Περιμένοντας τον Ταραντίνο

Θυμάμαι πολύ έντονα την πρώτη φορά που είδα το Reservoir Dogs:

Στα Γιάννενα, σε ένα υπόγειο σινεμά, το «Πολυθέαμα», με μονοφωνικό ήχο στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ήταν η περίοδος της μεγάλης άνθισης του «ανεξάρτητου» αμερικάνου κινηματογράφου και μας άρεσε να βλέπουμε ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού με τεχνικές ατέλειες, που αποκαλύπτανε γωνιές του αμερικάνικου ονείρου που δεν είχαν κινηματογραφηθεί ξανά ή ανεπεξέργαστη ποιητικότητα. Με την ταινία του Ταραντίνο το πράγμα όμως ήταν διαφορετικό: Ήξερες πως εδώ κάτι συμβαίνει, παρότι ήταν δύσκολο τότε να το προσδιορίσει κανείς ή όσοι το επιχείρησαν εκ των υστέρων διαψεύστηκαν.

Μια ταινία για ληστεία, χωρίς ληστεία. Μια ταινία για φτηνιάριδες μικροκακοποιούς που μιλάνε ασταμάτητα περί παντός επιστητού. Μια ταινία που αντιμετωπίζει την βια, την ωμή και χυδαία βία, με εντελώς διαφορετικό και παρόλα αυτά οικείο στον θεατή τροπο.

Το Pulp Fiction το πρωτοείδα στο «Ιντεάλ» και το ξανάδα τον επόμενο μήνα στα Γιάννενα.

Ξέρετε, είναι σχετικά εύκολο να δημιουργήσει κανείς το πρώτο του έργο. Υπάρχουν εκατομμύρια συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικοί που με την πρώτη τους δουλειά έδωσαν υποσχέσεις, αλλά μετά εξαφανίστηκαν. Ο  πραγματικός δημιουργός φαίνεται όταν προχωράει από το πρώτο στο δεύτερο.

Pulp Fiction

Είναι πολλά τα θέματα που μπορεί να συζητήσει κανείς σε σχέση με το έργο του Tarantino: Η θέση της μουσικής / Οι διάλογοι / Η χρήση της βίας / Το πώς ξεπερνάει το genre υπηρετώντας το / Η σχέση του με τους ηθοποιούς -όλα αυτά είναι δομικά και πολύ σημαντικά στοιχεία της δουλειάς του. Πιο σπουδαία όμως μου φαίνεται η κινηματογραφοφιλία του. Η εικόνα τον παρουσίαζε σαν ένα από εμάς: Ένας νεαρός υπάλληλος σε βίντεο κλαμπ που έχει δει χιλιάδες ταινίες γυρίζει τώρα και τις δικές του. Τα πράγματα βέβαια είναι πιο περίπλοκα, όπως κι ο ίδιος ο Ταραντίνο έχει κατά καιρούς εξηγήσει, αλλά κι αυτός ο μύθος έχει στον πυρίνα του μια βασική αλήθεια: Ο νεαρός σινεφίλ της δεκαετίας του ’90, που είχε μπουχτίσει από τα απομεινάρια των θεωρητικών του ’60 και του ’70, αναγνώριζε στις ταινίες του Ταραντίνο κάτι από την δική του σχέση με το σινεμά.

Το παιχνίδι του Ταραντίνο με την κινηματογραφοφιλία μας γίνεται ξεκάθαρο στην δεύτερη ταινία του. Παίρνει τις κλασικές ιστορίες, που χίλιες φορές τις μας τις έχουν διηγηθεί κι άλλες τόσες εμείς καθίσαμε να τις δούμε: Το ζευγάρι των ληστών (αλά Μπόιντ και Κλάιντ) ξεκινάει να ληστεύει ένα εστιατόριο / Δυο μικρογκάνγκστερ πηγαίνουν να εισπράξουν μια οφειλή για λογαριασμό του αφεντικού τους / Ένας ξεπεσμένος μποξέρ αποφασίζει να πουλήσει το τελευταίο του ματς / Ο σωματοφύλακας ερωτεύεται την γυναίκα του αφεντικού. Κι ενώ οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις ξεκινάν από πολύ γνωστές αφετηρίες κι εμείς ξαπλώσαμε ανυποψίαστοι στις πολυθρόνες μας για να παρακολουθήσουμε μια γνώριμη διαδρομή, όλες οι ιστορίες στην πρώτη στροφή αλλάζουν ρότα και μας προσφέρουν ένα από τα πιο απολαυστικά κινηματογραφικά ταξίδια σε μια εποχή που όλοι λίγο-πολύ αισθανόμαστε ότι τα έχουμε δει όλα.

Kill Bill Quad

Το μυστικό της επιτυχίας όμως του Ταραντίνο είναι ακριβώς αυτό: Δεν κάνει ποτέ το προφανές. Δημιουργεί κόσμους κινηματογραφικά οικείους, αλλά δεν μένει σε αυτούς, προχωράει στο ανοίκειο, το παράδοξο, το ξένο. Ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τις ευκολίες που έχει σαν δημιουργός, καταφέρνει πάντα να μας πάει εκεί που δεν το περιμένουμε: Την αποσδόκητη, πολύχρωμη αιματοχυσία του Kill Bill vol. 1 διαδέχτηκε ένα δράμα δωματίου ανάμεσα σε δυο συζύγους που προσπαθούν να αλληλοεξοντωθούν -μια ταραντινική εκδοχή του Who’s Afraid of Virginia Woolf?–  στο vol. 2, για να περάσουμε στο διονυσιακό Death Proof που έκανε τους σοβαροφανείς κριτικούς που συνέχιζαν να κοιτάζουν τις ταινίες του πίσω από τα γυαλιά που κρέμονταν στις μύτες τους, να τα χάσουν και να μην μπορούν να τοποθετηθούν: Είναι καλή ταινία; Είναι κακή; Μα είναι ταινία;

Γιατί, από μια άποψη, ο Ταραντίνο μετά την πρωτοφανή επιτυχία του Pulp Fiction άρχισε να γυρίζει ταινίες που απευθύνονταν στον κύκλο των οπαδών του, τον οποίο ολοένα στένευε. Έτσι, όσο κουλ κι αν προσπαθούσε να εμφανιστεί ο Νίνος Φένεκ, όσο υπομονή κι αν έκανε στις προηγούμενες ακροβασίες του, στο Death Proof άρχισε να ξεφυσάει.

Τώρα, με το Inglorious Basterds φαίνεται να ανοίγεται σε ένα ευρύτερο κοινό: Χρησιμοποιεί για πρώτη φορά σε ταινία του έναν σταρ πρώτης γραμμής, τον Μπραντ Πιτ, χωρίς να υποχωρεί ούτε χιλιοστό από την θέση του: Το χαρωπό αιματοκύλισμα αυτή τη φορά θα λάβει χώρα στην γερμανοκρατούμενη Ευρώπη…

inglorious-basterds1

Advertisements

24 thoughts on “Περιμένοντας τον Ταραντίνο

  1. clib 17/08/2009 στο 7:22 μμ Reply

    Περιμένω κι εγώ με ανυπομονησία το Inglorious Bastards. Έχω δει όλες τις ταινίες του Ταραντίνο και μου άρεσαν όλες πολύ, εκτός από το Jackie Brown. Τα δε soundtrack των ταινιών του είναι όλα καταπληκτικά, ακόμα και του Jackie Brown 😀

  2. Δύτης των νιπτήρων 17/08/2009 στο 8:02 μμ Reply

    Εμένα πάλι ο Ταραντίνο ποτέ δεν με ενθουσίασε, μα ποτέ… Αυτό το τελευταίο κάτι μου κάνει να πάω να το δω, ωστόσο. (Το Jackie Brown, ίσως ήταν το μόνο που δεν με έκανε να ξεφυσήσω σαν τον Νίνο Φένεκ… 🙂

  3. giota 18/08/2009 στο 11:31 πμ Reply

    Ούτε εγώ τρελαίνομαι για Tarantino αλλά μάλλον θα το δω γιατί θέλει ο άντρας μου.

  4. fvasileiou 18/08/2009 στο 12:22 μμ Reply

    @clib
    Αν μου το έλεγες, δεν θα το πίστευα: Μόνο εμένα και σένα αρέσει ανεπιφύλακτα ο Τ; Ο κύκλος των fan που έλεγα παραπάνω, έχει γίνει πολύ-πολύ μικρός…

    @Δύτης των νιπτήρων
    Ο Νίνος είναι μια χαρά κριτικός για ένα είδος ταινιών, αλλά για κάποιες άλλες είναι εντελώς έξω -με τους περισσότερους συμβαίνει αυτό.
    Ξέρεις, μπορώ να κατανοήσω απολύτως τους λόγους που δεν αρέσει ο Τ σε κάποιον. Οι ταινίες του είναι σαν συνταγές: Ταιριάζουν απόλυτα σε ένα είδος θεατών και καθόλου σε άλλους.

    Επιτέλους βρέθηκε κάτι που δεν αρέσει και στους δυο μας! 😀

    @giota
    Κι εσύ, Γιώτα;

    • Δύτης των νιπτήρων 18/08/2009 στο 12:24 μμ Reply

      Επιτέλους βρέθηκε κάτι που δεν αρέσει και στους δυο μας!

      Ποιο εννοείς όμως; Τον Νίνο Φένεκ; 🙂

  5. fvasileiou 18/08/2009 στο 12:33 μμ Reply

    @Δύτης των νιπτήρων
    Θα σου πω την γνώμη μου για τον Νίνο Φένεκ με μια ιστορία:
    Παλιά -αρχές του ’90- υπήρχε μια πολύ καλή τηλ. εκπομπή, οι Cinένοχοι, όπου δυο κριτικοί με διαφορετικές απόψεις συζητούσαν για τις καινούργιες ταινίες -δεν ξέρω αν την θυμάσαι. Παρά τις διαφορές τους συμφώνησαν στην κριτική μιας ταινίας που λεγόταν «Στους απέραντους Ορυζώνες»: Ρύζι, ρύζι, ρύζι, ρύζι, ηταν η απόφανσή τους.
    Παράλληλα ο Νίνος στην «Ελευθεροτυπία» έγραψε ΤΟΥΣ ύμνους για το φιλμ. Πήγαμε κι εμείς και το είδαμε. Περιττό να σου πω το τι άκουσα από την παρέα, επειδήτο είχα προτείνει. Σου λέω όμως ότι από τότε η άποψή μου για τις κριτικές του Νίνου είναι αυτή ακριβώς: Ρύζι, ρύζι, ρύζι, ρύζι 🙂

  6. geokalp 18/08/2009 στο 2:23 μμ Reply

    νομίζω ότι ο τίτλος σου πέτυχε διάνα!!

    ευχαριστώ για την ιδέα

  7. verron 18/08/2009 στο 7:04 μμ Reply

    Πολυ καλο το αρθρο σου φιλε μου.Ειμαι από τους φανταικούς και εγώ και μακάρι να στενέψει και άλλο ο κύκλος των οπαδών του.Δεν έχω κανενα προβλημα.

    Το μονο μειον που εχω να προσαψω στον Ταραντινο ειναι οτι το soundtrack του Planet Terror,του φιλαρακου του Ροντριγκεζ ήταν καλυτερο απο αυτο του Death Proof.

    Y.Γ. Ειδα και προσφατα το Vanishing Point και με εκανε να ξαναδώ το Death Proof.Αυτή ειναι η γαματη μαγεια με τις ταινιες του Ταραντινου και γενικα της οικογενειας των ταινιων αυτών…Ειναι πολυ μακρια για τους πολλους…

  8. Greek Rider 18/08/2009 στο 9:57 μμ Reply

    Ο Ταραντίνο είναι καταπληκτικός. Νομίζω ότι έχει ιδρύσει ένα δικό του είδος σινεμά.

    Μπερδεύει πολλά πράγματα μαζί και κοροιδεύει την συμβατικότητα.

  9. Σοφία 18/08/2009 στο 10:03 μμ Reply

    Χμμμ… εγώ που δεν έχω δει καμία από τις προηγούμενες ταινίες, δεν πειράζει να μην δω ούτε το Inglorious Basterds, ε;

  10. fvasileiou 19/08/2009 στο 1:06 μμ Reply

    @geokalp
    Μην το κάνεις ζήτημα, κι εσύ μου έδωσες την ιδέα να ξαναματαδώ τους «Νονούς» πριν την κάνω για Κύπρο.

    @verron
    Ναι, αλλά σαν ταινία το Planet Terror είναι σαφώς κατώτερο του Death Proof.

    @Greek Rider
    Έχεις δίκιο: Είναι αυτό που λέγεται συχνά ότι ο Τ έχει ένα μπλέντερ που αναμειγνύει τα διάφορα είδη. Το αποτέλεσμα όμως είναι εντελώς δικό του και μοναδικό.

    @Σοφία
    Όχι βρε. Κι αν αντί γι’ αυτό δεις κάτι άλλο καλό, πες το μας…

  11. #FN$# 22/08/2009 στο 12:59 πμ Reply

    Αχ, αχ! Τί μου θύμισες τώρα!!
    Τον λατρεύω τον Ταραντίνο! Για να καταλάβεις, ήταν μια περίοδος που κάναμε στο σπίτι… μαθήματα Ταραντίνο! Έστεινα όλο το family μπροστά από το dvd κ την tv κ τους έβαζα να βλέπουν ό,τι έχει να κάνει με τη… συμπάθειά μου!
    Έχει αυτό το κάτι στις ταινίες του που σε κάνει να λες πως είναι μοναδικές κ πραγματικά δε βαριέσαι να τις ξαναδείς κ από την άλλη, πάντα έχει μουσικές κ soundtrack που θα σε εντυπωσιάσουν κ επειδή είμαι λάτρης των καλών ταινιών αλλά κ της καλής μουσικής -σύμφωνα με τα δικά μου γούστα τουλάχιστον- κ ο Ταραντίνο καταφέρνει να τα συνδυάζει εντυπωσιακά, τον θεωρώ ΤΕΛΕΙΟ!

  12. fvasileiou 22/08/2009 στο 1:58 πμ Reply

    @#FN$#
    Θεωρώ ότι ο Τ. είναι άνθρωπος της δικιάς μου γενιάς: Σκέψου ότι είμαστε λίγο-πολύ η πρώτη γενιά που είχε βίντεο, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούσαμε να δούμε οποιαδήποτε ταινία, παλιά ή καινούργια, θέλαμε. Οι πατεράδες μας δεν είχαν αυτή την ευκαιρία. Έπρεπε να περιμένουν τις επαναλήψεις στα θερινά. Κι Τ. είναι ακριβώς ο άνθρωπος που είδε πολύ, μα πάρα πολύ, σινεμά.
    Γιατί στο λέω αυτό; Εσύ είσαι 10-15 χρόνια νεώτερός μου κι έχει ενδιαφέρον να γράψεις κάτι για τις ταινίες του ή για μια από αυτές. Εγώ τουλάχιστον με πολύ ενδιαφέρον θα το διάβαζα.
    Αν το έχεις ήδη κάνει και δεν το έχω δει, συγχώρεσέ με και στείλε μου το link.

  13. #FN$# 23/08/2009 στο 11:57 πμ Reply

    Νομίζω πως καταλαβαίνω τί εννοείς!
    Πάντως, δεν έχω γράψει -ακόμη είναι η αλήθεια- κάτι για κάποια ταινία του καθώς -ντρέπομαι που το λέω αλλά προφανώς- έχω παραμελήσει τη σχετική ενότητα του blog…

  14. fvasileiou 24/08/2009 στο 12:15 μμ Reply

    @#FN$#
    Μόλις σου το ζήτησα, μπήκα στο μπλογκ σου και διαπίστωσα ιδίοις όμμασι την παραμέληση.

    Ο χειμώνας είναι μπροστά μας…

  15. zamuc 26/08/2009 στο 11:06 πμ Reply

    Ωραίο το κειμενό σου αλλά γιατί πήδηξες το Jackie Brown;
    Το θεωρώ εξίσου σημαντικό σταθμό της φιλμογραφίας του.

    Προσωπικά είμαι κάπου στη μέση. Διασκεδάζω αφάνταστα με τις ταινίες του αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχει τη δυνατότητα να με συνεπάρει όπως κάποιοι άλλοι δημιουργοί.

  16. fvasileiou 26/08/2009 στο 12:57 μμ Reply

    @zamuc
    Για αντικειμενικούς λόγους: Δεν το έχω δει από τότε και το μόνο που θυμάμαι είναι τον ΝτεΝίρο σε έναν καναπέ να καπνίζει μπάφους. Έχω που το ψάχνω πολύ καιρό, και μόλις πριν από λίγες μέρες κατάφερα να το βρω κι ακόμα δεν το είδα.

    Χτες είδα τους «Μπάσταρδους». Αν μου αλλάξει το κέφι, ίσως γράψω δυο λόγια…

  17. zamuc 27/08/2009 στο 1:23 πμ Reply

    Θα με ενδιέφερε η απόψη σου, ελπίζω να τη γράψεις

  18. Δύτης των νιπτήρων 28/10/2009 στο 3:45 πμ Reply

    Εγώ κατάφερα και το είδα σήμερα, και δυστυχώς επιβεβαίωσε τη γνώμη μου: ξιπασμένο σινεμά, βαρετό, ιδίως στο πρώτο μέρος, με λίγες αναλαμπές στη μέση του δεύτερου. Χαβαλές που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του.
    Αγαπητέ Φώτη, ελπίζω να μη σε στενοχώρησα…

  19. fvasileiou 28/10/2009 στο 8:16 μμ Reply

    @Δύτης των νιπτήρων
    Μα γιατί να με στενοχωρήσεις;
    Μου αρέσουν οι ταινίες του Ταραντίνο, αλλά δεν ταυτίζομαι μαζί του.

  20. Pink Fish 22/06/2010 στο 12:31 μμ Reply

    λατρεύω το Death Proof, υπήρξαν φίλοι μου που φρίκαραν με τη ταινία. Έχεις δίκιο, κάποια στιγμή ο κυκλος των fan του στένεψε, οι ταινίες του δεν άρεσαν στο ευρύ κοινό αλλά ποιός νοιάζεται? ΄Πέρασα καλά στο Kill Bill 1, όχι τόσο καλά στο Vol 2, το Death Proof το είχα δει στην «Αίγλη» του Ζαππείου το καλοκαίρι του ’07 και ήταν μια από τις καλύτερες βραδιές μου σε θερινό σινεμά. Είναι ταινία που τη βλέπω και τη ξαναβλέπω, αυτό που εγώ λέω feel good cinema. Αυτοί που καταλήγουν να ψάχνουν κρυμμένα νοήματα στις ταινίες του Ταραντίνο, τελικά αποφασίζουν-τις περισσότερες φορές-ότι δεν τους αρέσουν οι ταινίες του. Και εκεί είναι το μυστικό: να δεις, αυτού του είδους τις ταινίες, γι’ αυτό που είναι. Χωρίς να ψάχνεις το κάτι άλλο…

    • fvasileiou 22/06/2010 στο 12:40 μμ Reply

      Δεν έχω την καλλίτερη γνώμη για τα θερινά σινεμά, αλλά πολύ λυπάμαι που δεν έχω καταφέρει να δω κάποια ταινία στην Αίγλη, όπου προσπαθούν να συνδυάσουν την νοσταλγία για τα παλιά με την σύγχρονη τεχνολογία.

      Έχεις δίκιο πάντως: Το σινεμά του Ταραντίνο -εκτός ίσως από το Reservoir Dogs- είναι κατεξοχήν feel good cinema. Όλα οδηγούν σε μια κάθαρση -αντεστραμμένη πολλές φορές, αλλά πάντως κάθαρση.

  21. Μπάμπης-The Reservoir Dog 24/10/2012 στο 6:48 μμ Reply

    Ψάχνοντας για μία εικόνα σχετικά με τη γερμανοκρατούμενη πλέον Ελλάδα (μια πραγματικότητα που το 2009, τη χρονιά των «Άδοξων Μπάσταρδων», ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε πώς η ιστορία τους θα μπορούσε να αφορά κι εμάς ως χώρα και μάλιστα σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο), έπεσα πάνω σ’αυτό το καταπληκτικό άθρο με…τρία+ χρόνια καθυστέρηση! Όλα τριγύρω άλλαξαν, αλλά το άσβεστο πάθος για το σινεμά του Ταραντίνο παραμένει και μεγαλώνει! Πλέον περιμένουμε το νέο κινηματογραφικό «άνοιγμα» του κορυφαίου σκηνοθέτη (επιβεβαιώνοντας το άρθρο τρία χρόνια μετά), αυτή τη φορά με το πρώτο του καθαρόαιμο σπαγγέτι-γουέστερν «Django Unchained» με πρωταγωνιστές πρώτης γραμμής όπως ο Ντι Κάπριο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: