Monthly Archives: Μαΐου 2008

Σαββατοκύριακο στη Λευκωσία

Ζέστη.

Πολλή ζέστη.

Τ’ απόγευμα, όταν πέφτει ο ήλιος, αρχίζει και δροσίζει. Φυσάει αέρας. Σκόνη και τσιμέντο. Αυτοκίνητα. Έρημοι δρόμοι – χωρίς πεζοδρόμια. Γεμάτες ταβέρνες και εστιατόρια.

«Κάνει κρύο το βράδυ», μου λένε.

Τους πιστεύω: Κρυώνουν.

Εγώ ξυπνάω τις νύχτες ιδρωμένος. Ανοίγω παράθυρα – κάνω ντους. Ένα μικρό κουνούπι.

Ξημερώνει.

Και ζέστη ξανά.

Παράξενο:

Δεν είναι όλες οι μουσικές κατάλληλες ν’ ακούγονται με τόση ζέστη.

Τούτο όμως εδώ το τραγούδι με τη φωνή και την τρομπέτα του Chet Baker πολύ μου ταιριάζει. Κι ας το πρωτάκουσα/πρωταγάπησα στα χειμωνιάτικα Γιάννενα.

Advertisements

1453: Η Ρωμανία πάρθεν

Πριν καλά – καλά ξημερώσει η 29η Μαΐου, ημέρα Τρίτη, άρχισε η μεγάλη επίθεση. Οι Οθωμανοί, οπλισμένοι με την δίψα τους για πλούσια λάφυρα και θησαυρούς, ορμούσαν τυφλοί στα τείχη. Αυτοί αποτελούσαν την πρώτη γραμμή της επίθεσης, πρόβατα για σφαγή ουσιαστικά, αφού δεν διέθεταν πανοπλία, αλλά ούτε όπλα οι περισσότεροι. Πρόσφεραν όμως υπηρεσίες μεγάλες στον σουλτάνο με τον θάνατό τους, διότι οι αμυνόμενοι κουράζονταν, και -κυρίως- τα κουφάρια τους γέμιζαν τις τάφρους που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Σ’ αυτό συνίστατο η αποστολή εκείνου του όχλου. Μετά ο Μωάμεθ θα έστελνε τα πιο επίλεκτα τμήματα του στρατού του, τους γενίτσαρους.

Ο Κωνσταντίνος πολεμούσε γενναία, για μιαν ακόμη φορά στην πρώτη γραμμή της άμυνας. Ηγέτης και παράδειγμα για όλους τους άλλους. Πλάι του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης και οι συντρόφοι του. Τώρα οι γενίτσαροι πλησίαζαν τρέχοντας τα τείχη, ξεκούραστοι και δυνατοί, να πολεμήσουν με τους αποκαμωμένους αμύντορες. Μερικοί μάλιστα στέριωναν και σκάλες στο ξεφτισμένο τείχος, αλλά οι υπερασπιστές του, με όση δύναμη τους είχε απομείνει, τις γκρέμιζαν. Τότε πληγώθηκε ο Ιωάννης Ιουστινιάνης διά μολυβδοβόλου[1], αιμορραγούσε κι αποχώρησε στο πλοίο του. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε να μείνει στην θέση. Ήταν κρίσιμη η στιγμή, και αν ο Ιωάννης αποχωρούσε, κάποιοι θα ‘χαναν το θάρρος τους, κάποιοι θα τον ακολουθούσαν, όπως και έγινε.

Οι πρώτοι γενίτσαροι φαίνεται ότι εισήλθαν από την Κερκόπορτα, την οποία οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν για να βγαίνουν έξω απαρατήρητοι, προκειμένου να καθαρίζουν την τάφρο και να επισκευάζουν τα τείχη. Πενήντα περίπου Οθωμανοί την βρήκαν ανοιχτή και εισέβαλλαν, σκορπώντας τον θάνατο σε όποιον συναντούσαν. Δύσκολα περιγράφονται τα όσα επακολούθησαν. Οι αμυνόμενοι υποχωρούσαν, αλλά οι δρόμοι είχαν αποκοπεί από τα πεσμένα τείχη. Οι γενίτσαροι ανέβηκαν στα τείχη κι έδωσαν σήμα στους δικούς τους να εισβάλλουν. Κι άλλοι καταπατούνταν, κι άλλοι σκοτώνονταν, κι άλλοι υποχωρούσαν, κι άλλοι πολεμούσαν μέχρι την τελευταία τους πνοή. Τα σώματα των νεκρών σωρεύονταν, κι έφραζαν τις πύλες και τα ρήγματα του τείχους, μα οι γενίτσαροι εισέβαλλαν με τις σκάλες.

Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας και οι δικοί του αντιστέκονταν στο δικό τους τομέα, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, χωρίς να έχουν αντιληφθεί όσα συνέβησαν. Όμως οι γενίτσαροι δεν άργησαν να φανούν. Όλοι όσοι συντρόφευαν τον βασιλιά έπεσαν απ’ το σπαθί των πολεμίων. Κι ο Κωνσταντίνος, όπως η μοίρα του απ’ την αρχή τον είχε τάξει, μπροστά στο γκρεμισμένο τείχος, τριγυρισμένος απ’ τον εχθρό. Όλα πια είχαν τελειώσει. Ο ιστορικός της Αλώσεως Δούκας αφηγείται: Ο Βασιλιάς στεκόταν κρατώντας τη σπάθα και την ασπίδα του. Και τότε είπε μια κουβέντα που μόνο λύπη σου προκαλεί: «Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;», γιατί είχε απομείνει ολομόναχος. Τότε ένας από τους Τούρκους του τον χτύπησε κατά πρόσωπο κι αυτός ανταπέδωσε το χτύπημα στον Τούρκο. Τότε ένας που βρισκόταν από πίσω του τού έδωσε το καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος έπεσε. Δεν ήξεραν ότι ήταν ο βασιλιάς, αλλά τον πέρασαν για κοινό στρατιώτη, γι’ αυτό τον παράτησαν νεκρό σε κείνο το σημείο. Και ο Οθωμανός χρονογράφος Σααδιττίν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Η φρίκη εκείνης της ημέρας, που σημάδεψε ανεξίτηλα το Γένος, δεν περιγράφεται εύκολα σε λίγες γραμμές. Γιατί η φρίκη σκέπασε κάθε πτυχή του βίου, κάθε μορφή κι έκφραση ενός σπουδαίου πολιτισμού. Γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι πιο ωραίοι από τους νέους και τις νέες στελέχωσαν τα χαρέμια του Μωάμεθ και των αξιωματικών του. Οικογένειες χωρίστηκαν, διαλύθηκαν. Σπίτια, ναοί και μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Ιερές εικόνες και κειμήλια, λείψανα αγίων, λειτουργικά σκεύη και άμφια καταστράφηκαν. Τα βιβλία πουλήθηκαν και οι βιβλιοθήκες γυμνώθηκαν. Και πάνω απ’ όλα, η Μεγάλη Εκκλησία, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί, κάτι που ακόμα βαραίνει στην κοινή συνείδηση του Γένους.

Ο Μωάμεθ όταν μπήκε στην Πόλη και είδε το μέγεθος της καταστροφής είπε κατά τον Κριτόβουλο, τον Ρωμιό χρονογράφο και υμνητή του: «Τι Πόλη παραδώσαμε σε διαρπαγή και ερήμωση!»

Ο Μωάμεθ πήγε στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε εκεί στον Αλλάχ του εξισλαμίζοντας έτσι τον ναό. Έπειτα ζήτησε να δει τον Λουκά Νοταρά και του ζήτησε πληροφορίες για την τύχη του αυτοκράτορα. Όμως ο Μέγας Δούκας δεν ήξερε τι είχε απογίνει ο βασιλιάς του κι ευθύς παρουσιάστηκαν οι δύο γενίτσαροι και παινεύτηκαν ότι εκείνοι τον εσκότωσαν. Ο σουλτάνος ζήτησε να δει το κεφάλι του νεκρού αυτοκράτορα, κι εκείνοι ανεζήτησαν το σώμα του, απέκοψαν την κεφαλή και την έδειξαν στον Μωάμεθ. Ο Νοταράς επιβεβαίωσε ότι ήταν του Κωνσταντίνου. Κι ο Πορθητής ζήτησε κι από άλλους συνεργάτες του αυτοκράτορα να τον αναγνωρίσουν, κι όταν βεβαιώθηκε διέταξε και την έστησαν στον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο κέντρο της Πόλης, όπου και παρέμεινε μέχρι το βράδυ. Μετά την ταρίχευσαν και την έστειλαν σε κάθε γωνιά του κόσμου για να γίνει γνωστή στην Οικουμένη η νίκη του Πορθητή.

