The Shield

Ο ντετέκτιβ Vic Mackey στην αρχή του πρώτου επεισοδίου της πρώτης σεζόν κακοποιεί έναν έμπορο ναρκωτικών και στο τέλος πυροβολεί και σκοτώνει τον συνάδελφό του Terry Crowley: Καλωσήρθατε στον κόσμο του The Shield.

Ναι, υπάρχουν αρκετά «σκληρά» σήριαλ, το αίμα ρέει άφθονο και πασαλείβει τις οθόνες μας, χαρισματικοί ντετέκτιβ βρίσκουν με την βοήθεια της επιστήμης ή το διεισδυτικό μυαλό τους τους ενόχους προσφέροντας τέρψη και διασκέδαση, αλλά κανένα δεν μοιάζει με τούτο εδώ.

To Shield βρωμάει καυσαέριο. Σκόνη, κορναρίσματα, ζέστη και υγρασία. Κακομοιριά και μιζέρια.

To Shield φέρνει τους δρόμους του LA  στο σαλόνι μας. Όχι χολιγουντιανούς, με αστραφτερά χαμόγελα, cool ανθρώπους, ωραία ντυσίματα, μεγάλα αυτοκίνητα. Αλλά τους δρόμους ενός Λος Άντζελες που ποτέ πριν δεν είχαμε δει στην οθόνη, μεγάλη ή μικρή. Ένα Λος Άντζελες με γειτονιές-γκετο, που η βία και η εγκληματικότητα είναι το μοναδικό lifestyle. Που οι φυλετικές ταραχές το συγκλονίζουν. Που ο ρατσισμός της αστυνομίας πάει χέρι-χέρι με τον ρατσισμό των συμμοριών.

Το Shield μας δείχνει μια όψη της Αμερικής που πολύ σπάνια βλέπουμε. Αποκρουστική και μοχθηρή. Ίσως να μας δείχνει και ένα μέλλον.

Το να γυρίσεις ένα τόσο βρώμικο σήριαλ, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από τα χίλια-δυο πρακτικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσεις (να βρεις χρηματοδότες και να πείσεις το κανάλι), πρέπει να βρεις και έναν τρόπο να το πεις. Μια αφηγηματική γλώσσα να πεις την ιστορία σου. Ο Shawn Ryan, ο δημιουργός της σειράς, χρησιμοποιεί τα διδάγματα του ανεξάρτητου κινηματογράφου: Ντοκιμαντερίστικο ύφος, κάμερα στο χέρι, επιθετικό μοντάζ, ενοχλητικοί φωτισμοί -απλές τεχνικές, που όμως φτιάχνουν έναν ολόκληρο κόσμο και τον πετάνε μέσα στο σαλόνι μας.

Η πιο μεγάλη επιτυχία του Ryan όμως είναι η ιστορία και οι χαρακτήρες που δημιούργησε:

Ο Vic Mackey δίνει νέα διάσταση στην μυθολογία του «βρώμικου μπάτσου». Ο Κάλαχαν ήταν ασυμβίβαστος με το έγκλημα και χρησιμοποιούσε αμφιλεγόμενους μεθόδους για να το καταπολεμήσει, γι’ αυτό και του κόλλησαν το παρανόμι «βρώμικος» (Dirty Harry). Κι ο Μάκι είναι παθιασμένος, οι μέθοδοί του είναι ακραίες και βίαιες, αλλά αποτελεσματικές. Όμως δεν σταματάει εδώ: Συναλλάσσεται με τα μέλη των συμμοριών. Πουλάει προστασία σε εμπόρους ναρκωτικών και κερδίζει χρήματα. Σαν τον Ντάντλυ Σμιθ του James Ellroy κάνει την δουλειά του με απόλυτα Μακιαβελικό τρόπο: Θέλει να ελέγχει τους πάντες και τα πάντα. Και θέλει να ελέγχει και το έγκλημα για να το κρατά περιορισμένο στα συγκεκριμένα όρια, που τα ορίζει φυσικά ο ίδιος. Ταυτοχρόνως όμως ο Βικ Μάκι είναι σύζυγος και πατέρας. Προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτούς τους δυο «φυσιολογικούς» ρόλους. Κι αν ο γάμος του κάποια στιγμή διαλύεται, ο Μάκι κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει και να εξασφαλίσει τα τρία παιδιά του, δύο εκ των οποίων πάσχουν από βαριάς μορφής αυτισμό.

shield55

Ο Ασαβέντα, πρώην διοικητής του τμήματος και μετέπειτα δημοτικός σύμβουλος, είναι ο προσωπικός αντίπαλος του Μάκι. Όσο κι αν θέλει όμως να εκπροσωπήσει μια άλλη λογική, στην πραγματικότητα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο έχει στη διάθεσή του προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Τελικά, η μόνη τους διαφορά είναι η υποκρισία και οι καλές δημόσιες σχέσεις που διαθέτει ο Ασαβέντα.

Οι ντετέκτιβ Κλωντέτ και Ντατς είναι το παραδοσιακό ερευνητικό δίδυμο, μια γνώριμη γωνιά μέσα σε αυτό το πρωτότυπο σήριαλ. Συμμετέχουν στην πλοκή -η Κλωντέτ γίνεται σε κάποια στιγμή και διοικητίς του Τμήματος- αλλά σε κάθε επεισόδιο λύνουν κι ένα αστυνομικό μυστήριο, τη στιγμή που ο πόλεμος του Μάκι με τις συμμορίες κρατάει όλες τις σεζόν.

Δυο λόγια πρέπει να πούμε για τον πρωταγωνιστή της σειράς, τον Michael Chiklis: Από τους πιο συναρπαστικούς ηθοποιούς που είδα τα τελευταία χρόνια. Και μόνο το γεγονος ότι καταφέρνει σε κάθε σκηνή αυτής της σειράς να κουβαλάει πάνω του όλες τις περσόνες του Βικ Μάκι -του βρώμικου μπάτσου, του ασυμβίβαστου αστυνόμου, του σκληρού άντρα, του πονεμένου πατέρα, του συμπονετικού συζύγου- είναι επίτευγμα. Ο Ryan στις κρίσιμες στιγμές κολλάει την κάμερα στο πρόσωπό του. Και το βλέμμα του Τσίκλις, υγρό και βαθύ, λέει χίλιες δυο ιστορίες μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κάτι τέτοιες στιγμές μόνο με ηθοποιούς της κλάσης του Antony Hopkins μπορεί να συγκριθεί. Δικαίως λοιπόν για την ερμηνεία του κέρδισε Χρυσή Σφαίρα, Emmy και δεκάδες βραβεία κριτικών ενώσεων.

O Michael Chiklis είναι τρίτης γενιάς Ελληνοαμερικανός και πολύ περήφανος για την καταγωγή του. Έμαθε στα παιδιά του Ελληνικά και κάνει ό,τι μπορεί για να έχει και ο ίδιος και εκείνα σχέσεις με την πατρίδα των προγόνων τους. Γι’ αυτό και έρχεται συχνά-πυκνά στην Λέσβο, απ’ όπου κατάγεται ο πατέρας του. Στο trivia  του imdb διαβάζω ότι του αρέσουν οι Ελληνικοί χοροί κι ότι πηγαίνει συχνά στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και οπωσδήποτε την Μεγάλη Εβδομάδα, το Πάσχα και στην ονομαστική του γιορτή. Πριν από λίγο καιρό είχε κυκλοφορήσει μια φωτογραφία με τον Τομ Χανκς να κουβαλάει τον Επιτάφιο κατά την διάρκεια της περιφοράς, ο Τσίκλις ήταν δίπλα του.

Advertisements

10 thoughts on “The Shield

  1. #FN$# 04/08/2009 στο 1:51 μμ Reply

    Μά’ιστα, πολύ ωραία μας τα λες! 😛

  2. clib 04/08/2009 στο 2:32 μμ Reply

    Να συμφωνήσω κι εγώ με τον προλαλήσαντα, ότι μας τα λές πολύ ωραία. Και τα μισά να είχε αυτή η σειρά απόσα γράφεις, θα ήθελα να την δω.

    @Χρήστος Σαβρανίδης
    Δεν ξέρω να παίζεται ή να παίχτηκε σε κάποιο κανάλι, αλλά την εχω δει στα ράφια των video-club for sure

  3. clib 04/08/2009 στο 3:10 μμ Reply

    Κι ακόμα κάτι, έχεις βαλθεί να μας συστήσεις όλους τους ελληνοαμερικανούς του χόλιγουντ. Keep up the good work 😉

  4. ELGRECO 05/08/2009 στο 12:09 πμ Reply

    Ακούγεται πολύ ενδιαφέρον… Και άμα πρωταγωνιστεί ‘δικός μας’ άνθρωπος θα θελα να το δω. Μόνο σε dvd stores το βρίσκουμε ή το δείχνει κανα κανάλι?

  5. Καμέλια 05/08/2009 στο 1:34 πμ Reply

    Πολύ βαρβαρότητα όμως έχει πέσει και δεν μου αρέσει. Τη βαρέθηκα. Σιγά τα ωά που λένε. Βία και αίμα και οργή και τσαμπουκάς και αγριότητα και αντεροσφάξιμο και όποια άλλη αηδία σκεφτεί ένας σεναριογράφος προωθείται και προβάλλεται.
    Είναι δυνατόν να ξεπηδήσει κάτι καλό και όμορφο μέσα από τόση ωμότητα; Ικανοποιείται με αυτόν τον τρόπο κανένα συναίσθημα; Ή μήπως εξεγείρονται μόνο τα άγρια ένστικτα;
    Μπορεί η ταινία να σε οδηγήσει κάπου; Μπορεί να σε κάνει να ελπίζεις, να δράς, να πιστέψεις σε θεσμούς, να κυνηγήσεις το όνειρό σου, να πιστέψεις ότι θα έρθει ένα καλύτερο μέλλον;…

    Σκέφτηκες ποτέ ότι περιγράφοντας μια τέτοια ταινία δεν κάνεις τίποτε περισσότερο από το να ανακυκλώνεις την ίδια την ανάμνηση της βίας και μάλιστα χωρίς να είσαι διαφημιστής της;

    Υπάρχει κάτι να μας «ανεβάσει» πραγματικά, ώστε να διαθέσουμε τα χρήματά μας, υπάρχει κάτι άξιο λόγου, ώστε να διαθέσουμε τον χρόνο μας, υπάρχει κάτι, που να μας κάνει καλύτερους και ωραιότερους ως ανθρώπους, υπάρχει κάτι που να μας κάνει περισσότερο χαρούμενους, υπάρχει κάτι να μας θυμίζει τον προορισμό μας μέσα σε τόσους θανάτους γύρω μας, υπάρχει κάτι να μας κάνει πιο πολύ αισιόδοξους, πιο πολύ αγέρωχους, πιο περήφανους;

    Έλεος με τις ξενερωτίλες της ξενο-θολο-υποκουλτούρας, μπορείς να βρεις και να δημοσιεύσεις την επόμενη φορά κάτι που να έχει νόημα ζωής και να με κάνει να σε διαβάσω ξανά;

  6. fvasileiou 05/08/2009 στο 10:47 πμ Reply

    @Χρήστος Σαβρανίδης
    @ELGRECO
    Νομίζω ότι πρέπει να το αναζητήσετε στα video-club της γειτονιάς σας. Δεν νομίζω να παίζεται ή να έχει παιχτεί από κάποιο κανάλι.

    @clib
    Απλώς συμβαίνει: Πέφτω πάνω σε πατριωτάκια. Δεν με χαλάει.

  7. fvasileiou 05/08/2009 στο 11:06 πμ Reply

    @Καμέλια
    Το θέμα της βίας στην τέχνη είναι πολύ μεγάλο και μια σωστή απάντηση, μια αλήθεια, που να ταιριάζει σε όλους, δεν υπάρχει. Εξαρτάται από τον εκάστοτε αναγνώστη / θεατή / ακροατή του έργου. Από την άλλη, αν το έργο έχει μόνο βία, μόνο γραφική βία, δεν στέκει. Η βία ειναι ένα συστατικό, ένα πόδι, που πάνω του στηρίζεται κάτι άλλο, πιο υψηλό και πιο σημαντικό. Αλλά φαίνεται ότι είναι ένα απαραίτητο συστατικό, γιατί τα περισσότερα σπουδαία έργα τέχνης που μπορώ να θυμηθώ, την περιγράφουν, την περιέχουν και την χρησιμοποιούν. Στην προκειμένη περίπτωση το δράμα ενός ανθρώπου που ζει δυο ζωές, αντιφατικές και αλληλλοσυγκρουόμενες. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του Shield, τουλάχιστον για μένα, εκεί βρίσκεται. Η βία τις περισσότερες φορές είναι το σκηνικό.

    Από την άλλη, μια και αναφέρεσαι στο μπλογκ και τα κριτήριά μου, σε διαβεβαιώ ότι ειδικά στις προτάσεις μου σε βιβλία, μουσική, ταινίες/σήριαλ, δεν πετάω εδώ μέσα οτιδήποτε πέφτει στα χέρια μου. Έχω σκεφτεί πολύ, κι από την ορθή κι από την ανάποδη, πριν γράψω για κάτι.

    Με τους διδακτισμούς δεν τα πάω πολύ καλά. Πιθανόν να γράφω κατά καιρούς και για πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις πιο αισιόδοξη / πιο χαρούμενη / πιο περήφανη, γι’ αυτό μου ζητάς να γράφω μόνο γι’ αυτά. Αλλά και τότε έγραφα για πράγματα που εκτιμώ και μου αρέσουν -όπως έκανα και με το Shield. Τα υπόλοιπα ήταν όλα δικά σου. Θέλω να πω, ότι δεν ξέρω πώς να γράφω αυτά που μου ζητάς να γράφω!

    Εμένα μου αρέσει η κουλτούρα των ξένων. Όπως και η δική μας. Έχω την αίσθηση, μάλιστα, ότι από το ’50 και μετά οι μισοί Έλληνες κοιτούσαν μόνο τους ξένους ξεχνώντας την κληρονομιά τους και οι άλλοι μισοί ζούσαν στην αυτάρκεια ότι «εμείς» τα είπαμε όλα. Δεν μου αρέσουν ούτε οι μεν, ούτε οι δε.

  8. Καμέλια 05/08/2009 στο 4:13 μμ Reply

    Γράφεις ωραία Φώτη, αλλά καταπιάνεσαι και συ -όπως χίλιοι δυο άλλοι ιστολόγοι και ιστολόγες- με τα κοινά και συνηθισμένα και το μόνο που μένει σε μάς τους αναγνώστες είναι μια γεύση από τα ίδια. Απλωθείτε και λίγο. Δείτε μήπως υπάρχει και κάτι παραδίπλα να μας κάνει να ανοίξουμε τα μάτια του μυαλού και της ψυχής!

    Αν σε σένα έφτασε ένας «διδακτισμός» όπως γράφεις, τότε λάθος δικό μου. Να σου ξεκαθαρίσω ότι σχολιάζω μόνο και μόνο για να εκφράσω την αντίδρασή μου στο…»σκηνικό της βίας»που περιγράφεις.

    Δεν καταλαβαίνεις άραγε ότι όλες αυτές οι ταινίες και τα σήριαλ τα ξενόφερτα δεν ταιριάζουν στην ψυχοσύνθεσή μας και το χειρότερο είναι ότι μας κατεβάζουν σε μια ζωώδη και κτηνώδη κατάσταση;

    Είναι δυνατόν να μην μπορείς να βρεις σχέση ανάμεσα στην αρνητική σκέψη που υποβάλλουν οι ταινίες τέτοιου είδους και στην πικρή καθημερινότητά μας που γέμισε κόσμο αγέλαστο και έτοιμο να βιαιοπραγήσει και να επιτεθεί πολλές φορές αψυχολόγητα;

    Αυτοί είμαστε οι Έλληνες του 2009; Είμαστε άραγε τόσο σκυθρωποί, τόσο ανέλπιδες, τόσο πεζοί, χωρίς όνειρα, χωρίς την αίσθηση του κάλλους, χωρίς εμπιστοσύνη στον διπλανό, χωρίς το αίσθημα της ασφάλειας, χωρίς σφρίγος, χωρίς χιούμορ;

    Γιατί γίναμε έτσι, μήπως έχουν βάλει το χεράκι τους και τα ΜΜΕ, που προβάλλουν τον τρόμο, την ηδονή και την ασχήμια σε όλο τους το μεγαλείο;

    Πήγα τις προάλλες στο βίντεοκλάμπ και μ’ έπιασε μελαγχολία: στο ένα ράφι στέκονταν οι ξένες ταινίες με όλες τις ψυχοσωματικές ανωμαλίες για περιεχόμενο και στο άλλο υπήρχαν οι παλιές ελληνικές (χιλιοπαιγμένες από την tv) με κάποια φτηνά υπολείμματα της δεκαετίας του ’70.

    Τέχνη για μένα θα πει δίνω στον άλλον ένα μέσο για ν’ ανεβεί ψηλότερα, δεν τον κατεβάζω πιο κάτω και από κει που είναι. Έστω και με την κατάλληλη δόση βίας, ώστε να τον κάνω να την μισήσει παρά να θέλει να την μιμηθεί.

    Σύμφωνώ πάντως στο τελευταίο που γράφεις για την νοοτροπία μας τα τελαυταία χρόνια: ξενομάνια, ξερό ψωμί και νιρβάνα. Η νιρβάνα που έχει ένας που κοιμάται.

    Η δική μου εξήγηση για το γεγονός αυτό είναι ότι αποτελεί φυσιολογική αντίδραση ανθρώπων που ξεπέρασαν τα τραύματα ενός πολέμου, όχι μόνου του εθνικού αλλά και του εμφυλίου.

    Από κει και πέρα η υπόλοιπη ιστορία χρειάζεται συζήτηση…

  9. fvasileiou 05/08/2009 στο 10:59 μμ Reply

    @Καμέλια
    Αν η ψυχοσύνθεσή μας είναι διαφορετική από των «ξένων», τότε δεν χρειάζεται υποστηρικτικά ιδεολογήματα, αλλά θα φαίνεται από τον τρόπο ζωής και συμπεριφορά μας.

    Από κει και πέρα, αν με ρωτήσεις «ποιος είναι ο σκοπός της τέχνης» αντανακλαστικά θα σου απαντήσω «η επικοινωνία», αλλά αν θα ήθελα να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σου, θα σου έλεγα «δεν ξέρω». Και δεν ξέρω γιατί κατανοώ πια ότι η τέχνη, αν πρέπει οπωσδήποτε να έχει σκοπό, δεν έχει έναν διαφορετικό για κάθε καλλιτέχνη και για κάθε δέκτη της τέχνης.

    Αν οι έλληνες του 2009 είναι σκυθρωποί κι ανέλπιδες κι έτοιμοι να βιαιοπραγήσουν, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν τους φταίνε οι ξένοι και η κουλτούρα τους. Νομίζω ότι φταίνε οι επιλογές που κάνουν, οι προτεραιότητες που θέτουν: Πώς να χαμογελάς, όταν το μόνο που πασχίζεις είναι να βολευτείς κάπου και δεν έχεις ούτε όρεξη, ούτε κέφι να δημιουργήσεις κάτι; Και μήπως για την κουλτούρα του βολέματος μας φταίνε οι ξένοι; Ή ο εμφύλιος;

    Εγὠ ξέρω ότι τίποτα δεν σε κατεβάζει σε κτηνώδη κατάσταση, αν δεν είσαι ήδη κτήνος, όπως και τίποτα δεν σε αναβιβάζει σε κάτι υψηλότερο, αν δεν είσαι ήδη ψηλά. Ευτυχώς η ιστορία, αλλά και η καθημερινή εμπειρία, μας δίνει πολλά παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν.

    Ξέρω όμως και κάτι άλλο: Ότι η σπουδαία τέχνη κατά κανόνα είναι ποτισμένη στη βία -πάρε για παράδειγμα τους «Αδελφούς Καραμαζόφ» που συζητούσαμε τις προάλλες εδώ μέσα. Αν με ρωτήσεις γιατί συμβαίνει αυτό, θα σου πω ότι δεν ξέρω. Υποθέτω όμως επειδή η βία δεν είναι κάτι μονοδιάστατα «καλό» ή «κακό», αλλά κάτι πιο περίπλοκο και ουσιαστικό της ανθρώπινης ζωής.

  10. Σοφία 08/08/2009 στο 11:52 πμ Reply

    Αυτή τη σειρά την έχω στα υπόψην από χρόνια… από τότε που βγήκε σε κάποιο Top 10 του Entertainment Weekly μαζί με το Battlestar Galactica (νομίζω είχαν ξεκινήσει την ίδια εποχή). Ακόμα δεν έχω αξιωθεί να δω ούτε ένα επεισόδιο, αλλά πού θα μου πάει….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: