Monthly Archives: Οκτώβριος 2009

Michael Jackson’s This Is It

For the fans… διευκρινίζει η φράση που εμφανίζεται στην αρχή της ταινίας. Και είναι αλήθεια ότι φυσικό κοινό της είναι τα εκατομμύρια των θαυμαστών του Michael Jackson – για όλους αυτούς το This Is It είναι ένα πραγματικό δώρο.

Όπως είναι λίγο-πολύ γνωστό στην ταινία βλέπουμε μονταρισμένες τις πρόβες για τις συναυλίες που ετοίμαζε ο MJ και όχι το τελικό αποτέλεσμα. Κάποια τραγούδια είναι περισσότερο δουλεμένα, κάποια λιγότερο και κάποια τα βλέπουμε στο αρχικό στάδιο. Αυτό όμως αφορά το οπτικό μέρος, τις χορογραφίες, τους φωτισμούς, την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια, γιατί ο ήχος είναι εξαιρετικός: Κρυστάλλινος και αψεγάδιαστος θα ενθουσιάσει τον μουσικόφιλο.

Βλέπουμε επίσης και κομμάτια από τις ταινίες που θα συνόδευαν τα τραγούδια. Τεχνικά άψογες, εμπνευσμένες, με χιούμορ και φαντασία, οι ταινίες αυτές είναι χάρμα οφθαλμών –ειδικά το βίντεο που θα συνόδευε το Smooth Criminal, όπου ο MJ μπαίνει στην Gildaκαι παίζει με την Rita Heyworth, τον Edward J. Robinson και τον H. Bogart είναι καταπληκτικό.

Αλλά το This Is It δεν είναι μόνο μουσική, χορός, show, είναι και κάτι παραπάνω:

Για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, γλιστράμε στα παρασκήνια του MJ, παρακολουθούμε τις πρόβες, βλέπουμε τον τρόπο που εργαζόταν. Κι αυτό το κομμάτι δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακό. Η ταινία αποδεικνύει με τον πιο αδιάψευστο τρόπο ότι ο MJ δεν ήταν απλώς ένας διασκεδαστής (performer), αλλά ότι πάνω απ’ όλα παρέμενε ένας σπουδαίος μουσικός. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να τον δούμε να καθοδηγεί την ορχήστρα του και τους τραγουδιστές τους. Και είναι πράγματι εντυπωσιακός ο τρόπος –γλαφυρός, κάπως παιδικός, ίσως αστείος– με τον οποίο απευθύνεται στους μουσικούς και τους περιγράφει τι ακριβώς θέλει από εκείνους.

Όπως ήδη θα καταλάβατε, στην ταινία δεν βλέπουμε τον ημιπαράλυτο Jackson των κουτσομπολίστικων εντύπων να τον μεταφέρουν με αναπηρικά καροτσάκια, να σέρνεται, να μην έχει την δύναμη να μιλήσει.

Αντιθέτως βλέπουμε τον Michael στα πενήντα του γεμάτο ενέργεια να διατηρεί στο ακέραιο τις φωνητικές του δυνατότητες, να χορεύει και να κινείται σαν έφηβος.

Αλλά και στο ανθρώπινο επίπεδο βλέπουμε τον Michael που ξέραμε:

Ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος, σχεδόν ντροπαλός όταν ζητάει κάτι από τους συνεργάτες του –οι παρατηρήσεις του τελειώνουν πάντα με την φράση “I love you”. Και η φράση “God Bless You” λέγεται ξανά και ξανά και ξανά και ξανά σε καθέναν από τους συντελεστές με κάθε ευκαιρία.

Συμπερασματικά: Το This Is It είναι ένα πολύ καλό μουσικό ντοκιμαντέρ –θα μπορούσε να σταθεί ακόμα κι αν γινόταν τελικά οι συναυλίες του MJ. Αλλά και έτσι, σου δείχνει το όραμά του για το πολυαναμενόμενο comeback.

Ο Γιώργος Σεφέρης και η Τζαζ

Αντιγράφω από το βιβλίο του Χ. Μίλερ Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα, που κυκλοφορεί σε μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 133-34:

…Το τρίτο επεισόδιο ήταν εντελώς διαφορετικό – μια ακρόαση τζαζ στο αυστηρό, εργένικο διαμέρισμα του Σεφεριάδη στην οδό Κυδαθηναίων, έναν από τους δρόμους που με έλκυσε ενστικτοδώς από την πρώτη μου εξόρμηση στην Αθήνα. Ο Σεφεριάδης, μια διασταύρωση ταύρου και πάνθηρα εκ φύσεως, έχει τα δυνατά χαρακτηριστικά της Παρθένου, αστρολογικά εννοείται. Δηλαδή, έχει πάθος με το να συλλέγει, όπως έκανε και ο Γκαίτε, ένας από τους καλύτερους τύπους Παρθένου που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. το πρώτο σοκ που έπαθα μπαίνοντας στο σπίτι του σ’ αυτή την ιδιαίτερη περίπτωση ήταν η γνωριμία μου με τη χαριέστατη και αξιολάτρευτη αδελφή του, την Ιωάννα. Με εντυπωσίασε αμέσως λες και καταγόταν από βασιλική οικογένεια, ίσως της αιγυπτιακής γραμμής – τέλος πάντων ευδιάκριτα υπερπόντια. Καθώς την κοίταζα εκστασιασμένος ξαφνιάστηκα από τον ήχο της άγριας και δυνατής φωνής του Καμπ Καλογουέι. Ο Σεφεριάδης με κοίταξε με αυτό το ζεστό ασιατικό χαμόγελο που πάντα απλωνόταν στο πρόσωπό του σαν νέκταρ και αμβροσία. «Το ξέρεις αυτό το κομμάτι;» είπε, λάμποντας από χαρά. «Έχω και μερικά άλλα, αν θες να τ’ ακούσεις» και έδειξε μια σειρά από δίσκους που έφτανε το ένα μέτρο μήκος. «Τι λες για τον Λούις Άρμστρονγκ; Σου αρέσει;» συνέχισε. «Αυτός εδώ είναι ένας δίσκος του Φατς Γουέιλερ. Μια στιγμή, έχεις ακούσει τον Κάουντ Μπέισι – τον Πίγουι Ράσελ;» Ήξερε τους καλλίτερους· ήταν συνδρομητής στο Le Jazz Hot όπως έμαθα. Σε μερικά λεπτά μιλούσαμε για το Καφέ Μπουντόν στη Μοντμάρτρ όπου σύχναζαν οι μεγάλοι νέγροι μουσικοί των νυχτερινών κέντρων πριν και μετά τη δουλειά. Ήθελε να μάθει για τους αμερικανούς νέγρους, για τη ζωή πίσω από τη θεατρική σκηνή. Ποια ήταν η επιρροή του νέγρου στην αμερικανική ζωή, ποια ήταν η γνώμη των Αμερικανών για τη λογοτεχνία τω νέγρων; Ήταν αλήθεια πως υπήρχε μια αριστοκρατία νέγρων, μια πολιτισμική αριστοκρατία ανώτερη των λευκών πολιτισμικών αμερικανικών ομάδων; Μπορούσε κάποιος σαν τον Ντιουκ Έλιγκτον να καταλύσει στο ξενοδοχείο Σαβόι Πλάζα χωρίς να δημιουργηθεί κάποια σύγχυση; Και τι πίστευα για τον Κάλντγουελ και τον Φόκνερ – ήταν πραγματική η απεικόνιση του νότου που έδιναν; Και τα λοιπά. Όπως έχω παρατηρήσει και πιο πριν, ο Σεφεριάδης δεν κουράζεται να ρωτάει. Καμιά λεπτομέρεια δεν είναι τόσο μηδαμινή που να του διαφεύγει. Η περιέργειά του είναι άσβεστη, οι γνώσεις του είναι τεράστιες και ποικίλες. Αφού με διασκέδασε με τα τελευταία κομμάτια τζαζ ήθελε να μάθει αν θα μου άρεσε ν’ ακούσω λίγο εξωτική μουσική από την οποία είχε μια ενδιαφέρουσα ποικιλία…

