1453: Η Πολιορκία

Η πολιορκία ξεκίνησε αρχές Απριλίου.

Ο Γεώργιος Σφραντζής, στον οποίο φαίνεται ο Κωνσταντίνος να είχε αναθέσει την καταγραφή των στρατευμάτων, αναφέρει 4.773 Βυζαντινούς και περίπου 200 ξένους[1]. Οι δυτικές πηγές αναφέρουν έξι με εφτά χιλιάδες συνολικά[2].

Από την άλλη ο Μωάμεθ είχε συγκεντρώσει αμέτρητους Οθωμανούς, οι οποίοι προσδοκούσαν μερίδιο από τα λάφυρα, και μάλιστα ο στρατός του μέρα με την μέρα μεγάλωνε, καθώς προσέρχονταν κι άλλοι. Τελικά μπορούμε να μιλάμε για μια αναλογία ένας προς δέκα ή και ένας προς δεκαπέντε[3]. Εδώ ας σημειώσουμε και το πανίσχυρο πυροβολικό που είχε στην διάθεσή του ο σουλτάνος, από το οποίο ξεχώριζε το τεράστιο κανόνι, κατασκευασμένο από τον Ούγγρο Ουρβανό. Ήταν ειδικά κατασκευασμένο για τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, που ο Ουρβανός ήξερε καλά, αφού για ένα διάστημα είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αυτοκράτορα. Το κανόνι αυτό πετούσε μπάλες βάρους 600 περίπου κιλών και, μολονότι δεν μπορούσε να πυροβολεί πάνω από εφτά φορές την ημέρα, ήταν αυτό που ράγισε τα αιώνια τείχη. Και οι υπερασπιστές της βασιλίδος των Πόλεων διέθεταν λίγα μικρά κανόνια, αλλά αυτά δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν το πυροβολικό των αντιπάλων. Και μάλλον ζημία προκαλούσαν στα τείχη με τους κραδασμούς που προκαλούσαν. Αυτά τα τείχη, τα τριπλά πανίσχυρα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, που από τον πέμπτο αιώνα που κατασκευάστηκαν δεν είχαν αλωθεί ποτέ με έφοδο, αυτά τα τείχη αποτελούσαν και την μοναδική ελπίδα του Κωνσταντίνου.

Τον Απρίλιο του 1453 ο Κωνσταντίνος διέταξε να κλείσει ο Κεράτιος κόλπος με την περίφημη αλυσίδα. Η πολιορκία ξεκινούσε.

Ο βομβαρδισμός των τειχών ξεκίνησε στις έξι Απριλίου. Οι πολιορκημένοι ανταπέδιδαν τα πυρά, όμως ώρα την ώρα έβλεπαν το άλλοτε κραταιό τείχος να ραγίζει και να καταρρέει και τις προστατευτικές τάφρους γύρω του να γεμίζουν. Τις νύχτες γλιστρούσαν έξω από το τείχος για να αδειάσουν την τάφρο, και να επισκευάσουν, κατά το δυνατόν, τα τείχη. Εν τω μεταξύ ο Μωάμεθ δεχόταν τις συμβουλές δυτικών πρέσβεων για το πώς οι βολές των κανονιών του θα μπορούσαν να γίνουν αποτελεσματικότερες[4].

Όμως και οι αμυνόμενοι σημείωσαν κάποιες επιτυχίες, κυρίως στη θάλασσα. Ο στόλος βέβαια που τους είχε υποσχεθεί η Βενετία ποτέ δεν εστάλη, κι όπως παρατηρεί ο Nicol κανείς χριστιανός ηγεμόνας δεν στάθηκε άξιος των περιστάσεων[5].

Για να μπορέσει να ξεπεράσει το λιμενόφραγμα ο Μωάμεθ έβαλε τους μηχανικούς του να κατασκευάσουν μία οδό, που περνούσε γύρω από τον Βόσπορο, πίσω από τον Γαλατά. Στις 22 Απριλίου τα πλοία του Οθωμανικού στόλου μεταφέρθηκαν δια ξηράς στον Κεράτιο. Τότε συγκλήθηκε συμβούλιο υπό τον αυτοκράτορα, στο οποίο συμμετείχαν και ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, οι Βενετοί και οι Γενουάτες της Πόλης. Εκεί εκπονήθηκε ένα σχέδιο για να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, αλλά οι αντιζηλίες μεταξύ Γενοβέζων και Βενετών το υπέσκαψαν κι απέτυχε[6].

Τα τείχη υποχωρούσαν, ο εχθρός πλησίαζε, οι αμυνόμενοι κουράζονταν, οι Λατίνοι φιλονικούσαν, το εκκλησίασμα ήταν διχασμένο -ποια ήταν η θέση του αυτοκράτορα;

Ο Κωνσταντίνος πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Κι επειδή είχε ζήσει κι άλλες παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν, όντας έμπειρος πολεμιστής, μπορούσε να διακρίνει το μέλλον, χωρίς όμως και να το πολυσκέφτεται. Η ώρα της μάχης δεν είναι κατάλληλη για να σκεφτεί κανείς το ενδεχόμενο ήττας ή τους συσχετισμούς δυνάμεων. Παράλληλα προσπαθούσε να κρατήσει το φρόνημα του λαού του και των συμπολεμιστών του όσο γίνεται πιο υψηλό.

Γύρω στις 20 Μαΐου όλα ήταν έτοιμα για την τελική επίθεση, κι ο σουλτάνος έστειλε πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη με τους όρους του: Αν παραδιδόταν η Πόλη, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν είτε να ζήσουν φόρου υποτελείς υπό το σκήπτρο του, είτε να φύγουν και να ζήσουν αλλού. Αν δεν την παρέδιδαν αυτός και οι αξιωματικοί θα χάσουν την ζωή τους κι λαός θα αιχμαλωτιστεί και διασκορπιστεί στα βάθη της αυτοκρατορίας.

Για να δοθεί απάντηση στον σουλτάνο, έγινε συμβούλιο στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε οι σύμβουλοί του τον παρότρυναν να φύγει απ’ την Κωνσταντινούπολη, να γλιτώσει από την συμφορά που ερχότανε, να στήσει αλλού την αυτοκρατορία, κι όταν οι καιροί θα είναι ευνοϊκότεροι, τότε να επιχειρήσει να επανακτήσει την Πόλη, όπως είχε συμβεί και στην πρώτη Άλωση. Ο αυτοκράτορας τους άκουσε όλους ήσυχα και υπομονετικά. Στο τέλος, μετά από κάποια περίοδο που είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, άρχισε να λέει: «Σας ευχαριστώ όλους για τη συμβουλή που μου δώσατε. Γνωρίζω πως η απομάκρυνσή μου από την πόλη θα ήταν ευνοϊκή για μένα, σύμφωνα με όσα προβλέπετε ακριβώς πως θα συμβούν πραγματικά. Μου είναι όμως αδύνατο να φύγω: πώς να αφήσω τις εκκλησίες του Κυρίου μας, και τους υπηρέτες Του κληρικούς, και το θρόνο, και το λαό μου σε τέτοιο κακό; Τι θα πει ο κόσμος για μένα; Σας ικετεύω, φίλοι μου, στο μέλλον μη μου πείτε τίποτε άλλο παρά ‘‘Όχι, κύριε, μη μας αφήνεις». Ποτέ, ποτέ δε θα σας αφήσω. Είμαι αποφασισμένος να πεθάνω μαζί σας». Και λέγοντας αυτά, έστρεψε το κεφάλι του αλλού ο αυτοκράτορας, επειδή δάκρυα γέμισαν τα μάτια του[7].

Η απάντηση που έδωσε στον αντίπαλό του ήταν ανάλογη: Τὸ δὲ τὴν Πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστι οὐτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ˙ κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Είναι φανερό ότι ο Κωνσταντίνος δεν βρέθηκε τυχαία εκείνη τη μοιραία ώρα στην πύλη του αγίου Ρωμανού, ούτε τυχαία σφαγιάσθηκε από τους πολεμίους. Ήταν συνειδητή η επιλογή του, και μάλιστα ο ίδιος έκανε αυτήν την επιλογή παρά τις αντίθετες εισηγήσεις των συμβούλων του. Και παρά την συνήθη επιλογή επιφανών βυζαντινών ανδρών της εποχής· διότι ο Κωνσταντίνος θα μπορούσε εύκολα να διαφύγει στη Δύση και να περάσει ήσυχος τα χρόνια που του απόμεναν στην αυλή κάποιου ηγεμόνα, έχοντας εκπληρώσει στο ακέραιο το καθήκον του, διηγούμενος σε ευτράπελες συντροφιές τα κατορθώματά του (που ήταν πολλά), και απευθύνοντας εκκλήσεις στον πάπα και σε άλλους δυτικούς ηγεμόνες για βοήθεια. Ναι, αυτό ήταν κι εύκολο κι εφικτό και το σύνηθες. Όμως ο Κωνσταντίνος αλλιώς αντιλαμβανόταν τον ρόλο του και την αποστολή του…


[1] Σφραντζησ, Cronicon minus, σελ. 96

[2] Runciman, Fall of Constantinople, σελ. 77-85. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες, σελ. 594

[3] Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 594. Ostrogorsky, τ. Γ΄, σελ. 274. ΄, σελ. 274.

[4] Δούκας, ο.π., σελ. 273-274, Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 596

[5] Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 596

[6] Δουκας, ο.π., σελ. 277-8

[7] Το απόσπασμα προέρχεται από ένα σλαβικό χρονικό, και η μετάφραση από: Philip Sherrard, ‘‘Η καταστροφή μιας εικόνας», Η άλωση της Πόλης, (επιστ. επιμ. Ε. Χρυσός), Ακρίτας, Αθήνα, 1994, σελ. 53-54, Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, σελ. 602-3

Advertisements

11 thoughts on “1453: Η Πολιορκία

  1. Adonios 26/05/2008 στο 11:45 πμ Reply

    Ένας ήρωας που στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του, γεμίζει το μέσα μας με δέος!
    Περιγραφές πάρα πολλές για την πολιορκία και την άλωση. Και κάθε μια από αυτές συγκλονιστική!
    Καλημέρα…

  2. tdjm 26/05/2008 στο 1:03 μμ Reply

    Σκάλυ εδώ………….πέρασα για ένα βιαστικό χαίρετε…
    Δεν διάβασα το κειμενο….αργότερα!!

    Φιλιά

  3. giota 26/05/2008 στο 2:02 μμ Reply

    Μπράβο Φώτη! Πολύ ενδιαφέρον κείμενο όπως πάντα!

  4. fvasileiou 26/05/2008 στο 3:59 μμ Reply

    @Adonios
    Καλημέρα,
    Θα ακολουθήσουν και άλλα δυο κείμενα. Ένα όσο πιο γίνεται πλήρες χρονικό των γεγονότων που σημάδεψαν το συλλογικό μας υποσυνείδητο για αιώνες.

    @tdjm
    «Δεν θα σου βάλω απουσία, θα επαναπαυτώ στους χαιρετισμούς και τα φιλιά σου…», είπε ο Μώλντερ με την άχρωμη φωνή του.

    @giota
    Καλημέρα Γιώτα. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια…

  5. agorafoviagr 26/05/2008 στο 4:11 μμ Reply

    Κωνσταντίνος έχτισε την Πόλη και Κωσταντίνος ήταν ο τελευταίος βασιλειάς που την υπερασπίστηκε με τη ζωή του…..Τύχη, σύμπτωση, μοίρα, ποιος ξέρει…..Καλό απόγευμα φίλε μου fvasileiou
    Με αγάπη πάντα
    Agorafoviagr

  6. SOFIA 26/05/2008 στο 6:27 μμ Reply

    Πέρασα για μια καλησπέρα και για να σου πω ότι έχεις μια προσκλησούλα… Να κάνεις ένα διάλλειμα ανάμεσα σ’ αυτό και στα δυο κείμενα που θα ακολουθήσουν! 🙂
    Καλό απόγευμα!

  7. fvasileiou 27/05/2008 στο 11:57 πμ Reply

    @agorafoviagr
    Καλημέρα αγαπητέ. Αλήθεια, κανείς δεν μπορεί να πει, κανείς δεν ξέρει. Ίσως τίποτα – απλώς εμείς να ψάχνουμε για νοήματα υπόγεια εκεί που δεν υπάρχουν.

    @SOFIA
    Δώσε μου μια βδομάδα. Είμαι σε μια περίεργη φάση αυτές τις μέρες…

  8. tdjm 27/05/2008 στο 12:08 μμ Reply

    H Σκάλυ επανήλθε ,αθόρυβα ,και όπως είχε υποσχεθεί ,διάβασε το κείμενο του Μώλντερ . Οπως πάντα το βρήκε εξαίσιο ,γεμάτο χρώματα και πολύτιμες πληροφορίες.
    Για μια ακόμη φορά ,μονολόγησε ΄.Καλύτερα να γράφεις Μώλντερ ,παρά να μιλάς…με αυτήν την άχρωμη φωνή….!!!

  9. fvasileiou 27/05/2008 στο 4:20 μμ Reply

    @tdjm
    Ο Μώλντερ δάγκωσε τη γλώσσα του. Κοίταξε τη Σκάλυ με το γνωστό αδειανό βλέμμα, που τόσα μπορεί να σημαίνει, τόσα μπορεί να κρύβει. Κρύβει; Σημαίνει; Το βλέμμα του σύρθηκε στο κορμί της, στα έπιπλα, στα παπούτσια του, καθώς έστρεφε το κεφάλι του στο σημειωματάριο που δέσποζε στην οθόνη του υπολογιστή του.
    (Συνεχίζεται… )

  10. Cacofonix 28/05/2008 στο 6:35 πμ Reply

    Και το ερώτημα που πιεστικά ξαναγυρνά: ΓΙΑΤΙ δεν τα μάθαμε αυτά σχολείο;

  11. fvasileiou 28/05/2008 στο 10:42 πμ Reply

    @Cacofonix
    Δεν τα μάθαμε; Δεν ξέρω γιατί… Πολλά σκεφτόμαστε όμως…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: