Νίκος Γκάτσος

 

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911 ή το 1914. «Ο πατέρας του Νίκου Γκάτσου ήταν μετανάστης στην Αμερική, αλλά έκανε πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Σ’ ένα από αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και πέθανε, δυο μέρες πριν φτάσουν στη Νέα Υόρκη. Τον πέταξαν στην θάλασσα. Το μαντάτο έφτασε στο χωριό του Γκάτσου, την Ασέα Αρκαδίας, ένα μήνα μετά. Η μητέρα του ήταν, κατά τις διηγήσεις του Νίκου, πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Γύρισε από το πάνω μέρος του χωριού με το μαντίλι κατεβασμένο κι όταν μπήκε στο σπίτι ξέσπασε σε κλάμα. Ο Νίκος ήταν τότε πέντε χρονώ. Τρόμαξε τόσο, που από τότε τρέμανε τα χέρια του σε όλη του τη ζωή…», διηγήθηκε η σύντροφός του Αγαθή Δημητρούκα.

Έρχεται στην πρωτεύουσα στα δεκαοχτώ του μαζί με την μάνα και την αδερφή του, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική Αθηνών. «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει (…) με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια την δημοτική παράδοση που κυκλοφορούσε στο αίμα του», έγραψε για κείνον ο φίλος του, Οδυσσέας Ελύτης.

Με τον Ελύτη γνωρίζεται ένα βράδυ του ‘36 ενώ χάζευαν έξω απ’ τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων` φανατικοί και οι δυο της μοντέρνας ποίησης και του υπερρεαλισμού, γίνονται αμέσως φίλοι. «Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, θυμάται ο Ελύτης, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε κει, καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά ριχτή μπεζ καμπαρτίνα με ανασηκωμένο τον γιακά, σφίγγοντας κάτω από την μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά και αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω είναι υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο».

Ο Γκάτσος μαζί με τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη, τον Σαραντάρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Αντωνίου, και κάμποσους άλλους νέους σχηματίζουν μια παρέα, έναν κύκλο, τον πυρήνα της νεώτερης ποίησης, και προωθούν τις απόψεις τους μέσα από το περιοδικό Νέα Γράμματα. Μαζί με τον Ελύτη μάλιστα ιδρύει το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς τους το Ηραίον στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων. Στις δύο το βράδυ, μας πληροφορεί ο Ελύτης, όταν έκλεινε το καφενείο ένα πλήθος νέων ξεχύνονταν στους γύρω δρόμους «κι άρχιζαν ατελείωτες συζητήσεις κάτω απ’ τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις  και τέσσερις το πρωί», υπό το άγρυπνο και φιλύποπτο βλέμμα των χωροφυλάκων.

Το 1937 η παρέα σκόρπισε, ο Κατσίμπαλης πήγε στο Παρίσι, ο Σεφέρης στην Κορυτσά, ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας. Ο Γκάτσος μένει στην Αθήνα και μαζί με τον Καραντώνη συνεχίζουν την έκδοση των Νέων Γραμμάτων. Κι ύστερα έρχεται ο πόλεμος κι η Κατοχή. Το 1942 ιδρύεται ο «Κύκλος Παλαμά», όπου λόγιοι και λογοτέχνες της νέας γενιάς, αλλά και παλιότεροι συζητούν, διαβάζουν έργα τους, σχεδιάζουν εκδηλώσεις, προσπαθούν να παραμείνουν ζωντανοί. Την ίδια περίοδο οι πρεσβευτές των νέων ιδεών για την τέχνη μαζεύονται σε σπίτια φίλων, την Δευτέρα στου Κατσίμπαλη, Πέμπτη στου Εμπειρίκου, Παρασκευή στου Καραγάτση. Παράλληλα ο Γκάτσος και ο Ελύτη καθιερώνουν ως στέκι τους το θρυλικό πατάρι του Λουμίδη. Γύρω τους μαζεύεται ένα λεφούσι από κάθε λογής καλλιτέχνες και ποιητές, Μίλτος Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης, Νίκος Φωκάς, Τάκης Σινόπουλος, Κάρολος Κουν, Αλέξης Σολομός, Αντρέας Καμπάς και μύριοι άλλοι.

Το 1943 είναι μια σημαδιακή χρονιά για τα νεοελληνικά γράμματα. Εκδίδεται το μοναδικό ποίημα που έγραψε ο Νίκος Γκάτσος η Αμοργός και ο Ήλιος ο Πρώτος του Οδυσσέα Ελύτη, μα το πνευματικό κατεστημένο του τόπου μας δεν κατανοεί την σημασία τέτοιων έργων, και ιδίως στην περίπτωση της Αμοργού αναλίσκεται σε ειρωνείες και λοιδορίες. Είναι τέτοια η αντιμετώπιση της Αμοργού, ώστε ο Ελύτης εξοργισμένος γράφει ένα κείμενο, την Ποιητική Νοημοσύνη, που στρέφεται εναντίον του Μιχαήλ Ρόδα, ενός από τους οξύτερους επικριτές της Αμοργού. «Δεν θα επιχειρήσω εδωπέρα καμιά κριτική για την Αμοργό, παρόλο που θα ‘θελα να μιλήσω μια μέρα για τον τρόπο που ξαναφέρνει στην αισθητική του 20ου αιώνα το επικολυρικό ύφος, την εντέλεια του ρυθμού, που έρχεται να θυμίσει πόσο δύσκολο πράγμα είναι ο σωστός ελεύθερος στίχος, για το παράδοξο σύμπλεγμα της γερμανικής (χαιλντερλινικής, θα έλεγα) αντίληψης του ρομαντισμού, με τον sui generis δωρικό ρομαντισμό της Μάνης, τέλος για τον πειστικό τόνο της φωνής του, και τις ωραίες, τις υπέροχες κάποτε, εικόνες του…». Ο Ευγένιος Αρανίτσης παρατηρεί: «οι Προσανατολισμοί, αντίθετα από την Αμοργό, διαβάζονται σήμερα αφήνοντας στο αφτί μια ηχώ παλιομοδίτικου λυρισμού (…) Η Αμοργός είναι διαποτισμένη από μια φυσικότητα που την κάνει να ηχεί τόσο όμορφα όσο και την εποχή που εκδόθηκε…».

Τότε, το 1943, έρχεται στου Λουμίδη ένας ακόμη νέος, μ’ ένα μάτσο μέτριους στίχους στην τζέπη. Τους διαβάζει στους νέους ποιητές, μα κανένας απ’ την παρέα δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Τότε ο νεαρός αλλάζει σκοπό: ισχυρίζεται πως είναι μουσικός, συνθέτης μάλιστα, κι ότι έχει γράψει μουσικές για την Αμοργό και τις Παραλλαγές σε μία αχτίδα. Είναι ο Μάνος Χατζιδάκις, ο στενότερος φίλος, μαθητής και συνομιλητής του Νίκου Γκάτσου, για τα επόμενα πενήντα χρόνια σχεδόν. Βλέπονταν καθημερινά, συζητούσαν διαρκώς, και συνεργάστηκαν με μοναδική αρμονία. Η αρχή έγινε το ‘48 με τον Ματωμένο Γάμο που μετάφρασε ο Γκάτσος και μελοποίησε ο Χατζιδάκις. Το ‘49 το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος πάλι σε μετάφραση Γκάτσου. Από εκεί είναι και το Χάρτινο το Φεγγαράκι, που σημάδεψε την αντίληψη των νεοελλήνων περί μουσικής και τραγουδιού. Το 1966 με την περίφημη Μυθολογία τους άρχισαν συνειδητά πλέον να σχεδιάζουν τους περίφημους κύκλους τραγουδιών του, ο ένας την μουσική ο άλλος τους στίχους.

Πολλοί τοποθετούν τον Γκάτσο ανάμεσα στους υπερρεαλιστές, αλλά ο Γκάτσος απλά χρησιμοποίησε την φόρμα του υπερρεαλισμού, γιατί τότε ήταν ο πιο πρόσφορος και φρέσκος τρόπος για να εκφράσει αυτά που ήθελε να πει. Για να κάνω πιο ξεκάθαρη την σκέψη μου: είναι σα να λέμε πως ο Κουρτ Βάιλ είναι συνθέτης του καμπαρέ, επειδή σε κάμποσα τραγούδια του χρησιμοποίησε αυτή την φόρμα. Αυτό φαίνεται κι απ’ το ότι ο Γκάτσος, ως στιχουργός πλέον, φρόντισε από νωρίς να απομακρυνθεί από το υπερρεαλιστικό περιβάλλον και ν’ αποβάλει τις υπερρεαλιστικές φόρμες. Διέβλεπε ίσως πως ο υπερρεαλισμός από φρέσκο κι ολίγον τι περιθωριακό κίνημα σύντομα θα γινόταν μόδα, κατεστημένο, τροχοπέδη εντέλει. Άφησε τους υπερρεαλισμούς και τις μανιέρες του για τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερους στιχουργούς, που αναζητούν άλλοθι να περιβάλλουν την αταλαντοσύνη τους. Ο ίδιος πατάει γερά στη γη, δηλαδή σε μια παράδοση στιχουργική που ξεκινάει από τα χρόνια του Ομήρου, και φτάνει στις μέρες μας μέσω του Δημοτικού και του Ρεμπέτικου τραγουδιού -και φυσικά περιέχει και τον υπερρεαλισμό.

Ο Γκάτσος παρατάει την ποίηση, και ουσιαστικά δεν επιχειρεί μετά την Αμοργό  να ξαναγράψει ποίημα. Μεταφράζει κάποια θεατρικά έργα και γράφει στίχους. Εκτός του Ματωμένου Γάμου και του Λεωφορείον ο Πόθος, που αναφέραμε, μετέφρασε το Περιμπλίν και Μπελίσα, το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας  και την Παραλογή του Μισοϋπνου του Λόρκα. Ακόμη τον Πατέρα του Στριντμπεργκ, την Υψηλή Εποπτεία του Ζενέ, το Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα του Ο’ Νιλ, το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε ντε Βέγα και κάποια μονόπρακτα του Τ. Ουίλιαμς.

Ο Γκάτσος ήταν όλα αυτά, ποιητής, στιχουργός, μεταφραστής, εραστής, μα πάνω απ’ όλα ίσως ήταν δάσκαλος. «Τη μεγάλη σημασία του την αντλεί από το ότι είναι ένας μεγάλος δάσκαλος που διδάσκει όσους έχουνε την τύχη να του πούνε «καλημέρα», αν και κείνος θελήσει να τους πει «καλημέρα» και να συνεχίσει. Άλλωστε οι μεγάλοι δάσκαλοι δεν είχαν μια ειδική σχολή όπου διδάσκανε` έπρεπε να πετύχουν μαθητές που θα ήθελαν να εκμαιεύσουν από αυτούς τη διδασκαλία. Αυτή είναι και η περίπτωση του Γκάτσου», έχει πει ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας απ’ τους ανθρώπους που επανειλημμένα έχουν εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους στον δάσκαλο Νίκο Γκάτσο.

Πέθανε στις 12 Μαΐου του 1992 χωρίς να προλάβει να εκδώσει τα τραγούδια του σε βιβλίο (η έκδοση έγινε μετά τον θάνατό του, και σύμφωνα με τις δικές του οδηγίες), χωρίς να μπορέσει να τελειώσει τον Μανιάτικο Εσπερινό, τον τελευταίο κύκλο τραγουδιών, που για χρόνια ετοίμαζε. Ετάφη στο χωριό του, την Ασέα Αρκαδίας, χωρίς επισημότητες, και με την παρουσία ολίγων φίλων του.

Advertisements

21 thoughts on “Νίκος Γκάτσος

  1. SOFIA 31/03/2008 στο 8:01 πμ Reply

    «…Ο Γκάτσος μαζί με τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη, τον Σαραντάρη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Αντωνίου, και κάμποσους άλλους νέους σχηματίζουν μια παρέα, έναν κύκλο, τον πυρήνα της νεώτερης ποίησης, και προωθούν τις απόψεις τους μέσα από το περιοδικό Νέα Γράμματα…»
    Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι, που έζησαν σ’ αυτόν τον τόπο, άφησαν περιθώρια για να υπάρξουν κι άλλοι στο μέλλον! Πολύ βαρύ το φορτίο για τους νεότερους…
    Πολύ όμορφη η διήγηση σου πάλι Φώτη μου!
    Καλημέρα!

  2. fvasileiou 31/03/2008 στο 11:43 πμ Reply

    @SOFIA
    Καλημέρα Σοφία, καλή εβδομάδα.

    Μπήκε η άνοιξη και θυμήθηκα τον ποιητή. Χαίρομαι που σου άρεσε το κείμενο.

  3. tdjm 31/03/2008 στο 12:05 μμ Reply

    Πραγματικά καταπληκτικός Αρκάδας…
    Αγαπούσε πολύ το χωριό του….
    Πολύ όμορφο κείμενο…
    Μπραβο …

  4. Cacofonix 31/03/2008 στο 12:05 μμ Reply

    Είσαι σίγουρος ότι δεν θες να γράψεις διήγημα;

  5. fvasileiou 31/03/2008 στο 12:52 μμ Reply

    @tdjm
    Θα ήθελα να επισκεφτώ την Ασέα, δεν έχει τύχει.

    @Cacofonix
    🙂

  6. tdjm 31/03/2008 στο 1:07 μμ Reply

    Είναι ένα όμορφο χωριουδάκι…

  7. mkm 31/03/2008 στο 2:20 μμ Reply

    Πολύ ωραίο το κειμενάκι Φώτιε. Μπράβο! Δύσκολος άνθρωπος ο Γκάτσος. Γι’ αυτό και ταίριαξε με τον Χατζιδάκι τόσο καλά. Τέτοιες δοσμένες ιδιαιτερότητες δεν τα βρίσκουν εύκολα με πολλούς, παρότι αρκετές φορές φαίνεται το αντίθετο. Όσο για την Ασέα… πηγαίνοντας στο χωριό μου περνάω από ‘κει. Αν καταφέρουμε να βρούμε χρόνο βουτάμε και και τον Νίκο και κατεβαίνουμε.

  8. fvasileiou 31/03/2008 στο 6:16 μμ Reply

    @tdjm
    Είδες; Δεν πρόλαβα να πω ότι θέλω να πάω και ήρθε η πρόσκληση

    @mkm
    Φοβού τον Νίκο κασέτας φέροντα!

  9. nomansland 31/03/2008 στο 10:48 μμ Reply

    Σιγά σιγά κι αυτό το βράδυ
    Θα ‘ρθω στην πόρτα σου για λίγο να σταθώ
    σιγά σιγά μες στο σκοτάδι
    ένα παράπονο της νύχτας να σου πω

    Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
    Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ
    Άνοιξε αγάπη μου σαν πρώτα
    Να μπω κι εγώ να ζεσταθώ

    …λίγο η βροχή λίγο η αγάπη…μεγάλη αγάπη ο Γκάτσος καλά για τον Ελύτη δε σου λέω…

    …στη Σοφία θα απαντήσω με ένα δύστιχο τουΕλύτη…

    …κάθε καιρός κι ο Τρωϊκός του πόλεμος,
    κάθε καιρός κι η Ελένη του…

    …καλησπέρες…

  10. nomansland 31/03/2008 στο 10:53 μμ Reply

    …και να σου χαρίσω μιας και το θυμήθηκα τώρα το απόσπασμα αυτό από τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…μιλάει κ για άνοιξη, και για τον Απρίλη που μόλις μπήκε….

    …καλό μήνα…

    Τουλάχιστον αν ζούσαμε απ’ την ανάποδη
    να τα βλέπαμε όλα ίσια: Μπα η αναποδιά
    έχει μια μονιμότητα πεισματική,
    αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα.
    Όπου σημαίνει ότι αν καταφέρουμε να ζούμε
    βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις.
    Προσποιούμαστε ότι δεν συμβαίνει τίποτα
    ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
    έξω και πάνω από τη χλεύη.
    Ένα κεράσι την ώρα που χειμάζονται
    μέσα του όλες οι αθλιότητες
    και αυτό στο πείσμα τους καθάριο παντοδύναμο
    άψογο λάμπει δείχνοντας
    ποια θα μπορούσε να είναι η υπεροχή του ανθρώπου.

    Η σταγόνα το αίμα κάθε Απρίλιο
    δωρεάν και για όλους.

    Δυστυχείς εμπροσθοφύλακες και αντίστροφα
    οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ’ ουρανού
    ως και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
    το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.

    Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα
    Το πράσινο στο πράσινο
    τον άνθρωπο του Νεάντερταλ στον άνθρωπο του Νεάντερταλ
    Δεν ωφελούν πια οι μυώνες
    Θέλει αγάπη θηριώδη
    θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες

    Όσο υπάρχουνε Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη
    κι ας είναι αλλού το χέρι αλλού ο λαιμός.

    Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος
    κάθε καιρός κι η Ελένη του…

  11. fvasileiou 01/04/2008 στο 8:30 πμ Reply

    @nomansland
    Eφράζοντας το κοινό αίσθημα λέω:
    Μας έλειψες, γύρνα ξανά!!!

  12. nomansland 01/04/2008 στο 10:47 πμ Reply

    …καταρχήν διόρθωσε αυτό το «δύστοιχο» που το κατάντησα δύστυχο…το καημένο…α πα πα πα….

    ….κατά τα άλλα ευχαριστώ…αλλά δεν εξαφανίστηκα…και διάβαζα και σχολίαζα….μόνο δεν έγραφα….αλλά αυτό είναι κάτι που κάνω σπάνια…

    …σε φιλώ…

  13. fvasileiou 01/04/2008 στο 6:47 μμ Reply

    @nomansland
    Να σε βλέπουμε συχνότερα…
    ΦΙλιά

  14. roadartist 02/04/2008 στο 5:09 μμ Reply

    ωραιο ποστ.. Καλο μηνα!

  15. Artemis 17/05/2008 στο 1:03 πμ Reply

    Ήρθανε νύχτες και βροχές
    Και χειμωνιάσαν οι ψυχές (… )

    Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα
    Και πέρα απ’ το βοριά
    Ένα καράβι ρωτάει ακόμα
    Πού θα βρει στεριά….

    (Γράφω και τραγουδάω… )

  16. fvasileiou 17/05/2008 στο 10:18 πμ Reply

    Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός…

    (ΚΙ εγώ διαβάζω και τραγουδάω… )

  17. Φραγκου Μαρια 02/09/2010 στο 11:43 μμ Reply

    Εγω ειμαι απο την Ασεα και η Μαννα μου ,που εφυγε περσι απο την ζωη, ηταν συμμαθητρια του ,μας ελεγε λοιπον οτι ο Νικος ηταν πολυ
    ομορφος και ηξερε και παρα πολλα γραμματα » να φανταστεις καμμια φορα διορθωνε και τον δασκαλο» και η Ασεα σας περιμενει ολους.

  18. maria i. 12/02/2011 στο 3:27 μμ Reply

    Στην Ασέα μας περιμένει όλους το σπίτι του που απ΄ ό,τι μαθαίνω χρειάζεται να συντηρηθεί… μακάρι. Είναι και το τελευταίο του σπίτι εκεί κι όποιος περάσει από κει θα είναι σαν να αιωρείται μέσα σ΄ ένα ποίημά του,το κοιμήτήριο της Ασέας συμφλιώνει τη ζωή με το τέλος της, όπως ακριβώς έκανε κι ο κυρ-Νίκος. Και να προσθέσω στα χαρακτηριστικά του την τεράστια γενναιοδωρία της ψυχής. Αυτός ο πόλύπαθος άνθρωπος κράτησε για τον εαυτό του, μόνο, τον πόνο. Τίποτα άλλο.

  19. Redalen 15/07/2012 στο 2:08 πμ Reply

    Σχετική με τη σχέση του Υπερρεαλισμού με το Δημοτικό Τραγούδι(στο εξής ΔΤ) και πολύ καλή και πρωτοπόρα – όχι μοναδική πλέον- για την κατανόηση του Υπερρεαλισμού του Γκάτσου είναι η εισήγηση του Έκτορα Κακναβάτου στο :ΠΡΑΚΤΙΚΑ Δ΄ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, Πανεπιστήμιο Πατρών, 6-8 Ιουλίου 1984, Γνώση, Αθήνα 1985,( από την οποία παραθέτω την παρακάτω περίληψη που έκανα το 2008, για διδακτικούς σκοπούς. Έτσι στην στέλνω, -παράκαιρα, αφού παράκαιρα είδα τον Γκάτσο σου- επειδή μου αρέσει , ημερώνει μέσα μου τα ασίγαστα που αγαπώ εξίσου, μα ίσως πάλι και και να την ξέρεις.

    Περιληπτική απόδοση της εισήγησης του Έκτορα Κακναβάτου με τίτλο
    «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ
    ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ»

    Η ποίηση και ιδιαίτερα το δημοτικό τραγούδι, είναι ομιλία «ράτσας» ακριβώς στα σημεία που αγγίζει το παραλήρημα – αυτόν τον τοξικό λόγο.

    Ας δούμε λοιπόν, το λόγο ως το πεπερασμένο σύνολο λέξεων που στο διηνεκές προκύπτουν σαν κρυσταλλώματα της διαλεκτικής διαδικασίας μεταξύ οντότητος του αντικειμένου και της παρουσίας του μέσω της φωνητικής δήλωσης. Αν ανα-φερθούμε στον ποιητικό λόγο, η Γλωσσολογία λίγα μπορεί να προσφέρει επειδή η πολιτική της εκτείνεται σε βατές και προσπελάσιμες περιοχές του λόγου. Δηλ. από τα παραπάνω σύνολα ομιλίας την ενδιαφέρουν τα επιδεχόμενα δόμησης δηλ. τα μαθηματικώς «κλειστά» σύνολα (π.χ. οι γλώσσες).

    Ο Υπερρεαλισμός παρέδωσε τον λόγο σε μια περιπέτεια πέραν των λογιστικώς νομίμων, δυναμιτίζοντας τη φαντασία και τη γόνιμη λειτουργία της. Άραγε, υπάρχει πέρασμα του Υπερρεαλισμού στα Δ.Τ.;
    Το εάν και πώς περνά, πού εντοπίζεται και σε ποιο βαθμό ανεβάζει την εκρηκτικό-τητα της φαντασίας αρδεύοντας τη μαγεία του λόγου τους, είναι παράμετροι της μελέτης.
    (Στη συνέχεια παρεμβαίνει σύντομα τοποθετούμενος στην εισήγηση Ν. Βαλαωρίτη και την παρέμβαση Λαμπρίδη και επανέρχεται στο θέμα του).
    Το τραγούδι εκτονώνει τον συναισθηματικό και πνευματικό φόρτο, έτσι ανυσματο-ποιεί (= δίνει κατεύθυνση, φορά και μέτρο) τη σκέψη κι αυτή με τη σειρά της ανυσματοποιεί τη ζωή. Αυτή τη ζωή ή μάλλον κλάσμα της υπηρετεί η Pax Logica σαν διάλεκτος απεικόνισής της, συμπιέζοντας τη βούληση και τις επιθυμίες (υποσυνείδητο). Η φύση όμως δεν λογικεύεται, και η εκλογίκευσή της επιφέρει στρέβλωση της σκέψης του παγιδευμένου στην διαδικασία.

    Ο Υπερρεαλιστικός λόγος αντιθέτως αναδεικνύει δυνάμεις υλικού που δεν αξιο-ποιούνται σε επιταγές σκοπιμότητας αλλά πολλές φορές, στέλνουν σαφή σήματα προσπέλασης προς την πραγματικότητα. Ο Υπερρεαλισμός όταν ξεκίνησε, δήλωνε ότι δεν είναι τέχνη αλλά εκδοχή ζωής – γυρίζοντας τις πλάτες στον διάλογο δημοτικής και έντεχνης ποίησης. Όμως ταυτόχρονα, εξελίχθηκε διακηρύτ-τοντας υπέρ μιας τέχνης αδέσμευτης από συστρατεύσεις, σκοπιμότητες ή υποδου-λώσεις σε αισθητικές-φιλοσοφικές-πολιτικές επιταγές. Συνεπώς αυτή η ελεύθερη τέχνη είναι διαθέσιμη να υπόκειται μόνο στις εξελικτικές διαδικασίες που διέπουν τον κοινωνικό χώρο που την γεννά.
    Αν υποθέσουμε ότι ιστορικά το Δ.Τ. είναι σειρά παρεμβάσεων ποιητικών καταθέ-σεων ανώνυμων ταλαντούχων ποιητών που συνιστά αντίδραση με την μορφή ποίησης, τότε βρισκόμαστε πολύ κοντά στην απαρχή του Υπερρεαλιστικού λόγου. Βέβαια αυτή η αντίδραση εκφράζεται με ορατό φάσμα ιδιωματικού λόγου που του μέλλεται σχολιασμός, καθώς ζει πλέον διαρκώς στο σταυροδρόμι της κοινωνικό-τητας. Αυτό ακριβώς είναι το κομβικό σημείο όπου η ποιητική πρόταση γίνεται Δ.Τ. : σ’ αυτό το σημείο επισυμβαίνουν επιλογές, διαλογές, καρατομήσεις, επιβιώ-σεις λειάνσεις, διαβρώσεις, ισοπεδώσεις δηλ. φάσεις μορφοποίησής του από τον μεταλλάκτη του, την μαζική λαϊκή ευαισθησία.
    Πρέπει βέβαια να επισημανθεί και η αντίστροφη πορεία: Η εισροή στοιχείων του Δ.Τ. και στην έντεχνη ποίηση: Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Γρυπάρης, Γκάτσος (Αμοργός).

    Η ΚΥΡΙΩΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗ-ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΤΑ Δ.Τ.

    1) Δεν πρέπει να στραφούμε στην αναζήτηση δειγμάτων αυτόματης γραφής στα Δ.Τ. Στο κάθε δημοτικό τραγούδι υπάρχει ένας σαφής απαραίτητος ιστός που συγκρατεί το σώμα του μύθου, ο οποίος υπηρετείται συνειδητά από τον ποιητικό λόγο. Όμως και ο Υπερρεαλισμός εγκατέλειψε την αυτόματη γραφή στα 1925. Δεν υπάρχει θέμα λοιπόν αντιπαραβολής.

    2) Υψηλός δείκτης πάθους προς το παράλογο που συνέχει τον μύθο
    Το υπόστρωμα επί του οποίου αναπτύσσεται το παράλογο είναι: η αποδέσμευση μιας ορμής που αρνείται να συμμορφωθεί προς το καθεστώς και το μέτρο του λογικού ελέγχου και αναζητά τη μέγιστη λύση.
    Ακολουθούν δείγματα στίχων (Διγενής – αμήχανα).

    3) Συναίρεση του εφιαλτικού με το παράλογο και το εξωπραγματικό
    Εδώ καταγγέλλεται η επικυριαρχία της λογικής πραγματικότητας που θέλει να κυριαρχεί σε ψυχικούς κόσμους που δεν της ανήκουν.
    Ακολουθούν δείγματα στίχων (Κύκλος των παραλογών – το σίγρι με τον θάνατο στα χαροντικά-μοιρολόγια).
    [Παρενθετικά εντοπίζει αναφορά του τεχνάσματος του Οδυσσέα για να ανακαλύψει τον Αχιλλέα ντυμένο με φουστάνια σε μοιρολόι και επίσης τα Αναξιμένεια Κοσμο-λογικά μεγέθη (φως-αέρας) στο Δ.Τ.
    «Εγώ για το χατήρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει
    Είχα το ήλιο στα βουνά και τον αητό στους κάμπους
    Και τον βοριά τον δροσερό τον είχα στα καράβια
    Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός αποκοιμήθη
    Και τον βοριά τον δροσερό τον πήραν τα καράβια
    Κι έτσι του δόθηκε ο καιρός του χάρου και σε πήρε»

    όπου η απουσία τους ισοδυναμεί με την παρουσία του Χάρου]

    4) Ανατροπή των λογικώς συναρτημένων μέσω της μαγικής διεξόδου προς το άσχετο
    Ακολουθούν δείγματα στίχων (κυρίως ερωτικών δίστιχων)
    «Τέσσερα πορτοκάλια τα δυό σαπίσανε
    ήρθα για να σε πάρω, μα δε μ’ αφήσανε»

    5) Το σάστισμα, η ηλεκτρική εκκένωση προς τον αιφνιδιασμό του παράδοξου
    Ακολουθούν δείγματα στίχων
    «Τρεις αφεντάδες έπιναν στην πρύμνη στο καράβι
    είχαν και σκλάβον έμορφο και τους κερνά και πίνουν
    κι ο σκλάβος αναστέναξε κι εστάθη το καράβι».

    6) Η κατάλυση της λογικής αλληλουχίας. Εισάγεται μια αντιλογική οντολογία απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα του αιτίου-αιτιατού που κάνει να φαίνονται τα γεγονότα διατεταγμένα γραμμικά σαν αριθμητική ακολουθία. Ο σκηνογραφικός χώρος απελευθερωμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο μυστηριώνεται.
    Στο σημείο συγκρίνει ένα Δ.Τ.
    «Στην κάμαρα που κάθεσαι χρυσό καντήλι φέγγει
    χωρίς άλυσο κρέμεται χωρίς αγέρα σιέται
    χωρίς το λάδι το πολύ φέγγει της αφεντιάς σου».
    με το απόσπασμα ποιήματος του Εμπειρίκου με τίτλο
    «Όταν το σώμα της σιγής σαλεύη», ΟΚΤΑΝΑ, Ίκαρος 1980, σ. 21.
    «… όταν μια μαθήτρια δημοτικού… χωρίς να καίωνται ωρισμένοι βάτοι…».

    Συνεπώς ο Υπερρεαλισμός δεν είναι ανύποπτος ως προς το Δ.Τ.:
    η ανυποχώρητη ανορθοδοξία του και το εύλογόν της, καλύπτονται από τις σταθερές της δημοτικής μας ποίησης. Αυτό συμβαίνει γιατί η Υπερρεαλιστική θεώρηση βρίσκεται στο βαθύτερο της βίωσης των πραγμάτων και τη βίωση αυτή καταγράφει εμπαθώς το Δ.Τ.

    ___________________

    Α΄ Σημείωση: Το κείμενο πρόκειται για ελεύθερο και μάλιστα ποιητικό δοκίμιο. Η πολλαπλότητα των θεματικών κέντρων, η χαλαρή συνειρμική σύνδεση των μερών δυσκολεύει την πύκνωση του λόγου. Η πληθωρικότητα (κατά δήλωση του ομιλούντος) του ύφους του λόγου, είναι δύσκολο να αποδοθεί, ώστε πετυχημένα να μεταφερθούν οι αποχρώσεις του υπερρεαλιστικού του λόγου. Επίσης, ο μακροπερίοδος λόγος και η πληθώρα των εξαρτημένων γενικών δυσκόλεψε την κατανόησή του.

    Β΄ Σημείωση: Ο Ε. Κακναβάτος είναι ποιητής, μαθηματικός. Το πολιτικό του όνομα είναι Γιώργος Κοντογιώργης. Έχει μεταφράσει Γάλλους ποιητές, έχει εκδόσει την Fuga (1943) και κυρίως, μετά το 1961, πλήθος συλλογών και το 1983 τιμήθηκε με το β’ κρατικό βραβείο ποίησης.

    • fvasileiou 15/07/2012 στο 11:45 πμ Reply

      Σ’ ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο, για τον κόπο. Όχι, δεν ήξερα την εισήγηση του Ε. Κακναβάτου για το θέμα, οπότε η ωφέλια είναι πολλαπλή.

      Καθίστανται ποτέ «παράκαιρα» αυτά τα θέματα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: