Ludwig Wittgenstein

Ο Ludwig Wittgenstein γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1889 και ήταν το όγδοο και τελευταίο παιδί μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της Βιέννης των Αψβούργων. Αν και η απώτατη καταγωγή των Βιτγκενστάιν ήταν εβραϊκή, η οικογένειά του δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κομμάτι της εβραϊκής κοινότητας της Βιέννης, όπως ήταν για παράδειγμα η οικογένεια Φρόιντ. Οι Βιτγκενστάιν ήταν Βιεννέζοι. Βαπτισμένοι καθολικοί εδώ και τρεις γενιές, η κουλτούρα τους ήταν εξολοκλήρου γερμανική. Ο Καρλ Βιτγκενστάιν, γνωστός μαικήνας των τεχνών, οργάνωνε στο σπίτι του μουσικές εσπερίδες που φιλοξενούσαν, ανάμεσα στους άλλους, τον Μπραμς, τον Μάλλερ, τον Μπρούνο Γουόλτερ, ενώ η συλλογή εικαστικών έργων περιλάμβανε έργα των Κλιμτ, Μόσερ, και Ρόβιν. Ο Κλιμτ, ο οποίος φιλοτέχνησε το πορτραίτο της Μαργκαρίτ Βιτ, αδελφής του Λούτβιχ, αποκαλούσε τον πατέρα Βιτγκενστάιν «Υπουργό Καλών Τεχνών».

Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτό το κλίμα, όλα τα παιδιά του Καρλ Βιτγκενστάιν ανέδειξαν εξαιρετικά ταλέντα. Εκτός από τον μικρό Λούντβιχ, που δεν διακρινόταν σε τίποτα. Έμαθε μάλιστα να μιλάει σε ηλικία τεσσάρων ετών. Οι γονείς του πίστεψαν ότι η ροπή του ήταν τα τεχνικά θέματα και το 1903 τον έστειλαν σε μια τεχνική σχολή στο Λίντζ. Οι μαθητικοί έλεγχοι δείχνουν ότι γενικά ήταν ένας πολύ μέτριος μαθητής.

Μολαταύτα, το 1908 πηγαίνει στο Μάντσεστερ, για να ασχοληθεί με την έρευνα στο πεδίο της αεροναυπηγικής κι εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με την μαθηματική λογική μέσω του μνημειώδους έργου του B. Russell Principia Mathematica. Ο Βιτγκενστάιν ασχολήθηκε με ένα θεμελιώδες πρόβλημα της μαθηματικής λογικής, που το έργο του Russell αφήνει άλυτο, και κατάφερε να το λύσει. Το 1911 πηγαίνει στο Καίμπριτζ να συναντήσει τον Russell, αποφασισμένος να μάθει από το στόμα του αν είχε τα φόντα να ασχοληθεί με την μαθηματική λογική. Εκείνη την εποχή ο Russell μόλις είχε ολοκληρώσει και το τελευταίο μέρος των Principia και όπως ανέφερε και ίδιος στην αυτοβιογραφία του «το μυαλό μου δεν συνήλθε ποτέ από εκείνη την δοκιμασία. Από τότε, η ικανότητά μου να τα βγάζω πέρα με δύσκολα αφαιρετικά ζητήματα έχει σαφώς μειωθεί». Επιπλέον, ήταν ερωτευμένος με την Ότολιν, αριστοκρατική σύζυγο του φιλελεύθερου βουλευτή Μόρελ. Στο απόγειο του πάθους του ο Russell έγραφε μέχρι και τρία γράμματα την ημέρα στην αγαπημένη του. Χάρη σ’ αυτή την αλληλογραφία, καταγράφτηκαν οι σκέψεις του για τον Βιτγκενστάιν.

Τον Ιανουάριο του 1912 ο Λούντβιχ παραδίδει στον Russell ένα κείμενο που εκείνος το χαρακτηρίζει στην Οτολίν «πολύ καλό. Πολύ καλλίτερο από εκείνα που γράφουν οι Άγγλοι μαθητές μου. Φυσικά θα τον ενθαρρύνω να προχωρήσει. Ίσως κάνει σπουδαία πράγματα.» Αυτό το κείμενο αποτέλεσε και την πραγματική καμπή στη σχέση τους, αφού ο Βιτγκενστάιν ενθαρρυμένος αποφάσισε να ασχοληθεί με την λογική, κι ο Russell άρχισε να του διδάσκει μαθηματική λογική. Ήταν τέτοιος ο ρυθμός με τον οποίο μελετούσε ο Βιτγκενστάιν, ώστε στο τέλος του τριμήνου ο Russell παραδέχτηκε ότι ήξερε πλέον όσα είχε να του διδάξει κι ακόμα περισσότερα κι αρχίζει να τον βλέπει ως απόγονό του. Ο Βιτγκενστάιν επαινείται στα γράμματά του για τους καλούς του τρόπους, αλλά και γιατί όταν επιχειρηματολογούσε άφηνε τις ευγένειες και τα έλεγε έξω από τα δόντια. «Κανείς δεν θα μπορούσε να είναι πιο ειλικρινής από τον Βιτγκενστάιν ή πιο αποδεσμευμένος από την ψεύτικη ευγένεια που παραμορφώνει την αλήθεια. Αφήνει τα συναισθήματά του να φανούν κι αυτό σου ζεσταίνει την καρδιά». Σαν παράδειγμα του τι εννοούσε ο Russell φέρνει την συμπεριφορά του Βιτγκενστάιν προς έναν φοιτητή – μοναχό στο Καίμπ. «Έφριξε όταν έμαθε πως ήταν μοναχός». Ήταν τέτοια η επίθεση του Βιτγκενστάιν ενάντια στον νεαρό, που έκανε τον Russell να γράψει ότι ήταν «πιο σκληρός από μένα με τους χριστιανούς». Κι όμως, την ίδια εποχή περίπου του είχε αναφέρει πόσο θαύμαζε τα λόγια του Ευαγγελίου Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμο όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημειωθή.

Οι σχέσεις Russell – Βιτγκενστάιν είχαν μπει σε νέο πλαίσιο: ο Λούντβιχ δεν ήταν πλέον ο μαθητής αλλά ο δάσκαλος. Πλέον ο Russell, όσο τουλάχιστον συνεχίζει να έχει σχέση με τον Βιτ., δεν θα δημοσιεύσει τίποτα, αν δεν έχει την έγκρισή του. Και στις ιδιωτικές τους συζητήσεις περί λογικής, ο Russell περιοριζόταν να ακούει και να συμφωνεί με τις απόψεις του Βιτ. Ο Βιτγκενστάιν θεωρείται ήδη διάδοχος του Russell στην θεμελίωση της λογικής.

Το καλοκαίρι του 1913 ο Βιτ. πηγαίνει για πρώτη φορά στην Νορβηγία. Συνοδευόταν από έναν συνάδελφό του, τον David Pincet, κι αναζητούσε ένα ήσυχο μέρος για να δουλέψει. Έμειναν σε ένα μικρό χωριουδάκι δίπλα σε ένα φιορδ, στο οποίο ήταν οι μοναδικοί ξένοι τουρίστες. Ο Pincet γράφει στο ημερολόγιό του πόσο βαρετό είναι το μέρος, αλλά ο Βιτ. είναι κατενθουσιασμένος. Στην απόλυτη ησυχία και μοναξιά, καταφέρνει να ολοκληρώσει το πιο πρώιμο από τα έργα του που έχουν σωθεί, το Notes on Logic.

Στο τέλος των διακοπών ο Βιτ. ανακοίνωσε στον φίλο του «ένα πολύ ανησυχητικό σχέδιο», να ζήσει για μερικά χρόνια σαν ερημίτης στην Νορβηγία, για να προωθήσει την δουλειά του. Όταν επέστρεψε στο Cambridge ανακοίνωσε το σχέδιό του στον Russell, ο οποίος βρήκε απερίσκεπτο και παράλογο να τα παρατήσει όλα, την στιγμή μάλιστα που θεωρούσε την δουλειά του Βιτ. «καλλίτερη από οποιαδήποτε άλλη έχει γίνει ποτέ στην λογική». Όμως ο κύβος είχε ριφθεί, στις 8 Οκτωβρίου έφυγε για ένα μικρό χωριουδάκι της Νορβηγίας.

Εκεί ο Βιτ. δεν απομονώθηκε από τους ανθρώπους. Είχε επαφές με τους απλούς χωρικούς. “Αλλά ήταν –κι αυτό είναι ίσως το σπουδαιότερο- μακριά από την κοινωνία, ελεύθερος από τις υποχρεώσεις και τις προσδοκίες που επέβαλλε ο αστικός τρόπος ζωής. Η φρίκη που ένιωθε για την αστική ζωή οφειλόταν εν μέρει στον επιφανειακό χαρακτήρα των σχέσεων που η ζωή αυτή επέβαλλε στους ανθρώπους, και εν μέρει στο γεγονός ότι η δική του φύση επέβαλλε στον ίδιο μια σχεδόν ανυπόφορη σύγκρουση, κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με τον αστικό τρόπο ζωής ―μια σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη να αντισταθεί και στην ανάγκη να συμμορφωθεί με τον τρόπο αυτό. Εκεί ήταν απαλλαγμένος από τέτοιες συγκρούσεις. Μπορούσε να είναι ο εαυτός του, χωρίς το άγχος αν θα ενοχλήσει ή θα προσβάλλει τον κόσμο. Ήταν μια συγκλονιστική απελευθέρωση. Έτσι θα χτίσει μια δική του καλύβα στον μυχό του φιορδ.

Απομονωμένος ο Βιτγκενστάιν έγραψε ένα κείμενο περί Λογικής, το οποίο έστειλε στο Cambridge ως πτυχιακή εργασία, αλλά που απορρίφθηκε, γιατί δεν είχε πρόλογο και παραπομπές. Το γεγονός φυσικά τον έκανε έξαλλο.

Εντωμεταξύ, είχε συμβεί ένα άλλο σημαντικό γεγονός: ο πατέρας του πέθανε από καρκίνο, αφήνοντάς τον κληρονόμο μιας τεράστιας περιουσίας. Η πρώτη του κίνηση αξιοποίησής της μετά την επιστροφή του από την Νορβηγία ήταν να δώσει 20 περίπου εκατομμύρια σαν υποτροφία σε άπορους Αυστριακούς καλλιτέχνες.

Εκείνες τις μέρες όμως ξεσπάει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βιτγκενστάιν, αν και είχε πάρει απαλλαγή, εξαιτίας κήλης που είχε πάθει τον προηγούμενο χρόνο, κατατάσσεται εθελοντικά. Πίστευε ότι η εμπειρία να αντιμετωπίσει τον θάνατο θα μπορούσε να τον βελτιώσει. «Ίσως», έγραφε, «η εγγύτητα του θανάτου να ρίξει φως στην ζωή μου. Ας με φωτίσει ο Θεός».

Στην αρχή δεν αντιμετώπισε, όπως ήλπιζε τον θάνατο, αφού τοποθετήθηκε σε ένα καράβι στον ποταμό Βιστούλα. Ήρθε όμως αντιμέτωπος με τους συστρατιώτες του, «ένα τσούρμο εγκληματίες» που «δεν έχουν ενθουσιασμό για τίποτε. Απίστευτα ωμοί, ηλίθιοι και μοχθηροί». «ήταν φοβερό. Αν ανακάλυψα κάτι, είναι το ότι σ’ όλο το πλήρωμα δεν υπάρχει ούτε ένας αξιοπρεπής άνθρωπος. Βλέπω να έρχονται φοβερά δύσκολες μέρες για μένα. Είμαι και πάλι πουλημένος και προδομένος, όπως ακριβώς και τότε στο σχολείο». Αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την αυτοκτονία.

Από το αδιέξοδο αυτό βγήκε με έναν απροσδόκητο τρόπο. Ανακάλυψε μια γαλλική έκδοση του βιβλίου του Τολστόι Το Ευαγγέλιο εν συντομία. Το βιβλίο τον σαγήνευσε. Είχε βρει την σωτηρία του στον Λόγο. Το διάβαζε τόσο συχνά που έμαθε ολόκληρα αποσπάσματα απ’ έξω. Οι συνάδελφοί του τον αποκαλούσαν πλέον «εκείνος με το Ευαγγέλιο». «Δεν μπορείτε να φανταστείτε πώς μπορεί να επηρεάσει έναν άνθρωπο», έλεγε συστήνοντάς το. Διαβάζει και Νίτσε, και παρά το γεγονός ότι βρίσκει ενδιαφέρουσα την ανάλυσή του, ήταν αμετακίνητος στην πίστη του ότι «ο χριστιανισμός είναι πραγματικά ο μόνος σίγουρος δρόμος για την ευτυχία». Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο χριστιανισμός δεν είναι πεποίθηση αλλά τρόπος ζωής: «ο γνήσιος, ο πρωτόγονος χριστιανισμός θα είναι πάντοτε εφικτός. Όχι μια πεποίθηση, αλλά ένα πράττειν, πάνω απ’ όλα ένα μη πράττειν, ένα διαφορετικό είναι».

Παράλληλα, δουλεύει και την φιλοσοφική του δουλειά, ανακαλύπτοντας αυτό που σήμερα ονομάζεται Θεωρία της Απεικονιστικότητας της Γλώσσας. Όμως από την ζωή του δεν είναι ευχαριστημένος. Ζητά συνεχώς μεταθέσεις για το μέτωπο, οι οποίες παρεξηγούνται, και τον στέλνουν σε πιο ανώδυνη θέση. Τελικά, πετυχαίνει να μετατεθεί στην πρώτη γραμμή στα τέλη Μαρτίου του 1916. 29 Μαρτίου γράφει: «Ο Θεός ας με φωτίσει. Ο Θεός ας με φωτίσει. Ο Θεός ας φωτίσει την ψυχή μου». και την επομένη: «Κάνε ό,τι καλλίτερο μπορείς. Περισσότερα δεν μπορείς να κάνεις: και να ’σαι χαρούμενος. Είναι δύσκολο να ζεις σωστά!!! Αλλά η σωστή ζωή είναι όμορφη. Ας γίνει το δικό Σου θέλημα, όχι το δικό μου».

Ζήτησε να του δοθεί το πιο επικίνδυνο πόστο, του παρατηρητή. 29 Απριλίου: «Με πυροβολούσαν. Η σκέψη μου ήταν στον Θεό. Γενηθήτω το θέλημά Του. Ο Θεός μαζί μου». Κάθε νύχτα περίμενε να πεθάνει και προσευχόταν. Παράλληλα αγωνιζόταν να αποτρέψει τον εαυτό του να μισήσει τους συστρατιώτες του, που τον αντιμετωπίζουν πολύ άσχημα. «Όποτε νιώθεις να τους μισείς, προσπάθησε να τους καταλάβεις», προτρέπει τον εαυτό του. 8 Ιουλίου: «Ο φόβος μπρος στον θάνατο είναι το καλλίτερο σημάδι μιας λανθασμένης ζωής». Κι άλλη μέρα, μεταξύ των άλλων: «Να πιστεύεις στον Θεό σημαίνει ότι τα γεγονότα του κόσμου δεν εξαντλούν το θέμα. Να πιστεύεις στον Θεό σημαίνει να βλέπεις πως η ζωή έχει νόημα».

Παράλληλα προχωράει και την φιλοσοφική του δουλειά και καταφέρνει να τελειώσει σχεδόν το Tractatus. «Η ηθική δεν πραγματεύεται τον κόσμο. Η ηθική είναι συνθήκη του κόσμου, όπως η λογική», είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Και «Υπάρχουν, οπωσδήποτε, πράγματα που δεν μπορούν να μπουν σε λόγια. Αυτά φαίνονται από μόνα τους. Αυτά αποτελούν το μυστικό στοιχείο».

Και πολεμάει. Παίρνει προαγωγή και προτείνεται για το Χρυσούν Μετάλλιον Ανδρείας. Όμως ο πόλεμος τελείωσε και η Αυστροουγγαρία ήταν ηττημένη. Ο Βιτ. αιχμαλωτίστηκε στην Ιταλία και μεταφέρθηκε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Κόμο. Από εκεί στέλνει 2 αντίτυπα του Tractatus στον Russell και σε άλλον έναν φίλο του. Ο Russell και η οικογένειά του μεσολαβούν ώστε να καταφέρει να φύγει με ψεύτικα δικαιολογητικά από το στρατόπεδο, αλλά αρνείται μια ξεχωριστή αντιμετώπιση. Παραμένει εκεί ως τις 21 Αυγούστου 1919.

Μετά τον πόλεμο επιστρέφει στην πατρίδα του και προσπαθεί να τυπώσει το βιβλίο του, διαπιστώνει όμως ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Ένα βιβλίο που, όπως πίστευε κι ο ίδιος, το καταλάβαιναν 1-2 άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο, ακόμα κι αν λύνει όλα τα προβλήματα της λογικής, είναι δύσκολο να βρει εκδότη. Μολαταύτα, παίρνει κάποιες σημαντικές αποφάσεις για την ζωή του. Χαρίζει όλη την περιουσία του στους συγγενείς του, κι αρνείται να δεχτεί από αυτούς κάθε βοήθεια. Φεύγει κι από το πατρικό του σπίτι στην Βιέννη κι αποφασίζει να γίνει δημοδιδάσκαλος και να αποτραβηχτεί στην επαρχία της Αυστρίας. Έτσι, τελειώνει την Ακαδημία και φεύγει για ένα μικρό και φτωχικό χωριό το Τράτενμπαχ. Τα πρώτα του γράμματα από εκεί ήταν ενθουσιώδη, αλλά σύντομα έρχεται σε σύγκρουση με τους χωρικούς. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι διηγούνται ιστορίες από το πέρασμα του Βιτγκενστάιν από εκεί.

Τον χειμώνα το 21 – 22 το βιβλίο του μεταφράζεται στα Αγγλικά και εκδίδεται στην Αγγλία. Είχε άμεση απήχηση σε ορισμένους ανθρώπους. Μεταξύ των οποίων και ένας νεαρός υποψήφιος διδάκτορας του Καίμπριτζ, ο Ράμσεϊ, ο οποίος φιλοδοξούσε να συνεχίσει τη δουλειά του Ράσσελ στην λογική. Αυτός δεν φείδεται κόπων και πηγαίνει να βρει τον Βιτ. για να συζητήσει μαζί του. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1923 συναντά τον Βιτ. στο Όγκντεν, το χωριό που δίδασκε τότε, και αρχίζουν να μελετούν μαζί το Tractatus. Οι εντυπώσεις του από την ζωή του Βιτ.; «ισχυρίζεται ότι το μυαλό του δεν είναι πια ευκίνητο και ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να γράψει άλλο βιβλίο. Διδάσκει στο σχολείο του χωριού από τις 8 μέχρι τις 12 ή 1. Είναι πολύ φτωχός και φαίνεται να περνάει μια ζοφερή ζωή, έχοντας μόνο ένα φίλο εδώ και θεωρούμενος από την πλειονότητα των συναδέλφων του ως λίγο τρελός». «Μένει σ’ ένα ασβεστωμένο δωμάτιο, που έχει ένα κρεβάτι, ένα νιπτήρα, ένα μικρό τραπέζι, και μια σκληρή καρέκλα. Τίποτε άλλο δεν χωράει. Το βραδινό φαγητό του, χθες που έφαγα μαζί του, αποτελούνταν από σκληρό ψωμί που σου έκοβε την όρεξη, βούτυρο και ζεστή σοκολάτα». «Όταν εξηγεί τη φιλοσοφία του εκστασιάζεται και κάνει ζωηρές χειρονομίες, αλλά αποφορτίζει την ένταση μ’ ένα χαριτωμένο γέλιο. Είναι σπουδαίος. Θεωρούσα τον Μουρ σημαντικό, αλλά μπροστά στον Βιτ!…»

Στις 28 Απριλίου 1926 υποβάλλει την παραίτησή του από την θέση του, αλλά δεν επιστρέφει στο Κέιμπριτζ, παρά τις πιέσεις των φίλων και θαυμαστών του. Εργάζεται ως κηπουρός σε ένα μοναστήρι έξω από την Βιέννη, και μένει στην αποθήκη των εργαλείων στον κήπο. Τελικά, η αδερφή του καταφέρνει να τον φέρει στην Βιέννη, όταν του ανέθεσε τον σχεδιασμό του μεγάρου της. Ο Βιτ. πηγαίνει στην Βιέννη, αλλά και πάλι αρνείται να μείνει στο σπίτι της οικογένειας, και κατοικεί στο σπιτάκι του κηπουρού στον κήπο. Έρχεται όμως σε επαφή με τον Κύκλο της Βιέννης, μία ομάδα διανοουμένων, και συζητά μαζί τους σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Στο Κέιμπριτζ επιστρέφει τον Ιανουάριο του 1929. Και είναι πολύ διαφορετικός από τότε που έφυγε. Δεν είναι πλέον ο κομψός αυστριακός ο «αγαπημένος των γυναικών», αλλά ένας μάλλον κακοντυμένος σαραντάρης (μέχρι το τέλος της ζωής του φορούσε πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό και τζάκετ). Δουλεύει με τον Ράμσεϋ κι αρχίζει να αναθεωρεί το Tractatus. Εκείνη την περίοδο έδωσε και μια διάλεξη περί ηθικής, που το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ήταν ότι δεν έχει καμία σχέση με την ηθική υπό τη συνήθη έννοια του όρου. «Αν κάτι είναι καλό, είναι συνάμα και θεϊκό. Όσο κι αν αυτό ηχεί παράξενα, η δήλωσή μου αυτή συνοψίζει την ηθική μου».

Η δουλειά που εκπόνησε αυτό το διάστημα ο Βιτ. είναι πολύ σημαντική. Το γενικό συμπέρασμα που καταλήγει –και μια από τις πιο διάσημες αποφάνσεις του- είναι ότι η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη, αλλά μια παρανόηση, η οποία προέρχεται από κακή χρήση της γλώσσας. Οι φιλόσοφοι θέτουν ερωτήματα που είναι α-νόητα, και τα φιλοσοφικά προβλήματα που προκύπτουν από αυτές είναι αποτέλεσμα παρανοήσεων, για αυτό απαιτούν όχι λύση αλλά διάλυση. Διάλυση χρειάζονται συνεπώς και οι φιλοσοφικές θεωρίες, που επινοήθηκαν για να λύσουν τα προβλήματα, γιατί κρύβουν την αλήθεια. Η αλήθεια για τον Βιτ. είναι τόσο προφανής, ώστε δεν χρειάζεται επιχειρήματα για να υποστηριχθεί. «Για μένα μια θεωρία δεν έχει αξία. Μια θεωρία δεν μου προσφέρει τίποτα». Οι θεωρίες δεν χρησιμεύουν στην κατανόηση της ηθικής, της αισθητικής, της θρησκείας, των μαθηματικών και της φιλοσοφίας. «Όλο κι όλο που μπορεί να κάνει η φιλοσοφία είναι να καταστρέφει είδωλα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απουσία ειδώλων πρέπει να κατασκευάσει νέα». Εκείνο που αποζητά πλέον είναι μια σαφής εποπτεία.

Εντωμεταξύ η φήμη του Βιτ. μεγαλώνει. Οι σημειώσεις των μαθημάτων του, γνωστές σήμερα ως το Μπλε και το Καφέ βιβλίο, πολυγραφούνται και διαβάζονται από ευρύτατο κοινό. Ο ίδιος όμως δεν είναι ευχαριστημένος από την ζωή στο Κέιμπριτζ, δεν υπάρχει οξυγόνο εκεί, όπως συνήθιζε να λέει, κι αποφασίζει, απογοητευμένος από τον καταρρέοντα Δυτικό πολιτισμό, να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ρωσία, και να ζήσει ως εργάτης στα Κολχόζ. Πράγματι, το καλοκαίρι του 1935 πηγαίνει στην ΕΣΣΔ να διερευνήσει αυτή την δυνατότητα. Αλλά η Ρωσία το τελευταίο που χρειάζεται είναι ανειδίκευτοι εργάτες. Και οι θέσεις που προτείνονται στον Βιτ., αλλά και αυτά που διαπιστώνει για την ζωή εκεί, τον αναγκάζουν να επιστρέψει στο Κέιμπριτζ.

Όπου δεν μένει για πολύ. Τον Αύγουστο του 1936 αναχωρεί ξανά για την καλύβα του στην Νορβηγία. Εκείνη την περίοδο αποφασίζει ότι έπρεπε να εξομολογηθεί τα σφάλματά του στους φίλους του. Ένιωθε ότι δεν ήταν αρκετό να παραδεχτεί μόνος του τα λάθη του. Για να μπορέσει να «γκρεμίσει» με τον σωστό τρόπο την «έπαρση» που κρύβονταν πίσω από τις αδυναμίες του, έπρεπε να απευθύνει την εξομολόγησή του και σε άλλους ανθρώπους. Χρησιμοποιεί την περίοδο των Χριστουγεννιάτικων διακοπών για τον σκοπό αυτό. Κι εξομολογείται όχι μόνο στους φίλους και τους γνωστούς του στο Κέιμπριτζ και την Βιέννη, αλλά επισκέπτεται τα χωριά που δίδαξε και ζητάει συγγνώμη από τους μαθητές και τους γονείς τους.

Εκείνη την περίοδο παίρνει ο Χίτλερ την εξουσία στην Γερμανία και αποφασίζει να προσαρτήσει και την Αυστρία. Τα νέα αυτά είναι καταστροφικά για την οικογένεια Βιτ., η οποία είχε εβραϊκό αίμα στις φλέβες της. Για να μπορέσει να τους βοηθήσει πιο αποτελεσματικά, ο Βιτ. αποφασίζει να πάρει την Βρετανική υπηκοότητα, και για να το πετύχει αυτό αναγκάζεται να αποδεχθεί θέση διδάκτορα στο Κέιμπριτζ.

Αν και απρόθυμος, γύρω του μαζεύεται ένας κύκλος από τους πιο ελπιδοφόρους νεαρούς φοιτητές του Κέιμπριτζ, που τον θαυμάζουν σε σημείο να μιμούνται τις χειρονομίες και τις εκφράσεις τους. Ο Βιτ. στις διαλέξεις που παραδίδει εφαρμόζει την φιλοσοφική του μέθοδο σε μια σειρά από θέματα, για να δείξει την καταστροφική επίδραση της επιστήμης και των θεωριών. «Μπορεί κανείς σας να νομίζει ότι η αισθητική είναι η επιστήμη που μας λέει τι είναι ωραίο. Πολύ γελοία άποψη για να την σχολιάσει κανείς. Υποθέτω ότι θα ’πρεπε να περιλαμβάνει και ποιο είδος καφέ έχει καλή γεύση». Στα μαθήματά του για την θρησκευτική πίστη δίδασκε ότι δεν θα πρέπει να ζητούμε να δούμε τον Θεό ή να βρούμε τον λόγο της ύπαρξής του. Πίστευε πως, αν μπορούσε να υπερβεί τον εαυτό του ―αν ερχόταν μια μέρα που θα «υποκλινόταν σε ένδειξη υποταγής μέχρι το χώμα», τότε ο Θεός, τρόπον τινά, θα ερχόταν σ’ εκείνον. Και τότε θα λυτρωνόταν. Απέρριπτε δηλαδή τον επιστημονικό τρόπο σκέψης ως ακατάλληλο για την κατανόηση της θρησκευτικής πίστης. Στις διαλέξεις του για τα μαθηματικά επιτίθεται ενάντια στην ειδωλολατρία της επιστήμης. «Σε κανένα θρησκευτικό δόγμα η κακή χρήση των μεταφυσικών εκφράσεων δεν προξένησε τόσο κακό όσο στα μαθηματικά».

Εντωμεταξύ ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Προσπάθησε να βρει μια θέση για να συνεισφέρει στην πολεμική προσπάθεια, αλλά δεν τα κατάφερε στην αρχή. Και του ήταν αφόρητο να διδάσκει ενώ γινόταν πόλεμος. Το 1941 προσλαμβάνεται ως νοσοκόμος σε ένα νοσοκομείο. Ο Βιτ. πήγε υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιότητά του δεν θα γινόταν γνωστή. Πράγματι, εκτός από ένα ή δύο άτομα, κανένας δεν μυρίστηκε ότι ο νοσοκόμος που μοίραζε στους τραυματίες τα φάρμακα συμβουλεύοντάς τους να μην τα παίρνουν, ήταν Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Δούλεψε έτσι μέχρι τον Φεβρουάριο του 1944.

Δεν επέστρεψε όμως στο Κέιμπριτζ, αλλά πήγε σε μια επαρχιακή πόλη της Ουαλίας για να δουλέψει το νέο του βιβλίο. Εκεί, έμεινε για ένα διάστημα στο σπίτι ενός μεθοδιστή ιερέα. Όταν αυτός κάποτε τον ρώτησε αν πιστεύει στον Θεό, ο Βιτ. του απάντησε «Ναι πιστεύω, αλλά η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που πιστεύετε εσείς κι αυτό που πιστεύω εγώ μπορεί να είναι άπειρη».

Επέστρεψε στο Κέιμπριτζ τον Οκτώβριο του 1944, χωρίς να έχει τελειώσει το βιβλίο του και διόλου ενθουσιασμένος με την προοπτική να διδάξει. Στις διαλέξεις του επιτίθεται ξανά ολομέτωπα στην επιστήμη. Όσα έβλεπε να γίνονται γύρω (θάλαμοι αερίων, ατομική βόμβα, κλπ) τα θεωρούσε ως την τελική απόδειξη ότι πράγματι «η επιστήμη και η βιομηχανία αποφασίζουν πολέμους». Ότι το τέλος της ανθρωπότητας θα ήταν αποτέλεσμα της αντικατάστασης του πνεύματος από την μηχανή, της απομάκρυνσης από τον Θεό, και της εναπόθεσης της εμπιστοσύνης μας στην επιστημονική «πρόοδο». Μόνο φάρμακο για τη τα ελαττώματα της εποχής μας έβλεπε την πίστη και την αγάπη.

Η φιλοσοφική του δουλειά προχωράει πολύ γρήγορα. Και όταν παραιτήθηκε από την έδρα του στο Κέιμπριτζ το 1947, πήγε στην Ιρλανδία, για να μπορέσει να την προωθήσει κι άλλο, με την ελπίδα να ολοκληρώσει το βιβλίο του. Αποσύρεται σ’ ένα αγρόκτημα για να δουλέψει. Όσο προχωράει την δουλειά του όμως, τόσο το παίρνει απόφαση ότι δεν θα εκδώσει ο ίδιος το βιβλίο. Γι’ αυτό ορίζει και τους πνευματικούς του κληρονόμους.

Κάνει περιπάτους, και παρατηρεί τα δέντρα και τα πουλιά. Χαίρεται την ποικιλία που συναντά, και προσπαθεί από πτηνολογικά βιβλία να μάθει τα ονόματά τους. Ζει δηλαδή αυτό που πιστεύει: Όποια θεωρία προσπαθούσε να επιβάλει ενιαίο σχήμα σ’ όλη αυτή την ποικιλία ήταν ανάθεμα για εκείνον. Ο Δαρβίνος είχε λάθος: η θεωρία του «δεν έχει την απαραίτητη πολλαπλότητα».

Όμως η υγεία του επιβαρύνεται και δεν μπορεί πλέον να ακολουθήσει το σκληρό πρόγραμμα που επέβαλλε στον εαυτό του. Τα δυο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε φιλοξενούμενος από τους μαθητές του. Αρρώσταινε συχνά και είχε την ανάγκη φροντίδας. Καταφέρνει όμως να ταξιδέψει στις ΗΠΑ, φιλοξενούμενος του φίλου του Μάλκομ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Κόρνελ.

Στις 25 Νοεμβρίου 1949 διαγνώνεται ότι πάσχει από καρκίνο του προστάτη. Ακολουθεί ανόρεχτα την θεραπευτική αγωγή που του συστήνουν. Στις 28 Απριλίου γιόρτασε τα τελευταία του γενέθλια στο σπίτι του γιατρού του στο Κέιμπριτζ. Στην ευχή της οικοδέσποινας «Χρόνια Πολλά» απάντησε «Δεν θα υπάρξουν άλλα χρόνια». Δυο μέρες αργότερα έχασε τις αισθήσεις του. Πέθανε στις 30 Απριλίου 1951 και ετάφη ως καθολικός.

____________________________

Για να γράψω αυτό το κείμενο χρησιμοποίησα το συναρπαστικό βιβλίο του Ray Monk, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Το χρέος της Μεγαλοφυΐας (εκδ. Scripta, 1999) που μετέφρασε ο Γρηγόρης Ν. Κονδύλης και επιμελήθηκε ο Κωστής Μ. Κωβαίος. Όλα τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα προέρχονται από εκεί.

Advertisements

11 thoughts on “Ludwig Wittgenstein

  1. fvasileiou 04/05/2008 στο 12:53 μμ Reply

    Είχα υποσχεθεί να γράψω την ιστορία του φιλοσόφου, ο οποίος άφησε την καριέρα στο Κέιμπριτζ για να ζήσει σε μια καλύβα στη Νορβηγία. Όπως θα διαπιστώσετε, δεν ήταν η μοναδική φορά που άφησε τα σίγουρα…

  2. Citronella 04/05/2008 στο 6:45 μμ Reply

    Ευχαριστούμε πολύ! Ειδικά επειδή είναι Κυριακή απόγευμα, οπότε:
    α) έχουμε χρόνο να το διαβάσουμε με την ησυχία μας, β) φτιάχνει την διάθεση (που τέτοια ώρα τέτοια μέρα εμένα αρχίζει να με αποχαιρετά συνηθως..).
    Πρέπει να σού πω ότι ο Russell είναι από τις πολύ μεγάλες μορφές όσο με αφορά, οπότε δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό για ένα τσιτάτο του:

    «If any philosopher had been asked for a definition of infinity, he might have produced some unintelligible rigmarole, but he would certainly not have been able to give a definition that had any meaning at all. »
    🙂

  3. Cacofonix 05/05/2008 στο 6:41 πμ Reply

    Καταπληκτική η κατανόηση του Θεού… Όσο για τον Russel, ας μην μαγαριστώ…

  4. fvasileiou 05/05/2008 στο 7:26 πμ Reply

    @Citronella
    Καλημέρα! Μου βγήκε μεγάλο ετούτο το ποστ -αλήθεια είναι- κι ας έκοψα πολλά από όσα θα ήθελα να πω. Πάντως κι εμένα μου έφτιαξε τη διάθεση.

    @Cacofonix
    Ε, ναι… Θα μπορούσε να δει κανείς τον Βιτ. από πολλές σκοπιές, εμένα όμως αυτή με ενδιαφέρει. Και δεν είναι ο τρόπος που κατανόησε τον Θεό, αλλά και οι αποφάνσεις του περί Θεού, που έχουν εκείνη την ξερή απολυτότητα της ερήμου.

  5. agorafoviagr 05/05/2008 στο 8:34 πμ Reply

    Πολύ όμορφη ιστορία φίλε μου fvasileiou. Μου άρεσε η ζωή του Βιτ. Μου άρεσε που παράτησε τα πλούτη, τα έδωσε σε φτωχούς και συγγενείες και διάλεξε την απλότητα. Μου θυμίζει σε πολλά η ζωή του, την ασκητική ζωή. Όπως και ο τρόπος σκέψης του. Πρέπει να είχε βαθιά πίστη στο Θεό και μεγάλη αγάπη για τους άλλους. Μάλλον βρήκε το νόημα της ζωής, την πηγή της ζωής, «μέθυσε» από αυτήν και δε θέλησε να την αποχωριστεί. Μου θυμίζει η ζωή του στο καλύβι σε πολλά τη ζωή ενός Γέροντα.
    Με αγάπη πάντα
    Agorafoviagr

  6. giota 05/05/2008 στο 11:55 πμ Reply

    Μπράβο Φώτη! Γι’ άλλη μια φορά πολύ ενδιαφέροντα όσα αναφέρεις!

  7. SOFIA 05/05/2008 στο 6:12 μμ Reply

    Τεράστιο κείμενο Φώτη μου και τέτοιες μέρες τρέχω! Παρ’ όλα αυτά με συνεπήρε και το διάβασα μονορούφι! Μπράβο!!!
    Καλό απόγευμα!

  8. Cacofonix 05/05/2008 στο 9:42 μμ Reply

    Η κατανόηση του θεού πιστεύω Φώτη δεν έχει εκφάνσεις γιατί απλά αφορά την ολότητα της ανθρώπινης ζωής… Είναι το όλο που κάνει τη ζωή του Βιτ. να περατώνει την κατανόηση και να τον οδηγεί στις πράξεις…
    Σοβαρά τώρα για κανένα μυθιστόρημα δεν το σκέφτεσαι; Κι έχω να σου προτείνω ιστορικό…

  9. Μάρκο Τ 06/05/2008 στο 10:24 μμ Reply

    Πρέπει να το αγοράσω το βιβλίο, το κείμενό σου μου έδωσε ένα πολύ καλό έναυσμα Φώτη.

  10. Artemis 14/05/2008 στο 2:48 μμ Reply

    Ωραίο κείμενο. Μεγάλο και κουραστικό βέβαια γι’ αυτό το εκτύπωσα για να τοδιαβάσω

  11. fvasileiou 14/05/2008 στο 4:37 μμ Reply

    @Artemis
    Σου άρεσε τελικά; Αυτό μετράει…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: