Monthly Archives: Αύγουστος 2009

Δυο λόγια για το “Inglourious Basterds”

1.   Η παγκόσμια κινητοποίηση που έχει προκαλέσει αυτή η ταινία είναι πρωτοφανής: Χωρίς ιδιαίτερο star-power, χωρίς καμιά μεγάλη διαφημιστική καμπάνια, με μοναδικό μαγνήτη το όνομα του σκηνοθέτη, οι θεατές όπου γης σπεύδουν και γεμίζουν τις αίθουσες. Ο Ταραντίνο συνεπώς πρέπει να είναι ο σκηνοθέτης που έχει σήμερα τους πιο πιστούς και αφοσιωμένους οπαδούς.

Θα μου πείτε: Γιατί ο Scorcese λίγους φίλους έχει;

Ο Σκορσέζε έχει οργανώσει ένα εξαιρετικά πετυχημένο σύστημα δημοσιότητας, αλλά πόσους κινηματογραφόφιλους μπορεί στ’ αλήθεια να συγκινήσει ένας σκηνοθέτης, που έχει να γυρίσει σπουδαία ταινία από το 1990 (Τα Καλά Παιδιά) και καλή ταινία από το 1995 (Καζίνο);

Ο Tarantino επιβεβαίωσε με τους Basterds ότι απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, το κοινό του. Ένα κοινό που ο ίδιος ανακάλυψε και πολύ δύσκολα μπορεί να προσεγγίσει, πόσο μάλλον να το ικανοποιήσει, άλλος σκηνοθέτης.

2.   Η ταινία έχει όλα εκείνα τα συστατικά που ενθουσιάζουν τους επαγγελματίες της κινηματογραφικής κριτικής: Γενναιόδωρες αναφορές σε σκηνοθέτες και κινηματογραφικά είδη του παρελθόντος (κι όχι μόνο στα σπαγγέτι-γουέστερν και τον Σ. Λεόνε, αλλά και στο κλασικό αμερικάνικο και τον Τζον Φορντ), περίτεχνα στημένες σκηνές, εξεζητημένες γωνίες λήψεις, νευρική κίνηση της κάμερας και μοντάζ. Ο Ταραντίνο είναι από τους πιο μεγάλους δεξιοτέχνες σκηνοθέτες της εποχής μας!

Κι όμως, όπως κι ο ίδιος τονίζει σε κάθε του συνέντευξη, όπως αντιλαμβάνεται ο οποιοσδήποτε θεατής των ταινιών του, στις ταινίες του όλα ξεκινούν και τελειώνουν με το σενάριο.

Κι όταν λέω σενάριο δεν εννοώ την ιστορία καθαυτή. Έτσι κι αλλιώς από ταινία σε ταινία υπόθεση έχει όλο και λιγότερη επαφή με την πραγματικότητα, γίνεται όλο και πιο εξωπραγματική, αφαιρετική και σουρεαλιστική. Η υπόθεση στις ταινίες του Tarantino είναι σαν το σακί, το οποίο θα γεμίσει με τα χίλια-δυο καλούδια του δημιουργού της.

Προσέξτε, δεν υποτιμώ την σημασία της υπόθεσης, της δομής και, οπωσδήποτε, ενός δυνατού κι απροσδόκητου φινάλε. Πιστεύω όμως πως πολύ μεγάλη σημασία έχουν οι φοβεροί και τρομεροί διάλογοι, η ανάπλαση του κινηματογραφικού παρελθόντος, το παιχνίδι και η ανακαίνιση των πλέων τετριμμένων κλισέ.

3.   Η ιστορία είναι γνωστή σε όλους: Μια ομάδα Αμερικανοεβραίων περιπλανιέται στην γερμανοκρατούμενη Γαλλία δολοφονώντας με βίαιο και φρικιαστικό τρόπο ναζί στρατιώτες.

Σε μια πρώτη, δηλαδή, ματιά ο κόσμος των Άδοξων Μπάσταρδων είναι χωρισμένος στα δύο: Στο Απόλυτο Κακό, τους Ναζί, και το Απόλυτο Καλό, τους Συμμάχους.

Μοιάζει γνώριμο, μοιάζει καθησυχαστικό, μοιάζει αναμενόμενο, μοιάζει απολύτως political correct –είναι όμως έτσι;

Οι Αμερικανοεβραίοι της ταινίας είναι σφαγείς χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Σφάζουν χωρίς τύψεις και συνεχίζουν τον δρόμο τους. Έχουν βέβαια μια καλή δικαιολογία, αλλά…

Τα θύματά τους, αντιθέτως, έχουν σχεδόν πάντα ένα ανθρώπινο πρόσωπο: Ο αξιωματικός που συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους ιπποτικούς κώδικες της τιμής ή ο νεαρός στρατιώτης που πριν λίγο έγινε πατέρας. Ακόμα κι ο ναζί ήρωας πολέμου, που κατάφερε να απωθήσει τον στρατό των συμμάχων μόνος του, παρουσιάζεται σαν ένα γλυκό κι ευγενικό αγόρι που αγαπάει με πάθος το σινεμά!

Και, ναι, ο Ταραντίνο κάνει κι αυτό: Μιλάει με θαυμασμό για τις ταινίες που γυρίστηκαν υπό την επίβλεψη του Γκέμπελς!

– Δηλαδή ο Ταραντίνο είναι ναζιστής;

Όχι, το αντίθετο. Απλώς παίζει με τις βεβαιότητές μας. Μας δείχνει την άλλη πλευρά και περιμένει να μετρήσει αντιδράσεις. Γίνεται θεατής των θεατών του έργου του.

4.   Αν θέλω να συνοψίσω την γνώμη μου για το Άδωξοι Μπάσταρδη, θα έλεγα ότι είναι μια ταινία που θα την χαρούν όσοι χαίρονται τις ταινίες του Tarantino. Οι οποίοι, τελικά, είναι πάρα πολλοί. Απροσδόκητα πάρα πολλοί. Και πολλές. Τονίζω αυτό το πολλές, επειδή εγώ αφελώς θεωρούσα τις ταινίες του Ταραντίνο αγορίστικη υπόθεση (ξέρετε τώρα: βία, όμορφα κορίτσια, ωραία αυτοκίνητα και foot massage…), αλλά έκανα λάθος: Στο σινεμά είδα πολλές κοριτσοπαρέες και δεν είναι η ταινία που πας κατά λάθος.

Ο Μπραντ Πιτ είναι καταπληκτικός: Παίζει έναν χωριάτη γιάνκη, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ηθικές ή αισθητικές αρχές. Όσκαρ; Ίσως…

Στην οθόνη παρελαύνουν και πολλές-πολλές καινούργιες φάτσες, που θα μας απασχολήσουν σίγουρα στο μέλλον.

Το σάουντρακ γεμάτο με μουσικές του Morricone περιμένω να το ακούσω σε CD για να έχω πιο συγκροτημένη άποψη. Είναι απολύτως λειτουργικό στην ταινία, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι θα παίξει στο CD player τόσο όσο τα προηγούμενα.

————————————

Το κείμενο είναι χαρισμένο στον zamuk, ο οποίος παρά τον όγκο των κειμένων που κυκλοφορούν στο δίκτυο για το Inglourious Basterds, θέλησε να μάθει και την δική μου άποψη.

Ο ραγιάς και η φωτιά

Ο apos κατάφερε στην χτεσινή του ανάρτηση μέσα σε 300 λέξεις να περιγράψει ένα σωρό παράγοντες, πολιτικούς, κοινωνικούς, διοικητικούς, που ευθύνονται για το χάλι, που κάθε τόσο αντιμετωπίζουμε. Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν κι άλλοι, ότι είναι ένα σφιχτό δίχτυ που μέσα του είμαστε εγκλωβισμένοι.

Κι όταν λέω χάλι, δεν εννοώ την πυρκαγιά καθαυτή, τις πλημμύρες, την ανεπάρκεια της Διοίκησης κτλ. Όλα τα κράτη του κόσμου, ακόμα και τα πιο προηγμένα, τα πιο hi-tech, υφίστανται καταστροφές και πανωλεθρίες, κι ολιγωρίες θα βρεις παντού -δεν είναι εκεί το θέμα, αυτά μπορούν να διορθωθούν.

Αυτό που φαίνεται ότι δεν διορθώνεται είναι η αντίληψή μας.

Που δεν λειτουργούμε σαν συγκροτημένη, συνεκτική κοινωνία, αλλά αντιδρούμε κάθε φορά με τον ίδιο κι απαράλλαχτο τρόπο: Σαν τα μικρά παιδιά, που δεν παραδέχονται ότι μίλαγαν κατά την διάρκεια του μαθήματος, αλλά δείχνουν τον διπλανό τους –αυτός φταίει.

Κι ακόμα χειρότερα: Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την Πολιτεία, είτε σε μια έκτακτη καταστροφή, όπως τώρα με τις φωτιές, είτε στους σεισμούς, είτε όταν μας γίνεται κάποιος έλεγχος, πάντοτε, είναι σαν να είναι κάτι πέρα από εμάς, κατί εκτός από εμάς, κάτι που μας βαραίνει, που προσπαθούμε να το κοροϊδέψουμε, αλλά απαιτούμε την συνδρομή του στην δύσκολη στιγμή.

Αντιμετωπίζουμε το Κράτος, την Πολιτεία, σαν μεταφυσική δύναμη.

Δεν αισθανόμαστε ότι η Πολιτεία είναι ένα ευρύτερο σύνολο, στο οποίο ο καθένας από μας παίζει σημαίνοντα και καθοριστικό ρόλο.

Σε καιρούς ειρηνικούς το Κράτος μας τη σπάει, προσπαθούμε να του ξεφύγουμε, πασχίζουμε να αποφύγουμε τις υποχρεώσεις μας – σε καιρούς δοκιμασίας αποζητούμε την στοργική αγκαλιά του και το περιμένουμε σαν από μηχανής θεό.

Δεν συμπεριφερόμαστε σαν ελεύθεροι πολίτες μιας ευρωπαϊκής, αστικής δημοκρατίας, μοιάζουμε πιο πολύ με καπάτσους υπηκόους κάποιας ασιατικής απολυταρχίας.

Συμπεριφερόμαστε ακόμα σαν να είμαστε ηρωικοί ραγιάδες, σαν να ζούμε στην Οθωμανία του 19ου αιώνα. Έβλεπα χτες έναν πυρόπληκτο κοινοτάρχη: Τα είχε με την πυροσβεστική, γιατί τους τηλεφώνησε το Σάββατο το πρωί για να πάνε αεροπλάνα στο χωριό του, κι αυτά πήγαν μετά από μία ολόκληρη ώρα. Ο δημοσιογράφος κούναγε περίλυπος το κεφάλι κρατώντας το μικρόφωνο σταθερά κάτω από το στόμα του, αλλά εγώ δεν μπορούσα να μην τον βλέπω σαν κοτζαμπάση χωρίς τουρμπάνι: Ακούς εκεί, ολόκληρος κοινοτάρχης να τους τηλεφωνεί κι αυτοί να μην ανταποκρίνονται στο δευτερόλεπτο! Τι σημασία έχει η ευρύτερη εικόνα, ο γενικός σχεδιασμός, οι πιο επείγουσες ανάγκες, οι αντικειμενικές δυσκολίες; Αυτός ο ίδιος τηλεφώνησε!

Το παράξενο είναι ότι κατά βάθος φαίνεται να μας βολεύει αυτή η κατάσταση.

Ίσως μας είναι πιο εύκολο να ψάχνουμε «παραθυράκια» ή γνωστούς παρά να είμαστε εντάξει στις υποχρεώσεις μας. Και είναι σαφές ότι είναι πολύ πιο εύκολο, πολύ πιο ανώδυνο, να ρίχνουμε τις ευθύνες σε έναν, σε δύο, σε πέντε ή δέκα άτομα για τις καταστροφές που κάθε φορά υφιστάμεθα, παρά να προσπαθούμε να βρούμε την βαθύτερη αιτία και να προσπαθούμε να την γιατρέψουμε. Είναι πολύ εύκολο, είναι καθησυχαστικό, για όλα να ευθύνονται δυο-τρεις «ανίκανοι» κι εμείς να είμαστε πάντα αθώοι, ανεύθυνοι, εν δικαίω και… ικανοί.

Διαβάζω σήμερα στο άρθρο του Γ. Πρετεντέρη:

…η Αττική καίγεται εδώ και μία τριακονταετία μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία, η οποία δεν θέλει ΧΥΤΑ, ζει με αυτοσχέδιες χωματερές, κτίζει αυθαίρετα στα προηγούμενα καμένα και κλαίει όταν απειλούνται στην επόμενη πυρκαϊά, ασκεί την παρανομία και τον συμψηφισμό, δίνει λεφτά για πυροπροστασία σε φαύλους και ανίκανους δημάρχους ή νομάρχες, εξεγείρεται αν η ανικανότητά τους ελεγχθεί, βάζει φωτιά για να κάψει τα σκουπίδια της και πετάει μπουκάλια ή αποτσίγαρα στα ξερά. Είναι μια κοινωνία χωρίς στοιχειώδη κοινωνική συνείδηση.

Έχει άδικο; Μήπως η κατάσταση είναι διαφορετική;

Κι αν έχει δίκιο θα μιλήσουμε και γι’ αυτά ή θα αναλωθούμε ολοκληρωτικά στον σκυλοκαβγά που ξεκινάει;

Μήπως πιστεύουμε ότι θα βρεθεί τελικά εκείνος ο υπεράνθρωπος που θα σβήνει τις φωτιές, θα αποτρέπει τις πλημμύρες και τους σεισμούς, θα πολεμά την ξηρασία, θα μας δροσίζει στους καύσωνες;

Γένοιτο…

Ο παράγοντας Χριστοφοράκος

Πόσον καιρό ασχολούμαστε με τον Χριστοφοράκο; Τουλάχιστον για ένα εξάμηνο -το έχετε συνειδητοποιήσει;

Προσέξτε: Όχι με το σκάνδαλο Siemens καθαυτό, δηλαδή τι συνέβη και, κυρίως, τι σημαίνει για την κοινωνία και το πολιτικό μας σύστημα. Όχι. Ασχολούμαστε με τον ίδιο τον Χριστοφοράκο, σαν πρόσωπο, τα διαρκή πηγαινέλα του στους εισαγγελείς, τα νοσοκομεία, την Γερμανία.

Ένα μείζον πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο κατάντησε από τους δημοσιογράφους μας σε πλαδαρή σαπουνόπερα χωρίς ειρμό, χωρίς στόχευση, χωρίς πρωτοτυπία.

Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν έρθει ο Χριστοφοράκος στην Ελλάδα -γιατί, ας μην είμαστε τόσο γελοίοι όσο θέλουν να πιστεύουν οι ασώματες κεφαλές των Δελτίων, ο Χριστοφοράκος θα έρθει όταν ολοκληρωθούν οι διαδικασίες- ακόμα κι αν μιλήσει για όλους κια για όλα, ακόμα κι αν παρουσιάσει τα φοβερά και τρομερά DVD του, κανένας σεισμός δεν θα συγκλονίσει το πολιτικό και διοικητικό μας σύστημα.

Το Πασόκ και ο πρόεδρός του άλλωστε πρόλαβαν να χαράξουν τον δρόμο:

Ακολουθώντας την αποδοτική πρακτική του Κ. Σημίτη, ο Γιώργος Παπανδρέου βλέπει την διαφθορά όχι σαν δάσος, αλλά σαμ μεμονωμένα δέντρα, για να χρησιμοποιήσω την εικόνα του Στ. Λυγερού. Φόρτωσε λοιπόν όπως-όπως και βιαστικά τις όποιες αμαρτίες στις πλάτες του Τσουκάτου και του εξαφανισμένου Μαντέλη και ενέδυσε τον εαυτό του και τους υπολοίπους με καθαρό μανδύα. Με την βοήθεια των γνωστών-αγνώστων το κόλπο, φυσικά, έπιασε, γιατί να μην είναι περήφανοι;

Διότι, αν δεν το καταλάβατε, για την διαφθορά στη χώρα κατά την περίοδο 1996-2004 ευθύνεται ένας μυστικοσύμβουλος κι ένας δευτεροκλασάτος υφυπουργός.

Συνεπώς αν βρεθεί και άλλο κόμμα ή οργανισμός ή υπηρεσία στο μάτι του κυκλώνα, θα ακολουθήσει αυτή την απλή πλην όμως αποδοτική συνταγή: Ο αδύναμος κρίκος θα απομονωθεί και θα συνεχίσουμε έτσι -αμφιβάλλει κανείς;

Ο παράγοντας Χριστοφοράκος, όπως κατάντησε, δεν φαίνεται ότι θα προσφέρει τίποτα στον πολίτη -ούτε καν μια ικανοποίηση του περί δικαίου συναισθήματος. Αντιθέτως, χρησιμεύει στους κενούς σπουδαρχίδηδες ένθεν κακείθεν να κενολογούν χωρίς να ασχολούνται με τα προβλήματα της χώρας. Κι όταν αναφέρομαι σε προβλήματα της χώρας, δεν εννοώ τόσο τα οικονομικά, αλλά στην ανάγκη βαθύτερων και ουσιαστικών αλλαγών, που θα μας ξεβολέψουν όλους και θα αλλάξουν κάπως την νοοτροπία μας.

Περιμένοντας τον Ταραντίνο

Θυμάμαι πολύ έντονα την πρώτη φορά που είδα το Reservoir Dogs:

Στα Γιάννενα, σε ένα υπόγειο σινεμά, το «Πολυθέαμα», με μονοφωνικό ήχο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ήταν η περίοδος της μεγάλης άνθισης του «ανεξάρτητου» αμερικάνου κινηματογράφου και μας άρεσε να βλέπουμε ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με τεχνικές ατέλειες, που αποκαλύπτανε γωνιές του αμερικάνικου ονείρου που δεν είχαν κινηματογραφηθεί ξανά ή ανεπεξέργαστη ποιητικότητα. Με την ταινία του Ταραντίνο το πράγμα όμως ήταν διαφορετικό: Ήξερες πως εδώ κάτι συμβαίνει, παρότι ήταν δύσκολο τότε να το προσδιορίσει κανείς ή όσοι το επιχείρησαν εκ των υστέρων διαψεύστηκαν.

Μια ταινία για ληστεία, χωρίς ληστεία. Μια ταινία για φτηνιάριδες μικροκακοποιούς που μιλάνε ασταμάτητα περί παντός επιστητού. Μια ταινία που αντιμετωπίζει την βια, την ωμή και χυδαία βία, με εντελώς διαφορετικό και παρόλα αυτά οικείο στον θεατή τροπο.

Το Pulp Fiction το πρωτοείδα στο «Ιντεάλ» και το ξανάδα τον επόμενο μήνα στα Γιάννενα.

Ξέρετε, είναι σχετικά εύκολο να δημιουργήσει κανείς το πρώτο του έργο. Υπάρχουν εκατομμύρια συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικοί που με την πρώτη τους δουλειά έδωσαν υποσχέσεις, αλλά μετά εξαφανίστηκαν. Ο  πραγματικός δημιουργός φαίνεται όταν προχωράει από το πρώτο στο δεύτερο.

Pulp Fiction

Είναι πολλά τα θέματα που μπορεί να συζητήσει κανείς σε σχέση με το έργο του Tarantino: Η θέση της μουσικής / Οι διάλογοι / Η χρήση της βίας / Το πώς ξεπερνάει το genre υπηρετώντας το / Η σχέση του με τους ηθοποιούς -όλα αυτά είναι δομικά και πολύ σημαντικά στοιχεία της δουλειάς του. Πιο σπουδαία όμως μου φαίνεται η κινηματογραφοφιλία του. Η εικόνα τον παρουσίαζε σαν ένα από εμάς: Ένας νεαρός υπάλληλος σε βίντεο κλαμπ που έχει δει χιλιάδες ταινίες γυρίζει τώρα και τις δικές του. Τα πράγματα βέβαια είναι πιο περίπλοκα, όπως κι ο ίδιος ο Ταραντίνο έχει κατά καιρούς εξηγήσει, αλλά κι αυτός ο μύθος έχει στον πυρίνα του μια βασική αλήθεια: Ο νεαρός σινεφίλ της δεκαετίας του ’90, που είχε μπουχτίσει από τα απομεινάρια των θεωρητικών του ’60 και του ’70, αναγνώριζε στις ταινίες του Ταραντίνο κάτι από την δική του σχέση με το σινεμά.

Το παιχνίδι του Ταραντίνο με την κινηματογραφοφιλία μας γίνεται ξεκάθαρο στην δεύτερη ταινία του. Παίρνει τις κλασικές ιστορίες, που χίλιες φορές τις μας τις έχουν διηγηθεί κι άλλες τόσες εμείς καθίσαμε να τις δούμε: Το ζευγάρι των ληστών (αλά Μπόιντ και Κλάιντ) ξεκινάει να ληστεύει ένα εστιατόριο / Δυο μικρογκάνγκστερ πηγαίνουν να εισπράξουν μια οφειλή για λογαριασμό του αφεντικού τους / Ένας ξεπεσμένος μποξέρ αποφασίζει να πουλήσει το τελευταίο του ματς / Ο σωματοφύλακας ερωτεύεται την γυναίκα του αφεντικού. Κι ενώ οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις ξεκινάν από πολύ γνωστές αφετηρίες κι εμείς ξαπλώσαμε ανυποψίαστοι στις πολυθρόνες μας για να παρακολουθήσουμε μια γνώριμη διαδρομή, όλες οι ιστορίες στην πρώτη στροφή αλλάζουν ρότα και μας προσφέρουν ένα από τα πιο απολαυστικά κινηματογραφικά ταξίδια σε μια εποχή που όλοι λίγο-πολύ αισθανόμαστε ότι τα έχουμε δει όλα.

Kill Bill Quad

Το μυστικό της επιτυχίας όμως του Ταραντίνο είναι ακριβώς αυτό: Δεν κάνει ποτέ το προφανές. Δημιουργεί κόσμους κινηματογραφικά οικείους, αλλά δεν μένει σε αυτούς, προχωράει στο ανοίκειο, το παράδοξο, το ξένο. Ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τις ευκολίες που έχει σαν δημιουργός, καταφέρνει πάντα να μας πάει εκεί που δεν το περιμένουμε: Την αποσδόκητη, πολύχρωμη αιματοχυσία του Kill Bill vol. 1 διαδέχτηκε ένα δράμα δωματίου ανάμεσα σε δυο συζύγους που προσπαθούν να αλληλοεξοντωθούν -μια ταραντινική εκδοχή του Who’s Afraid of Virginia Woolf?–  στο vol. 2, για να περάσουμε στο διονυσιακό Death Proof που έκανε τους σοβαροφανείς κριτικούς που συνέχιζαν να κοιτάζουν τις ταινίες του πίσω από τα γυαλιά που κρέμονταν στις μύτες τους, να τα χάσουν και να μην μπορούν να τοποθετηθούν: Είναι καλή ταινία; Είναι κακή; Μα είναι ταινία;

Γιατί, από μια άποψη, ο Ταραντίνο μετά την πρωτοφανή επιτυχία του Pulp Fiction άρχισε να γυρίζει ταινίες που απευθύνονταν στον κύκλο των οπαδών του, τον οποίο ολοένα στένευε. Έτσι, όσο κουλ κι αν προσπαθούσε να εμφανιστεί ο Νίνος Φένεκ, όσο υπομονή κι αν έκανε στις προηγούμενες ακροβασίες του, στο Death Proof άρχισε να ξεφυσάει.

Τώρα, με το Inglorious Basterds φαίνεται να ανοίγεται σε ένα ευρύτερο κοινό: Χρησιμοποιεί για πρώτη φορά σε ταινία του έναν σταρ πρώτης γραμμής, τον Μπραντ Πιτ, χωρίς να υποχωρεί ούτε χιλιοστό από την θέση του: Το χαρωπό αιματοκύλισμα αυτή τη φορά θα λάβει χώρα στην γερμανοκρατούμενη Ευρώπη…

inglorious-basterds1

Ρεμβάζοντας με τον κυρ-Αλέξανδρο τον Δεκαπενταύγουστο

Το έρημο ξωκλήσι, ο φιλέρημος γέροντας, οι πανηγυριστές που αναμένονται, ένα πρόωρα χαμένο κοράσιον, τα απαραίτητα γραΐδια… Όλα τα παπαδιαμαντικά υλικά είναι εδώ για να γιορτάσουν την Παναγία και ξεδιπλώνονται αργά και νωχελικά, σε ρυθμούς ύστερου καλοκαιριού προς τέρψιν και γαλήνευση του αναγνώστη.

Αν θά ‘πρεπε να διαλέξουμε ένα μόνο χρώμα για να βάψουμε το έργο του Παπαδιαμάντη, το πιο κατάλληλο, νομίζω, θα ήταν εκείνο το άχρονο κι ακύμαντο χρυσαφί, που φωτίζει τον κάμπο των Βυζαντινών εικόνων.

Κι όμως, τίποτα στον Παπαδιαμάντη δεν είναι ακύμαντο κι άχρονο. Το αντίθετο μάλλον. Πάρτε για παράδειγμα τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου:

  • Τοποθετείται στα 186…, μια περίοδο που ο ιστός της παραδοσιακής κοινότητας αποσαρθρωνόταν. Οι παλαιοί προεστοί χάνουν το κύρος και την δύναμή τους. Τα κτήματά τους περνάνε στους φερτούς, τους νέους ανθρώπους που εμφανίστηκαν από το πουθενά και πλουτίζουν με πρωτάκουστες μεθόδους: Βιοτεχνία, εμπόριο, τοκογλυφία.
  • Ο ίδιος ο ήρωας του διηγήματος, ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας στα 55 του έχει αρχίσει να αισθάνεται τον χρόνο και τις επιλογές του να βαραίνουν πάνω του.
  • Σκηνικό είναι ένα εγκαταλελειμμένο κι ερειπωμένο χωριό απ’ το οποίο μόνο ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας διασώζεται.

Προσθέστε σ’ όλα αυτά και τα ανθρώπινα πάθη –τον έρωτα, το πείσμα, τον εγωισμό, την οργή- και το άθροισμα σκοτεινιάζει επικίνδυνα.

Όμως το φως είναι εκεί, πανταχού παρόν, σε κάθε σελίδα, σε κάθε αράδα που έγραψε ο κυρ-Αλέξανδρος.

Από πού προέρχεται;

Διαβάζοντας τα διηγήματά του, ένα πράγμα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη:

Η δύναμη, η ζωντάνια και η ακρίβεια όταν περιγράφει Ιερές Ακολουθίες και ανθρώπινα πάθη. Ο καπνός απ’ τη μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν συμπλέκεται αρμονικά με τα μοσχολίβανα κι ο ήχος του μακρού κομβολογίου με εκείνον του αυτοσχέδιου σήμαντρου.

Όπως συνυπάρχει στον Φραγκούλη η ταπείνωση που τον ωθεί να κατοικήσει εις ευτελές δωμάτιον, όταν εγκαταλείπει την γυναίκα του, με τον εγωισμό, που τον κάνει να κοιτάζει αλλού όταν εκείνη τον πλησιάζει και να καμώνεται ότι δεν τη βλέπει.

Χάσματα, αντιφάσεις κι ανακολουθίες:

Ἀλλ’ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.

αναφωνεί ο συγγραφέας κι όλοι αναγνωρίζουμε την άδολη, την χωρίς προϋποθέσεις αγάπη που είχε για τους ήρωές του.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το πνεύμα πορεύεται ισότιμα με το σώμα. Η ψυχή δεν υπερτερεί και δεν μπορεί ν’ αγιαστεί ή να σωθεί ξεχωριστά και χωρίς την σάρκα. Έτσι και στον Παπαδιαμάντη οι άνθρωποι παρουσιάζονται με τα καλά και τα κακά τους, την μεγαλοσύνη και την μικρότητά τους, τα προτερήματα και τα ελαττώματα. Ο γερο-Φραγκούλης, όπως και τόσοι άλλοι που παρελαύνουν στα διηγήματα του κυρ-Αλέξανδρου, δεν είναι αλάθητος και δεν διαθέτει τίποτα από αυτά που συνήθως νομίζουμε ως δείγματα αγιότητας. Δεν είναι καν καλός. Είναι ένας άνθρωπος ασθενής, που όμως ἐπίστευεν καὶ ἐκλαιεν (…) ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει. Παρόλα αυτά έχει όλη την αγάπη του συγγραφέα του, αυτού του ατσούμπαλου που μας τον παρασταίνουν συνήθως σκυθρωπό κι ανθρωποδιώχτη.

Όμως ο Παπαδιαμάντης δεν αγαπούσε μόνο τους ήρωές του, αλλά και μας, τους αναγνώστες του –αυτό πια κι αν είναι δυσεύρετο. Ήξερε πολύ καλά ότι θα ταυτιζόμασταν με την ασθένεια του Φραγκούλη, ότι θα αναγνωρίζαμε σ’ αυτήν δικά μας πάθη και λάθη και δεν ήθελε να μας εγκαταλείψει σ’ αυτήν την συναίσθηση. Με τρόπο απαράμιλλο μας παρασέρνει και μας κάνει μέτοχους της πίστης και της μετάνοιάς του, που σημαίνει ότι ακόμα κι αν δεν αναθερμαίνει την πίστη μας, αν δεν παρακινεί κι εμάς στη δική μας μετάνοια, μας υποβάλει όμως την βεβαιότητα και την ελπίδα ότι κι εμείς μπορούμε κάποτε να την πετύχουμε.

Μέχρι τότε μας μένουν οι απλές χαρές της ζωής: Το κομπολόι, το τσιμπούκι, η αναμονή της εορτής…

—————————-

Τα αποσπάσματα από το διήγημα Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου προέρχονται από τον Δ΄ τόμο της μνημειώδους κριτικής έκδοσης των Απάντων του Αλ. Παπαδιαμάντη, που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Δόμος.

Αλληλούια, του L. Cohen

Το πρωί ξύπνησα με αυτό το τραγούδι, το ακούω όλη τη μέρα σε διάφορες εκτελέσεις, ετοιμάζομαι να κοιμηθώ και πάλι αυτό έχω στο MediaPlayer.

Μη με ρωτάτε – δεν μπορώ να το εξηγήσω τώρα, εδώ. Έχει να κάνει με υπόγεια ψυχικά ρεύματα, που όσο κι αν τα υποψιάζομαι, αδυνατώ να τα συλλάβω στην ολότητά τους και να τα κατανοήσω.

Γι’ αυτό σταματάω το μπλα-μπλα κι αφήνω το τραγούδι να σας μιλήσει…

Ο.

Κατά κάποιο τρόπο τα χρόνια πέρασαν αλλιώς για μένα και αλλιώς για τους συμμαθητές μου.

Το συνειδητοποίησα καθώς τους είδα μετά από τόσα χρόνια μαζεμένους: Μιλούσαν για τα παιδιά τους, τις δουλειές τους, λέγαν ιστορίες από τα παλιά. Γέλαγαν και κατά κάποιο τρόπο προσπαθούσαν να συμπεριφέρονται όπως τότε. Είχαν φορέσει το προσωπείο του έφηβου – τότε, θυμάμαι, φόραγαν το προσωπείο του ενήλικα.

Είδα και την Ο.

Μου άρεσε πολύ τότε, στο Λύκειο, μου άρεσε και νομίζω ότι κι εγώ της άρεσα, αλλά, όπως ξέρετε πολύ καλά, τα πράγματα σε κείνες τις πρώιμες ηλικίες είναι περίπλοκα. Πολύ περίπλοκα. Έτσι δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο μαζί της.

Κι έπειτα χαθήκαμε.

Σταδιακά κι ανεπαίσθητα: Στην αρχή πηγαίναμε για κανά καφέ, έπειτα μόνο τηλεφωνιόμασταν, στο τέλος τίποτα. Νομίζω ότι αυτός ο αργός, ο φυσιολογικός τρόπος αποξένωσης είναι κι ο πιο οριστικός.

Για χρόνια δεν την σκεφτόμουν και νομίζω ότι δεν με σκεφτόταν ούτε κι εκείνη.

Κι έπειτα ήρθε η στιγμή που άνοιξα την ντουλάπα για να ετοιμαστώ για την συνάντηση των παλιών συμμαθητών – σημαδιακά το CD Player έπαιζε το None of us are free.

Φόρεσα πρώτα ένα ωραίο πουκάμισο με θαλασσιές ρίγες και τζιν. Αλλά έκανε ζέστη κι αισθανόμουν άβολα και έτσι τα καλοκαίρια ντύνομαι μόνο όταν πρέπει να πάω σε δουλειά και δεν αισθανόμουν ακριβώς εγώ, οπότε τα έβγαλα. Φόρεσα χακί βερμούδα και μαύρο t-shirt.

Ναι, την σκέφτηκα. Αλλά όχι σπουδαία πράγματα.

Πήγα από τους πρώτους και ήμουν ο μοναδικός έτσι ντυμένος. Άκουγα τις ιστορίες για τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τ’ αστεία των παντρεμένων και για τα παλιά κουνώντας το κεφάλι. Προσπάθησα μάλιστα να συμμετάσχω πετώντας εδώ κι εκεί καμιά φράση, αλλά το σχολείο συνεχίζει να με πετάει έξω.

Η Ο. ήρθε λίγο αργότερα. Φορούσε ένα φωτεινό, μακρύ φόρεμα και πολύ ψηλά τακούνια. Τα μαλλιά της είναι ακόμα βαμμένα ξανθά και κοντά.

Είχα ίσως και δέκα χρόνια να την δω, αλλά αναγνώρισα από μακριά την σιλουέτα της. Που ήταν διαφορετική, αλλά την αναγνώρισα.

Πλησίασε χαμογελαστή κι αργά, σαν να την σημάδευαν φανταστικοί φωτογράφοι, ψυθιρίζοντας ναζιάρικα πίσω από τα δόντια της. Έφτασε στο τραπέζι μας κι άρχισε να χαιρετά -άλλους με χειραψία, τους περισσότερους με αγκαλιές και φιλιά. Σηκώθηκα να την χαιρετήσω κι επειδή δεν τα αντέχω αυτά τα ψευτοφιλιά, την κράτησα μακριά μου: Μια ωραία, δυνατή χειραψία και προχώρησε. Κάθισε μακριά, στην άλλη άκρη του τραπεζιού, που δεν μπορούσα να της μιλήσω, ούτε να την ακούσω.

Την παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου:

Είχα αλλάξει. Η Ο. είχε γίνει μια κυρία.

Χαριτωμένη κι οπωσδήποτε όμορφη. Αλλά κυρία.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

………………………Πήρα το ποτήρι μου και κάθισα δίπλα της.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….