Monthly Archives: Μαρτίου 2008

Με αφορμή το Σκοπιανό: Ερωτήματα για την στάση του Γιώργου Α. Παπανδρέου

Η Ελλάδα αυτές τις μέρες δεν διεξάγει απλώς μια κρισιμότατη διαπραγμάτευση για ένα μείζον εθνικό ζήτημα. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη κρίση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ από την Μεταπολίτευση.

Οι στιγμές είναι ιστορικές και όλοι κρίνονται.

Κρίνεται πρώτα απ’ όλους η Κυβέρνηση. Και κρίνεται με το μέτρο των θέσεων που η ίδια διαμόρφωσε και διακήρυξε σε σχέση με το Σκοπιανό. Περιμένουμε με πραγματική αγωνία να δούμε πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα τις επόμενες ώρες. Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση επέλεξε τον δύσκολο δρόμο. Το αυτονόητο ήταν να κρυφτεί πίσω από την Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία προβλέπει την είσοδο των Σκοπίων στους Διεθνείς Οργανισμούς με το όνομα FYROM και το πολύ-πολύ, αν γινόταν καμιά επερώτηση από κάποιον ακραίο βουλευτή, ο αρμόδιος υφυπουργός να έριχνε τα βάρη στο Πασόκ. Θυμίζω ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία υπεγράφη το 1995, επί κυβερνήσεως Πασόκ, ώστε να μπορέσουν τα Σκόπια να γίνουν μέλος του ΟΗΕ. Ήταν η αναμενόμενη κατάληξη εκείνου του θλιβερού εμπάργκο, που τίποτε δεν προσέφερε στις διαπραγματεύσεις, απλώς μεγάλωσε την ταπείνωση των Ελλήνων. Θυμίζω ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν πρωτοκλασάτο στέλεχος και υπουργός Παιδείας τότε.

Κρίνεται φυσικά και η αντιπολίτευση. Η αξιωματική αντιπολίτευση κυρίως.

Προσωπικά απεχθάνομαι τις θεωρίες συνωμοσίας, μου φαίνεται απίστευτα βαρετό να ψάχνω κρυφά κίνητρα και συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, όμως

Όμως δεν είμαστε και αφελείς.

Είναι παράξενο γιατί ενώ οι επιλογές του Γιώργου Α. Παπανδρέου ξετινάχτηκαν κυριολεκτικά από τα Μέσα της Διαπλοκής τους τελευταίους μήνες -τα ίδια Μέσα που τον πρόβαλαν σαν Μεσσία τέσσερα χρόνια πριν, μην το ξεχνάμε- καθόλου δεν αξιολογήθηκαν οι απόψεις που έχει κατά καιρούς εκφράσει για την θέση της Ελλάδας στον κόσμο.

Δεν θέλω να αναφερθώ στα της Υπουργίας του: Ούτε στο ζεϊμπέκικο, ούτε στο ότι βάφτισε τα εθνικά θέματα «ζητήματα εξωτερικής πολιτικής» για να τα ξαναπεί εθνικά την περασμένη εβδομάδα, ούτε στη συμμετοχή του στη διάλυση, μέσω του Οικουμενικού Πατριάρχου κκ Βαρθολομαίου, του Ελληνικού Λόμπι στις ΗΠΑ, ούτε στην εξύβριση και κατασυκοφάντηση όσων πιστεύαμε ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα…

Θέλω να θυμηθούμε δύο ή τρία περιστατικά από τη στιγμή που ανέλαβε την αρχηγία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης:

  1. Το 2004, λίγες μέρες μετά τις εκλογές και μετά από δραματικές διαπραγματεύσεις, ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κος Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, αρνούνται να δεχτούν το επαίσχυντο Σχέδιο Ανάν και αυτό, κατά την συμφωνία, τέθηκε προς έγκριση διά δημοψηφίσματος. Το επόμενο πρωινό της άρνησης, πριν επιστρέψουν ο Κύπριος Πρόεδρος και ο Έλλην Πρωθυπουργός στις χώρες τους, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου με διάγγελμά του καλεί τον Κυπριακό Λαό να υπερψηφίσει το Σχέδιο Ανάν. Στελέχη του Πασόκ πηγαίνουν στη Μεγαλόνησο και συμμετέχουν στην εκστρατεία υπέρ του ΝΑΙ. Το Σχέδιο καταψηφίστηκε, κανένας δημοσιογράφος δεν έκανε ποτέ σχετική ερώτηση στον Γιώργο Παπανδρέου και Πρόεδρος Παπαδόπουλος έχασε τις εκλογές μετά από πολυετή υπόγειο πόλεμο…
  2. Λίγους μήνες μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες -και την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν- ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, ο Υπουργός Επικρατείας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης ενημερώνουν με κοινή συνέντευξη Τύπου τον Ελληνικό λαό ότι η Κυβέρνηση έπεσε θύμα κυκλώματος παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Ανάμεσα στα τηλέφωνα που παρακολουθούνταν και του ίδιου του Πρωθυπουργού. Οι υπουργοί με σαφή τρόπο δίνουν τις συντεταγμένες του κέντρου των υποκλοπών. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση δεν στηρίζει την Κυβέρνηση. Δεν καταγγέλλει τα κέντρα που προσπαθούν με τέτοιους τρόπους να παρακολουθήσουν και ίσως και να ελέγξουν την πολιτική ζωή της χώρας. Η Αξιωματική Αντιπολίτευσης και ο αρχηγός της, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, κατηγορούν την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό για τις υποκλοπές! Ξαναθυμίζω ότι παρακολουθούνταν το τηλέφωνο του Πρωθυπουργού. Ότι δεν παρακολουθούνταν το τηλέφωνο του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.
  3. Ας αφήσουμε τις πυρκαγιές κι ας έρθουμε στα σημερινά, στην κρίσιμη διαπραγμάτευση: Με αλλεπάλληλες ενημερώσεις των αρχηγών των κομμάτων η Ελληνική Κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει την εικόνα ενός ενωμένου και αποφασισμένου Έθνους. Την επομένη, στο κρίσιμο σημείο των διαπραγματεύσεων, ο Γιώργος Α. Παπανδρέου καταθέτει Πρόταση Δυσπιστίας. Σε αυτή την περίσταση, αντί να ενισχύσει την προσπάθεια της Ελλάδας, θέτει την κυβέρνηση της χώρας υπό αίρεση. Αντί να υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις, παρουσιάζει την σταθερότητά της ως αντιπερισπασμό για να ξεπεραστούν εσωτερικά προβλήματα.

Δεν είμαστε οπαδοί θεωριών συνωμοσίας. Αντιθέτως πιστεύουμε ότι όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί, τα κόμματα, οι παράγοντες της δημόσιας ζωής, εργάζονται για το καλό του τόπου.

Το νόημα ετούτου του κειμένου εξαντλείται στην επισήμανση της ανάγκης να ξεκαθαριστεί η στρατηγική όλων των θεσμικών παραγόντων σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Για να μην αδικείται κανένας.

Advertisements

Νίκος Γκάτσος

 

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911 ή το 1914. «Ο πατέρας του Νίκου Γκάτσου ήταν μετανάστης στην Αμερική, αλλά έκανε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Σ’ ένα από αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και πέθανε, δυο μέρες πριν φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Τον πέταξαν στην θάλασσα. Το μαντάτο έφτασε στο χωριό του Γκάτσου, την Ασέα Αρκαδίας, ένα μήνα μετά. Η μητέρα του ήταν, κατά τις διηγήσεις του Νίκου, πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Γύρισε από το πάνω μέρος του χωριού με το μαντίλι κατεβασμένο κι όταν μπήκε στο σπίτι ξέσπασε σε κλάμα. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονώ. Τρόμαξε τόσο, που από τότε τρέμανε τα χέρια του σε όλη του τη ζωή…», διηγήθηκε η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα.

Έρχεται στην πρωτεύουσα στα δεκαοχτώ του μαζί με την μάνα και την αδερφή του, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική Αθηνών. «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει (…) με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια την δημοτική παράδοση που κυκλοφορούσε στο αίμα του», έγραψε για κείνον ο φίλος του, Οδυσσέας Ελύτης.

Με τον Ελύτη γνωρίζεται ένα βράδυ του ‘36 ενώ χάζευαν έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων` φανατικοί και οι δυο της μοντέρνας ποίησης και του υπερρεαλισμού, γίνονται αμέσως φίλοι. «Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, θυμάται ο Ελύτης, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε κει, καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά ριχτή μπεζ καμπαρτίνα με ανασηκωμένο τον γιακά, σφίγγοντας κάτω από την μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω είναι υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο».

Ο Γκάτσος μαζί με τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη, τον Σαραντάρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Αντωνίου, και κάμποσους άλλους νέους σχηματίζουν μια παρέα, έναν κύκλο, τον πυρήνα της νεώτερης ποίησης, και προωθούν τις απόψεις τους μέσα από το περιοδικό Νέα Γράμματα. Μαζί με τον Ελύτη μάλιστα ιδρύει το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους το Ηραίον στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων. Στις δύο το βράδυ, μας πληροφορεί ο Ελύτης, όταν έκλεινε το καφενείο ένα πλήθος νέων ξεχύνονταν στους γύρω δρόμους «κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις κάτω απ’ τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις  και τέσσερις το πρωί», υπό το άγρυπνο και φιλύποπτο βλέμμα των χωροφυλάκων.

Το 1937 η παρέα σκόρπισε, ο Κατσίμπαλης πήγε στο Παρίσι, ο Σεφέρης στην Κορυτσά, ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας. Ο Γκάτσος μένει στην Αθήνα και μαζί με τον Καραντώνη συνεχίζουν την έκδοση των Νέων Γραμμάτων. Κι ύστερα έρχεται ο πόλεμος κι η Κατοχή. Το 1942 ιδρύεται ο «Κύκλος Παλαμά», όπου λόγιοι και λογοτέχνες της νέας γενιάς, αλλά και παλιότεροι συζητούν, διαβάζουν έργα τους, σχεδιάζουν εκδηλώσεις, προσπαθούν να παραμείνουν ζωντανοί. Την ίδια περίοδο οι πρεσβευτές των νέων ιδεών για την τέχνη μαζεύονται σε σπίτια φίλων, την Δευτέρα στου Κατσίμπαλη, Πέμπτη στου Εμπειρίκου, Παρασκευή στου Καραγάτση. Παράλληλα ο Γκάτσος και ο Ελύτη καθιερώνουν ως στέκι τους το θρυλικό πατάρι του Λουμίδη. Γύρω τους μαζεύεται ένα λεφούσι από κάθε λογής καλλιτέχνες και ποιητές, Μίλτος Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης, Νίκος Φωκάς, Τάκης Σινόπουλος, Κάρολος Κουν, Αλέξης Σολομός, Αντρέας Καμπάς και μύριοι άλλοι.

Το 1943 είναι μια σημαδιακή χρονιά για τα νεοελληνικά γράμματα. Εκδίδεται το μοναδικό ποίημα που έγραψε ο Νίκος Γκάτσος η Αμοργός και ο Ήλιος ο Πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη, μα το πνευματικό κατεστημένο του τόπου μας δεν κατανοεί την σημασία τέτοιων έργων, και ιδίως στην περίπτωση της Αμοργού αναλίσκεται σε ειρωνείες και λοιδορίες. Είναι τέτοια η αντιμετώπιση της Αμοργού, ώστε ο Ελύτης εξοργισμένος γράφει ένα κείμενο, την Ποιητική Νοημοσύνη, που στρέφεται εναντίον του Μιχαήλ Ρόδα, ενός από τους οξύτερους επικριτές της Αμοργού. «Δεν θα επιχειρήσω εδωπέρα καμιά κριτική για την Αμοργό, παρόλο που θα ‘θελα να μιλήσω μια μέρα για τον τρόπο που ξαναφέρνει στην αισθητική του 20ου αιώνα το επικολυρικό ύφος, την εντέλεια του ρυθμού, που έρχεται να θυμίσει πόσο δύσκολο πράγμα είναι ο σωστός ελεύθερος στίχος, για το παράδοξο σύμπλεγμα της γερμανικής (χαιλντερλινικής, θα έλεγα) αντίληψης του ρομαντισμού, με τον sui generis δωρικό ρομαντισμό της Μάνης, τέλος για τον πειστικό τόνο της φωνής του, και τις ωραίες, τις υπέροχες κάποτε, εικόνες του…». Ο Ευγένιος Αρανίτσης παρατηρεί: «οι Προσανατολισμοί, αντίθετα από την Αμοργό, διαβάζονται σήμερα αφήνοντας στο αφτί μια ηχώ παλιομοδίτικου λυρισμού (…) Η Αμοργός είναι διαποτισμένη από μια φυσικότητα που την κάνει να ηχεί τόσο όμορφα όσο και την εποχή που εκδόθηκε…».

Τότε, το 1943, έρχεται στου Λουμίδη ένας ακόμη νέος, μ’ ένα μάτσο μέτριους στίχους στην τζέπη. Τους διαβάζει στους νέους ποιητές, μα κανένας απ’ την παρέα δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Τότε ο νεαρός αλλάζει σκοπό: ισχυρίζεται πως είναι μουσικός, συνθέτης μάλιστα, κι ότι έχει γράψει μουσικές για την Αμοργό και τις Παραλλαγές σε μία αχτίδα. Είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, ο στενότερος φίλος, μαθητής και συνομιλητής του Νίκου Γκάτσου, για τα επόμενα πενήντα χρόνια σχεδόν. Βλέπονταν καθημερινά, συζητούσαν διαρκώς, και συνεργάστηκαν με μοναδική αρμονία. Η αρχή έγινε το ‘48 με τον Ματωμένο Γάμο που μετάφρασε ο Γκάτσος και μελοποίησε ο Χατζιδάκις. Το ‘49 το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος πάλι σε μετάφραση Γκάτσου. Από εκεί είναι και το Χάρτινο το Φεγγαράκι, που σημάδεψε την αντίληψη των νεοελλήνων περί μουσικής και τραγουδιού. Το 1966 με την περίφημη Μυθολογία τους άρχισαν συνειδητά πλέον να σχεδιάζουν τους περίφημους κύκλους τραγουδιών του, ο ένας την μουσική ο άλλος τους στίχους.

Πολλοί τοποθετούν τον Γκάτσο ανάμεσα στους υπερρεαλιστές, αλλά ο Γκάτσος απλά χρησιμοποίησε την φόρμα του υπερρεαλισμού, γιατί τότε ήταν ο πιο πρόσφορος και φρέσκος τρόπος για να εκφράσει αυτά που ήθελε να πει. Για να κάνω πιο ξεκάθαρη την σκέψη μου: είναι σα να λέμε πως ο Κουρτ Βάιλ είναι συνθέτης του καμπαρέ, επειδή σε κάμποσα τραγούδια του χρησιμοποίησε αυτή την φόρμα. Αυτό φαίνεται κι απ’ το ότι ο Γκάτσος, ως στιχουργός πλέον, φρόντισε από νωρίς να απομακρυνθεί από το υπερρεαλιστικό περιβάλλον και ν’ αποβάλει τις υπερρεαλιστικές φόρμες. Διέβλεπε ίσως πως ο υπερρεαλισμός από φρέσκο κι ολίγον τι περιθωριακό κίνημα σύντομα θα γινόταν μόδα, κατεστημένο, τροχοπέδη εντέλει. Άφησε τους υπερρεαλισμούς και τις μανιέρες του για τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερους στιχουργούς, που αναζητούν άλλοθι να περιβάλλουν την αταλαντοσύνη τους. Ο ίδιος πατάει γερά στη γη, δηλαδή σε μια παράδοση στιχουργική που ξεκινάει από τα χρόνια του Ομήρου, και φτάνει στις μέρες μας μέσω του Δημοτικού και του Ρεμπέτικου τραγουδιού -και φυσικά περιέχει και τον υπερρεαλισμό.

Ο Γκάτσος παρατάει την ποίηση, και ουσιαστικά δεν επιχειρεί μετά την Αμοργό  να ξαναγράψει ποίημα. Μεταφράζει κάποια θεατρικά έργα και γράφει στίχους. Εκτός του Ματωμένου Γάμου και του Λεωφορείον ο Πόθος, που αναφέραμε, μετέφρασε το Περιμπλίν και Μπελίσα, το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας  και την Παραλογή του Μισοϋπνου του Λόρκα. Ακόμη τον Πατέρα του Στριντμπεργκ, την Υψηλή Εποπτεία του Ζενέ, το Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα του Ο’ Νιλ, το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε ντε Βέγα και κάποια μονόπρακτα του Τ. Ουίλιαμς.

Ο Γκάτσος ήταν όλα αυτά, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, εραστής, μα πάνω απ’ όλα ίσως ήταν δάσκαλος. «Τη μεγάλη σημασία του την αντλεί από το ότι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που διδάσκει όσους έχουνε την τύχη να του πούνε «καλημέρα», αν και κείνος θελήσει να τους πει «καλημέρα» και να συνεχίσει. Άλλωστε οι μεγάλοι δάσκαλοι δεν είχαν μια ειδική σχολή όπου διδάσκανε` έπρεπε να πετύχουν μαθητές που θα ήθελαν να εκμαιεύσουν από αυτούς τη διδασκαλία. Αυτή είναι και η περίπτωση του Γκάτσου», έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας απ’ τους ανθρώπους που επανειλημμένα έχουν εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους στον δάσκαλο Νίκο Γκάτσο.

Πέθανε στις 12 Μαΐου του 1992 χωρίς να προλάβει να εκδώσει τα τραγούδια του σε βιβλίο (η έκδοση έγινε μετά τον θάνατό του, και σύμφωνα με τις δικές του οδηγίες), χωρίς να μπορέσει να τελειώσει τον Μανιάτικο Εσπερινό, τον τελευταίο κύκλο τραγουδιών, που για χρόνια ετοίμαζε. Ετάφη στο χωριό του, την Ασέα Αρκαδίας, χωρίς επισημότητες, και με την παρουσία ολίγων φίλων του.

Τα Καραγκιοζιλίκια του Τσίπρα. Α ναι… κι ο ΓΑΠ…

Όχι ότι περιμέναμε κάτι διαφορετικό.

Ο Τσιπράκος αρνήθηκε προχτές να συναντηθεί με την ΥΠΕΞ και να ενημερωθεί για τις εξελίξεις στο Σκοπιανό, γιατί είχε λέει «ένα ιδιαιτέρως σφιχτό πρόγραμμα». Έτσι έστειλε τον… Μπανιά για να ενημερωθεί.

Το γκροτέσκο στην πολιτική μας ζωή δεν έχει όρια φαίνεται.

Ένα ιδιαιτέρως σφιχτό πρόγραμμα: Χμμμ, για να θυμηθούμε τι έκανε εκείνη τη μέρα ο Τσιπράκος:

Το πρωί πλύθηκε, ντύθηκε και πήγε στη διαδήλωση των οτετζήδων, το απόγευμα στη συγκέντρωση του Σύριζα έξω από την Βουλή (ήταν λέει 500 με 600 άτομα εκεί) και μετά έδωσε συνέντευξη στο Mega υπό το τρυφερό βλέμμα του γνωστού κυρίου Τσίμα και τα χαμόγελα ολοκληρωτικής παράδοσης του διαβόητου Γιάννη Πρετεντέρη. (Η Όλγα δεν ξέφευγε από το γνωστό σφιχτό ύφος «μη-μου-ξεφύγει-η-πορδή-τώρα-και-εκτεθώ»).

Ναι, ρε Αλέξη, ωραίος είσαι, δίκιο έχεις: Με τέτοιες σφιχτές υποχρεώσεις, σιγά μην προλάβεις να ασχοληθείς και με το Σκοπιανό.

………………………………………………………………………………………………..

Ξέρετε, υπάρχει και ο Γαπ. Ο Γιώργος, βρε.

Ο Γιωργάκης.

Τον είδατε χτες στη Βουλή; Όχι; Εκεί ήταν: Ήρθε, μίλησε τα 13 λεπτά που δικαιούνταν και μετά έφυγε!

Σε αυτά τα 13 λεπτά ειρωνεύτηκε τον Πρωθυπουργό, γιατί δεν παρακολούθησε την συζήτηση τις προηγούμενες μέρες. Βλέπετε, ο Πρωθυπουργός, ειδικά σε αυτή την περίσταση, δεν είχε άλλα πράγματα να ασχοληθεί, έπρεπε να ακούει τις αγορεύσεις της Μαριλίζας, του Καχριμάκη, του Ντίνου Ρόβλια ή της Εύης.

Βλέπετε ο Γιωργάκης συμφωνεί με τον άλλον, τον Τσιπράκο: Με το Σκοπιανό θα ασχολούμαστε τώρα; Εδώ έχουμε να προλάβουμε τις επόμενες δημοσκοπήσεις!

Αυτό το άγχος τον σπρώχνει να εξελιχτεί στο πιο σύντομο πολιτικό ανέκδοτο: Την προηγούμενη εβδομάδα μας είπε, αναθεωρώντας τα όσα έλεγε τους προηγούμενους μήνες, ότι το σκάνδαλο Ζαχόπουλου είναι ροζ και γι’ αυτό δεν ασχολείται μαζί του. Χτες μας είπε, επιστρέφοντας στην προηγούμενη αποτυχημένη στρατηγική του, ότι είναι πολιτικό.

Αυτό το παιδί δεν μπορεί να αποφασίσει.

Αλλά έτσι είναι τα παιδιά, που θα έλεγε και ο Μητσοτάκης

Είναι όμως θλιβερό – πρέπει να είσαι εντελώς τυφλωμένος από κομματικό πάθος για να μην το αντιλαμβάνεσαι.

Είναι θλιβερό ένας Γιος να προσπαθεί τόσο εντατικά να φορέσει τα ρούχα του νεκρού Πατέρα του. Αν κάτι είχε να διδαχτεί από τον Ανδρέα ο Γιωργάκης ήταν με τον ακαριαίο και αδίσταχτο τρόπο σκότωσε τον δικό του πατέρα εκείνος. Ο Ανδρέας δεν καταδέχτηκε να φορέσει τα ενδύματα του Γέρου. Γι’ αυτό και πέτυχε. Ο Γιωργάκης αντιθέτως προσπαθεί να βρικολακιάσει τον Ανδρέα. Ναι, του μοιάζει κάπως στη χροιά της φωνής ή στην κατατομή. Τώρα προσπαθεί να του μοιάσει και στην ρητορική. Είναι φανερό ότι, αν συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο, θα εξελιχτεί σαν τον γιο του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Extreme blogoπαίχνιδο

Νομίζω ότι ο πρώην φίλος μου Γ.Α. θα γελούσε χαιρέκακα, αν έβλεπε την πρόσκληση που μου έδωσε η Σοφία: Πάντα μου καταλόγιζε ότι εν είμαι αρκετά «ακραίος».

Κατά κάποιο τρόπο έχει δίκιο: Από μικρή ηλικία είχα έντονη την αίσθηση του γελοίου. Αυτό με απέτρεψε -με προφύλαξε, θα έλεγε άλλος- από τις διάφορες στιγμιαίες ακρότητες, στις οποίες επιδιδόταν κατά καιρούς εκείνος.

Δεν έχω λοιπόν να διηγηθώ ΕΝΑ μεθύσι, όπως είχε εκείνος. Υπήρξαν εποχές που τα μεθύσια ήταν στην ημερήσια διάταξη, κι ακόμα το  ποτήρι είναι ένα εργαλείο που το χειρίζομαι με αρκετή επιδεξιότητα. Από την στιγμή που κάτι το κάνεις συχνά, παύει να είναι και extreme.

Υπάρχει μια περίοδος της ζωής μας, εκεί γύρω στα είκοσι, αυτό που λέμε «φοιτητική ζωή», που η κοινωνία περιμένει μια πιο ακραία, μια λιγότερο μετρημένη συμπεριφορά. Που ίσως-ίσως να απαιτεί από τον νέο ενήλικα να δοκιμάσει πράγματα. Πριν κατασταλάξει. Θέλω να πω: Κάτι που έγινε σε κείνη την περίοδο της ζωής μας, και μπορεί να μας φαίνεται ακραίο και ηρωικό και σπάνιο, και μπορεί να το διηγούμαστε ως τέτοιο στους φίλους μας, είναι πράγματι;

Ας πούμε: Είναι ακραίο να καλέσει την 20άρα Erasmus φοιτήτρια με την κολλητή της για ούζα σπίτι ένας 20άρης ή είναι πιο ακραίο να κάνει το ίδιο ένας 40άρης που έχει και δυο παιδιά; Κλίνω προς το δεύτερο.

Θέλω να πω: Αυτό που είναι πράγματι ακραίο δεν έχει σχέση με τον χαβαλέ του τέλους της εφηβείας ή με τον καλοκαιρινό ήλιο, αλλά έχει να κάνει με τα σκοτάδια της ψυχής του ανθρώπου. Έχει να κάνει με το να μην χωράς κάπου, να θες το παραπάνω. Ή το παρακάτω.

Ακραία συμπεριφορά είναι να είσαι ο πιο εύελπις νέος επιστήμων του Κέμπριτζ, όλες οι πόρτες να είναι ανοιχτές για σένα, οι καθηγητές σου να σε θαυμάζουν και να περιμένουν να διδαχτούν από σένα και εσύ να φεύγεις και να πας να ζήσεις σε μια καλύβα κάπου σε ένα χωριό της Νορβηγίας, να ζήσεις ψαρεύοντας, συνομιλώντας με τους χωριάτες, τρώγοντας μόνο ψωμί και γράφοντας παράλληλα ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία του αιώνα σου.

Αυτό, ναι, είναι ακραίο.

Τα μεθύσια, τα ξενύχτια, τα γαμήσια, οι μικρές, ανεπαίσθητες επαναστάσεις στα μικροπεριβάλλοντά μας, δεν έχουν και μεγάλο νόημα. Αμφιβάλλω αν επηρεάζουν πραγματικά τις ψυχές μας, όσο κι αν ορκιζόμαστε για το αντίθετο.

Υ.Γ. Ειλικρινά, άλλο είχα στο νου μου να γράψω. Έλεγα να σας πω μια ιστορία, αλλά τελικά θα αφήσω αυτό το κείμενο κι ας χαλάει το παιχνίδι. Να δώσω τον πυρσό σε άλλους; Λέω όχι. Ας τον πάρει όποιος θέλει και ας ελπίσουμε ότι θα τον διαχειριστεί καλλίτερα από μένα.

Ο Νικολιτσόπουλος στη φυλακή. Επιτέλους!

Επιτέλους!

Φαίνεται ότι τα λαμόγια, οι επιτήδειοι, οι απατεώνες, οι υψηλά ιστάμενοι, οι καλά πιασμένοι, οι διαπλεκόμενοι δεν βρίσκονται εντελώς στο απυρόβλητο σε τούτη την χώρα.

nikoloutsopoulos1.jpg

Επιτέλους, ο «γνωστός εργατολόγος», όπως τον λένε τα κανάλια, αυτός που έπαιρνε μίζα ένα μισθό από τους συμβασιούχους για να τους εκπροσωπήσει στο δικαστήριο με τις πλάτες του Χρ. Πολυζωγόπουλου, πρώην πρόεδρου της ΓΣΕΕ, υψηλόβαθμου στελέχους του Πασόκ και στενού συνεργάτη του Γαπ.

(Αν είχαν λίγη τσίπα τα μεγάλα και τα μικρά κανάλια, αφού τόσο εύκολα χρωματίζουν γαλάζιους ορισμένους, θα τον ονόμαζαν κι αυτόν, τον Νικολιτσόπουλο, πράσινο εργατολόγο).

Η μούφα του αυτοκτονικού ιδεασμού μπορεί να καθυστέρησε τις εξελίξεις, αλλά δεν πέρασε. Ο Νικολιτσόπουλος κρίθηκε προφυλακιστέος, ο Νικολιτσόπουλος οδηγείται στο κελί.

Επιτέλους!

Με αυτή την κίνηση η Δικαιοσύνη στέλνει ένα μήνυμα σε όλους εμάς, τους πολίτες που δεν έχουμε μπάρμπα στην Κορώνη, μας διαβεβαιώνει ότι λειτουργεί ανεξάρτητα, ανεπηρέαστα, λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Μας ζητάει να της έχουμε εμπιστοσύνη, ακόμα γιατί, ακόμα και αν καθυστερεί καμιά φορά, στο τέλος βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

ΥΓ: Στοιχηματίζω ότι σε λίγες μέρες θα ξαναβγεί, ως «βαρέως ασθενών», που λένε και οι συνήγοροί του. Αλλά, θέλω να πιστεύω, θυμούμενος και το προηγούμενο του διαβόητου Μεταξόπουλου, ότι η Δικαιοσύνη δεν θα μασήσει.

Η αναδιάταξη της πολιτικής σκακιέρας

Η συζήτηση στη Βουλή για την μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού αποσαφήνισε την διάταξη των κομμάτων στην πολιτική σκακιέρα καθώς και την στρατηγική τους -όσων φυσικά έχουν. Έχουμε και λέμε:

Η Νέα Δημοκρατία έχει εδραιωθεί σαν το κατεξοχήν κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει. Αυτό δεν το το αρνείται κανείς. Ακόμα και η αντιπολίτευση μπορεί να την χαρακτηρίζει «ανίκανη» ή να ζητάει την άμεση παραίτησή της, αλλά δεν προβάλει σοβαρή και ρεαλιστική αντιπρόταση για να κυβερνηθεί η χώρα. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η συμπίεση του ΛΑΟΣ: Ακόμα και σε αυτή την συγκυρία, με το Σκοπιανό στην πρώτη γραμμή, το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη δεν μπορεί να ανασάνει. Αυτό σημαίνει ότι στις επόμενες εκλογές η μάχη για την επιβίωσή του θα είναι σκληρή.

Το Πασόκ κάνει το ένα μοιραίο λάθος μετά το άλλο. Πλέον τα μεγάλα και τραγικά λάθη του Παπανδρέου είναι τόσα πολλά και τόσο συχνά, ώστε χάνει και το νόημα η επισήμανση ή η απαρίθμησή τους.  Τέλος πάντων, ας σημειώσουμε για μια ακόμα φορά:

Πέρσι ο Γιωργάκης έκανε ένα τραγικό, ένα ασυγχώρητο λάθος: Αποχώρησε από την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Τέτοιο φτηνό και ανεύθυνο παιχνίδι με τους θεσμούς, ούτε ο μακαρίτης ο πατέρας του δεν θα έκανε. Τώρα, μια μέρα μετά την αποχώρηση του ΛΑΟΣ (!), αποχώρησε κι από την συζήτηση για το ασφαλιστικό. Δείχνει λοιπόν ο Γιώργος να μην σέβεται τους θεσμούς, τους οποίους εκ της θέσεώς του όφειλε να υπηρετεί, και να μην έχει την ευθύνη που το πολίτευμά μας απαιτεί από την αξιωματική αντιπολίτευση. Με άλλα λόγια: Αφήνει ένα τεράστιο θεσμικό κενό.

Κι εδώ έρχεται ο Αλαβάνος. Ξέρει ότι οι διαδηλώσεις και ο χαβαλές το πολύ-πολύ να τον πάνε στο 9% ή το 10% -άντε στο 12%, αν ο ΓΑΠ έχει κέφια. Και είναι προφανές ότι ο Αλαβάνος θέλει περισσότερα.  Γι’ αυτό προσπαθεί να οικοδομήσει ένα πιο σοβαρό, πιο θεσμικό, πιο αξιόπιστο προφίλ. Έτσι ενώ ο Γιώργος αποχωρεί ο Αλαβάνος χρησιμοποιεί μια κατεξοχήν κοινοβουλευτική διαδικασία για να δυσκολέψει την Κυβέρνηση. Κι ο Γιώργος κάνει ακόμα ένα μοιραίο λάθος: Στοιχίζει το Πασόκ πίσω από τον Σύριζα. Ο Σύριζα πάει μπροστά, ο Σύριζα έχει τις ιδέες, ο Σύριζα δείχνει τον δρόμο και το Πασόκ ακολουθεί! Ο Βενιζέλος είδε την πεπονόφλουδα και την επεσήμανε, αλλά στου κουφού την πόρτα…

Βέβαια και ο Σύριζα έκανε την αστοχία του -αναφέρομαι στην εμπλοκή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά -πέρα από τον πολιτικό αμοραλισμό και τον μικρομεγαλισμό που φανερώνει αυτή η κίνησή του- είμαι βέβαιος ότι στο μέλλον θα περιορίσει τέτοια λάθη. Ακριβώς γιατί θέλει να προσεγγίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους.

Μου κάνει όμως πραγματικά εντύπωση ότι το επίσημο Πασόκ δεν έχει πάρει θέση στην δημόσια έκκληση του Σύριζα προς τον Πρόεδρο να προβεί στην πραξικοπηματική ενέργεια.  Είναι κι αυτό δείγμα της σοβαρότητάς του…

Μια και μιλάμε για «πορνεία»…

Μια που τόσα γράφουμε και διαβάζουμε τούτες τις μέρες για «ελεύθερη συμβίωση» και «πορνεία» και μια και πλησιάζει και η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου, θυμήθηκα ένα νόστιμο περιστατικό από κείνα τα χρόνια, που διασώζει ο Γιάννης Βλαχογιάννης στην πολύτιμη Ιστορική Ανθολογία (επιμέλεια: Άλκη Αγγέλου, εκδόσεις Εστίας). Αντιγράφω από την σελίδα 439 την αφήγηση 274 για τον παλιό κλεφταρματωλό Γ. Τσόγκα:

Όσο μισούσε τους Τούρκους, τόσο τις Τουρκάλες τις είχε στην καρδιά του. Κάποτε άρπαξε μιαν όμορφη Τουρκοπούλα και δεν εννοούσε πια να χωριστεί απ’ αυτή. Τότε η κυρά Τσόγκαινα πήγε στο Δεσπότη και παραπονέθηκε.

– Ωρέ, αγαπάω τη γυναίκα μου, είπε ο παλιός ο Κλέφτης, μα παιδιά δε μου κάνει, και πήρα τουτηδώ να μου κάνει κανένα…

Ο Δεσπότης τι να κάμει; Συφωνήθηκε να βαφτιστεί μονάχα το χανουμάκι και ας πάει στην ευκή. Πήρε ο Δεσπότης καμιά διακοσαριά ρουμπέδες (σαν πολλοί φαίνονται), κι ο γερο-Τσόγκας έζησε με το χαρέμι του.

Και μια και είμαστε στα νόστιμα του ’21, σας αντιγράφω από το ίδιο βιβλίο (σελ. 497) μια από τις πιο αγαπημένες μου αφηγήσεις. Αφορά τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη:

Όταν ήρθε ο Καποδίστριας, αποφάσισε κι ο γέρο-Πανουργιάς, ο Κλεφταρματωλός των Σαλώνων, να κατεβεί απο΄του Παρνασού τα κάρκαρα και να πάει να παρουσιαστεί στον Κυβερνήτη. Έφτασε λοιπόν στην Αίγινα, μα με την πρώτη ματιά πού ‘ριξε γύρω το, δεν του χαμαρέσανε τα πράγματα. Είδε κοντά στον Κυβερνήτη κάτι φραγκοφορεμένους, που δεν τους φτάνανε τα φράγκικα φορέματα, μα είχανε ξουρίσει και γένια και μουστάκια, και ήταν έτσι σαν ξεροκολόκυθα γυαλιστερά τα μούτρα τους:

– Τι μ’σούδες (μούρες) είν’ αυτές; είπε στο γέρο-Δυοβουνιώτη, που είχε έρθει κι αυτός συντροφιά του στην Αίγινα.

– Δεν τους βλέπεις; Τσ’ ήφερε ου Κυβερνήτ’ς να μας φουτίσουν.

– Γι’ αυτό είν’ ετσ’ τα μούτρα τ’ς; Γένουντ’ έτσ’ πλιο διαβασμένοι, μαθές; Τότε θέλω κι έγώ να τα ξουρίσω να γίνου σουφός κι εγώ…

– Και δεν τα ξουρίζεις; Εδώ παρακάτ’ ειν’ ου χαμζάς (κουρέας). Μα δεν κουτάς. Πώς θα γυρί’ης, μαύρε, στου χουριό;

– Πλερώνεις εσύ τα ξουριστ’κά;

– Πλερώνω… μα δεν θ’ αποκουτί’ης τέτοιο πράμα…

– Βαν’ς και τα βιουλιά μαζί;

– Τι τα θελ’ς τα βιουλιά;

– Έτσ’, θέλου να γίνει το πράμα πανηγύρ’.

– Ας είναι κ’ έτσ’.

Ο Δυοβουνιώτης ακόμα δεν είχε καταλάβει καλά τι λογής ξύρισμα ήθελε ο γέρο-σύντροφός του. Ξέχασε τα παλιά του καμώματα. Άνθρωπος του δρυμού, κλαρίτης, ήξερε να λέει πράματα και να τα κάνει πέρα και πέρα ξέσκεπα.

Μπαίνουνε στον κουρέα, και να, έρχονται τα βιολιά, κι αρχίζουν το παιχνίδι, κι ετοιμάζει ο κουρέας τα ξουράφια του. Κάνει όμως να βάλει χέρι στου γέρο-στρατηγού τα μούτρα, κι αυτός:

– Τράβα του χερ’ σ’ απού κει! του λέει.

Πετάει πέρα τη φουστανέλα και μένει όπως τον έκαμε η μανούλα του από τη μέση και κάτου…

Κι αρχίζει ο κουρέας, θέλοντας μη θέλοντας, και του τα ξουρίζει… Και παίζουν τα βιολιά… Κι ο κόσμος όλο και μαζεύεται…

– Ε, τώρα μοιάζ’νε με μούτρα φράγκικα! είπε ο γέρος αφού τελείωσε το ξύρισμα.