1453: Η Ρωμανία πάρθεν

Πριν καλά – καλά ξημερώσει η 29η Μαΐου, ημέρα Τρίτη, άρχισε η μεγάλη επίθεση. Οι Οθωμανοί, οπλισμένοι με την δίψα τους για πλούσια λάφυρα και θησαυρούς, ορμούσαν τυφλοί στα τείχη. Αυτοί αποτελούσαν την πρώτη γραμμή της επίθεσης, πρόβατα για σφαγή ουσιαστικά, αφού δεν διέθεταν πανοπλία, αλλά ούτε όπλα οι περισσότεροι. Πρόσφεραν όμως υπηρεσίες μεγάλες στον σουλτάνο με τον θάνατό τους, διότι οι αμυνόμενοι κουράζονταν, και -κυρίως- τα κουφάρια τους γέμιζαν τις τάφρους που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Σ’ αυτό συνίστατο η αποστολή εκείνου του όχλου. Μετά ο Μωάμεθ θα έστελνε τα πιο επίλεκτα τμήματα του στρατού του, τους γενίτσαρους.

Ο Κωνσταντίνος πολεμούσε γενναία, για μιαν ακόμη φορά στην πρώτη γραμμή της άμυνας. Ηγέτης και παράδειγμα για όλους τους άλλους. Πλάι του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης και οι συντρόφοι του. Τώρα οι γενίτσαροι πλησίαζαν τρέχοντας τα τείχη, ξεκούραστοι και δυνατοί, να πολεμήσουν με τους αποκαμωμένους αμύντορες. Μερικοί μάλιστα στέριωναν και σκάλες στο ξεφτισμένο τείχος, αλλά οι υπερασπιστές του, με όση δύναμη τους είχε απομείνει, τις γκρέμιζαν. Τότε πληγώθηκε ο Ιωάννης Ιουστινιάνης διά μολυβδοβόλου[1], αιμορραγούσε κι αποχώρησε στο πλοίο του. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε να μείνει στην θέση. Ήταν κρίσιμη η στιγμή, και αν ο Ιωάννης αποχωρούσε, κάποιοι θα ‘χαναν το θάρρος τους, κάποιοι θα τον ακολουθούσαν, όπως και έγινε.

Οι πρώτοι γενίτσαροι φαίνεται ότι εισήλθαν από την Κερκόπορτα, την οποία οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν για να βγαίνουν έξω απαρατήρητοι, προκειμένου να καθαρίζουν την τάφρο και να επισκευάζουν τα τείχη. Πενήντα περίπου Οθωμανοί την βρήκαν ανοιχτή και εισέβαλλαν, σκορπώντας τον θάνατο σε όποιον συναντούσαν. Δύσκολα περιγράφονται τα όσα επακολούθησαν. Οι αμυνόμενοι υποχωρούσαν, αλλά οι δρόμοι είχαν αποκοπεί από τα πεσμένα τείχη. Οι γενίτσαροι ανέβηκαν στα τείχη κι έδωσαν σήμα στους δικούς τους να εισβάλλουν. Κι άλλοι καταπατούνταν, κι άλλοι σκοτώνονταν, κι άλλοι υποχωρούσαν, κι άλλοι πολεμούσαν μέχρι την τελευταία τους πνοή. Τα σώματα των νεκρών σωρεύονταν, κι έφραζαν τις πύλες και τα ρήγματα του τείχους, μα οι γενίτσαροι εισέβαλλαν με τις σκάλες.

Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας και οι δικοί του αντιστέκονταν στο δικό τους τομέα, κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, χωρίς να έχουν αντιληφθεί όσα συνέβησαν. Όμως οι γενίτσαροι δεν άργησαν να φανούν. Όλοι όσοι συντρόφευαν τον βασιλιά έπεσαν απ’ το σπαθί των πολεμίων. Κι ο Κωνσταντίνος, όπως η μοίρα του απ’ την αρχή τον είχε τάξει, μπροστά στο γκρεμισμένο τείχος, τριγυρισμένος απ’ τον εχθρό. Όλα πια είχαν τελειώσει. Ο ιστορικός της Αλώσεως Δούκας αφηγείται: Ο Βασιλιάς στεκόταν κρατώντας τη σπάθα και την ασπίδα του. Και τότε είπε μια κουβέντα που μόνο λύπη σου προκαλεί: «Δεν υπάρχει ένας χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;», γιατί είχε απομείνει ολομόναχος. Τότε ένας από τους Τούρκους του τον χτύπησε κατά πρόσωπο κι αυτός ανταπέδωσε το χτύπημα στον Τούρκο. Τότε ένας που βρισκόταν από πίσω του τού έδωσε το καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος έπεσε. Δεν ήξεραν ότι ήταν ο βασιλιάς, αλλά τον πέρασαν για κοινό στρατιώτη, γι’ αυτό τον παράτησαν νεκρό σε κείνο το σημείο. Και ο Οθωμανός χρονογράφος Σααδιττίν περιγράφει με τον ίδιο τρόπο τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Η φρίκη εκείνης της ημέρας, που σημάδεψε ανεξίτηλα το Γένος, δεν περιγράφεται εύκολα σε λίγες γραμμές. Γιατί η φρίκη σκέπασε κάθε πτυχή του βίου, κάθε μορφή κι έκφραση ενός σπουδαίου πολιτισμού. Γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Οι πιο ωραίοι από τους νέους και τις νέες στελέχωσαν τα χαρέμια του Μωάμεθ και των αξιωματικών του. Οικογένειες χωρίστηκαν, διαλύθηκαν. Σπίτια, ναοί και μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Ιερές εικόνες και κειμήλια, λείψανα αγίων, λειτουργικά σκεύη και άμφια καταστράφηκαν. Τα βιβλία πουλήθηκαν και οι βιβλιοθήκες γυμνώθηκαν. Και πάνω απ’ όλα, η Μεγάλη Εκκλησία, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί, κάτι που ακόμα βαραίνει στην κοινή συνείδηση του Γένους.

Ο Μωάμεθ όταν μπήκε στην Πόλη και είδε το μέγεθος της καταστροφής είπε κατά τον Κριτόβουλο, τον Ρωμιό χρονογράφο και υμνητή του: «Τι Πόλη παραδώσαμε σε διαρπαγή και ερήμωση!»

Ο Μωάμεθ πήγε στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε εκεί στον Αλλάχ του εξισλαμίζοντας έτσι τον ναό. Έπειτα ζήτησε να δει τον Λουκά Νοταρά και του ζήτησε πληροφορίες για την τύχη του αυτοκράτορα. Όμως ο Μέγας Δούκας δεν ήξερε τι είχε απογίνει ο βασιλιάς του κι ευθύς παρουσιάστηκαν οι δύο γενίτσαροι και παινεύτηκαν ότι εκείνοι τον εσκότωσαν. Ο σουλτάνος ζήτησε να δει το κεφάλι του νεκρού αυτοκράτορα, κι εκείνοι ανεζήτησαν το σώμα του, απέκοψαν την κεφαλή και την έδειξαν στον Μωάμεθ. Ο Νοταράς επιβεβαίωσε ότι ήταν του Κωνσταντίνου. Κι ο Πορθητής ζήτησε κι από άλλους συνεργάτες του αυτοκράτορα να τον αναγνωρίσουν, κι όταν βεβαιώθηκε διέταξε και την έστησαν στον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στο κέντρο της Πόλης, όπου και παρέμεινε μέχρι το βράδυ. Μετά την ταρίχευσαν και την έστειλαν σε κάθε γωνιά του κόσμου για να γίνει γνωστή στην Οικουμένη η νίκη του Πορθητή.

Η Ρωμανία πάρθεν. Κι έτσι αρχίζει μια νέα περίοδος για τον κόσμο, όπου οριστικά επιβάλλονται απ’ τη μια το περίφημο πνεύμα της Αναγεννήσεως κι απ’ την άλλη ο Ισλαμικός κόσμος.


[1] Δούκας ο.π., σελ. 284

Advertisements

13 thoughts on “1453: Η Ρωμανία πάρθεν

  1. geokalp 29/05/2008 στο 10:12 πμ Reply

    πολύ χαίρομαι να διαβάζω τέτοια

  2. SOFIA 29/05/2008 στο 11:22 πμ Reply

    «…Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο…»
    Ανατριχιαστικό το post σου Φώτη μου…
    Καλημέρα!

  3. Adonios 29/05/2008 στο 12:13 μμ Reply

    Λίγο αν μπορούσαμε να φέρουμε στο μυαλό μας, το τι έζησαν και τι πέρασαν κάποιοι άνθρωποι, θα συγκλονιζόμασταν!
    Είναι ηρωικό το έπος της Άλωσης και πάντα συγκινητικό!

  4. Adonios 29/05/2008 στο 12:13 μμ Reply

    Να συμπληρώσω ότι το τριήμερο αφιέρωμα που έκανες για την Πόλη είναι από τα πιο πλήρη!
    Καλημέρα.

  5. fvasileiou 29/05/2008 στο 1:29 μμ Reply

    @geokalp
    Με την χαρά σου χαίρομαι.
    Καλημέρα!

    @SOFIA
    Καλημέρα Σοφία. Ανθεί;

    @Adonios
    Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αδελφέ. Έχουν σημασία γιατί κι εσύ ανέβασες σήμερα ένα πολύ δυνατό κείμενο για την Άλωση. Να είσαι καλά.

  6. agorafoviagr 30/05/2008 στο 10:06 πμ Reply

    Πολύ όμορφο το άρθρο σου φίλε μου fvasileiou!! Ένα άρθρο για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Μου αρέσει πολύ η ιστορία. Και πιστεύω πως όταν ένας λαός ξεχάσει ή δε μάθει την ιστορία του, τότε είναι καταδικασμένος.
    Με αγάπη πάντα
    Agorafoviagr

  7. fvasileiou 30/05/2008 στο 3:46 μμ Reply

    Καλησπέεα φίλε μου. Έχεις δίκιο: Η ιστορία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Μακάρι να την θυμόμαστε…

  8. Νίνα 30/05/2008 στο 7:22 μμ Reply

    Φώτη μου,καλησπέρα.
    Φοβερό το κείμενό σου για την Άλωση.Κ’ χρήσιμο τουs πονηρούs αυτούs καιρούs που ζούμε(…με τουs εθνομηδενισμούs,τιs ιστορικέs αναθεωρήσειs κ’ λοιπέs θολοκουλτουριάρικεs μπούρδεs).Μπράβο σου κ’ σε ευχαριστούμε που το έγραψεs.
    Η μοναξιά όλου του κόσμου είναι συγκεντρωμένη στην φράση που είπε ο βασιλιάs λίγα λεπτά πριν πεθάνει…Πόσο απέραντα μόνοs ήταν ο άνθρωποs αυτόs εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα,πόσο ατελείωτα πρέπει να του φάνηκαν…Λείπουν τέτοιεs προσωπικότητεs από την σύγχρονη κοινωνία μαs κ’ νομίζω φαίνεται αυτό το κενό,τώρα, πιό πολύ από ποτέ.Φιλιά

  9. Ακέστωρ 30/05/2008 στο 11:22 μμ Reply

    Είμαι περίεργος, οι κ.κ Αλαβάνος, Τσίπρας και οι τραμπούκοι τους που σκοτώνουν στο ξύλο τους φύλακες των Πανεπιστημίων (;), έχουν διαβάσει ποτέ το χρονικό της Αλώσεως; Αν και πιστεύω πως αν ζούσαν σε εκείνα τα χρόνια, θα φιλοξενούνταν στο χαρέμι του Φατίχ Μεχμέτ.

  10. Ακέστωρ 30/05/2008 στο 11:59 μμ Reply

    Συμπλήρωση στο προηγούμενο: στο χαρέμι του Φατίχ εγκαταβιούσε και ο αδελφός του ηγεμόνα της Βλαχίας Βλάντ Τσέπες (Δράκουλα), ο Ράντου ο Ωραίος, εξ ου και το απύθμενο μίσος του Ανασκολοπιστή προς τους Τούρκους. Όταν κάποτε εμφανίσθηκαν μπροστά του κάποιοι Τούρκοι πασάδες και δεν αφαίρεσαν τα σαρίκια τους για να τον χαιρετήσουν, διέταξε και τους τα κάρφωσαν στα κεφάλια. Αυτά γίνονταν τότε, γιατί τώρα…

  11. zalmoxis 01/06/2008 στο 5:15 μμ Reply

    Καλό μήνα!
    Πολύ καλό κείμενο!

    Μια παροιμία λέει «την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη ουδείς».
    Ο Λουκάς Νοταράς ήταν ο κατεξοχήν τουρκόφιλος πολιτικός της εποχής του, όπως στο τέλος κατήντησαν τουρκόφιλοι οι ανθενωτικοί. Ο Μωάμεθ λοιπόν, πόθησε τον γιο του Νοταρά για γιουσουφάκι. Τελικά ξεκλήρισε την οικογένεια του προδότη. Ή, όπως λέει μια άλλη παροιμία, «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»…

  12. fvasileiou 01/06/2008 στο 6:56 μμ Reply

    @Νίνα
    Σε τέτοιες στιγμές, που είναι τραγικές για όλους, η εσωτερική μοναξιά ενός ανθρώπου, που τόσο συχνή είναι στις μέρες μας, είναι αυτή που συνταράσσει περισσότερο…

    @Ακέστωρ
    Δεν τους μπορώ, ρε Αλέξανδρε, τους συριζισμένους πια. Με πιανει μια αηδία που δεν περιγράφεται. Τους σιχαίνομαι.

    @zalmoxis
    Καλησπέρα και ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
    Υπάρχει και η άλλη ανάγνωση για τη στάση του Νοταρά -και κατ’ επέκταση των ανθενωτικών. Έβλεπαν ότι η υποταγή ήταν αναπόφευκτη και θεώρησαν ότι υπό τους Οθωμανούς θα διατηρούσαν την θρησκευτική ανεξαρτησία τουλάχιστον. Μη ξεχνάμε ότι οι Βενετοί και οι Φράγκοι ήταν εξίσου σκληροί -ίσως και σκληρότεροι- με τους ρωμιούς όσο και οι Οθωμανοί….

  13. geokalp 02/06/2008 στο 10:25 πμ Reply

    από όλα αυτά που αναφέρεις αυτό που θεωρώ σημαντικότερο είναι ο αριθμός 4.773…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: