Monthly Archives: Νοέμβριος 2008

Singning in the rain

Όπως έλεγα και στου Μούργου τις προάλλες, όσες μπόρες έρριξε στη Λευκωσία, τις έφαγα στο κεφάλι και το ίδιο συνέβη κι εδώ στο Παρίσι. Αυτό σε συνδυασμό με το ψοφόκρυο που κάνει εδώ πέρα και που είχα χρόνια να ζήσω (πατρίδα, εσύ με προπονούσες, αλλά λείπω τόσον καιρό, που πιάστηκα απροετοίμαστος!), απέκτησα ένα προ-Χριστουγεννιάτικο βηχαλάκι, το οποίο προσπαθώ να γιατροπορέψω με vin chaud και vin… κανονικό. Δεν τα καταφέρνω βέβαια, αλλά who cares από ένα σημείο και μετά!

Μ’αύτά και μ’αυτά θυμήθηκα την παλιά ταινία του Gene Kelly. Το technicolor μιούζικαλ του ’52, ένα από τα ελάχιστα μιούζικαλ που πραγματικά απολαμβάνω, που περιγράφει με χιούμορ και αγάπη την μετάβαση από τον βουβό στον ομιλούντα κινηματογράφο. Εκεί ο Τζιν Κέλι τραγουδάει και χορεύει το διάσημο τραγούδι του τίτλου, διδάσκοντας ότι η απλότητα είναι το πρωταρχικό συστατικό του σπουδαίου:

Παρασκευή ή Σάββατο βράδυ και βαριέστε να βγείτε από το σπίτι; Κυριακή και μένετε μέσα με μια υπόγεια μελαγχολία, γιατί πρέπει να κοιμηθείτε νωρίς για να ξυπνἠσετε νωρίς για την δουλειά; Πεταχτείτε ως το κοντινότερο βιντεοκλάμπ και νοικιάστε το. Είναι από τις ταινίες που δίνουν αξία στο «μέσα»!

Σκέψεις για την Αθήνα στο Παρίσι

Σουλατσάροντας στο Παρίσι, μπαινοβγαίνοντας στα μπιστρό, τα κλαμπάκια, τα εστιατόρια, βλέποντας τους κατοίκους του να διασχίζουν βιαστικά τους δρόμους με κόκκινο ή να στέκονται για να ανάψουν ένα τσιγάρο, κάθε καλοπροαίρετος μπορεί να δει πόσα κοινά έχει η Αθήνα κι αυτό.

Δεν αναφέρομαι τόσο στα προφανή: Και οι δυο είναι πόλεις με μεγάλη ιστορία κτλ. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι και στις δυο πόλεις φυσάει ένα παρόμοιο αεράκι, πολύχρωμο, άνετο, εμπνευστικό, νεανικό. Γι’ αυτό και οι διαφορές ανάμεσά τους είναι ακόμα πιο οδυνηρό.

Δεν αναφέρομαι στις προφανείς. Εντάξει, η Αθήνα δεν έχει τον αρχιτεκτονικό πλούτο του Παρισιού – δεν θα μπορούσε, αφού στο Παρίσι χτίζονται μνημειακά κτήρια επί δυο χιλιάδες χρόνια αδιάλειπτα, ενώ στην Αθήνα για χίλια χρόνια χτίζονταν μόνο πλινθόχτιστες οικίες. Και μετά τα άχρωμα, τσιμεντένια κουτιά των συνοικιών.

Κι όμως δεν είναι αυτά που ενοχλούν.

Είναι κάτυ βαθύτερο, εγγενές, το οποίο δεν διορθώνεται με αποφάσεις, διακηρύξεις, νόμους, ξόρκια ή επιδοτήσεις:

Είναι η γαμημένη η μιζέρια που επικρατεί και καλύπτει τα πάντα σαν παχύρευστη λάσπη.

Μιζέρια, κακομοιριά, απουσία κάθε διάθεσης για ατομική προσπάθεια και δημιουργία, τάση για όπως-όπως βόλεμα, και μαζί η αίσθηση ότι είμαστε κάτι το ξεχωριστό και όλα πρέπει να μας χορηγηθούν από άνωθεν: Από τον δήμαρχο, τον νομάρχη, τον υπουργό, τον υπουργό, τον πρωθυπουργό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ, τον Θεό.

Προσθέστε κι ένα είδος γενναιοδωρίας, που διαθέτουμε, αλλά στις πλάτες του άλλου ή του δημοσίου και έχετε την συνταγή.

Παραπονιόμαστε οι Έλληνες για την καθημερινότητα, αλλά αυτή δεν είναι άθλια εξαιτίας κάποιου άλλου, άλλα εξαιτίας ημών των ιδίων. Κι ούτε μπορεί να διορθωθεί με γκρίνιες, επικλήσεις και αστυνομικού τύπου μέτρα, αλλά με προσωπική προσπάθεια και ατομική προκοπή.

Ειδάλλως, πάντα το φως θα το έχει το Παρίσι και εμείς θα μένουμε με την κακομοιριά μας.

Μικρή Ιστορία με Κομπολόι

Έπρεπε να παρακολουθήσω το σεμινάριο.

Μόλις κάθισα, άπλωσα μερικά χαρτιά μπροστά μου, ώστε να μπορώ να ριχνω καμιά ματιά και να ξεχνιέμαι τις μακρές δύο ώρες. Δυστυχώς όμως το σεμινάριο συνοδευόταν από προβολή διαφανειών και δεν μπορούσα να διαβάσω. Κανένα πρόβλημα, σκέφτηκα. Άραξα στην καρέκλα μου και μόλις έσβησαν τα φώτα, πήρα βαθιά ανάσα. Το δεξί μου χέρι κατευθύνθηκε στη δεξιά τσέπη. Στο κομπολόι.

Σε τι χρησιμεύει το κομπολόι όλοι λίγο-πολύ το ξέρουμε στην Ελλάδα: Η ενέργεια (η ένταση) διοχετεύεται σε αυτό. Καθώς οι χάντρες διαδέχονται η μια την άλλη στο δάχτυλά μου, χαλαρώνω και μπορώ να αφοσιωθώ σε ό,τι έχω κάθε φορά μπροστά μου.

Γενικά, το κομπολόι, όπως και το περπάτημα, θρέφει την σκέψη.

Ο διπλανός μου που είχε περάσει τα 40 κρατούσε ένα στυλό. Χωρίς να το αφήσει, έσκυψε προς το μέρος μου και απαλά μου ψιθύρισε να σταματήσω.

Τον ενοχλούσε ο θόρυβος.

Ο κρότος που έκανε η χάντρα που χτυπούσε το νύχι μου.

Επιτρέψτε μου να επιμείνω:

Δεν είμαι βλάκας. Ήξερα πού βρισκόμουν και δεν έπαιζα το κομπολόι, όπως το παίζω στον Λέντζο. Πρόσεχα οι χάντρες να μην χτυπάνε η μια την άλλη. Τις κρατούσα και τα δάχτυλά μου ήταν πάντα ανάμεσά τους. Προσπαθούσα να ελαχιστοποιήσω τον θόρυβο. Μου ήταν όμως αδύνατο να τον μηδενίσω. Δυστυχώς. Ό,τι και να έκανα, οι χάντρες χτυπούσαν το νύχι του αντίχειρα.

Αυτός ο κρότος ενόχλησε τον διπλανό μου. Έτσι σταμάτησα.

……………………………………………………………………………..

Πειράχτηκα;

Τσαντίστηκα;

Σίγουρα δεν μου άρεσε. Μου κακοφάνηκε. Τα χέρια μου νευρικά περιφέρονταν γύρω από το κορμί μου. Δεν είχα τι να τα κάνω. Φυσούσα και ξεφυσούσα – κάτι μου έλειπε.

Αλλά από την άλλη μεριά

Καλά έκανε ο διπλανός μου και μου ζήτησε να σταματήσω με το κομπολόι.

Αφού τον ενοχλούσε!

Ο θόρυβος της χάντρας στο νύχι

Σημαίνει ότι καταπιέζει μέσα του τόσα πολλά και μεγάλα, ώστε δεν μπορεί να ανεχτεί το παραμικρό επιπλέον. Είναι τέτοιο το βάρος που κουβαλάει στην πλάτη του, που και φτερό αν ακουμπήσει, τα πόδια του θα σπάσουν. Θα έχουμε εκρήξεις και δράματα. Ο ζόφος μιας ψυχής που χρόνια συμπιέζεται, θα ξεσπάσει πάνω μας σαν θεομηνία.

Oχι;

Παρίσι: Σάββατο στο Λούβρο

Δεδομένο 1ο: Το Παρίσι έχει πάρα, μα πάρα-πάρα πολλά μουσεία. Είναι αδύνατο να τα επισκεφτεί κανείς όλα μέσα σε λίγες μέρες (ή και σε πολλές). Οπότε το καλλίτερο που έχει να κάνει κανείς είναι να επιλέξει προσεκτικά τι τον ενδιαφέρει πραγματικά. Και φυσικά να πάει στα βασικά.

Το βασικότερο, αναμφίβολα, είναι το Λούβρο.

Δεδομένο 2ο: Όσοι έχουν επισκεφτεί το Λούβρο θα σας το πούνε: Είναι αδύνατο να δει κανείς όλα τα εκθέματα σε μια μέρα. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να δει ούτε τα μισά. Οπότε ή αφιερώστε του πολλές μέρες. Ή, το λογικότερο, επιλέξτε από πριν τι σας ενδιαφέρει να δείτε.

Με αυτό το σκεπτικό πέρασα το Σάββατό μου στο Λούβρο.

louvr1

Εγώ διάλεξα να δω ό,τι δεν υπάρχει στην Ελλάδα: Αίγυπτο και ανατολικούς πολιτισμούς, Αφρική, Αμερική και Ωκεανία. Ήθελα να δω τα ρωμαϊκά, από προσωπικό ενδιαφέρον και ό,τι άλλο μπορούσα.

louvr3

Δυστυχώς η αίθουσα με τα κοπτικά έργα, που πολύ με ενδιέφεραν, ήταν κλειστή εκείνο το Σάββατο. Next time…

egypt

Να και η μούμια:

louvr51

Το Λούβρο από μόνο του είναι ένα έργο τέχνης που απαιτεί την προσοχή μας

louvr11

Αυτά τα τεράστια αγάλματα είναι περσικά. Μου αρέσει που χαμογελάνε!

persia

louvr7

…και το χαμόγελο των Ετρούσκων

etrou1

Παντού θα δεις ανθρώπους να κάνουν σκίτσα από τα έργα ή να κρατάνε σημειώσεις

louvr8

Φυσικά την μεγαλύτερη προσοχή την τραβάνε οι διασημότητες:

louvr10

lovr12Τα αφρικανικά είχαν πολύ ενδιαφέρον. Δεν ήταν ρεαλιστικά κι από αυτή την άποψη θυμίζουν τα κυκλαδικά ειδώλια

louvr12Από την Κεντρική Αμερική. louvr13

Το γιγάντιο κεφάλι από τα Νησιά του Πάσχα

louvr14Είδα και αρκετούς πίνακες, κυρίως Ιταλικούς της πρώιμης Αναγέννησης, αλλά άφησα πολλά έξω. Ήδη ξέρω τι θέλω να δω την επόμενη φορά.

Παρίσι: Οι πρώτες φωτογραφίες

«Δεν ζεις στο Παρίσι, ζεις το Παρίσι», είχε γράψει ο Χρήστος Γιανναράς (Τα Καθ’ Εαυτόν) και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι έχει απολύτως δίκιο. Αυτή η πόλη, όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, έχει τον τρόπο να σε παρασέρνει στους ρυθμούς της και να σου μεταδίδει την αύρα της.

Δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια για να μπεις στο χορό του. Αρκεί να δεις το δρόμο από το παράθυρό σου μόλις ξυπνήσεις και το παραμύθι ξεκινάει:

parathiro

Δεν χρειάζεται ούτε να πας στα σπουδαία μνημεία, τις ιστορικές γωνιές και τα χαρακτηριστικά μέρη. Το Παρίσι είναι από κείνες τις πόλεις, που η βόλτα στους δρόμους, μπερδεμένος με τους κατοίκους, έχει τη δική της σημασία.

dromos1

dromos2

Όταν η βόλτα σε έναν εμπορικό δρόμο ή το σεργιάνισμα σε μια συνοικιά έχει τόση γοητεία, φανταστείτε πώς νιώθει κανείς, όταν περπατάει ή στέκεται μπροστά στα σημαντικά.

mous

fot_sikoua1

Απογευματάκι στην Παναγία των Παρισίων:

notrdam

Χαζεύοντας το Παρίσι μαζί με τις χίμαιρες της Νοτρ Νταμ:

chimeraΤo Caveau de la Huchette είναι ένα από τα ιστορικά Jazz club του Παρισιού κι από το 1946 που λειτουργεί, έχει φιλοξενήσει πολλούς και σημαντικούς τζαζίστες. Η ιστορία όμως του 5 της Rue de la Huchette δεν αρχίζει με την μεταπολεμική ευφορία: Πολλά επιφανή μέλη της επανάστασης του 1789, όπως ο Δαντών κι ο Ροβεσπιέρος, σύχναζαν στο ταβερνείο που υπήρχε εκεί τότε. Δολοπλοκίες συνωμοσίες, επαναστάσεις, δολοφονίες, όργια και ραντεβουδάκια συνέβαιναν σε αυτόν τον χώρο, που κουβαλάει ακέραια την πολύτιμη κληρονομιά του. Έτσι στους τοίχους μπορεί να δει κανείς ξίφη και πιστόλια, αλλά και μια… ζώνη αγνότητας. Εγώ κατέβηκα με προσοχή την στενή και γλιστερή σκάλα και απόλαυσα τους Rosebud Blue Sauce…

skala

jazz

Γιάννενα, 18/11

Ευγνώμων για όλα αυτά:

ioa1

dsc03167

Θα τα πουμε από το Παρίσι…

Για τον Θεόφιλο

…στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.

Οδυσσέας Ελύτης. Εν Λευκώ, σελ. 346

theofilos1

Ο Θεόφιλος ήταν ένας λαϊκός άνθρωπος. Ένας τρελός στα μάτια του κόσμου, που τον άκουε να λέει παράδοξα πράγματα για τις ζωγραφικές του, ή τον έβλεπε να ροβολά τους δρόμους ντυμένος Μεγαλέξαντρος μαζί μ’ ένα κοπάδι χαμίνια που είχε ντύσει «Μακεδόνους». Τον περιγελούσανù  του έκαμαν πολύ χοντρά αστεία ù  μια φορά τράβηξαν την ανεμόσκαλα όπου ήταν ανεβασμένος για την δουλειά του και τον έριξαν χάμω. Τόσο πολύ μας ενοχλούν οι άνθρωποι που δεν μας μοιάζουν. Όμως, ο περιπλανώμενος αυτός ζωγράφος καταναλώθηκε ολόκληρος, σαν ένας αυθεντικός τεχνίτης, στο δημιούργημά του. και το δημιούργημά του είναι ένα ζωγραφικό γεγονός για την Ελλάδα. Θέλω να πω: ένα γεγονός που δε διδάσκει λαογραφικά, όπως θα είχαμε την τάση να φανταστούμε, κοιτάζοντας τις φουστανέλες, τις βλάχες ή τις μορφές του λαϊκού εικονοστασιού, που αναπαρασταίνει, ή ακόμη παρατηρώντας τις επιφανειακές τεχνικές αδυναμίες του, την έλλειψη «σχολής» ή τον «πριμιβισμό» του, όπως θα έλεγαν. Αλλά είναι ένα γεγονός που διδάσκει  ζωγραφικά, που βοηθεί και φωτίζει όποιον έχει μιαν επαρκή οπτική συνείδηση, έστω κι αν βγαίνει από τα πιο φημισμένα εργαστήρια της Ευρώπης. Ύστερα από τον Θεόφιλο δε βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόποù  αυτό είναι το σπουδαίο και αυτό είναι το πράγμα που δε μας έφεραν τόσοι περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων ακαδημιών.

Ο Θεόφιλος μας έδωσε ένα καινούργιο μάτιù  έπλυνε την όρασή μας όπως αυγάζει ο ουρανός, και τα σπίτια, και το κόκκινο χώμα, και το παραμικρό φυλλαράκι των θάμνων, ύστερα από την κάθαρση ενός απόβροχουù  κάτι από αυτόν τον παλμό της δροσιάς. Μπορεί να μην είναι δεξιοτέχνης, μπορεί η αμάθειά του σε τέτοια πράγματα να είναι μεγάλη. Όμως αυτό το τόσο σπάνιο, το ακατόρθωτο πριν απ’ αυτόν για το ελληνικό τοπίο: μια στιγμή χρώματος και αέρα, σταματημένη εκεί μ’ όλη την εσωτερική ζωντάνια της και την ακτινοβολία της κίνησής τηςù  αυτό τον ποιητικό ρυθμό -πώς να τον πω αλλιώς- που συνδέει τα ασύνδετα, συγκρατεί τα σκορπισμένα και ανασταίνει τα φθαρτάù  αυτή την ανθρώπινη ανάσα που έμεινε σ’ ένα ρωμαλέο δέντρο, σ’ ένα κρυμμένο άνθος ή στο χορό μιας φορεσιάςù  αυτά τα πράγματα που τ’ αποζητούσαμε τόσο πολύ, γιατί μας έλειψαν τόσο πολύù  αυτή τη χάρη μας έδωσε ο Θεόφιλος (…)

Δεν έχω διόλου την επιθυμία να μειώσω τους μορφωμένος με τους αμόρφωτους, μήτε να υποστηρίξω πως η άσκηση και η μάθηση είναι πράγμα βλαβερό. Όπως τόσοι άλλοι φίλοι του ζωγράφου μας πολύ πιο ικανοί και πιο αρμόδιοι α’ αυτά τα θέματα από εμένα, το αντίθετο πιστεύω. Γιατί μόρφωση και μάθηση είναι άσκηση της ζωήςù  και η άσκηση της ζωής έχει πολλά να κερδίσει από ανθρώπους σαν τον Θεόφιλο που βρήκαν το δρόμο τους ψηλαφώντας, μόνοι, μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια μιας πολύ καλλιεργημένης, καθώς νομίζω, ομαδικής ψυχής όπως είναι η ψυχή του λαού μας. (…)

…Όμως δε θα ήθελα να τελειώσω προτού θυμηθώ, ίσως το πιο πολύτιμο πράγμα  που είχεù  τη μικρή κασέλα όπου φύλαγε τα σύνεργα της δουλειά του και τα βιβλία του. είναι ένα ξύλινο μπαουλάκι ζωγραφισμένο ολόκληρο με το χέρι τουù  η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ο Διάκος, ο Μπότσαρης, ο Γρίβας, και τα καταπληκτικά λουλούδια αυτού του κηπουρού της λεβεντιάς και του έρωτα, το στολίζουν. Ο φίλος που το έσωσε το διατηρεί όπως βρέθηκε, πλάι στο ζωγράφο, την παραμονή του Ευαγγελισμού του 1934. Όταν τ’ ανοίξεις, τα ίχνη της ζωής ενός μεγάλου ανθρώπου, θέλω να πω ενός ολόκληρου ανθρώπου, φανερώνονται συγκλονιστικά….

Ένας από τους καλύτερους νέους ζωγράφους μας μου έλεγε το αίσθημα που είχε όταν πρωτοείδε έργα του Θεόφιλου: «Μα αυτός μας γυρεύει πάρα πολλάù  γυρεύει να λέμε όλη την αλήθεια» συλλογίστηκε. Και η αλήθεια -η ολόκληρη- που μας δίνει ο Θεόφιλος είναι ο ολοζώντανος κόσμος του, ένας ζωγραφικός κόσμος χωρίς τεχνάσματα και χωρίς υπεκφυγές (…) Είναι καταπληκτική η δύναμη που έχει να μεταμορφώνει, σύμφωνα με το ρυθμό του, ό,τι αγγίξει. Κυριεμένος από το πάθος της έκφρασης, απορροφά και παράγει ζωγραφική όπου τη βρει και όπως μπορεί. Έτσι ζωγραφίζει ως το τέλος της ζωής του σε όποια επιφάνεια πετύχει: ξύλα, πανιά, τενεκέδες, παλιόχαρτα, τοίχους μαγαζιών ή σπιτιών. Αυτά του έδωσε ο Θεός και μ’ αυτά δημιούργησε ο μικρόσωμος αυτός άνθρωπος, αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, όπως τον βλέπω σε μια παλιά του φωτογραφία. Ο Θεόφιλος έπαιρνε κάποτε τις φιγούρες του από λιθογραφίες ή από δελτάρια. Το έκανεù  και ήταν ίσως ένας εμπειρικός τρόπος για ν’ ακουμπήσει κάπου το λογικό του και να απελευθερώσει το δαιμόνιο που είχε μέσα του. Αλλά και ο Βιτσέντζος Κορνάρος επήρε τις φιγούρες του ποιήματός του από ένα γαλλικό ρομάντσο της ιπποσύνης, που ήταν κι αυτό ένα είδος χρωμολιθογραφίας της εποχής. Τέτοια πράγματα έγιναν πολλές φορές Αλλά εκείνο που δε γίνεται πολλές φορές είναι ο Ερωτόκριτος ή το φως του Θεόφιλου, που μένει εκεί όπως στην πρώτη μέρα της δημιουργίας.

Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος πρώτος, σελ. 458-466

theofilos3

…χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, έφτασε, ανεξάρτητα και πάνω από την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα, να ενσαρκώνει μια προσωπικότητα ηθική σε παρθένα κατάσταση, που τα μάτια μας, ασκημένα στα συμβατικά μέτρα, δεν είναι σε θέση αμέσως να εκτιμήσουν.

Όλες οι πληροφορίες που έφτασαν ως εμάς για τον τρόπο που έζησε και έδρασε μας πείθουν ότι ο μικρόσωμος αυτός γιος ενός τσαγκάρη της Μυτιλήνης είχε το τεράστιο θάρρος να προχωρήσει μες στη ζωή στηριγμένος αποκλειστικά και μόνο στην αγαθότητα της ψυχής του, εντελώς απαλλαγμένος από τα καθημερινά πάθη και παραδομένος με την ευπιστία μικρού παιδιού στα όνειρα του. η διαύγεια που επιβάλλει στον ορατό κόσμο, κάθε φορά που μας τον παρουσιάζει στα έργα του, δεν είναι παρά η μεταγραφή της έντονης ροπής, που διαγράφεται μέσα του, να φτάσει αυτός ο κόσμος, ακριβώς όμως μέσα στα όνειρά του, σε μια κατάσταση άκακη, καθάρια, ευδαιμονική. Όπως κι η φανερή του προσήλωση στου Ήρωες δεν είναι παρά η συμβολική ανάθεση των ελπίδων ενός ταπεινού, που ζητά ν’ ακεραιωθεί μες στα αισθήματά του, προς τις δυνάμεις που ξεπερνούν τον άνθρωπο. Είναι οι δύο αυτές ροπές που συνθέτουν τελικά τη φυσιογνωμία του.

Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, σελ. 266

8eofilos-kapetan-giataganas

Ο Θεόφιλος δεν είναι ο ζωγράφος που θα μας διασκεδάσει με την αφέλειά του και την αθωότητά του ούτε ο χωρικός εις βάρος του οποίου θα γελάσουμε λιγάκι με αγαθότητα προστατευτικά. Αν η καθ’ υπερβολή ιδεαλιστική εποχή μας -και ας λένε μερικοί το αντίθετο- βρίσκει στον Θεόφιλο μερικά στοιχεία χωριάτικα και αφελή, αυτά είναι πολύ λίγα, ιδίως σχετικά με τα στοιχεία της γνώσεως, της βαθύτερης γνώσεως των πραγμάτων της ζωγραφικής.

Ο Θεόφιλος είναι ζωγράφος και μόνον ως  τέτοιον πρέπει να τον πάρουμε. Όλη του η σημασία έγκειται εις το εξής: ότι ξέρει να ζωγραφίζει και πολύ καλά μάλιστα. (…)

Εκείνο που στον Θεόφιλο φαίνεται για τους περισσότερους ως αμάθεια και αφέλεια, κατά βάθος δεν είναι παρά μια άλλη αντίληψη της ζωγραφικής, ίσως μάλιστα η σωστότερη. Μόνο άμα κριθεί μ’ αυτό το πνεύμα ο Θεόφιλος, δηλαδή ως ζωγράφος που βλέπει την φύση ως χρώμα -και όχι με το μεταφυσικό τρόπο της Αναγεννήσεως, η οποία είχε ανάγκη να κάνει αφαίρεση του πράγματος που λέγεται χρώμα στη φύση και να δώσει στο αντικείμενο ένα φωτισμό τεχνητό εργαστηρίου με μελετημένες αντιθέσεις, μ’ έναν τρόπο νέο που θυμίζει όμως γλυπτική, μόνο τότε μπορούμε να εκτιμήσουμε τις πραγματικές του αρετές. Τότε θα δούμε ένα σοφό καλλιτέχνη και όχι τον αθώο και διασκεδαστικό χωρικό. (…)

…Τη δουλειά του Θεόφιλου μπορούμε να τη χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους, που ξεχωρίζουν αρκετά μεταξύ τους. Πρώτη είναι η περίοδος της Θεσσαλίας. Όπως είπαμε και στην αρχή, τα έργα τα καμωμένα στη Θεσσαλία, αν εξαιρέσουμε τα πετυχημένα κι αριστουργηματικά του, είναι τις περισσότερες φορές σφιγμένα, με μια τάση για σχέδιο, που σπάνια φτάνει σ’ αποτέλεσμα, ενώ στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα που, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις -έχω υπ’ όψη μου μερικά θαυμάσια έργα- έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό. Η εποχή της επανόδου του στη Μυτιλήνη αποτελεί τη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του. ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας, που υπάρχει στα έργα του Βόλου, εξαφανίζεται εδώ για να δώσει τη θέση του σε μια χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους μα και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία. Τα έργα αυτά επιζητούν λιγότερο το σχέδιο, μα ίσως στο βάθος να είναι πιο σχεδιασμένα. Το χρώμα τους φτάνει σε μια λάμψη που εκφράζει ευτυχία, ξενοιασιά και, συγχρόνως, εκστασιακή αυτοσυγκέντρωση. Έχουν μιαν απίστευτη ποιότητα στην ύλη τους, μια δυνατή συνείδηση των κανόνων του έργου τέχνης, με την ανατολίτικη και βυζαντινή σημασία του όρου. Εκεί γύρω στην εποχή που θα συναντήσει τον Τeriade, ίσως όμως και λίγα χρόνια πριν, η ζωγραφική του αλλάζει. Αυτή είναι η τρίτη περίοδός του. εδώ τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, για να δώσουν τη θέση τους σε χρώματα πιο σωστά, πιο ζωγραφικά. Ό,τι ήθελε να κάνει στον Βόλο με  το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο, το καταφέρνει τώρα με τα δικά του μέσα: με το χρώμα. (…)

Γιάννη Τσαρούχη, Αγαθόν το εξομολογείσθαι, σελ. 17-19 και 143-146

theofilos21