Monthly Archives: Ιουνίου 2009

Στο Φάληρο που πλένεσαι

Πολλή ζέστα, ρε παιδιά. Ειδικά σήμερα έχουμε λιώσει. Τα κλιματιστικά δουλεύουν ολημερίς κι ολονυχτίς, αλλά τι να σου κάνουν κι αυτά; Από ένα σημείο και μετά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα – αγκομαχούν σαν ψωράλογα στην ανηφόρα και φτύνουν χλιαρό αέρα.

Οι ντόπιοι, που τους ρωτάω, μου λένε ότι έχουν περάσει και πιο ζεστούν Ιούνιους κι ότι ακόμα δεν έχω δει τίποτα. Ο Ιούλιος και Αύγουστος είναι ακόμα πιο ζεστός. Τέλος πάντων, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δεν προβλέπεται να είμαι εδώ, οπότε κάνω υπομονή, αφού σε λίγες μέρες θα επιστρέψω στην Ελλάδα. Θα πάω και στα Γιάννενα, απ’ όπου καθημερινά μου έρχεται η γκρίνια από τον αδερφό μου για τον εκεί καιρό, που είναι εντελώς αντίθετος: Καθημερινές βροχές και κρύο. Το οποίο -μη χαμογελάτε- καθόλου δεν με χαλάει. Μακάρι, μακάρι λέω, να κρατήσουν οι βροχές και οι δροσιές μέχρι να πάω, για να ανακουφιστεί το σώμα μου.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό λίγα πράγματα μπορείς να κάνεις για να ξεχαστείς. Η δροσιστική μουσική είναι ένα καλό αντίδοτο. Να, εγώ θυμήθηκα ένα τραγούδι αναψυκτικόν του Μάρκου γραμμένο το 1937:

Στο Φάληρο που πλένεσαι

περιστεράκι γένεσαι

Αλάνικο ζεϊμπέκικο σε δρόμο ραστ, όπως και πολλά άλλα τραγούδια του Βαμβακάρη, χωρίς περιττά λόγια και ποιητικούρες μας εισάγει στον ερωτισμό της αμεσότητας και του πραγματισμού, που μάλλον είναι οριστικά χαμένος στις μέρες μας:

Σε είδα χτες με το μαγιό

γεια σου τσαχπίνα μου Μαριώ

Κι επιπλέον μας κάνει συμμέτοχους όχι μόνο στον αθώο ηδονοβλεπτισμό του, αλλά στον πόθο και την μνησικακία του

Στης θάλασσας την αμμουδιά

με άλλον ήσουν αγκαλιά

Και μένα ούτε μια ματιά

δεν μού ‘ριξες σκληρή καρδιά

Ο Βαμβακάρης δεν προσπαθεί να ντύσει την γύμνια του. Δεν στρεψοδικεί. Δεν επιχειρεί να δικαιώσει την αποτυχία του με ωραία λόγια και μουσικές. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικός και αναντικατάστατος.

Advertisements

Αστειάκια

Το Σάββατο που μας πέρασε  ανακάλυψα κάτι που θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας:

Μαζευτήκαμε το μεσημέρι όλη η εδώ ομάδα σε κάποιο σπίτι για να φάμε. Μπορεί να μην ακολουθήσαμε το ρεύμα για τις παραλίες, μπορεί να περάσαμε το πρωινό στο γραφείο όπως κάθε μέρα, αλλά το μεσημέρι θέλαμε να χαλαρώσουμε.

Ευφρόσυνη ατμόσφαιρα. Αν και μπαφιασμένοι από τη ζέστη, ήμασταν όλοι ανεβασμένοι και σε καλή διάθεση. Άφθονο το φαγητό, κρύο το κρασί, σαλάτες, αναψυκτικά και ωραίο αρωματικό παγωτό για το τέλος -το πιάνετε το σκηνικό, να μην σας ζαλίσω άλλο.

Κι επειδή δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, επιτρέψτε μου να σας πω μόνο το ζουμί:

Κατάλαβα, λοιπόν, ότι η αντίληψη του χιούμορ που έχει ο κάθε άνθρωπος εξαρτάται από την θέση του.

Πάρτε για παράδειγμα το κλασικό αστείο:

Κάποιος πετάει μια τούρτα στο πρόσωπο του άλλου. Ποιοι το βρίσκουν αστείο/γελάνε;

Εκείνος, φυσικά, που πέταξε την τούρτα. Και οι όποιοι θεατές.

Αυτός που την έφαγε στη μάπα, δεν γελάει.

Προσέξτε τώρα:

Έστω ότι ο άνθρωπος που πασαλείφτηκε με σαντιγές ξεκαρδίζεται στα γέλια. Τι συμβαίνει;

Το όλο σκηνικό παύει να είναι αστείο για τους υπόλοιπους. Οι θεατές παγώνουν/απορούν και ο βασανιστής θυμώνει. Η επόμενη φορά θα είναι δριμύτερη.

Συνεπώς, για να γελάσει το κοινό -και να χαρεί και εκείνος που πετάει την τούρτα- θα πρέπει ο κλόουν που την δέχεται να κοιτάξει τους άλλους με το γνωστό θλιμένο του χαμόγελο. Αυτή είναι η τάξη των πραγμάτων – έτσι το αστείο λειτουργεί.

Αυτά σκεφτόμουν σιωπηλός όσην ώρα οι φίλοι μου λέγαν τα αστειάκια τους…

Τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης

Είδα χτες το βράδυ τα εγκαίνια του νέου μουσείου και πολύ τα χάρηκα.

Σεμνά και λιτά. Ταιριαστά στο ήθος και τον συμβολισμό του μνημείου. Και από αυτή την άποψη πολύ διδακτικά για όλους μας στη σημερινή περίσταση.

Ευτυχώς που τα σχέδια για «μεγαλοπρεπείς» τελετές υπό την διεύθυνση του Παπαϊωάννου ή οποιουδήποτε άλλου δεν προχώρησαν. Θα μετέτρεπαν τα εγκαίνια -το ίδιο το μουσείο κατ’ επέκταση- σε τηλεοπτικό γεγονός. Όμως το μουσείο της Ακρόπολης, όπως και κάθε μνημείο, βιβλιοθήκη, αίθουσα τέχνης, δεν έχει την ανάγκη της τηλεόρασης. Για να μην πούμε ότι αντιστρατεύεται αυτό που στον τόπο μας ονομάζουμε «τηλεοπτική» αισθητική/ηθική/αντίληψη.

Indiana Jones 5!

Από τις αρχές της εβδομάδας τα κινηματογραφικά sites βοάνε: Ετοιμάζεται πέμπτη ταινία του Ίντυ.

Πρώτος ο Shia LeBeouf σε συνέντευξή του αποκάλυψε ότι η ομάδα του Ιντιάνα συγκεντρώθηκε και εργάζεται πυρετωδώς πάνω στο σενάριο και μάλιστα ότι έχει ήδη βρεθεί το αντικείμενο που θα κυνηγάει ο Ιντιάνα.

Την επομένη o Frank Marshall, ο παραγωγός της σειράς έσπευσε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους:

Ναι, η ομάδα δουλεύει εντατικά στο σενάριο της πέμπτης περιπέτειας του Ιντιάνα. Ναι ο G. Loucas, o Spielberg και ο H. Ford θα συμμετέχουν. Αλλά όχι, ακόμα δεν έχει βρεθεί το αντικείμενο του πόθου.

Η προηγούμενη ταινία, το Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου, είχε τεράστια εμπορική επιτυχία, αλλά δεν ικανοποίησε απολύτως τους φαν. Αυτός φέρεται να είναι και ο βασικότερος λόγος που οι συντελεστές αποφάσισαν την επιστροφή του ήρωά μας.

Την ίδια άποψη έχω κι εγώ: Κάτι με χάλασε στην τέταρτη ταινία.

Έφταιξε η ηλικία του Χάρισον Φορντ; Όχι. Το σινεμά είναι παραμύθι, μαγεία που λένε, κι ακόμα και το πέρασμα του καιρού, αν χρησιμοποιηθεί δημιουργικά, ο μύθος βγαίνει κερδισμένος.

Και φυσικά η δουλειά του Σπίλμπεργκ ήταν εξαιρετική: Η ταινία είχε ατμόσφαιρα, ρυθμό και σκηνές -όπως η αρχική στην αποθήκη, που καταλήγει με τον Ιντιάνα στο ψυγείο ή το κυνηγητό μέσα στη ζούγκλα, που θα διδάσκονται στις κινηματογραφικές σχολές.

Ξανάδα την ταινία τον προηγούμενο μήνα και νομίζω ότι το βασικό της πρόβλημα ήταν στο σενάριο: Οι καταραμένοι οι εξωγήινοι.

Ο Σπίλμπεργκ δεν τους ήθελε, αλλά ο Λούκας επέμενε να μπουν, γιατί ήθελε να συνδέσει την σειρά με τα b-movies του ’50. Η ιδέα του στα χαρτιά ήταν καλή, όμως το πανί δεν την δικαίωσε. Οι εξωγήινοι βάρυναν πολύ το φινάλε, το τράβηξαν, το ξεχείλωσαν, το διέστρεψαν. Εκεί στα 10-15 λεπτά του τέλους η ταινία χάνει το στοίχημα με τον φανατικό θαυμαστή της. Είναι εξαιρετική, αντάξια των προηγούμενων, αλλά όχι ισάξια.

