Δεν είναι κι άσχημα. Ποτέ. Τίποτα.

Δεν είχα πιει πολύ. Είχα πιει πολύ;

Περπατούσα και μιλούσα μόνος μου, τραγουδούσα σιγανά –δεν υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει κανείς. Ούτε οχταράκια έκανα, απλώς το βήμα μου ήταν κάπως αβέβαιο. Κι αισθανόμουνα κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος και κανονικά θα έπρεπε να πάρω ταξί, αλλά δεν είχα χρήματα κι έπρεπε να περπατήσω ως το σπίτι. Έτσι είχε η κατάσταση.

Οι δρόμοι ήταν έρημοι, θαμποί και σκονισμένοι. Ακίνητα και σκοτεινά τα βιντεοκλάμπ και τα γαλατάδικα. Αυτοκίνητα σπανιότατα περνούσαν από δίπλα μου και τότε γρήγορα, αστραπιαία μ’ έναν βόγκο υπόκωφο, σαν αναστεναγμός ετοιμοθάνατου. Και σκυλιά να γαβγίζουν μακριά και γατιά να τσιρίζουν μες τον οίστρο τους. Αυτό ήταν εν ολίγοις το σκηνικό: μια πόλη δικιά μου.

Έκανα χρήση της κυριότητάς μου κατουρώντας στο πεζοδρόμιο χωρίς να πάρω την παραμικρή προφύλαξη: ούτε που κοίταξα για να επιβεβαιώσω ότι ήμουν μόνος. Κι όμως υπό τις περιστάσεις, αυτό φαινόταν απολύτως λογικό. Κι επικίνδυνο, ναι, κίνδυνος όμως αναμεμειγμένος με ηδονή, όχι ακριβώς σωματική, ηδονή της αυτοκαταστροφής, που μούδιαζε σώμα και πνεύμα και λογική.

Το μόνο παράλογο της υπόθεσης, τελικά, ήταν η κούραση που ένιωθα και που μπούχτιζε τα μπαφιασμένα απ’ τα τσιγάρα πνευμόνια μου. Κοντοστάθηκα να πάρω ανάσα. Η κούραση μου έκοψε το τραγούδι και την ενδιαφέρουσα συζήτηση. Δεν είχα πέσει ψυχολογικά, απλώς δεν μπορούσα πλέον να μιλάω και να περπατάω.

Προχώρησα. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Πάνω απ’ το κεφάλι μου μετεωρίζονταν μπαλκόνια και βεράντες, με γλάστρες και σχοινιά γι’ άπλωμα ρούχων, κάθε τόσο από το πεζοδρόμιο ξεφύτρωνε ένα αναιμικό δεντράκι, μια συνηθισμένη εικόνα επαρχιακής πόλης, χωρίς εξάρσεις και δράματα. Επιφανειακά τουλάχιστον κι αυτό, εκείνη την ώρα, ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό.

Οι πολυκατοικίες σε κείνο τον δρόμο ήταν παλιές, της δεκαετίας του ’60, πενταόροφες ή εξαόροφες κι είχαν όλες ποντικίσιο χρώμα σε διάφορες αποχρώσεις και παραλλαγές. Όλες εκτός από μία, που ‘χε χτιστεί την τελευταία πενταετία κι είχε κάμερα στο θυροτηλέφωνο. Τα μπαλκόνια της ήταν πιο φαρδιά από των άλλων πολυκατοικιών κι όλο το κτίριο άστραφτε πάλλευκο, λευκοί τοίχοι, λευκές πόρτες και παράθυρα, λευκά μάρμαρα στην είσοδο.

Ωραία είσοδος, μεγάλη και χωρίς πατάκι να σε καλωσορίζει. Και τα τζάμια της πόρτας σκούρα αλλά διαυγή, χωρίς δαχτυλιές και μυγοφτύσματα. Στάθηκα και την κοίταξα, καθώς στο μυαλό μου μια σκέψη πάλευε να πάρει μορφή.

Αυτή τη φορά κοίταξα δεξιά κι αριστερά, δεν περνούσε κανείς, και κάθισα στο λευκό μάρμαρο της εισόδου. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο αναστενάζοντας κι έκλεισα τα μάτια. Κενό. Λες κι ο κόσμος, κι εγώ μαζί του, έπαψε να υπάρχει. Κι όμως ένα αυτοκίνητο πέρασε κι εγώ πετάχτηκα όρθιος. Κοίταξα τα φώτα του να χάνονται στην παρακάτω στροφή κι έπειτα ξάπλωσα. Ξάπλωσα κανονικά στο δεξί μου πλευρό, έχοντας τα χέρια για μαξιλάρι. Το μάρμαρο δροσερό, ψυχρό, ξηρό, βαρύ με τραβούσε μέσα του. Δεν του πρόβαλα καμιά αντίσταση. Κι ας μούδιασε το χέρι μου, κι ας ένιωθα τα πλευρά να πιέζονται. Έμεινα ακίνητος, με τα πόδια διπλωμένα στην κοιλιά, γιατί έτσι ξεκουραζόμουνα καλλίτερα και σε κάποια στιγμή γύρισα ανάσκελα, κι απ’ τ’ άλλο πλευρό, βυθισμένος στην παράλογη ηρεμία της πέτρας.

Όταν σηκώθηκα δεν είχε ξημερώσει εντελώς. Το φως ήταν ακόμα θαμπό, αλλά στο πεζοδρόμιο είδα ανθρώπους να περπατούν κάνοντας ότι δεν με βλέπουν, κι απ’ τα διαμερίσματα πάνω μου έρχονταν φωνές από τις πρωινές εκπομπές και μυρωδιές ψημένων τοστ, καφέδων και κλεισμένων δωματίων.

Όρθιος ένιωσα ξεκούραστος, αν και πιασμένος. Έστρωσα την μπλούζα μου, ίσιωσα το παντελόνι μου, ξύθηκα και πήρα τον δρόμο μου τραγουδώντας σιγανά. Δεν ήταν κι άσχημα.

Advertisements

Tagged:

3 thoughts on “Δεν είναι κι άσχημα. Ποτέ. Τίποτα.

  1. emperistatomenos 10/12/2007 στο 11:00 μμ Reply

    Mετά από ένα μεθύσι ο κόσμος είναι διαφορετικός…
    Λένε ότι ο πραγματικός χαρακτήρας, στο μεθύσι και στο γ@@@σι φαίνεται….Μπαρδόν…

  2. fvasileiou 11/12/2007 στο 8:31 πμ Reply

    @emperistatomenos
    Την επόμενη φορά θα γράψω και για γ@@@σι, ώστε να με γνωρίσετε καλλίτερα 🙂

  3. emperistatomenos 11/12/2007 στο 10:35 πμ Reply

    Αχαχαχα έεεεετσι….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: