Monthly Archives: Οκτωβρίου 2008

Σαββόπουλος: Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο

Συγχωρέστε με που επανέρχομαι σε ένα θέμα, το οποίο έχω ήδη αναφέρει στο μπλογκ μου, αλλά σήμερα το πρωί ξύπνησα με αυτόν τον ρυθμό στο μυαλό μου. Το άκουσα δυο φορές στα διαλλείματα της δουλειάς που έκανα στο σπίτι και μετά, το μεσημέρι, πηγαίνοντας στο γραφείο, το μουρμούριζα σε όλη την διαδρομή.

Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη

Σκέφτομαι ότι είναι η μοναδική ίσως περίπτωση που ο Σαββόπουλος ξεπέρασε τον μέγα Dylan: Αν συγκρίνουμε το Μακρύ Ζεϊμπέκικο με το Hurricane, ο Σαββόπουλος βγαίνει νικητής. Πήρε την ιδέα του Dylan κι με όχημα τον Νίκο Κοεμτζή έφτιαξε μια εσωτερική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μια πνευματική τομογραφία. Όπου συνυπάρχουν ηττημένοι νικητές και θριαμβευτές ηττημένοι, τσογλάνια, μπάτσοι, ρουφιάνοι, αριστεροί και νταβατζήδες, δεξιοί, δικαστές, μικροαστοί νοικοκυραίοι και μπουζουξίδες. Ακριβώς όπως και στη ζωή δηλαδή.

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.

Από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε, το Μακρύ Ζεϊμπέκικο θεωρείται ως μια προσπάθεια του Σαββόπουλου να εξαγνίσει ένα έγκλημα. Να το δικαιολογήσει. Να παράσχει ελαφρυντικά σε έναν ειδεχθή εγκληματία.

Βέβαια η αλήθεια βρίσκεται αλλού –όπως και στο τραγούδι η δικαιοσύνη είναι εκτός δικαστηρίου.

Όχι, ο Σαββόπουλος δεν θέλει να δικαιολογήσει το φονικό. Δεν αναγάγει σε ήρωα έναν φονιά. Ο Σαββόπουλος επιμερίζει το έγκλημα και στις πλάτες όλης της κοινωνίας. Γιατί όλη η κοινωνία από τους δικαστές ως τους ρουφιάνους κι από τους κι από τους μπάτσους ως τους αριστερούς έφεραν ευθύνη. Αθώος κανένας δεν ήταν. Απλώς ήταν πιο εύκολο να φορτωθούν τα πάντα στις πλάτες του Κοεμτζή και να μηδενιστούν οι συλλογικές ευθύνες. Να μεγεθυνθεί η ειδική περίπτωση με έναν παραμορφωτικό φακό, να φανεί το τέρας είναι ένα, έξω, μακριά, απομονωμένο και δεν βρίσκεται μέσα μας.

Γι’ αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο που

Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί (…)

η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Τελικά ο μόνος που διασώζεται από όλον αυτό τον πηχτό και βρωμερό χυλό της ελλαδικής πραγματικότητας είναι η Μεγάλη Εξαίρεση: Ο Μπιθικώτσης. Μόνος αυτός δεν το έπαιξε καθώς πρέπει και εκτός, άλλα τον συνεργάτη του εντύπου

τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»

Αλλά για τον Μπιθικώτση, επιφυλάσσομαι…

Στήβεν Κινγκ: [Η μπεϊμπισίτερ και οι Βιβλιοκρισίες]

Αντιγράφω από το βιβλίο του Stephen King Περί Συγγραφής. Το χρονικό μιας τέχνης (Εκδόσεις Bell, μετάφραση Μ. Μακρόπουλου), σελ. 22-23:

Οι μπεϊμπισίτερ διαδέχονταν η μία την άλλη όσο μείναμε στο Ουισκόνσιν. Δεν ξέρω αν έφευγαν επειδή εγώ κι ο Ντέιβιντ ήμασταν μπελάς ή γιατί έβρισκαν πιο επικερδείς δουλειές ή γιατί η μητέρα μου απαιτούσε υψηλότερα στάνταρ από αυτά που ήταν διατεθειμένες να προσφέρουν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ήταν πολλές. Η μόνη που θυμάμαι κάπως καθαρά είναι η Γιούλα, ή μπορεί και να λεγόταν Μπιούλα. Ήταν έφηβη, μεγάλη όσο το σπίτι, και γελούσε πολύ. Η Γιούλα-Μπιούλα είχε υπέροχη αίσθηση του χιούμορ -ακόμη και στα τέσσερά μου το αναγνώριζα-, αλλά ήταν μια επικίνδυνη αίσθηση του χιούμορ˙ μια πιθανή βροντή έμοιαζε να κρύβεται στο κάθε ξέσπασμα χαράς της, που συνοδευόταν από τινάγματα του κεφαλιού, λικνίσματα του πισινού και φιλικά χτυπήματα στο χέρι. Όταν βλέπω εκείνες τις σκηνές τραβηγμένες με κρυφές κάμερες, όπου αληθινές μπεϊμπισίτερ και νταντάδες ξάφνου οργίζονται και χτυπάνε τα πιτσιρίκια, θυμάμαι πάντα τις μέρες μου με τη Γιούλα-Μπιούλα.

Ήταν τόσο σκληρή με τον αδελφό μου τον Ντέιβιντ όσο ήταν μ’ εμένα;  Δεν ξέρω αυτός δεν υπάρχει σε καμία από τούτες τις εικόνες. Συν τοις άλλοις, θα κινδύνευε λιγότερο από τους επικίνδυνους ανέμους του τυφώνα Γιούλα-Μπιούλα˙ στα έξι του, θα ήταν στην πρώτη δημοτικού και εκτός του βεληνεκούς των πυροβόλων τις περισσότερες ώρες της ημέρας.

Η Γιούλα-Μπιούλα μιλούσε στο τηλέφωνο, γελούσε με ό,τι της έλεγε ο συνομιλητής της και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Με αγκάλιαζε, με γαργαλούσε, μ’  έκανε να γελάσω κι έπειτα, γελώντας ακόμα, μου ‘ριχνε μια κατακεφαλιά, τόσο δυνατή που έπεφτα στο πάτωμα. Ύστερα με γαργαλούσε με τα ξυπόλυτα πόδια της μέχρι που γελούσαμε ξανά κι οι δυο.

Η Γιούλα-Μπιούλα ήταν επιρρεπής στις πορδές˙ από κείνες που είναι και δυνατές και βρομερές. Μερικές φορές, όταν τυραννιόταν από δαύτες, με πετούσε στον καναπέ, έβαζε το πρόσωπό μου στον πισινό της, με τη μάλλινη φούστα της, και τις αμολούσε. «Μπαμ!» φώναζε με αγαλλίαση. Ήταν σαν να ‘μουν θαμμένος μέσα σε πυροτεχνήματα μεθανίου. Θυμάμαι το σκοτάδι, την αίσθηση ότι πάθαινα ασφυξία, και θυμάμαι να γελάω. Γιατί, ενώ αυτό που συνέβαινε ήταν κατά κάποιον τρόπο φρικτό, ήταν επίσης κατά κάποιον τρόπο αστείο. Από πολλές απόψεις η Γιούλα-Μπιούλα με προετοίμασε για την βιβλιοκριτική. Όταν έχεις ζήσει την εμπειρία να τις αμολάει στο πρόσωπό σου μια μπεϊμπισίτερ βάρους εκατό κιλών φωνάζοντας Μπαμ!, η Village Voice δε σε τρομάζει.

Πρωινό

Ένα από τα καλά τις συγκατοίκησης είναι που βλέπεις τις συνήθειες του άλλου. Οικείες, παράξενες, όμοιες, διαφορετικές, καλές, κακές, τις ζεις, τις συγκρίνεις, τις προβάλλεις στον εαυτό σου. Τις κακές τις απορρίπτεις. Τις καλές όμως ίσως μπεις στην διαδικασία να τις υιοθετήσεις. Από αυτή την άποψη μια συγκατοίκηση μπορεί να σου αλλάξει την ζωή.