Για να δούμε την συνέχεια….

Θ. Πρίντζης: Αλτσχάιμερ

Το βιβλίο του Θ. Πρίντζη το πήρα μαζί μου στο καράβι για την Βενετία και το διάβασα μονορούφι στις μακρές ώρες του ταξιδιού.

Σας το λέω αυτό από την αρχή γιατί νομίζω ότι αποκαλύπτει και το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί ο Πρίντζης, αλλά και την επιτυχία του.

Το βιβλίο περιγράφει τις περιπέτειες ενός ιδεολόγου τεμπέλη που ζει σε μια οικογένεια ιδεολόγων τεμπέληδων. Φτωχοί και τεμπέληδες -πώς μπορούν και επιβιώνουν; Απλούστατα: Αρμέγοντας τη σύνταξη της γιαγιάς – και μετρώντας και την κάθε δεκάρα πριν την ξοδέψει. Έλα όμως που η γιαγιά παθαίνει αλτσχάιμερ και ο ήρωάς μας χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Στο εξής θα επιδοθεί σε μια σειρά σοφά μελετημένων κινήσεων για να διατηρήσει το ζηλευτό προνόμιό του.

Ο συγγραφέας παίζει με τη φωτιά: Ο ήρωάς του, τα είνητρά του είναι ελαφρά, αλλά οι καταστάσεις που μπλέκει είναι βαριές, καταθλιπτικές και μακάβριες. Η αντίθεση ανάμεσα στην ανεμελιά του ήρωα και την βαριά ασθένεια με το προδιαγεγραμένο τέλος είναι μεγάλη. Παρόλα αυτά ο Πρίντζης βγαίνει νικητής: Η αφήγησή του κερδίζει από το θανατερό αγκάλιασμα και η ιστορία του αποκτά απρόσμενες περιπλοκές και εξελίξεις. Κερδισμένος δηλαδή είναι και ο αναγνώστης: Εκείνος που θέλει να ξεκουράσει το μυαλό και την ψυχή του με ένα καλογραμμένο βιβλίο, με μια ενδιαφέρουσα και ελκυστική ιστορία. Χαμένος είναι μόνο ο… ήρωας, καθώς στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την αεργία του, καταλήγει να σπαταλά πολύ περισσότεη σωματική δύναμη, νοητικές ικανότητες, ψυχική γαλήνη, από όσες αν έκανε την οποιαδήποτε συμβατική εργασία.

Η αφήγηση του Πρίντζη πλέκει δεξιοτεχνικά ένα σωρό διαφορετικά είδη: Το αστυνομικό μυθιστόρημα, το αισθηματικό, το φιλοσοφικό, το ψυχολογικό, η λογοτεχνία της φρίκης, όλα είναι εδώ και κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη.

Παρόντες είναι και δεκάδες συγγραφείς, παλαιοί και νέοι, που αναμειγνύονται σε ένα απολαυστικό βιβλιοφιλικό κοκτέιλ.

Το σπάσιμο του δοντιού

Μεσημέρι Σαββάτου.

Λευκωσιάτικου Σαββάτου, ζεστού και άπνοου, πήγαινα στο σπίτι ενός φίλου ελλαδίτη. Η άσφαλτος λιωμένη από την ζέστα υποχωρούσε σε κάθε βήμα μου και η αψεγάδιαστη διαύγεια του ουρανού μου βασάνιζε το σώμα και μου ίδρωνε την καρδιά.

Το είχα αποφασίσει: Τέρμα τα μεσημεριανά τραπέζια μέχρι τον Νοέμβριο. Θα το δηλώσω απερίφραστα και κατηγορηματικά. Δεν αντέχω να κυκλοφορώ με τέτοια ζέστη – δεν αντέχω να βγαίνω από το σπίτι.

Το φαγητό όμως με αποζημίωσε και με το παραπάνω: Μοραΐτικη γουρουνοπούλα  ψητή και δροσερή σαλάτα και κρύο λευκό κρασί. Ναι, η επώδυνη πεζοπορία είχε οριστικά ξεχαστεί. Ναι, ήμουνα έτοιμος να την επαναλάβω για ένα τέτοιο γεύμα.

Είχαμε κέφι.

Γελώντας, νομίζω, άπλωσα το δεξί μου χέρι. Άκουγα την διήγηση του οικοδεσπότη μου, αλλά τα μάτια μου είχαν στυλωθεί στην ροδοκόκκινη πέτσα που είχα τσιμπήσει. Έκοψα ένα κομμάτι και το έφερα στο στόμα μου.

Όχι, εκείνη την ώρα δεν με ένοιαξαν ούτε οι θερμίδες ούτε οι χοληστερίνες. Δεν σκέφτηκα τίποτα. Πρόβλημα δεν φαινόταν στον ορίζοντα, όλα ήταν γαλανά και διαυγή σαν τον βασανιστή ουρανό. Περνούσαμε καλά – όλα ήταν ωραία.

Η πέτσα, σκληρή και νόστιμη, περιηγήθηκε στη στοματική μου κοιλότητα. Γνωρίστηκε με τον ουρανίσκο, τον φάρυγγα, την γλώσσα, τα χείλη, τα μάγουλα, πλύθηκε στο σάλιο μου και στρώθηκε πάνω στους προγόμφιους.

Το σαγόνι έκλεισε.

Και τότε το ένιωσα.

Κοιτάχτε, έχω μια θεωρία: Όλα πάνε καλά στον οργανισμό σου, είσαι απολύτως υγιής, όταν δεν νιώθεις το σώμα σου. Όταν όλα τα όργανά σου λειτουργούν σαν να μην υπάρχουν. Αν αρχίζεις και νιώθεις την ύπαρξη κάποιου, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Εγώ, εκείνη τη στιγμή που έκλεισε το σαγόνι μου εγκλωβίζοντας την γουρουνόπετσα ανάμεσα στα δόντια, ένιωσα την ύπαρξη του πάνω αριστερού προγόμφιου.

Σκατά.

Έφτυσα την μπουκιά μου και προσπάθησα να εξηγήσω στον διαπορόντα οικοδεσπότη μου τι συνέβαινε. Έτρεξα στην τουαλέτα να ψηλαφήσω τη ζημιά.

Φυσικά δεν χρειαζόταν.

Ήξερα ακριβώς τι είχε συμβεί…

Μια βδομάδα μετά τις Ευρωεκλογές…

…τα πράγματα δεν μοιάζουν καθόλου με όσα προβλέπανε οι δημοσιογράφοι και όσα άφηνε να διαφανούν η στείρα προεκλογική περίοδος.

Περιμέναμε τα δυο κόμματα να κορυφώσουν την βαρετή παράθεση μονολόγων, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στο «-Φύγετε, -Δεν φεύγουμε».

Όχι, τέτοιες αντιπαραθέσεις δεν έχουμε.

Ακόμα και τα αποτελέσματα των εκλογών ελάχιστα συζητήθηκαν δημόσια: Οι θριαμβολογίες των νικητών ήταν λίγες και μετρημένες και οι μεμψιμοιρίες των ηττημένων ακόμα λιγότερες.

Αντιθέτως, ο δημόσιος διάλογος και η πολιτική πράξη στράφηκαν γύρω από ένα πρόβλημα που για χρόνια βασανίζει τους πολίτες των αστικών κέντρων: Την λαθρομετανάστευση.

Είναι αναμφίβολη επιτυχία του Γ. Καρατζαφέρη: Πολύ σπάνια ένα μικρό κόμμα καταφέρνει να επιβάλει την πολιτική ατζέντα. Κι αντίστοιχα είναι αποτυχία των μεγάλων κομμάτων, που τόσον καιρό, τόσα χρόνια, δεν έβλεπαν το πρόβλημα, δεν εκτιμούσαν τις διαστάσεις του και τον αντίκτυπό του στην καθημερινότητα των πολιτών. Αν βέβαια δεν μιλούσαν –και δεν δρούσαν- για το θέμα αυτό από σεβασμό στα αριστερίστικα τοτέμ του παρελθόντος, η αποτυχία τους είναι ακόμα μεγαλύτερη. Ευτυχώς δηλαδή που η πλειοψηφία των πολιτών απαλλάσσεται από τέτοιες αγκυλώσεις και απαιτεί ρεαλιστικές λύσεις στα πραγματικά του προβλήματα.

Αντιθέτως, η άλλη νέα παράμετρος που έβγαλε η κάλπη, οι Οικολόγοι-Πράσινοι, δεν φαίνεται να προσθέτουν κάτι παραπάνω στον δημόσιο διάλογο. Ο λόγος είναι προφανής.

Κουβέντα έγινε επίσης για τις δημοσκοπήσεις και τα exit-poll:

Στο επίκεντρο μάλιστα βρέθηκε η διαβόητη δημοσκόπηση της Public Issue και της Καθημερινής, η οποία δύο μήνες πριν τις εκλογές έδινε 7,5 μονάδες διαφορά ανάμεσα στα δυο κόμματα.

Ας ευλογήσω λίγο τα γένια μου:

Είχα επισημάνει και το πρόβλημα αλλά και την γραμμή άμυνας του καλού Συγκροτήματος.