Η Ρωμανία πάρθεν. Κι έτσι αρχίζει μια νέα περίοδος για τον κόσμο, όπου οριστικά επιβάλλονται απ’ τη μια το περίφημο πνεύμα της Αναγεννήσεως κι απ’ την άλλη ο Ισλαμικός κόσμος.


[1] Δούκας ο.π., σελ. 284

1453: Δευτέρα, 28 Μαΐου

Στις 28 Μαΐου, Δευτέρα, ο Μωάμεθ άφησε τους άνδρες του να αναπαυθούν. Σα νύχτωσε, έδωσε εντολή να ανάψουν φωτιές μεγάλες σ’ όλο το στρατόπεδο και να προσευχηθούν.

Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να ενθαρρύνει τον λαό. Έδωσε εντολή να γίνει λιτανεία των ιερών εικόνων στα ρημαγμένα τείχη της Πόλης. Όλος ο λαός, παραμονή του τέλους, συνάχθηκε παραμερίζοντας τις διαφορές του. Κι όλοι προσευχήθηκαν για την σωτηρία της αυτοκρατορίας. Έπειτα ο Κωνσταντίνος τους μίλησε. Ο Λεονάρδος ο Χίος ήταν παρών και κατέγραψε τα λόγια του Αυτοκράτορα στην επιστολή που έστειλε λίγες μέρες μετά την άλωση στον πάπα, όπου του εξιστορούσε τα όσα είχαν γίνει. Μεταφράζω:

Κύριοι, ένδοξοι άρχοντες του στρατού, ευσεβέστατοι συμπολεμιστές μας, βλέπουμε την ώρα της μάχης να πλησιάζει. Θέλησα λοιπόν να συγκεντρωθείτε εδώ, για να σας επισημάνω ότι πρέπει όλοι μαζί να συμπαραταχθούμε περισσότερο από ποτέ αποφασισμένοι. Πάντοτε πολεμούσατε τους άπιστους ένδοξα. Τώρα, η υπεράσπιση της πατρίδας σας και της Βασιλίδος των πόλεων, που επί πενήντα και δύο μέρες επιβουλεύονται οι άπιστοι Τούρκοι, εξαρτάται από το υψηλό σας πνεύμα. Μη φοβάστε που τα τείχη ξέφτισαν από τον βομβαρδισμό των εχθρών. Διότι η δύναμή σας προέρχεται από την χάρη του Θεού, κι αυτό πρέπει να το δείξετε προτάσσοντας τα όπλα και κραδαίνοντας τα ξίφη σας εναντίον των εχθρών. Ξέρω ότι αυτός ο απείθαρχος όχλος θα ορμήσει πάνω σας με αλαλαγμούς και ασταμάτητες βολές τόξων. Αυτά δεν θα βλάψουν το κορμί σας, γιατί βλέπω πως είναι καλά προφυλαγμένο απ’ τις πανοπλίες. Θα χτυπήσουν τα τείχη, τις πανοπλίες, τις ασπίδες μας. (…)

Γνωρίζετε ότι ο ανόσιος κι άπιστος πολέμιος παράνομα διατάραξε την ειρήνη. Ότι παραβίασε τους όρκους και τις συνθήκες πού ‘χε συνάψει μαζί μας. Ότι κατέσφαξε τους αγρότες μας την ώρα της συγκομιδής˙ ότι ύψωσε κάστρο στην Προποντίδα σα να μπορούσε να καταβροχθίσει τους χριστιανούς˙ ότι με πρόφαση την ειρήνη κύκλωσε τον Γαλατά. Τώρα απειλεί να καταλάβει την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την Πόλη των πατέρων σας, την καταφυγή όλων των χριστιανών, τον φύλακα όλων των Ελλήνων, και να βεβηλώσει τους αγίους ναούς του Θεού μετατρέποντάς τους σε στάβλους για τ’ άλογά του.

Εσείς, άρχοντές μου, αδέρφια μου, παιδιά μου, η αιώνια δόξα των χριστιανών είναι στα χέρια σας. Άνδρες της Γένοβας, άνδρες θαρραλέοι και ένδοξοι για τις ατέλειωτες νίκες σας. Άνδρες που πάντοτε προφυλάσσατε τούτη την Πόλη, την μάνα σας, δείξτε και τώρα την γενναιότητα σας και το μαχητικό σας πνεύμα ενάντια σε κείνους με αντρίκειο σθένος. Άνδρες της Βενετίας, είστε οι πιο γενναίοι ήρωες, που τα ξίφη σας έκαμαν πολλές φορές τούρκικο αίμα να ρέει, και που έχετε στείλει τόσα πολλά πλοία με τόσες άπιστες ψυχές στον βυθό (…) Λατρέψατε αυτή την Πόλη σαν να ‘ταν δική σας, ας ετοιμαστεί το πνεύμα σας για την μάχη. Κι εσείς συντρόφοι μου στα όπλα, να υπακούτε στις διαταγές των αρχηγών σας, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι η μέρα της δόξας, η μέρα κατά την οποία, αν χύσετε και μιαν ακόμα σταγόνα απ’ το αίμα σας, θα κερδίσετε το στεφάνι του μαρτυρίου και αιώνια δόξα[1].

Η δημηγορία του αυτοκράτορα ενίσχυσε το ηθικό των πολιορκημένων. Η Αγία Σοφία στέγασε τον λαό στην τελευταία λειτουργία, κατά την οποία ο Κωνσταντίνος κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Κι όταν η νύχτα σκέπασε τον Βόσπορο και το σκοτάδι παραβιαζόταν από τις φωτιές των Οθωμανών, πολλοί ήταν εκείνοι που έμειναν άγρυπνοι στην Μεγάλη Εκκλησία προσευχόμενοι. Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος άγρυπνος περίμενε την αυγή στις πολεμίστρες…


[1] PG, τ. 159, στ. 938-9. Ο Νicol στο The Immortal emperor, σελ 67-8, παραθέτει αγγλική μετφρ. στην οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε και η δική μας προσπάθεια. Η τελευταία δημηγορία μας σώζεται επίσης πιο εκτεταμένη και στον ψευδο-Φραντζή, Chron. maius, ο.π., σελ. 424-22.

1453: Η Πολιορκία

Η πολιορκία ξεκίνησε αρχές Απριλίου.

Ο Γεώργιος Σφραντζής, στον οποίο φαίνεται ο Κωνσταντίνος να είχε αναθέσει την καταγραφή των στρατευμάτων, αναφέρει 4.773 Βυζαντινούς και περίπου 200 ξένους[1]. Οι δυτικές πηγές αναφέρουν έξι με εφτά χιλιάδες συνολικά[2].

Από την άλλη ο Μωάμεθ είχε συγκεντρώσει αμέτρητους Οθωμανούς, οι οποίοι προσδοκούσαν μερίδιο από τα λάφυρα, και μάλιστα ο στρατός του μέρα με την μέρα μεγάλωνε, καθώς προσέρχονταν κι άλλοι. Τελικά μπορούμε να μιλάμε για μια αναλογία ένας προς δέκα ή και ένας προς δεκαπέντε[3]. Εδώ ας σημειώσουμε και το πανίσχυρο πυροβολικό που είχε στην διάθεσή του ο σουλτάνος, από το οποίο ξεχώριζε το τεράστιο κανόνι, κατασκευασμένο από τον Ούγγρο Ουρβανό. Ήταν ειδικά κατασκευασμένο για τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, που ο Ουρβανός ήξερε καλά, αφού για ένα διάστημα είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αυτοκράτορα. Το κανόνι αυτό πετούσε μπάλες βάρους 600 περίπου κιλών και, μολονότι δεν μπορούσε να πυροβολεί πάνω από εφτά φορές την ημέρα, ήταν αυτό που ράγισε τα αιώνια τείχη. Και οι υπερασπιστές της βασιλίδος των Πόλεων διέθεταν λίγα μικρά κανόνια, αλλά αυτά δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν το πυροβολικό των αντιπάλων. Και μάλλον ζημία προκαλούσαν στα τείχη με τους κραδασμούς που προκαλούσαν. Αυτά τα τείχη, τα τριπλά πανίσχυρα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, που από τον πέμπτο αιώνα που κατασκευάστηκαν δεν είχαν αλωθεί ποτέ με έφοδο, αυτά τα τείχη αποτελούσαν και την μοναδική ελπίδα του Κωνσταντίνου.

Τον Απρίλιο του 1453 ο Κωνσταντίνος διέταξε να κλείσει ο Κεράτιος κόλπος με την περίφημη αλυσίδα. Η πολιορκία ξεκινούσε.

Ο βομβαρδισμός των τειχών ξεκίνησε στις έξι Απριλίου. Οι πολιορκημένοι ανταπέδιδαν τα πυρά, όμως ώρα την ώρα έβλεπαν το άλλοτε κραταιό τείχος να ραγίζει και να καταρρέει και τις προστατευτικές τάφρους γύρω του να γεμίζουν. Τις νύχτες γλιστρούσαν έξω από το τείχος για να αδειάσουν την τάφρο, και να επισκευάσουν, κατά το δυνατόν, τα τείχη. Εν τω μεταξύ ο Μωάμεθ δεχόταν τις συμβουλές δυτικών πρέσβεων για το πώς οι βολές των κανονιών του θα μπορούσαν να γίνουν αποτελεσματικότερες[4].

Όμως και οι αμυνόμενοι σημείωσαν κάποιες επιτυχίες, κυρίως στη θάλασσα. Ο στόλος βέβαια που τους είχε υποσχεθεί η Βενετία ποτέ δεν εστάλη, κι όπως παρατηρεί ο Nicol κανείς χριστιανός ηγεμόνας δεν στάθηκε άξιος των περιστάσεων[5].

Για να μπορέσει να ξεπεράσει το λιμενόφραγμα ο Μωάμεθ έβαλε τους μηχανικούς του να κατασκευάσουν μία οδό, που περνούσε γύρω από τον Βόσπορο, πίσω από τον Γαλατά. Στις 22 Απριλίου τα πλοία του Οθωμανικού στόλου μεταφέρθηκαν δια ξηράς στον Κεράτιο. Τότε συγκλήθηκε συμβούλιο υπό τον αυτοκράτορα, στο οποίο συμμετείχαν και ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, οι Βενετοί και οι Γενουάτες της Πόλης. Εκεί εκπονήθηκε ένα σχέδιο για να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, αλλά οι αντιζηλίες μεταξύ Γενοβέζων και Βενετών το υπέσκαψαν κι απέτυχε[6].

Τα τείχη υποχωρούσαν, ο εχθρός πλησίαζε, οι αμυνόμενοι κουράζονταν, οι Λατίνοι φιλονικούσαν, το εκκλησίασμα ήταν διχασμένο -ποια ήταν η θέση του αυτοκράτορα;

Ο Κωνσταντίνος πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Κι επειδή είχε ζήσει κι άλλες παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν, όντας έμπειρος πολεμιστής, μπορούσε να διακρίνει το μέλλον, χωρίς όμως και να το πολυσκέφτεται. Η ώρα της μάχης δεν είναι κατάλληλη για να σκεφτεί κανείς το ενδεχόμενο ήττας ή τους συσχετισμούς δυνάμεων. Παράλληλα προσπαθούσε να κρατήσει το φρόνημα του λαού του και των συμπολεμιστών του όσο γίνεται πιο υψηλό.

Γύρω στις 20 Μαΐου όλα ήταν έτοιμα για την τελική επίθεση, κι ο σουλτάνος έστειλε πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη με τους όρους του: Αν παραδιδόταν η Πόλη, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν είτε να ζήσουν φόρου υποτελείς υπό το σκήπτρο του, είτε να φύγουν και να ζήσουν αλλού. Αν δεν την παρέδιδαν αυτός και οι αξιωματικοί θα χάσουν την ζωή τους κι λαός θα αιχμαλωτιστεί και διασκορπιστεί στα βάθη της αυτοκρατορίας.

Για να δοθεί απάντηση στον σουλτάνο, έγινε συμβούλιο στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε οι σύμβουλοί του τον παρότρυναν να φύγει απ’ την Κωνσταντινούπολη, να γλιτώσει από την συμφορά που ερχότανε, να στήσει αλλού την αυτοκρατορία, κι όταν οι καιροί θα είναι ευνοϊκότεροι, τότε να επιχειρήσει να επανακτήσει την Πόλη, όπως είχε συμβεί και στην πρώτη Άλωση. Ο αυτοκράτορας τους άκουσε όλους ήσυχα και υπομονετικά. Στο τέλος, μετά από κάποια περίοδο που είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, άρχισε να λέει: «Σας ευχαριστώ όλους για τη συμβουλή που μου δώσατε. Γνωρίζω πως η απομάκρυνσή μου από την πόλη θα ήταν ευνοϊκή για μένα, σύμφωνα με όσα προβλέπετε ακριβώς πως θα συμβούν πραγματικά. Μου είναι όμως αδύνατο να φύγω: πώς να αφήσω τις εκκλησίες του Κυρίου μας, και τους υπηρέτες Του κληρικούς, και το θρόνο, και το λαό μου σε τέτοιο κακό; Τι θα πει ο κόσμος για μένα; Σας ικετεύω, φίλοι μου, στο μέλλον μη μου πείτε τίποτε άλλο παρά ‘‘Όχι, κύριε, μη μας αφήνεις». Ποτέ, ποτέ δε θα σας αφήσω. Είμαι αποφασισμένος να πεθάνω μαζί σας». Και λέγοντας αυτά, έστρεψε το κεφάλι του αλλού ο αυτοκράτορας, επειδή δάκρυα γέμισαν τα μάτια του[7].

Η απάντηση που έδωσε στον αντίπαλό του ήταν ανάλογη: Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστι οὐτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ˙ κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Είναι φανερό ότι ο Κωνσταντίνος δεν βρέθηκε τυχαία εκείνη τη μοιραία ώρα στην πύλη του αγίου Ρωμανού, ούτε τυχαία σφαγιάσθηκε από τους πολεμίους. Ήταν συνειδητή η επιλογή του, και μάλιστα ο ίδιος έκανε αυτήν την επιλογή παρά τις αντίθετες εισηγήσεις των συμβούλων του. Και παρά την συνήθη επιλογή επιφανών βυζαντινών ανδρών της εποχής· διότι ο Κωνσταντίνος θα μπορούσε εύκολα να διαφύγει στη Δύση και να περάσει ήσυχος τα χρόνια που του απόμεναν στην αυλή κάποιου ηγεμόνα, έχοντας εκπληρώσει στο ακέραιο το καθήκον του, διηγούμενος σε ευτράπελες συντροφιές τα κατορθώματά του (που ήταν πολλά), και απευθύνοντας εκκλήσεις στον πάπα και σε άλλους δυτικούς ηγεμόνες για βοήθεια. Ναι, αυτό ήταν κι εύκολο κι εφικτό και το σύνηθες. Όμως ο Κωνσταντίνος αλλιώς αντιλαμβανόταν τον ρόλο του και την αποστολή του…


[1] Σφραντζησ, Cronicon minus, σελ. 96

[2] Runciman, Fall of Constantinople, σελ. 77-85. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες, σελ. 594

[3] Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 594. Ostrogorsky, τ. Γ΄, σελ. 274. ΄, σελ. 274.

[4] Δούκας, ο.π., σελ. 273-274, Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 596

[5] Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 596

[6] Δουκας, ο.π., σελ. 277-8

[7] Το απόσπασμα προέρχεται από ένα σλαβικό χρονικό, και η μετάφραση από: Philip Sherrard, ‘‘Η καταστροφή μιας εικόνας», Η άλωση της Πόλης, (επιστ. επιμ. Ε. Χρυσός), Ακρίτας, Αθήνα, 1994, σελ. 53-54, Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 602-3

Η Κύπρος και ο αγώνας για την Ένωση, μέσα από λαϊκά τραγούδια του ‘50 και του ‘60: Μια προσθήκη

Πριν λίγο καιρό ο Allu Fan Marx συγκέντρωσε σε μια ανάρτηση λαϊκά τραγούδια που γράφτηκαν για τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Έλειπε όμως ένα τραγούδι του Μπάμπη Μπακάλη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, το Κυπριωτοπούλα μου. Ο Μπακάλης έγραψε δεκάδες τραγούδια με θέματα που αντλούσε από την επικαιρότητα. Έτσι έγραψε τραγούδια για τους μεγάλους σεισμούς που συνέβησαν τότε στην Κεφαλλονιά, τα ταξίδια στο φεγγάρι, τον υπαρξισμό (!), την δολοφονία του Κένεντι και φυσικά για την Κύπρο. Στον Μπιθικώτση δεύτερη φωνή κάνουν η Λύδια και ο Κυριαζής. Δυστυχώς δεν ξέρω πότε έγινε η ηχογράφηση.

Κυπριωτοπούλα μου

Μαργαρίτα

-Μ’ αγαπάς;

-Όσο μπορώ…

-Τι σημαίνει αυτό;

-Ότι δεν είμαι Θεός.

Του φίλησε τον ώμο. Μικρές δαγκωματιές κι η γλώσσα της να μουσκεύει αργά κάθε χιλιοστό της σάρκας του. Καθώς το στόμα της πλησίασε στον λαιμό του, ένιωσε να τον γαργαλάει. Κουνήθηκε ελαφρά και το μάγουλό του χάιδεψε τα μαλλιά της. Τον κοίταξε χαμογελώντας τρυφερά.

-Μ’ αγαπάς; τον ξαναρώτησε.

Το χαμόγελό της έγινε πιο έντονο.

Αλλά η απάντησή του έμεινε η ίδια.

-Όσο μπορώ!

Τα μάτια της σκοτείνιασαν λίγο, αλλά ίσως και να το ‘κανε μόνο για να φανεί πιο χαριτωμένη.

-Τι σημαίνει αυτό;

Πρόφερε το «τι» απότομα και κοφτά, αλλά το τελευταίο όμικρον το έσυρε ναζιάρικα.

Επέμενε στην απάντησή του.

-Ότι δεν είμαι Θεός!

Κοιτάχτηκαν κατάματα για δυο στιγμές κι ύστερα τα χείλια τους ενώθηκαν. Ήταν αυτός ξαπλωμένος κι εκείνη από πάνω του με κλειστά τα μάτια να ρουφάει την γλώσσα του και να την κλωθογυρίζει στο στόμα της. Την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του.

Τραβήχτηκε.

-Πρέπει να φύγω, του είπε.

-Όχι ακόμα, της απάντησε με φωνή βραχνή.

Ξαναγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Την τράβηξε ώστε να νιώθει το βάρος της. Αυτό τον ξετρέλανε.

Τραβήχτηκε. Ήταν ένα σύντομο φιλί.

-Μ’ αγαπάς; ξαναρώτησε.

Η ερώτηση ήταν τώρα ειπωμένη πιο σοβαρά. Ήταν ειπωμένη σαν προϋπόθεση.

Την κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα της ήταν οξύ. Το δικό του γεμάτο συγκατάβαση. Δεν απάντησε. Δεν θα έλεγε ούτε αυτή την ύστατη στιγμή ψέματα. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, την γύρισε κι ανέβηκε πάνω της. Ένωσε τα χείλη τους κι έκρυψε τον αριστερό μαστό της στην χούφτα του.

-Όσο μπορώ…

Τινάχτηκε. Ήταν δεμένη στα χέρια του. Ήταν πάνω της. Ήταν σαν θαμμένη. Ήταν σαν ταφόπλακα. Ξαφνικά. Έβαλε όλη την δύναμή της. Βγήκε από την αγκαλιά του – πήρε τα ρούχα της από την καρέκλα – τα φόρεσε νευρικά – χωρίς να μιλάει. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Η εκπνοή της, να βγαίνει επιθετικά από τα διεσταλμένα ρουθούνια. Έσκυψε να φορέσει τα παπούτσια. Την κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Χωρίς να σκέφτεται. Χωρίς να νιώθει.

-Είσαι πολύ μαλάκας, του είπε κλείνοντας την πόρτα.

Η φωνή της έτρεμε…

Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Scull: Οι πρώτες κριτικές

Η πιο αναμενόμενη πρεμιέρα της χρονιάς έγινε το μεσημέρι στις Κάννες και ολοκληρώθηκε με το ακροατήριο, κριτικοί κινηματογράφου στη συντριπτική πλειοψηφία, να χειροκροτούν το λευκό πανί. Το γεγονός είναι ασυνήθιστο για τις Κάννες, όπως επισημαίνει και το Empire.

Ποιες είναι όμως οι εκτιμήσεις των ανθρώπων που το είδαν; Ακολουθεί μια γεύση:

Το Empire μας λέει ότι αύριο θα αναρτήσει την πλήρη κριτική της ταινίας όμως μας δίνει μια πρώτη γνώμη: Ο τέταρτος Ιντιάνα Τζόουνς ίσως να μην είναι το φιλμ που ονειρευόμασταν, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι εκείνο που φοβόμασταν. Είναι όμορφα φωτογραφημένο από τον Kaminszki (μόνιμο συνεργάτης του Σπήλμπεργκ τα τελευταία πολλά χρόνια) και η δράση είναι γρήγορη και αστεία, αντάξια των προηγούμενων ταινιών. Το Empire ολοκληρώνει το σημείωμά του υπογραμμίζοντας ότι το Κρυστάλλινο Κρανίο κέρδισε ένα ξεροκέφαλο -στην καλλίτερη περίπτωση- κοινό στις Κάννες.

O Joe Utichi του Rotten Tomatoes είναι ο πλέον γκρινιάρης. Σημειώνει εμφατικά την απογοήτευσή του από την χρήση ψηφιακών εφέ στην ταινία. Όπως παραδέχεται ότι από τη στιγμή που στην οθόνη εμφανίζεται η γνωστή φιγούρα του Ίντυ, η ταινία απογειώνεται. Ο συντάκτης δηλώνει κι απογοητευμένος από τον σημαντικό ρόλο που έχει ο Shia LeBeouf και λέει ότι κατά τη γνώμη του δεν θα έπρεπε να παίζει καν. Ο G. Lucas έχει διαφορετική γνώμη: Δήλωσε ότι καλοβλέπει κι έναν πέμπτο Ιντιάνα Τζόουνς με τον Shia πρωταγωνιστή και τον Harrison Ford σε ρόλο ανάλογο εκείνου που είχε ο Connery  στην Τελευταία Σταυροφορία.

Το Variety, ένα από τα πλέον έγκυρα κινηματογραφικά περιοδικά, ανάρτησε πριν από λίγα λεπτά την κριτική του. Θεωρεί το Κρυστάλλινο Κρανίο ισάξιο των δύο σήκουελ, αλλά όχι της πρώτης ταινίας. Η ταινία, μας λέει, ξεκινά πολύ δυνατά, οι ρυθμοί στη συνέχεια χαλαρώνουν σταδιακά και φτάνουμε σε ένα απογειωτικό φινάλε. Η ιστορία και το στιλ της ταινίας θεωρούνται αντάξια του μύθου της σειράς.

Όλες οι κριτικές στέκονται στην εποχή που ανασυσταίνει η ταινία: Είναι το 1957 κι από τη μια έχουμε τον Ψυχρό Πόλεμο (οι Σοβιετικοί είναι οι κακοί) κι από την άλλη έχουμε το Rock ‘n Roll -ο Shia άλλωστε εμφανίζεται με φράντζα και μπουφάν που θυμίζει James Dean.

Προσωπική εκτίμηση από όσα διάβασα: Καλά θα περάσουμε. Πολύ καλά. Ο Ιντιάνα Τζοουνς και το Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου θα μπει στις λίστες με τα αγαπημένα μας φιλμ…