Όχι δραματικά.

Δεν πιστεύω μάλλον ότι κάποιος μπορεί να αλλάξει ριζικά πορεία στη ζωή του.

Μπορεί όμως να σου αλλάξει τις μικρές συνήθειες. Να σου τις διαφοροποιήσει έστω. Μια συγκατοίκηση, έστω και σύντομη, μπορεί να σε παρακινήσει να λειτουργείς διαφορετικά στην καθημερινότητά σου.

Τα σκέφτομαι τούτα όλα καθώς ένας φίλος με φιλοξένησε μεγάλο διάστημα μέχρι να βρω σπίτι και να τακτοποιηθώ. Αυτός, που λέτε, έχει την καλή συνήθεια να τρώει ένα καλό πρωινό όταν ξυπνάει.

Καλό πρωινό.

Άγνωστο σε μένα.

Θυμάμαι, όταν πήγαινα σχολείο, παλιά, η μάνα μου μού ετοίμαζε ένα σάντουιτς. Και μετά, όταν έκανα μαθήματα στο Δ.Ι.Κ.Ε.Π.Π.Ε.Ε. έπινα τον καφέ μου και κάτι έτρωγα στα γρήγορα, συνήθως στο όρθιο από την κουζίνα ως το αυτοκίνητο.

Αλλά υπό φυσιολογικές συνθήκες ξυπνάω, πηγαίνω στην κουζίνα, φτιάχνω καφέ φίλτρου και πίνω δύο ή τρεις κούπες δουλεύοντας στο γραφείο μου. Αν μάλιστα στη διαδρομή από το κρεβάτι μου ως την καφετιέρα δεν συναντήσω κανέναν, δεν χρειαστεί να ανταλλάξω περιττές καλημέρες, οι οιωνοί δείχνουν ένα αποδοτικό και δημιουργικό πρωινό.

Το πρωινό μου δηλαδή είναι καφές. Ζεστός καφές, σκέτος καφές, δυνατός καφές -το λέω αυτό θυμούμενος την εσπρεσιέρα μου που άφησα στην Ελλάδα: Πολύ μου λείπει!

Έτσι και επί συγκατοικήσεως: Σηκωνόμουνα και πήγαινα κατευθείαν στην καφετιέρα. Η κουζίνα όμως μύριζε ψημμένο ψωμί και λιωμένο τυρί κι ο φίλος μου καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και μασούσε ήρεμα το πρωινό του διαβάζοντας.

Αμηχανία.

Κι άρχισα να ακολουθώ το παράδειγμά του.

Τα σάντουιτς που πέφτουνε βαριά, σαν ιδέα, οπότε άρχισα να τρώω φρούτα. Δεν ήταν κι άσχημα! Ειδικά όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα μήλα, τα καθάριζα με κέφι για να χώσω τα δόντια μου στη ζουμερή τους σάρκα.

Αλλά -τι τα θέλετε- η καλή αυτή συνήθεια ξέφτισε: Πριν καλά-καλά τελειώσει η συγκατοίκηση, σταμάτησα να πλένω ροδάκινα ή να καθαρίζω μήλα, πήγαινα απλώς στην καφετιέρα, την γέμιζα με νερό και καφέ και στεκόμουν όρθιος πλάι της περιμένοντας ανυπόμονα το μαύρο, πικρό υγρό. Το ζεστό, μαύρο, πικρό υργό. Οι μυρωδιές του ψωμιού και του τυριού, το ήρεμο μασούλημα του φίλου και οικοδεσπότη δεν με εντυπωσίαζαν. Δεν με συγκινούσαν καν τα μήλα που γερνούσαν μέσα στη σακούλα τους. Ήμουν έτοιμος να μετακομίσω στο δικό μου σπίτι. Να επιστρέψω εις τα ίδια.

……………………………………………………………….

Τα θυμήθηκα όλα το Σάββατο. Δεν ξέρω πώς και γιατί. Περπατούσα στη Μακαρίου προς το Aluminium Tower και όλα αυτά ξεπετάχτηκαν στο μυαλό μου και παραμέρισαν τις έγνοιες της δουλειάς και της επιστήμης…

…ίσως γιατί θα ήθελα να είχα κολλήσει αυτή την συνήθεια.

Μηνύσεις σε Δημοσιογράφους;

Νομίζω ότι δεν θα δυσκολευτώ να πείσω κανέναν, όταν υποστηρίζω ότι σήμερα το επάγγελμα του δημοσιογράφου στην Ελλάδα είναι το πλέον κακόφημο.

Και δεν είναι μόνο οι ύποπτες σχέσεις που έχουν με τις διάφορες εξουσίες και παραεξουσίες. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούν την δύναμη που τους δίνει ο φακός ή η πένα: Δεν έχουν καμιά αναστολή να καταστρέψουν την υπόληψη και την αξιοπρέπεια κάποιου πολίτη. Το τι συνέβη με τον Σεργιανόπουλο είναι γνωστό. Άλλωστε, όπως το συνηθίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις, Μέσα και δημοσιογράφοι έκαναν την αυτοκριτική τους -φυσικά εκ των υστέρων και με το αζημίωτο, αφού καταφέρνουν να εξαργυρώνουν και την αυτοκριτική σε τηλεθέαση και δημοσιότητα.

Παρόμοια είναι και η περίπτωση Ρουσόπουλου: Διότι είναι άλλο να διερευνάς τον ρόλο του σε μια υπόθεση ή να του ασκείς κριτική για πράξεις και παραλήψεις του και άλλο να επιτίθεσαι στη γυναίκα του, να εκθέτεις τα ανήλικα παιδιά του και να δημιουργείς αυτό που το Πασόκ ονόμασε, πολύ πετυχημένα είναι η αλήθεια, την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» για να καταστρέψεις την τιμή και την υπόληψή του. Επειδή ο εργοδότης σου διώκεται για μερικά κακουργήματα.

Αλλά το θέμα μου δεν είναι ο Ρουσόπουλος. Το θέμα μου είναι ο τρόπος που ο κάθε πολίτης μπορεί να αμυνθεί, όταν του επιτίθενται δημοσιογράφοι:

Παλιότερα σε ανάλογες περιπτώσεις, οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι μας λέγαν ότι είναι άνανδρο να κατατίθενται αγωγές. Τώρα μας λένε ότι δεν πρέπει να γίνονται ούτε μηνύσεις.

Δηλαδή, όταν ο πολίτης, ο κάθε πολίτης, θεωρεί ότι θίγεται, τι πρέπει να κάνει;

Τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικής τηλεόρασης τα κανάλια είχαν εξαναγκαστεί να βάζουν μια κάρτα συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, με την οποία επανόρθωναν αδικίες και αποκαθιστούσαν όσους έθιγαν. Όμως, ας μη γελιόμαστε: Όταν έχεις τον Βερύκιο, να φωνάζει με τον γνωστό του τρόπο επί δύο ή τρεις μήνες ή όταν καθημερινά προβάλλονται ρεπορτάζ στις μεσημεριανές εκπομπές με τραβηχτικές μουσικούλες και γαργαλιστικό σπικάζ, τι να μπορεί να αποκαταστήσει η γκρίζα κάρτα με το κυριλέ κείμενό της; Με τηλεοπτικούς όρους, είναι τόσο βαρετή, που οι περισσότεροι δεν θα την διαβάσουν καν. Αλλά και να την διαβάσουν, η στιγμιαία, κυριλέ κάρτα, πώς μπορεί να επανορθώσει βλάβη που συντελέστηκε κατ’ εξακολούθηση;

Ένας φίλος μου έλεγε ότι η μόνη λύση είναι η διαπόμπευση: Όποιος δημοσιογράφος κριθεί ένοχος για τέτοια θέματα από τα δικαστήρια, να εξευτελίζεται δημόσια. Καλή ιδέα, αλλά όταν έχεις ανθρώπους σαν τον Βερύκιο, που δεν διστάζουν κάθε βράδυ να το παίζουν ψυχοπαθείς μπροστά στις κάμερες, που δεν ντρέπονται τη γυναίκα, τα παιδιά τους, τους φίλους και τους συγγενείς τους, πόσο περισσότερο μπορείς να τους διαπομπεύσεις; Έτσι κι αλλιώς τον καραγκιόζη παριστάνουν κάθε βράδυ, αν τους βάλεις να τον παίξουν και το πρωί, πάλι ευχαριστημένοι θα γυρίσουν στο σπίτι τους, επειδή έβγαλαν και σήμερα το παντεσπάνι τους.

Εντάξει, ο Ρουσόπουλος είναι αντιπαθής στους παραδοσιακούς δεξιούς γιατί δεν τους μοιάζει, στους Πασόκους γιατί αισθάνονται ότι έχασαν δυο φορές εξαιτίας του και στους εργαζόμενους του Alpha γιατί έτσι τους είπε το υπόδικο αφεντικό τους. Αλλά, πέρα από προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, το ερώτημα παραμένει:

Πώς μπορεί ο πολίτης να αμυνθεί από την λαίλαπα που τον απειλεί;

Μπλογκοπαίχνιδο: 7 Αλήθειες

Μαζί με τον χειμώνα έρχοναι και οι προσκλήσεις για να συμμετέχω σε μπλογκοπαίχνιδα. Το Αστροπελέκι και το Μοναχικό Αστέρι με κάλεσαν να συμμετέχω σε ένα παιχνιδάκι όπου έχει τους εξής απλούς κανόνες:

Γράφω για τον εαυτό μου 7 μικρές και μεγάλες αλήθειες και δίνω πάσα σε 7 συμπλόγκερ.

Ας ξεκινήσουμε:

  1. Δεν τρώω τις τομάτες ωμές. Δεν μου αρέσει να τις τρώω σε σαλάτα και όταν παραγγέλω γύρο, ζητάω «χωρίς κρεμμύδι και ντομάτα». Οι σάλτσες είναι άλλο θέμα: Όσο περισσότερη ντομάτα, τόσο καλλίτερα.
  2. Δεν μου άρεσε η Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ. Νομίζω ότι είναι η πιο βαρετή, η πιο ανούσια, η χειρότερη ταινία που έχω δει. Ακόμα κλαίω τις 2 ώρες από την ζωή μου που σπατάλησα για να την δω – ποιος θα μου τις δώσει πίσω;
  3. Αγοράζω ακόμα Μίκυ Μάους – για περισσότερο από 25 χρόνια διαβάζω ιστορίες με τους ήρωες του Ντίσνεϋ. Πώς να σας το εξηγήσω; Με ξεκουράζουν, ιδιαίτερα μετά από περιόδους έντονης πνευματικής εργασίας.
  4. Μαγειρεύω καθημερινά – είναι από τις μεγάλες χαρές του να ζεις μόνος. Και φτιάχνω τα πάντα, εκτός από πίτες: Μου φαίνεται δύσκολο να ανοίξω φύλλο.
  5. Με ρώτησαν τις προάλλες τις έχω σιχαθεί περισσότερο. Η απάντηση ήταν εύκολη: Το Κλασικό Λύκειο Ιωαννίνων. Και εννοώ όλο το πακέτο.
  6. Το τελευταίο ελληνικό σήριαλ που έχω παρακολουθήσει είναι ο Ακάλυπτος. Κάποιες φορές προσπάθησα να δω κάποιο από αυτά που είχαν επιτυχία ή άρεσαν σε φίλους (το Παρά Πέντε, ας πούμε), αλλά δεν μου λέγαν τίποτα και τα παράτησα. Κυρίως δεν αντέχω τις φωνές.
  7. Τις τελευταίες μέρες περπατάω στη Λευκωσία και νιώθω να μου λείπει η Αθήνα με τις γνώριμες σκηνές αθλιότητας: Τα πρεζάκια, τους ακρωτηριασμένους, τους λαθρεμπόρους, τις πουτάνες. Η δεύτερη φορά που νιώθω κάτι τέτοιο…

Προσκαλώ τον Χρήστο Σαβρανίδη, την Γιώτα, την Κουκουβάγια, τον αγοραφοβικό, τη NoMansLand, τον apos και την City Addict να συμμετέχουν στο παιχνιδάκι…

The Changeling

Ο Κλιντ Ίστγουντ κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 γύριζε γουέστερν, πολεμικές και αστυνομικές ταινίες. Τώρα γυρίζει αντιγουέστερν, αντιπολεμικές και… μαντέψτε: Η τελευταία του ταινία είναι αντιαστυνομική (…)

Έτσι ξεκινάει το σημείωμά του για την καινούργια ταινία του θρυλικού σκηνοθέτη, ηθοποιού και παραγωγού ο Kyle Smith, αρθρογράφος και κριτικός της The New York Post, συντηρητικός και πατριώτης, με ό,τι σημαίνουν αυτοί οι όροι στην Αμερική.

Ο ίδιος ο Ίστγουντ θα έχει συνηθίσει να του κολλάνε ταμπέλες για τις απόψεις και τις ιδέες του, που στηρίζονται στις ταινίες του: Το ’70 και το ’80 θεωρούνταν συντηρητικός, ακροδεξιός, ακόμα και ναζιστής, εξαιτίας της σειράς ταινιών του Dirty Harry. Βέβαια, ξαναβλέποντας κανείς τις ταινίες εκείνης της εποχής, με την καθαρότητα που δίνει στο βλέμμα η απόσταση του χρόνου, διαπιστώνει το άδικο των κατηγοριών, αφού οι ταινίες αυτές δεν ήταν καθόλου μονοδιάστατες -αλλά αυτά τα αφήνω να τα πούμε κάποια άλλη φορά. Μετά τους Ασυγχώρητους ο Ίστγουντ υιοθετήθηκε από την άλλη παράταξη, τους «προοδευτικούς», κι άρχισε να εισπράττει τον λίθο του αναθέματος από τους πρώην φαν του.

Ο ίδιος το έχει φιλοσοφήσει: «Αν περάσεις τα 70, τι μπορούν πια να σου κάνουν;», λέει και συνεχίζει στα 78 χρόνια να γυρίζει την μια ταινία μετά την άλλη -ή για να ακριβολογήσω: το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Πέρσι μας κατέπληξε γυρίζοντας δυο ταινίες για την μάχη στο Ίβο-Τζίμα, φέτος θα προβληθούν επίσης δύο επίσης ταινίες του -στη μια, το Gran Torino, θα πρωταγωνιστεί μάλιστα-, ενώ ετοιμάζει να γυρίσει μια βιογραφική ταινία για τον Νέλσον Μαντέλα!

Επί του προκειμένου τώρα: Το The Chalenging θα αρχίσει να προβάλεται από τις 31 Οκτωβρίου και στηρίζεται σε μια σειρά φρικιαστικών φόνων παιδιών που έγιναν στο Λος Άντζελες στα τέλη της δεκαετίας του 30.

Το 1928 ένα παιδάκι εξαφανίζεται και η μητέρα του κινεί γη και ουρανό για να το βρει. Μετά από μήνες η Αστυνομία της δίνει κάποιο αγόρι λέγοντας πως είναι ο γιος της. Η μητέρα ξέρει ότι δεν είναι το παιδί της και ξεκινάει ο Γολγοθάς της για να ανακαλύψει την αλήθεια, η οποία κρύβεται από τις διεφθαρμένες αστυνομικές αρχές.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν η Angelina Jolie, ο John Malcovich κι ο Jeffrey Donovan.

Σκέψεις για την Δυσλειτουργική Ελληνική Αγορά

Τι συμβαίνει στην ελληνική αγορά; Η τιμή του πετρελαίου πέφτει στα χρηματιστήρια, αλλά η βενζίνη στο πρατήριο της γειτονιάς συνεχίζει να έχει την ίδια τιμή. Τα φρούτα και τα ζαρζαβάτια ανεβαίνουν στις λαϊκές με την παραμικρή αναποδιά του καιρού, αλλά όταν έχει καλές καιρικές συνθήκες γιατί δεν πέφτουν; Οι παραγωγοί, κτηνοτρόφοι και αγρότες, δηλώνουν οργισμένα στα κανάλια ότι πουλάνε σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές, εμείς όμως αγοράζουμε σε απίστευτα υψηλές. Τι τρέχει;

Τρέχει το ότι λειτουργούμε ως άτομα και ως κοινωνία με μεσάζοντες. Καλοί κι απαραίτητοι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, καλές οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις, οι ανεξάρτητοι θεσμοί, η δημιουργία καταναλωτικής συνείδησης, αλλά είναι φανερό ότι δεν αρκούν. Το σαράκι είναι σε βάθος που δύσκολα εντοπίζεται και δυσκολότερα αντιμετωπίζεται.

Το πρόβλημα είναι δομικό και αν ο γόρδιος δεσμός του μεσάζοντα κοπεί, θα δημιουργηθούν περισσότερα προβλήματα.

Η Ξανθιά απεύθυνε τις προάλλες μια ανοιχτή επιστολή στον Υπουργό Παιδείας για τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν η ίδια και ο γιος της σε κάποιο δημόσιο Δημοτικό Σχολείο.

Αυτό μου θύμισε μια συζήτηση που γινόταν έντονα το ’80 και το ’90 για ένα θέμα που δεν λύθηκε, αλλά ξεχάστηκε: Την παραπαιδεία.

Το θέμα της παραπαιδείας, δηλαδή της δυσλειτουργίας και των αδιεξόδων της παιδείας μας, εξηγεί και την δυσλειτουργία και τα αδιέξοδα της αγοράς μας:

Τι είναι παραπαιδεία; Τα φροντιστήρια. Κάποτε ήταν ντροπή να πηγαίνεις σε φροντιστήριο, δηλαδή να μην μπορείς να τα βγάλεις πέρα μόνος σου και να χρειάζεσαι εξωσχολικό κόουτς. Εδώ και 20, 25 χρόνια όλοι οι μαθητές Λυκείου και πολλοί μαθητές του Γυμνασίου περνούν τα απογεύματά τους στα φροντιστήρια. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ήμουνα μαθητής Λυκείου, το σχολείο είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα.

Το πρόβλημα της παραπαιδείας θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί – η πολιτεία, αν είχε την κοινωνία δίπλα της, θα μπορούσε με 2-3 απλά μέτρα να καταργήσει τα φροντιστήρια.

Αλλά:

Όλος αυτός ο μηχανισμός, όλη αυτή η αγορά, όλες αυτές οι οικογένειες που ζούνε από τα φροντιστήρια (καθηγητές διορισμένοι και αδιόριστοι, γραμματείς, φωτοτυπάδες, εκδότες), τι θα κάνανε; Κάποιοι θα απορροφούνταν στα σχολεία, αλλά οι υπόλοιποι; Πώς θα ζούσανε;

Γι’ αυτό Πολιτεία και πολίτες ξέχασαν την παραπαιδεία, η συζήτηση έχει σταματήσει, δεν θεωρείται πια μείζον πρόβλημα.

Κάπως έτσι λειτουργεί και η αγορά: Υπάρχει μια παρα-αγορά δίπλα μας, που φουσκώνει τις τιμές. Έχω την εντύπωση ότι αν ο γόρδιος δεσμός λυθεί, πολλοί συμπολίτες μας θα χάσουν τη δουλειά τους. Και μη νομίζετε ότι πρόκειται για πλούσιους ή ευκατάστατους…