Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2009

Είμαστε έξω από το χρόνο;

Βλέποντας τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών, όπου η κεντροδεξιά πέτυχε μεγάλη νίκη, θυμήθηκα τους στίχους του Σαββόπουλου:

Δρόμο!

Κι ας καλύψαμε δρόμο

Είμαστε έξω απ’ το χρόνο

Θέλει ακόμα κουπί.

Είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο, που ετοιμάζεται να παλινορθώσει τους Σοσιαλιστές.

Αυτό από μόνο του δεν θα ήταν τόσο κακό, αν το Πασόκ του Γ. Παπανδρέου είχε κάτι να πει, να προτείνει κάτι νέο, κάτι διαφορετικό στη διακυβέρνηση. Αν στόχευαν, τέλος πάντων, στη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Το τραγικό όμως είναι ότι ο Γ. Παπανδρέου και το κόμμα του διεκδικούν με αξιώσεις να κυβερνήσουν τη χώρα επαναφέροντας αρχικά την ρητορική της δεκαετίας του ’80 (αυξήσεις πέρα από τις αντοχές της οικονομίας, εξωτερικός δανεισμός, φορολογία, κρατικοποιήσεις). Kαι τώρα, στην τελευταία φάση, κρυπτόμενοι.

Μένει να δούμε πόσοι από μας θα υπερψηφίσουν αυτή την απατηλή υπόσχεση για επιστροφή στο παρελθόν.

Να δούμε πόση απόσταση καλύψαμε για να φτάσουμε στο παρόν.

Να μετρήσουμε τον δρόμο που μας χωρίζει –αν μας χωρίζει– από τον υπόλοιπο κόσμο…

Για γέλια και για κλαματα: Ο ΓΑΠ κρύβεται!

Μετά το debate οι πασοκοφυλλάδες μας απειλούσαν ότι την τελευταία εβδομάδα πριν τις εκλογές ο Γιώργος θα κάνει ένα μπαράζ εμφανίσεων. Θα εμφανιστεί παντού, μας προειδοποιούσαν. Θα δώσει συνεντεύξεις σε εφημερίδες, σε τηλεοράσεις, σε ραδιόφωνα.

Σε τέσσερις μέρες έχουμε εκλογές, ο Γιώργος όμως δεν έχει εμφανιστεί πουθενά. Κι όπως μαθαίνουμε δεν πρόκειται να εμφανιστεί μέχρι τις εκλογές.

Δεν πρόκειται να δώσει ούτε μια συνέντευξη, για να μας εξηγήσει την πολιτική του. Να μας πείσει για το πρόγραμμά του.

Θα είμαι άδικος λοιπόν, αν συμπεράνω ότι ο Γ. Παπανδρέου και το σύστημα που έχει οργανώσει μέσα στο Πασόκ ούτε πρόγραμμα έχουν, ούτε σχέδιο, ούτε πολιτική;

Κάτι ακούγεται για μια διακαναλική συνέντευξη σε διαπιστευμένους δημοσιογράφους –στον Ιορδάνη Χασαπόπουλο, δηλαδή και την Βάλια Πετούρη. Που αν τελικά γίνει, καταλαβαίνετε τι συνέντευξη θα είναι αυτή.

Βλέποντας αυτό το χάλι, ειλικρινά, δεν ξέρω αν θα πρέπει να γελάσω με το επιτελείο του, που για να συσπειρώσουν τους δικούς τους και να μαζέψουν κανένα ψηφαλάκι κρύβουν τον αρχηγό. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να έχει προηγούμενο στην παγκόσμια πολιτική ιστορία.

Ή να κλάψω με το χάλι το δικό μας, των ψηφοφόρων…

Δημοσκοπήσεις Ψίθυροι Πολιτική

Τις πρώτες μέρες μετά την προκήρυξη των εκλογών κι ενώ η συζήτηση ήταν επικεντρωμένη στην οικονομία, πράσινος τηλεπαπαγάλος προεξοφλούσε ότι αυτή η συζήτηση σε λίγες ημέρες θα εξαντλούνταν και θα επιστρέφαμε στη συνήθη θεματολογία.

Το πράσινο παπαγαλάκι δεν επιβεβαιώθηκε.

Μπαίνουμε στην τελευταία προεκλογική εβδομάδα και η οικονομία απασχολεί με την ίδια ένταση την δημόσια συζήτηση. Και όχι μόνο. Στο τραπέζι έχουν προστεθεί και άλλα εξίσου σημαντικά θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.

Είναι φανερό ότι κάποιοι αισθάνονται άβολα από αυτή την εξέλιξη.

Θα προτιμούσαν ψιλοκουβέντα και κουτσομπολιό –όπως έγινε στις Ευρωεκλογές– τα οποία εύκολα τα διαχειρίζονται. Είναι οι ίδιοι που αναγόρευσαν κάθε φράση του Τατούλη ή του Γ. Μανώλη σε πρώτη και μόνη είδηση και που προσπάθησαν να κάνουν το ίδιο με τον Τσιτουρίδη.

Τις τελευταίες ημέρες, ειδικά από τη στιγμή που άρχισε να μετριέται στην κοινωνία ο αντίκτυπος των debate, οι γνωστοί-άγνωστοι προσπαθούν να στρέψουν την κουβέντα στα κρυφά γκάλοπ.

Ναι, η πολιτική δεν είναι μόνο ιδεολογία και επιχειρήματα, είναι και οπαδιλίκι –το ξέρω, το ξέρετε, το ξέρουμε. Και είναι ωραίο να κερδίζεις. Όμως από αυτό, μέχρι του σημείου να παρατήσουμε στη μέση τον διάλογο για την ουσία και να αρχίσουμε να μετριόμαστε μεταξύ μας, υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Είναι από τις λίγες φορές που σε προεκλογική συζήτηση άνοιξαν και κουβεντιάζονται τόσα μεγάλα θέματα. Είναι κρίμα να σπαταλήσουμε τις επόμενες μέρες αφουγκραζόμενοι ψίθυρους και κραυγές και όχι συζητώντας και αποφασίζοντας λογικά για το μέλλον μας.

Και μάλιστα τώρα, που μετά από 15 χρόνια για πρώτη φορά οι διαφορές ανάμεσα στα δύο κόμματα είναι τόσο έντονες, ουσιαστικές και εμφανείς:

Στην οικονομία:

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει τον δρόμο που ακολουθούν και οι άλλες δυτικές χώρες και άρχισαν να βλέπουν ήδη το τέλος της κρίσης: Να στριμωχτούμε για δυο χρόνια και να συνεχίσουμε τον εκσυγχρονισμό του κράτους.

Το Πασόκ αντιθέτως εξαγγέλλει μικρές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και παράλληλη αύξηση του δανεισμού και της φορολογίας –δηλαδή την μέθοδο που λίγο-πολύ ακολουθήθηκε και την δεκαετία του ’80 και ευθύνεται εν πολλοίς για τα σημερινά αδιέξοδα.

Στην εξωτερική πολιτική:

Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να συνεχίσουμε την στρατηγική που ξεκίνησε ο Κ. Καραμανλής τα προηγούμενα χρόνια: Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με εμβάθυνση των σχέσεων και των συμμαχιών μας με Ρωσία και Κίνα, ακόμα κι αν αυτό δυσαρεστεί κάποιους από τους φίλους μας στις ΗΠΑ. Στα δε εθνικά θέματα προκρίνει τα επώδυνα ΟΧΙ.

Το Πασόκ αντίθετα προαναγγέλλει ότι θα επανεξετάσει τα στρατηγικά ανοίγματα με την Ρωσία (αγωγοί) και με την Κίνα (λιμάνια) κι ότι ταυτόχρονα θα συσφίξει περισσότερο τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ. Στα δε εθνικά, το Πασόκ ψηφίζει ΝΑΙ.

Στην κοινωνία:

Ο Κ. Καραμανλής ζητάει να σταματήσουμε την παράλογη ανοχή που δείχνουμε στην βία και την παραβατικότητα. Στο πλαίσιο αυτό προτείνει ακόμα και την εκ νέου επανεξέταση του Πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο είναι η αιτία και η αφορμή της υποβάθμισης των σπουδών, της καταστροφής της υλικοτεχνικής υποδομής των Ιδρυμάτων και της διακοπής της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των πόλεων.

Για αυτό το Πασόκ και ο Γ. Παπανδρέου δεν έχουν πει τίποτα.

Επειδή αυτά είναι που κρίνονται στις 4 Οκτωβρίου, γι’ αυτά θα συζητάμε εδώ.

Γιατί ο Καραμανλής θα κάνει τώρα όσα δεν έκανε πριν;

Χωρίς υπερβολή είναι το ερώτημα που βασανίζει χιλιάδες συμπολίτες μας και κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσει να τους βασανίζει μέχρι τη στιγμή που θα ρίξουν το ψηφοδέλτιο στην κάλπη:

Γιατί να τον εμπιστευτώ πάλι;

Γιατί ο Καραμανλής θα κάνει τώρα όσα δεν έκανε πριν;

Γιατί τώρα θα λειτουργήσει διαφορετικά;

Τι άλλαξε;

Η απάντηση είναι προφανής:

Τα πάντα έχουν αλλάξει σε όλους τους τομείς. Το 2004 η παγκόσμια οικονομία ήταν σε άνοδο κι επέτρεπε την «ήπια προσαρμογή» – σήμερα βρισκόμαστε σε κρίση και χρειάζονται έκτακτα μέτρα.

Κι ακόμα, μέχρι και ένα – ενάμιση χρόνο πριν υπήρχε η ελπίδα ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί μια μίνιμουμ συναίνεση στα βασικά και τα αυτονόητα.

Μην πάτε μακριά:

Ποιος θα πίστευε ποτέ ότι ο Γ. Παπανδρέου θα εμφανιζόταν αντίθετος με την ίδρυση μη-κρατικών, μη-κερδοσκοπικών πανεπιστημίων; Ποιος θα πίστευε ότι αυτός ο ήπιος και ανοιχτόμυαλος και ευρωπαίος και αμερικανοθρεμμένος πολιτικός θα σαμποτάριζε εν ψυχρώ και χωρίς ενδοιασμούς μια τέτοια ρύθμιση μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει εσωκομματική εύνοια;

Και όμως…

Κι είναι επίσης και η αριστερά: Η Ν.Δ. ακολούθησε μετά το 2004 κατευναστική πολιτική, η οποία όμως δεν απέδωσε καθόλου. Όταν οι γνωστοί-άγνωστοι ένιωσαν ότι απειλούταν το τσιφλίκι τους με τον νόμο-πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση, παρέλυσαν την οικονομική και κοινωνική ζωή των πόλεων με τις συνεχείς επεισοδιακές διαδηλώσεις και διέκοψαν κάθε εκπαιδευτική και ερευνητική διαδικασία μέσα στα ιδρύματα.

Οπότε περιθώρια για κατευνασμούς κι από αυτή την πλευρά δεν υπάρχουν. Αντιθέτως, κάποια πράγματα πρέπει να προχωρήσουν και γιατί ο πολίτης τα επιθυμεί και γιατί η κοινή λογική τα απαιτεί και γιατί τα επιτάσσει η συμμετοχή μας στην Ε.Ε.

Μα, στα σοβαρά, ρε Φώτη, μπορεί να αλλάξει έτσι ένας άνθρωπος; Λυπάμαι, αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω αυτό…

Κι όμως, η πρόσφατη πολιτική ιστορία έχει πολιτικούς που άλλαξαν, και κυβέρνησαν διαφορετικά. Και δεν χρειάζεται να πάμε στον γερο-Καραμανλή. Ο Ανδρέας είναι επίσης ένα καλό τέτοιο παράδειγμα: Η δεύτερη περίοδος που κυβέρνησε ήταν εντελώς διαφορετική από την πρώτη οχταετία. Μετά το ’93 εγκατέλειψε τους «τρίτους δρόμους για τον σοσιαλισμό» και τις παράξενες (για να μην πω επικίνδυνες) συμμαχίες και στράφηκε αποφασιστικά προς την Δύση, την Ευρώπη και την Αμερική.

Συνεπώς, δεν βλέπω τον λόγο γιατί ο Κώστας Καραμανλής να μην διορθώσει τις αδυναμίες των προηγούμενων χρόνων.

Όταν μάλιστα η προεκλογική περίοδος αποδεικνύει ότι το μάθημά του το πήρε: Απόρριψε εντελώς τα συνήθη κι εύκολα καθησυχαστικά λόγια. Μιλάει με ειλικρίνεια και μας λέει πράγματα που, ενώ όλοι τα ξέρουμε ή τα υποψιαζόμαστε, κανείς εν ενεργεία πολιτικός δεν είχε τολμήσει να πει δημόσια.

Οπότε η μπάλα γυρίζει πάλι σε μας: Θα ψηφίσουμε με κριτήριο να τιμωρήσουμε ό,τι μας πλήγωσε στο παρελθόν ή για να χτίσουμε το μέλλον;

Το Debate Καραμανλή – Παπανδρέου

Ο Κ. Καραμανλής απέδειξε κάτι στο σημερινό debate:

Ότι δεν χρειάζεται ούτε να υψώνεις τους τόνους, ούτε να φωνάζεις, ούτε να ρητορεύεις, όταν έχεις κάτι να πεις.

Στην συζήτησή του με τον αρχηγό του Πασόκ ήταν ήρεμος και μίλησε με απλό και καθαρό λόγο για τα πεπραγμένα των κυβερνήσεών του και για τα όσα προτίθεται να κάνει, αν εκλεγεί. Γι’ αυτό και τον αδικούν κατάφορα όσοι του αναγνωρίζουν απλώς ρητορική δεινότητα και καλή σκηνική παρουσία.

Αντιθέτως ο Γ. Παπανδρέου προσπάθησε να κερδίσει σε ηγετικότητα ανεβάζοντας τους τόνους. Προσπάθησε να καλύψει την απουσία επιχειρημάτων και προτάσεων με κορώνες. Προσπάθησε να καλύψει με το συναίσθημα την απουσία λογικής από τον πολιτικό του λόγο. Χωρίς αμφιβολία έδωσε ένα επιχείρημα στους παπαγιάννηδές του να μιλάνε για «θριάμβους», αλλά φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι οπαδοί του κόμματός του θα νοστάλγησαν τον πατέρα του: Ό,τι και να λέμε, ο Ανδρέας ήξερε όχι μόνο να συνεπαίρνει τα πλήθη, αλλά να γίνεται συγκεκριμένος και πειστικός όταν και όπου χρειαζότανε.

Με δυο λόγια, και το σημερινό debate, όπως και το χτεσινό, έχει νικητή και ηττημένο. Κι όσοι μιλάνε για ισοπαλίες και για σούπες, προσπαθούν μέσα από την συνολική απαξίωση να προστατεύσουν τον νικημένο νικητή τους.

Αλλά αυτός είναι ο δημοσιογραφικός σχολιασμός και η πολιτική κριτική στην χώρα μας: Ξετσίπωτο οπαδιλίκι και εξυπηρέτηση ανομολόγητων -πλην ολοφάνερων- συμφερόντων.

Ο κ. Παπανδρέου ζητούσε επίμονα τις προηγούμενες μέρες να στέκονται όρθιοι κατά την διάρκεια της συζήτησης. Δεν ξέρω τι κέρδισε από αυτό.

Καταλαβαίνω όμως πολύ καλά γιατί επέμεινε τα debate να γίνουν τουλάχιστον 15 μέρες πριν τις εκλογές. Και γιατί την τελευταία στιγμή υπαναχώρησε κι αρνήθηκε να γίνει και δεύτερο μεταξύ του ιδίου και του Κ. Καραμανλή. Η απόφασή του αυτή φαίνεται ότι είναι από τις πιο σοφές που έχει λάβει σαν αρχηγός του Πασόκ.

Το Debate των Έξι

Δεν μπαίνω στην διαδικασία να σχολιάσω τον τρόπο που μίλησαν και που κινήθηκαν οι αρχηγοί στο χτεσινοβραδινό debate. Την βρίσκω εντελώς περιττή, ειδικά τούτη τη στιγμή. Άλλωστε όλοι τους διαθέτουν προσωπικό και γι’ αυτό μη συγκρίσιμο στιλ. Αυτό ισχύει περισσότερο για τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου: Δεν μπορείς να κρίνεις τον έναν με βάση τα προτερήματα του άλλου. Είναι διαφορετικοί.  Ακόμα περισσότερο: Οι δυο τους εκφράζουν δυο εντελώς διαφορετικά ανδρικά πρότυπα –οπότε ο καθένας μας διαλέγει αυτό που του ταιριάζει περισσότερο.

Ο τρόπος που εκφράζονται βέβαια έχει σημασία. Είναι άλλο πράγμα να μην έχεις ευγλωττία ή να μην είσαι δεινός ρήτορας κι άλλο πράγμα να μην μπορείς ή να δυσκολεύεσαι να εκφράσεις την σκέψη σου. Για τον απλούστατο λόγο ότι ανέκφραστη σκέψη κατά πάσα πιθανότητα είναι και ανύπαρκτη. Όπως και η δυσπερίγραπτη σκέψη, η θολή έκφραση μπορεί να είναι ατού για κάποιους καλλιτέχνες ή για τους προφήτες, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί προσόν ενός ηγέτη.

Πέρα όμως από αυτά, για μένα το χτεσινό debate επιβεβαίωσε όσα ήδη λίγο-πολύ ξέραμε για τα κόμματα και τους αρχηγούς τους.

Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό.

Γιατί έτσι η ευθύνη περνάει ακέραια στις δικές μας πλάτες. Και μετά την απομάκρυνση από την κάλπη κανένας δεν θα μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν κατάλαβε:

Ο Καρατζαφέρης κινήθηκε στο γνωστό μοτίβο του, κάπως πιο μελοδραματικός αυτή τη φορά. Η δε τακτική του δεν είναι «ευφυής», όπως την χαρακτηρίζουν συχνά στα δευτεροκλασάτα τηλε-παράθυρα, αλλά μάλλον απλοϊκή. Αφού πιάνει όμως, ο Γιώργαρος δεν έχει πρόβλημα.

Το ενδιαφέρον ήταν που η Παπαρήγα δεν είπε ούτε μια κακή κουβέντα για τον Συριζα ετούτη τη φορά. Η Αλέκα δεν πυροβολεί πτώματα. Η κριτική της αφορούσε μόνο Ν.Δ., Πασόκ και Λάος.

Από τα όσα μας είπε ο κ. Χρυσόγελος, μια απορία μου δημιουργήθηκε: Εντάξει, εμείς να μην μπλέκουμε την Ιστορία στην πολιτική. Εκείνοι όμως ως τι μιλούν για την ιστορία; Ως ειδικοί ιστορικοί;

Ο Παπανδρέου δεν έχει λύσει το βασικό του πρόβλημα: Δεν είναι σαφής. Η ερώτηση που του τέθηκε από τον Πρωθυπουργό (σιγά μην τον ρωτούσαν κάτι τέτοιο οι δημοσιογράφοι) για το ύψος του κοινού φορολογικού συντελεστή που προτείνει και το αν σκοπεύει να φορολογήσει και τα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων, ήταν απλούστατη. Και μπορούσε να απαντηθεί με δυο-τρεις φράσεις –αν, φυσικά, το Πασόκ έχει επεξεργασμένο πρόγραμμα, έστω και ανεφάρμοστο. Προφανώς δεν έχει.

Αλλά το χειρότερο για τον Γ. Παπανδρέου είναι πως δεν είναι καν πρωτότυπος. Τα «θα» ταυτίστηκαν με τον συχωρεμένο τον πατέρα του. Και όλοι ξέρουμε πώς επαναλαμβάνεται η ιστορία.

Ενδιαφέρον ήταν και το τραύλισμα που τον έπιανε κάθε φορά που απευθυνόταν στον Κ. Καραμανλή. Πολύ ενδιαφέρον…

Το βασικό πρόβλημα του Καραμανλή είναι το αντίστροφο: Παραείναι συγκεκριμένος. Κι έχω την αίσθηση ότι αυτή η τακτική δύσκολα αποδίδει προεκλογικά, αλλά αντιθέτως τοκίζει και κεφαλαιοποιείται αργότερα. Θα δούμε…

Οι δημοσιογράφοι;

Απαράδεκτοι. Αποδείχτηκαν για ακόμα μια φορά κατώτεροι των περιστάσεων. Ανίκανοι να υποβάλουν σοβαρές ερωτήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι στην on line ψηφοφορία του Σκάι οι ερωτήσεις που έθεσαν οι ίδιοι οι πολιτικοί θεωρήθηκαν πολύ καλλίτερες από εκείνες των δημοσιογράφων, με διαφορά 50 μονάδων!

Είναι σίγουρο ότι η Οικονομία θα κρίνει τις Eκλογές;

Τα πράγματα είναι απλά και η αντίφαση εξόφθαλμη:

  1. Όλοι οι αναλυτές και οι ανεξάρτητοι διεθνείς οργανισμοί συμφωνούν ότι η οικονομική κρίση στις Η.Π.Α. βαίνει προς το τέλος της, στην Ευρώπη είναι στη μέση και στην Ελλάδα στο αρχικό στάδιο.
  2. Ο Κώστας Καραμανλής κατεβαίνει στις εκλογές προτείνοντας μέτρα, τα οποία λίγο-πολύ είναι όμοια με εκείνα που ακολούθησαν και ακολουθούν όλες οι ξένες χώρες, ανεξάρτητα από τι κόμμα είναι στην εξουσία, και μας προτείνουν οι διεθνείς οίκοι.
  3. Ο Γ. Παπανδρέου κατεβαίνει στις εκλογές με τις συνήθεις υποσχέσεις (αυξήσεις σε μισθούς/συντάξεις/επιδόματα, μαζικές προσλήψεις, επανακρατικοποιήσεις κτλ), οι οποίες όμως έρχονται σε αντίθεση όχι μόνο με την διεθνή εμπειρία και τις προτάσεις των ανεξάρτητων οργανισμών, αλλά -επιτρέψτε μου- και με την απλή λογική. Τέτοια πολιτική άλλωστε δεν ακολουθείται αυτή την εποχή ούτε από τις Σκανδιναβικές χώρες, που τόσο θαυμάζει ο αρχηγός του Πασόκ.
  4. Όλες οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν: Οι Έλληνες δηλώνουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία ότι θα ψηφίσουν με κριτήριο την τσέπη τους
  5. Όλες οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν: Το Πασόκ του Γ. Παπανδρέου προηγείται.

Κι εδώ βρίσκεται η αντίφαση:

Αν θεωρούμε την οικονομία ως το μείζον πρόβλημα και ως τον καθοριστικό παράγοντα της επιλογής μας, τότε γιατί επιλέγουμε ένα κόμμα που μας μιλάει λες και ζούμε στο 2006; Ένα κόμμα που εμφανώς και πέραν πάσης αμφιβολίας (η δήλωση Αλμούνια και η παραίτηση Παπαδήμου είναι συντριπτικές αποδείξεις) τάζει πράγματα που δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει και που αν τα υλοποιήσει θα βρεθούμε σε μεγαλύτερες περιπέτειες; Ένα κόμμα που στην καλλίτερη περίπτωση έχει κρυφή ατζέντα (την οποία υποστηρίζουν οι καναλάρχες που στοιχίζονται γύρω από τον ΓΑΠ) και στην χειρότερη την 5η Οκτωβρίου θα αρχίσει τους αυτοσχεδιασμούς;

Συμπέρασμα:

Μπορεί να δίνουμε την «σωστή» απάντηση, όταν ερωτόμαστε για τα κριτήρια της ψήφου μας, αλλά η τελική επιλογή μας προδίδει.

Τι προδίδει;

Πολλά. Που δεν είναι της ώρας – άλλωστε η βούληση του λαού είναι ακόμα άδηλη. Θα την δούμε και θα την συζητήσουμε.

Ένα μόνο σημειώνω εδώ:

Αν αποδειχτεί από το αποτέλεσμα των εκλογών ότι η οικονομία είναι το κριτήριο της ψήφου μας, τότε θα έχουμε μια μεγάλη νίκη της Ν.Δ. και του Κ. Καραμανλή που επέβαλαν αυτή την ατζέντα.

Αν όμως αποδειχτεί ότι οι εκλογές παίχτηκαν σε άλλο γήπεδο, τότε πάλι η Ν.Δ. όρισε το τερέν, αλλά όχι η Ν.Δ. του Καραμανλή, αλλά εκείνη κάτι σκοτεινών και μνησίκακων ανθρώπων τύπου Τατούλη, Μανώλη, Λιάπη, Τσιτουρίδη.

Και, φυσικά, είτε στην μία είτε στην άλλη περίπτωση εξηγήσεις πρέπει να δοθούν.