Monthly Archives: Ιανουαρίου 2008

Μπλογκοπαίχνιδο: Αγαπημένο Ποίημα

Η e-φίλη Σοφία με κάλεσε να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό το παιχνίδι. Προβληματίστηκα λίγο γιατί έχω πολλά-πολλά χρόνια να διαβάσω ποίηση. Μέχρι τα 23-24 διάβαζα συστηματικά, από κει και πέρα όμως τίποτα. Πιστός της πεζογραφίας. Έπειτα ποτέ δεν μου άρεσε να αξιολογώ και να βρίσκω το «καλλίτερο» ή «το πιο αγαπημένο» κτλ. Υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν πολύ και άλλα που μου αρέσουν λιγότερο και άλλα που δεν μου αρέσουν καθόλου. Πολλά πράγματα όμως. Το παιχνίδι όμως είναι συγκεκριμένο και θα παίξω σύμφωνα με τους κανόνες. Έτσι διάλεξα το πρώτο από τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη. Για εσωτερικούς λόγους. Κρυφούς:

seferis1.jpg

Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος

Υπάρχει πολλή μικροψυχία στα μπλογκ.

Καλλίτερα: Υπάρχει πολλή μικροψυχία στην Ελληνική κοινωνία και η ανωνυμία του μπλογκ την αφήνει να εκφραστεί ελεύθερα. Μια βόλτα στα μπλογκ θα πείσει και τους πιο δύσπιστους. Ζοφερή πραγματικότητα. Άνθρωποι που περιμένουν το βιολογικό τέλος του αντιπάλου τους για να δηλώσουν δικαιωμένοι και νικητές. Ακόμα και για να τον βρίσουν ή να τον λοιδορήσουν.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

Κατά την άποψή μου δύο είναι οι μεγάλες προσφορές του μακαριστού Χριστοδούλου στην Εκκλησία και τον Ελληνισμό:

1. Γεφύρωσε το χάσμα με την Καθολική Εκκλησία και κατ’ επέκταση με την Δύση. Οι αγράμματοι αριστεροί διανοουμενίζοντες του καταλογίζουν αντιευρωπαϊσμό. Ο Χριστόδουλος αγωνίστηκε για την σύγκλιση. Μόνο που δεν ήθελε τον Έλληνα παθητικό δέκτη των επιτευγμάτων του Δυτικού Πολιτισμού, αλλά τον ήθελε να συμμετέχει ισότιμα, να προσφέρει καινοτόμες ιδέες. Εργάστηκε με συνέπεια για να αμβλυνθούν οι ιστορικές και ψυχολογικές διαφορές που έχει ο Ορθόδοξος κόσμος με τον Δυτικό. Να μείνουν μόνο οι δογματικές, ώστε να μπορούμε να συζητάμε χωρίς καχυποψία και να συνεργαζόμαστε όπου είναι αναγκαίο. Η επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ υπήρξε κορυφαίο γεγονός. Όπως κορυφαίο γεγονός ήταν και η επίσκεψη του Χριστόδουλου στη Μόσχα. Διπλό άνοιγμα, μακριά από τις καχυποψίες του παρελθόντος.

2. Η αντιμετώπιση της ασθένειάς του. Για πρώτη φορά δημόσιος άνδρας με παρρησία ενημέρωσε την κοινή γνώμη με ακρίβεια και λεπτομέρειες για την κατάσταση της υγείας του. Κι έδωσε τον αγώνα με αισιοδοξία και καρτερικότητα μέχρι τέλους εμπνέοντας χιλιάδες συνανθρώπους μας που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………

