
And I called him my pa, and he called me his son,
And I came away with a different point of view.
And I think about him, now and then,
Every time I try and every time I win,
And if I ever have a son, I think I’m gonna name him
Bill or George! Anything but Sue! I still hate that name!

*Το έγραψε ο Shel Silversteiν και το πρωτοτραγούδησε ο Johny Cash στην συναυλία που έδωσε στην φυλακή του San Quentin το 1969.

Clive Barker’s: Ο Κλέφτης του Πάντοτε

Υπάρχει ένα σπίτι στην πόλη όπου το κάθε εικοσιτετράωρο φέρνει τις χαρές ολόκληρης της χρονιάς: Από το πρωί μέχρι το βράδυ μπορείς να ζήσεις το καλοκαίρι, την άνοιξη, το φθινόπωρο, τον χειμώνα, με όλα τα καλούδια που μας φέρνουν, τις διακοπές, τα δώρα, τα παιχνίδια, κι όλες τις γιορτές, τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες κτλ.

Είναι το σπίτι του κυρίου Εώνα, όπου ο χρόνος περνάει τόσο σύντομα.

Ή μήπως τόσο αργά;

Ένα θαρραλέο αγόρι, ο Χάρβεϊ Σουίκ, θα βυθιστεί στις απολαύσεις του ετούτου του σπιτιού και θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τα μυστικά που κρύβει ο σκοτεινός ιδιοκτήτης του.

thief.jpg

Τα graphic novel έχουν μπει για τα καλά στην ελληνική αγορά βιβλίου. Αυτή εδώ η καλαίσθητη έκδοση είναι η πρώτη, αν δεν κάνω λάθος, για τις εκδόσεις ΟΞΥ, έναν εξαιρετικό εκδοτικό οίκο, που ειδικεύεται -πράγμα όχι ιδιαίτερα συχνό για τα δεδομένα της χώρας μας, που οι εκδότες λειτουργούν περισσότερο με την λογική του μεγαλομπακάλη- σε βιβλία μυστηρίου, τρόμου, εγκλήματος. Αναρωτιέμαι αν θα γίνει με τα graphic novel ό,τι έγινε με τους Αρχαίους Συγγραφείς την δεκαετία του ’90, οπότε όλοι οι εκδότες συμπεριέλαβαν στους καταλόγους τους μεταφράσεις κλασικών κειμένων. Θα δούμε. Πάντως η αγορά διψάει.

Ο Κλέφτης του Πάντοτε πρόκειται για την «κομιξική» διασκευή του εφηβικού μυθιστορήματος φαντασίας του Clive Barker από τον Kris Oprisko και τον G. Hernandez. Απευθύνεται περισσότερο σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, αλλά είναι βέβαιο ότι και οι ενήλικες θα ευχαριστηθούν την εξαιρετική ιστορία -αναποδογύρισμα της «Μέρας της Μαρμότας»-, τις πινελιές φρίκης και χιούμορ, την αγωνία, την κινηματογραφική κορύφωση της ιστορίας. Και θα γνωρίσουν έναν ήρωα, τον Χάρβεϊ Σουίκ, που ίσως μας επισκεφτεί ξανά και στο μέλλον.

Απεργία

Είχε μια γλύκα το κέντρο της Αθήνας σήμερα, παρά την διαδήλωση και την ταλαιπωρία που αυτή συνεπάγεται: Βγήκα από την Εθνική Βιβλιοθήκη κι έπεσα πάνω σε 100-150 νοματαίους και στη στριγγλή κραυγή να μου κάνει σαφές ότι γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι και δημοσιογράφοι θα συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρι τέλους. Από τα καταστήματα της Ακαδημίας μαγαζάτορες και πελάτες είχαν βγει στο πεζοδρόμιο και κάναν χάζι τους μεγαλοαστούς να υπερασπίζονται το παντεσπάνι τους με προλεταριακές μεθόδους. Κάπου στο πλήθος και 7-8 νεαροί με γκρίζα πλακάτ αναφωνούσαν συνθήματα που θύμιζαν τον Γιαννίτση. Ένα κορίτσι στην Κοραή μοίραζε μπροσούρες του ΚΚΕ. Μα, καλά, θεωρούνται πλέον προλετάριοι και οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι μηχανικοί και οι δημοσιογράφοι;;;

Αργότερα, στην καφετέρια της Στράβωνος με την γνωστή παρέα, συμφωνήσαμε (κι αυτό είναι σπάνιο): Το πρωί ξυπνήσαμε κι ανοίξαμε τις τηλεοράσεις κι αντί για τις γλυώδεις υστερίες του Αυτιά ή τον επιτηδευμένο τραμπουκισμό του Καμπουράκη, αντικρίσαμε μια παλιά ταινία του Θου Βου, χαλαρώσαμε.

Α, τι ωραία που είναι να απεργούν οι Έλληνες δημοσιογράφοι!

Μακάρι να τις κηρύξουν και εικοσιτετράωρες επαναλαμβανόμενες. Η ποιότητα ζωής μας θα ανέβει αυτόματα κατακόρυφα.

Ένας όμως μας προσγείωσε: Θα το μυριστούν, πού θα πάει, είπε, και αντί για απεργία, θα οργανώσουν διακαναλικό μαραθώνιο ενημέρωσης. Φανταστείτε να ξεκινάν το πρωί ο Αυτιάς κι ο Παπαδάκης, στις δύο να αναλαμβάνει Καμπουράκης, Οικονομέας, Λιάγκας, Μανώλης Καψής, στις εφτά Τρέμη, Ευαγγελάτος, Κύρτσος, Πρετεντέρης, Τσίμας και καπάκι Παπαχελάς, Χατζηνικολάου, Στάη, Γιάννης Παπαδόπουλος. Πόσο θα αντέξουμε; Ο κόσμος θα αγανακτήσει, η κυβέρνηση έντρομη θα τα μαζέψει και θα κηρύξει εκλογές…

Ναι, ο φίλος έχει απόλυτο δίκιο. Δεν θα αντέξουμε.

Ευτυχώς που ο Σόμπολος δεν διαβάζει το «Σημειωματάριο».

Πνευματική φτώχεια

Καινούργια βδομάδα ξεκινά, η τελευταία πριν τα Χριστούγεννα, κι ακόμα στα blogs, τις τηλεοράσεις, τα σχόλια στις εφημερίδες και τα ραδιόφωνα, τις συζητήσεις στις παρέες,  δεν έχει κατακάτσει ακόμα ο κουρνιαχτός από την συνέντευξη του Καρβέλα στον Δημοσιογράφο Μάκη. Κι αύριο έχει εκπομπή ο Λάκης και το πόπολο θα στηθεί στις οθόνες του για να παρακολουθήσει Την Απάντηση.

Φυσικά κανένας μας δεν έχει αυταπάτες: Τα επιχειρήματα, που θα ανταλλάξουν ο φούστης κι ο μακάκας, θα είναι πέφτουν ολοένα και πιο χαμηλά.

Πιο βαθιά.

Στα σκατά.

Το ωραίο είναι ότι δεν υπάρχει θέμα συζήτησης, δεν υπάρχει διαφωνία για κάποιο θέμα. Δεν υπάρχει διακύβευμα. Μόνο μικροεγωισμοί ανθρώπων που την είδαν -και καλά- παράγοντες της πνευματικής ζωής του τόπου. Ε, λοιπόν, δεν είναι. Κανένας από τους δυο δεν είναι. Κανένας από τους δυο δεν παράγει πολιτισμό, κανενός η δουλειά δεν έχει σχέση με οποιαδήποτε τέχνη, κανένας από τους δυο δεν εκφράζει τίποτα παραπάνω από την βαλκανική επαρχιώτικη νοοτροπία το. Τα όσα λένε στα τηλεοπτικά τσαντίρια και τις ζούγκλες τους, φανερώνουν ανθρώπους που δεν διαβάζουν, δεν ακούν μουσική, δεν βλέπουν σινεμά, δεν παρακολουθούν τις διεθνείς (ή έστω τις εσωτερικές) εξελίξεις, δεν έχουν καμιά σταθερή ιδέα για τον κόσμο και τον άνθρωπο, πέραν της ευμετάβλητης αρπαχτής. Είναι αδίστακτοι, είναι ασύδοτοι, είναι ξετσίπωτοι, ξεδιάντροποι, αηδιαστικοί. Ε, αει σιχτίρι πια και στους δυο. Και στους ομοίους τους. Και σε όσους καθ’ οιανδήποτε τρόπο τους αναπαράγουν.

Κι άει σιχτίρ και σε όσους στηθούν αύριο να δουν τι θα πει ο Λάκης.

Κι άει σιχτίρ και σε κείνους που διαπληκτίζονται για το ποιος έχει περισσότερα δίκια και ποιος έχει άδικα.

Οι πρώτες αφίσες: Batman (2)

Χτες ανάρτησα την πρώτη ταινία από τον νέο Batman, που κυκλοφόρησε την προηγούμενη βδομάδα και σήμερα είδα στο ComingSoon.net δυο νέες αφίσες της ταινίας, όπου δίνεται έμφαση στο χαρακτήρα του Jocker.

jokerposter.jpg

Η επόμενη, πιο ανατριχιαστική, υπάρχει ήδη στα σινεμά των ΗΠΑ.

jokerposter2.jpg