Φυσικά και έκανε και λάθη. Φυσικά πολλές από τις αποφάσεις και τις ενέργειές του χωράνε συζήτηση ή δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Έφερε όμως την εκκλησία στο κέντρο της κοινωνικής πραγματικότητας. Έδειξε ότι δεν είναι κάτι ξένο, απόμακρο, κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά κάτι που μας αφορά όλους μας είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε με τα κηρύγματά της. Μιλούσε και δρούσε με πρωτοφανή αμεσότητα που άγγιζε τον μέσο πολίτη. Γι’ αυτό και θορύβησε τόσο τους κωλοαριστερούς σαλτιμπάγκους. Από την πρώτη στιγμή. Από το ενθρονιστήριο λόγο του που είπε το ιστορικό «Ελάτε όπως είστε». Ο γκεμπελίσκος τότε γραμματέας του τότε κυβερνώντος κόμματος έστελνε αποσπάσματα στον Βόλο να ψάξουν για βρωμιές. Δεν βρήκαν τίποτα και κατέφυγαν πάλι στην γνωστή μέθοδο της φωτογραφίας. Την είχε άλλωστε χρησιμοποιήσει με επιτυχία το 1985, όταν η φωτογραφία από τον προαυλισμό του καταδικασθέντος σε θάνατο Κώστα Μητσοτάκη βαφτίστηκε βόλτα γερμανόφιλου με τους συνεργάτες του. Στη Γαλλία ο Ζισκάρ Ντ’Εστέν έγραφε βιβλίο και έδινε διαλέξεις εναντίον της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., αλλά εδώ καθένας που τολμούσε να ψελλίσει τον προβληματισμό του μαυρίζονταν ως Ελληναράς και χουντικός, και του πετάγανε στα μούτρα τη γνωστή φωτογραφία.

Η Αριστερά δεν συζητά. Η Αριστερά δαιμονοποιεί. Δεν μπαίνει στον κόπο να επιχειρηματολογήσει. Η Αριστερά σπιλώνει.

………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Δεν έχει σημασία αν είμαι πιστός ή άπιστος. Δεν έχει σημασία αν συμφωνώ ή αν διαφωνώ με πράξεις ή γεγονότα που πλέον ανήκουν στην ιστορία. Μπορώ να διαπιστώσω την μικρή ή μεγάλη σημασία ενός ανθρώπου από το αν άφησε το χνάρι του στον χώρο που διακόνησε. Η Εκκλησία δεν είναι ίδια μετά τον Χριστόδουλο.

Αιωνία του η μνήμη.

Λουκιανός Κηλαηδόνης: ΤΑ ΦΑΝΤΑΡΙΣΤΙΚΑ

Το πρώτο τετράστιχο το έγραψα στο Κέντρο, στο Μεσολόγγι, στο πρώτο μου σκοπέτο. Ήταν νύχτα κι έβρεχε. Ζοφερές ώρες. Ακίνητος χρόνος. Το δωματιάκι της σκοπιάς ήταν γεμάτο γκραφίτι -τα περισσότερα έμμετρα τετράστιχα. Τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα και στο τέλος σκάλισα κι εγώ ένα δικό μου -ένα πολύ-πολύ πρόστυχο στιχάκι για μια πρώην κοπελιά μου.

Στο Λαγό όμως μεγαλούργησα. Εκεί, ανάμεσα στην Ορεστιάδα και το Διδυμότειχο, όπου υπηρετούσα στο 516 Μ/Κ Τ.Π.

Στη Γκάτζα με πετάξανε
γαμώ το κέρατό μου
απ’ τη μαυρίλα κόντεψε
να στρίψει το μυαλό μου.

Και άλλα πολλά.

Ανάλογα φτιάχνανε και άλλοι συνάδελφοι, αλλά αυτά που έχουν την μεγαλύτερη πλάκα είναι όσα αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και βρίθουν υπονοουμένων.

ta-fan-ex.jpg

Τέτοια  τετράστιχα μάζεψε κι ο Λουκιανός και τους έβαλε μουσική και κάλεσε τους πάντες για να τα τραγουδήσουν: Σαββόπουλος, Νταλάρας, Μητσιάς, Γιοκαρίνης, Δεληβοριάς, Πάριος, Μαργαρίτης κ.α. -η Πόλυ Πάνου είναι η μοναδική γυναίκα της παρέας.Παρόλα τα «πρωτοκλασάτα» ονόματα, ο δίσκος δεν διεκδικεί ούτε δάφνες πρωτοτυπίας, ούτε καν να ακουστεί από τα ραδιόφωνα και να κάνει σουξέ. Ανακαλεί αναμνήσεις -κατά κανόνα δυσάρεστες- τις μαλακώνει, τις γλυκαίνει, τις κάνει να μοιάζουν αστείες. Σ’ αυτό συμβάλλουν και τα ίδια τα λόγια των ανώνυμων στιχουργών με την μετεφηβική αφέλεια και την σποραδική βωμολοχία τους. Οι μουσικές του Κηλαηδόνη παραπέμπουν σε μακριάν πρότυπα και τα σατιρίζουν -όπως άλλωστε και τα στιχάκια. Αυτό το νόημα έχει και η παρέλαση όλων αυτών των γνωστών τραγουδιστών: Ο καθένας τους τραγουδάει κάτι που παραπέμπει στο είδος στο οποίο διακρίθηκε, αυτοσαρκάζοντας έτσι την περσόνα του.

Έχουμε λοιπόν ένα δίσκο εντελώς απενοχοποιημένο, που απευθύνεται εκ των πραγμάτων σε λίγους, χαλαρούς και διαθέσιμους, για να τους κάνει να χαμογελάσουν. Με τα παλιά τους χάλια.

Μόνο ένα υστερόγραφό:

Αυτός ο γλυκερός Πάριος έχει γίνει πλέον εντελώς ανυπόφορος. Προσπερνάω πάντα την (μονόλεπτη) συμμετοχή του για να μην πάθω διαβήτη.

 

fantaros_kilaidonis.jpg

Πεθαμένα Είδωλα

Ήταν Οκτώβριος του ’93 όταν ξεφυλλίζοντας το Newsweek έμαθα για τον θάνατό του. Την προηγούμενη χρονιά είχε προβληθεί το Indiana Jones and the Last Crusade, όπου έπαιζε τον ήρωα σε νεαρή ηλικία και φαινόταν να βρίσκεται ένα βήμα πριν την κορυφή.

Όλοι τον λατρεύανε κι όχι μόνο για την ανδρόγυνη ομορφιά του. Ήταν, ας πούμε, αγαπημένος των κριτικών εξαιτίας της ερμηνείας του στο My Own Private Idaho του Gus Van Sant. Αγαπημένος των ανήσυχων νέων του new age κινήματος, που τότε διαμορφωνόταν, για τα vegetarian κηρύγματά του και μιας νέας ευαισθησίας σε σχέση με το περιβάλλον που πρώτος αυτός πρόβαλλε. Και φυσικά δικός μας αγαπημένος, γιατί ήταν εξαιρετικός ηθοποιός, ο καλλίτερος της γενιάς μας, κι έπαιζε σε ωραίες ταινίες, όπως το θρυλικό Stand by me ή το Mosquito Coast του Peter Weir.

Ήταν μόλις 23 ετών όταν πέθανε από θανατηφόρο κοκτέιλ ηρωίνης-κοκαΐνης (speedball για τους γνωρίζοντες) στις βρωμερές τουαλέτες ενός κλαμπ του Λος Άντζελες συνιδιοκτήτης του οποίο ήταν ο Johny Depp!

river_ph.jpg

Έριξα μια ματιά στο δίκτυο χτες το βράδυ. Υπάρχουν πολλοί που τον θυμούνται ακόμα και αφιερώνουν ιστοσελίδες στη μνήμη του. Αυτό ίσως αποτελεί ανάπαυση για έναν άνθρωπο που σε ανύποπτο χρόνο είχε πει «I don’t want people to forget me».

Βασανισμένη ψυχή.

Οι γονείς του, παιδιά των λουλουδιών με μεταφυσικές ανησυχίες του κώλου,  ακολούθησαν μια αίρεση που χρησιμοποιούσε το σεξ ως μέσο προσηλυτισμού και πηγή πλουτισμού. O River άρχισε να κακοποιείται σεξουαλικά από τεσσάρων χρονών μέχρι τουλάχιστον τα δέκα του. Μάλιστα, για να εξασφαλίζει η οικογένειά του τα προς το ζην αναγκαζόταν να τραγουδάει με την αδερφή του στις πλατείες του Καράκας, όπου είχαν πάει προς άγραν πιστών οι γονείς του.

Η κατάθλιψη ποτέ δεν τον εγκατέλειψε. Η εικόνα που είχαμε όλοι για κείνον, παραμορφωμένη κι από την άψογη ομορφιά του, ήταν του ήρεμου, κατασταλαγμένου, βαθυστόχαστου και ατσαλάκωτου σταρ. Νομίζαμε ότι θα ακούμε για πολλά χρόνια τα κηρύγματά του για τα προτερήματα μιας ζωής κοντά στη φύση. Δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε την νεύρωση που οι εμμονές αυτές έκρυβαν. Δεν τον ακούγαμε καν όταν έλεγε: «Η εξάρτηση δεν είναι πρόβλημα των κακών ή των καθαρμάτων. Είναι μια κοινή ασθένεια».

scan10977.jpg

Έπεσε και σφάδαζε μέσα στις τουαλέτες, ενώ ο Johnny Depp έπαιζε στη σκηνή με την μπάντα του. Ήταν κι άλλοι πολλοί εκεί μαζί του. Πολλοί που έκαναν μαζί του ναρκωτικά. Που του πάσαραν τη θανατηφόρα δόση. Έμειναν δίπλα του η αδερφή του Rain, η Samantha η κοπελιά του, και ο αδερφός του Joaquin -ο γνωστός ηθοποιός. Το κορμί του συνταρασσόταν από σπασμούς. Τηλεφώνησαν στο Πρώτων Βοηθειών. Η Rain προσπαθούσε να του κάνει τεχνητή αναπνοή. Οι γιατροί από το τηλέφωνο της είπαν να σταματήσει γιατί μπορεί να προκαλούσε μεγαλύτερα προβλήματα στην καρδιά του. Το ασθενοφόρο δεν άργησε να ρθει, όμως όλα είχαν ήδη τελειώσει.

Μαζί και μια κάποια αθωότητα…

 

Καλλιτέχνες και σεξ

Αντιγράφω από την Britannica (εκδόσεις Νεφέλη, 2004) του Χάρη Βλαβιανού (σελ. 22, 23, 52 και 135):

 

XXXIV 

Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών ο Αντόνιο Ματσάδο παντρεύτηκε μια κοπέλα είκοσι χρόνια νεότερή του, η οποία και πέθανε τρία χρόνια αργότερα.

(Από «τρομακτική πλήξη», όπως ισχυρίζεται ο βιογράφος του ποιητή.)

 

Ο Ρούμπενς ήταν πενήντα τριών ετών όταν παντρεύτηκε τη δεύτερη γυναίκα του, η οποία, όπως εκμυστηρεύτηκε ο ζωγράφος σε ομότεχνό του, «ήταν πολύ περπατημένη».

Τη μέρα του γάμου τους είχε κλείσει τα δεκαέξι.

 

XXXV

Επί πέντε χρόνια προσπαθούσε ο Μπωντλαίρ, με ποιήματα και σπαραξικάρδιες επιστολές, να πείσει τη Μαντάμ Σαμπατιέ να γίνει ερωμένη του.

Το πρώτο ραντεβού όμως έμελλε να είναι και το τελευταίο.

Κάποιοι μελετητές θέλουν την ωραία Σαμπατιέ να φεύγει αηδιασμένη από την κρεβατοκάμαρα του ποιητή.

 

XXXVI

«Δεν θα είχα ποτέ γίνει ζωγράφος, αν οι γυναίκες δεν είχαν μεγάλα βυζιά».

Ο Ρενουάρ σε μαθητή του, συστήνοντάς του την τροφαντή σύζυγό του.

 

XXXIX

Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο Ντελακρουά ήταν νόθο τέκνο του Ταλλεϋράνδου.

«Ευτυχώς όμως έμοιασε στη μητέρα του», είπε ερωμένη τού ζωγράφου. (Η οποία στο παρελθόν είχε σχέσεις και με τον γάλλο διπλωμάτη.)

 

CLI

Ο Ισαάκ Νεύτων πέθανε παρθένος. Και ο Τζων Ράσκιν. Και ο Χένρυ Τζαίημς. Ο Γκαίτε πήγε για πρώτη φορά με γυναίκα σε ηλικία σαράντα χρονών. Ο Μπάυρον, ωστόσο, μυήθηκε στα μυστικά του έρωτα από την νταντά του. Κάποια Μαίη Γκρέυ.

(Η οποία, όπως ισχυρίζεται βιογράφος του ποιητή, όταν έμαθε ότι «το αγαπημένο της αγόρι» πέθανε στο Μεσσολόγγι – where in hells name is that bloody place? – αυτοκτόνησε.)

 

CDXXXII

1889: Πλούσιος και διάσημος, έχοντας όμως ήδη προσβληθεί από τη σύφιλη που επρόκειτο να αποβεί μοιραία, ο Γκυ ντε Μωπασσάν επισκέπτεται το Λονδίνο για πρώτη και τελευταία φορά, μετά από πρόσκληση του Χένρυ Τζαίημς. Ο Τζαίημς, όπως θα γράψει αργότερα, έμεινε άναυδος με τους τρόπους του γάλλου συγγραφέα, ο οποίος από την πρώτη κιόλας μέρα, ερωτοτροπούσε ασυστόλως με όλες τις δεσποινίδες που συναντούσε. Κατά τη διάρκεια μάλιστα ενός επίσημου δείπνου, σ’ ένα από τα πιο ακριβά εστιατόρια της αγγλικής πρωτεύουσας, ο Μωπασσάν άρχισε να παρενοχλεί με βλέμματα και άσεμνες χειρονομίες μια ωραία νεαρά κυρία που καθόταν σε διπλανό τραπέζι, αδιαφορώντας για την παρουσία του συζύγου της, και κάποια στιγμή, γυρίζοντας προς τον Τζαίημς, του ζήτησε επιτακτικά να του την «εξασφαλίσει για το βράδυ».

Νίκου Καλαποθάκου: Από το Κομπολόι στο Ρολόι. Μια εσωτερική Ιστορία του Ρεμπέτικου.

Γιατί ακούμε ρεμπέτικα τραγούδια;

Καλλίτερα: Γιατί επιμένουμε να ακούμε τραγούδια που γεννήθηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα μέσα τους κόλπους μιας κλειστής και εν πολλοίς περιθωριακής ομάδας; Τι μυστικό κρύβουν, τέλος πάντων, τα απλοϊκά στιχάκια και οι «αφελείς μουσικές»; Ποιο νεύρο της συλλογικής μας ευαισθησίας χτυπούν οι πενιές του προπολεμικού και μεταπολεμικού μπουζουκιού; Εν τέλει: Ποιοι είμαστε; Αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται στον πυρήνα του βιβλίου του Νίκου Καλαποθάκου.

kalapothakos_wp.jpg

Ο συγγραφέας δεν παραθέτει γραφικές λεπτομέρειες και ανέκδοτα της ρεμπέτικης ζωής. Ούτε αναλίσκεται στην παράθεση των δομικών στοιχείων των ρεμπέτικων τραγουδιών (στιχουργική, μουσικοποιία, δρόμοι και μακάμια, ενορχηστρώσεις, δάνεια, χορός κτλ). Αντιθέτως, χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία σαν διόδους για να τρυπώσει στην καρδιά του θέματός του. Στην ουσία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στόχος του είναι να παρακολουθήσει την μετατροπή του παλαιού ανθρώπου της παραδοσιακής κοινότητας σε νεωτερικό αστό. Γιατί το ρεμπέτικο για τον Καλαποθάκο είναι ακριβώς αυτό: Η προσπάθεια της παράδοσης να παρακολουθήσει τη σύγχρονη πραγματικότητα, να εισέλθει τον παρόντα χρόνο. Η προσπάθεια να μην επιβιώσει συμβατικά, σαν μουσειακό είδος ή φολκλόρ, αλλά σαν ζωντανή πραγματικότητα. Αυτό το πετυχαίνει παρακολουθώντας μέσα στον χρόνο τις μετακινήσεις των αισθημάτων που προκαλούν πχ ο εγκλεισμός, ο αποκλεισμός, ο έρωτα, ο θάνατος και αναλύοντας πρόσωπα-κλειδιά του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως του μάγκα, του κουτσαβάκη, του χασικλή, του πρεζάκια, του πατέρα ή της μητέρας.

Πρόκειται για σπουδαία εργασία που δεν απαιτεί μόνο συγγραφική δεξιότητα, κριτική και συνθετική ικανότητα, αλλά και ευρύτατο απόθεμα γνώσεων. Αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι δεν έχει γραφεί κάτι ανάλογο στον τομέα αυτό, γίνεται φανερό ότι η σημασία του Από το κομπολόι στο ρολόι, αποτελεί τομή σε ό,τι ονομάζεται «ρεμπετολογία». Ένα έργο καταδικασμένο από την σύλληψή του να γίνει κλασικό και βιβλίο αναφοράς.

Πριν κλείσουμε την σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, πρέπει να αναφερθούμε στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας: Παιχνίδισμα σε σχέση με το θέμα του και ευθεία αναφορά στον Στέλιο Ράμφο, ανταμείβει όσους παραδοθούν άνευ όρων με την δύσκολη ποιητικότητά της.

Πασκάλ Μπρυκνέρ: [Το Καμάκι]

Δεν πρόλαβα να καθίσω και κατακλύστηκα από ένα σμήνος καμακιών που διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το καμάκι είναι εξάδελφος του ζητιάνου, όπως και ο ζητιάνος έτσι κι αυτός βασίζει τις ελπίδες του στη στατιστική: προσκολλάται σε αριθμούς ποτέ σε πρόσωπα. Στις δέκα γυναίκες που πλευρίζει, τουλάχιστον μία, αυτό το ξέρει, θα δεχτεί να πάρει έναν καφέ μαζί του. και στις δέκα που θα πιουν καφέ μαζί του, θα πρέπει να ‘ρθουν τα πάνω κάτω αν μια δυο δεν παραδώσουν τα όπλα, δεχόμενες να προχωρήσουν μακρύτερα. Το καμάκι δεν σαγηνεύει, καταδιώκει, κερδίσει κουράζοντας το θήραμα.

Παρά τη χαρούμενη διάθεσή μου, έμεινα αποσβολωμένη από την πεζότητα και την ηλιθιότητα των κορτάκηδων. Μου απάγγελλαν τις μπαρούφες τους δίχως να σκέφτονται, γδύνοντάς με με μια ματιά. Ήταν δουλοπρεπείς, επιθετικοί, δεν ήξεραν πως το φλερτ απαιτεί τακτ. Μονάχα ένας ξεχώρισε μέσα σε εκείνον το σωρό, ένας πολύ νεαρός σγουρομάλλης με μεγάλο στόμα.

-Ξέρετε, γενικώς δε μ’  αρέσουν καθόλου οι καστανές, αλλά για σας είμαι έτοιμος να κάνω μια εξαίρεση.

Δίσταζε, ίσως πρωτοδοκίμαζε τη μέθοδό του. Ήταν χαριτωμένος. Απομακρύνθηκα με ένα χαμόγελο («Κουράγιο, θα τα καταφέρετε»). Δεν κακίζω ποτέ έναν άντρα επειδή προσπάθησε να μου αρέσει, αλλά επειδή δεν το πέτυχε.

(Οι κλέφτες της ομορφιάς, μτφρ. Λ. Αβαγιάνου, εκδόσεις Αστάρτη)