Τι πάθος ατελείωτο

Στάθηκε και φώναξε τον μικρό που είχε ξεχαστεί και τσαλαβουτούσε σε μια λακκούβα με λασπόνερα. Τα παπούτσια του είχαν μουσκέψει, οι λάσπες είχαν βάψει και τα γόνατά του, αλλά κράταγε το μπουζουκάκι του ψηλά, το προφύλασσε, να μην πέσουν νερά πάνω του. Αυτό πιο πολύ του ράγισε την καρδιά. Ήξερε ότι ο μικρός δεν ήταν πια και τόσο μικρός –έκλεινε τα 11, καταλάβαινε καλά την ανέχεια, την φτώχεια, την ντροπή της ζητείας που γέμιζε το πιάτο τους. Μακάρι τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Μακάρι ο ίδιος να ήταν διαφορετικός. Μακάρι να μην έπαιρνε στο λαιμό του και τις άλλες, τις αθώες ψυχούλες.

Το παιδί τον πλησίασε τρέχοντας και τον έπιασε από το χέρι.

«Πρόσεξε μην πέσεις», του είπε μηχανικά. «Θυμάμαι μια φορά, στην ηλικία σου θα ήμουνα, κι έτρεχα έτσι όπως εσύ, γλίστρησα σε μια πέτρα και γύρισε το πόδι μου…»

Σε κάθε λέξη η φωνή του χαμήλωνε, μέχρι που σταμάτησε να μιλάει. Κοιτούσε μπροστά και χαμηλά, τα χαλίκια και τις πέτρες του δρόμου που κοκκίνιζαν στο ηλιοβασίλεμα. Το τελευταίο θαλασσί του ουρανού που μεταμορφωνόταν σε μαύρο. Ένιωθε τον φρέσκο αέρα της θάλασσας να περνάει μέσα από τα χαλάσματα και τις παράγκες για να τον χαϊδέψει στο πρόσωπο, να ξεκουράσει λιγάκι το αποκαμωμένο του σώμα. Κατανοούσε το μικρό θαύμα μέσα στα γκρεμίδια, την ομορφιά που τον περικύκλωνε, αλλά δεν μπορούσε να γίνει μέρος της. Να την αιστανθεί έστω –η ίδια η ζωή τον πετούσε έξω. Στροβιλιζόταν στο κενό και δεν είχε από πουθενά να κρατηθεί. Να ξεχαστεί, έστω.

Ένας αναστεναγμός του ξέφυγε. Τα πνευμόνια του άδειασαν απ’ το οξυγόνο και δεν έλεγαν να γεμίσουν. Τον έπιανε συχνά αυτή η δύσπνοια, το αίσθημα ότι δεν μπορεί να χορτάσει αέρα τέτοιες στιγμές μεγάλης στεναχώριας και άγχους.

Κοντοστάθηκε. Έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του σακακιού του και το άναψε. Μακρά, μεγάλη, βαθιά τζούρα κοιτώντας τα πορτοκαλί σύννεφα στον ορίζοντα. Η νικοτίνη κατακάθισε στα πνευμόνια του – ο καπνός βγήκε κι ένιωσε κάπως καλλίτερα. Τουλάχιστον θα έβγαζε τη μέρα.

Το παιδί τον κοιτούσε στα μάτια. Ξερογλειφόταν.

«Είσαι μικρός ακόμα γι’ αυτόν τον διάολο», είπε και προχώρησε.

Ήξερε βέβαια ότι ο γιος του φούμαρε στη ζούλα – πολλές φορές όταν γύριζε σπίτι απ’ τις αλάνες βρώμαγε τσιγαρίλα. Δεν τον μάλωνε, δεν φώναζε, δεν είχε την δύναμη για κάτι τέτοιο κι ας του το ζήταγε ξανά και ξανά η γυναίκα του. Κατά βάθος ήξερε ότι δεν είχε και νόημα –θυμόταν τα δικά του πολύ καλά. Αλλά δεν θα τον ενθάρρυνε κιόλας να καπνίζει μπροστά του. Ένας σεβασμός προς τον πατέρα έπρεπε να υπάρχει…

Στάθηκε έξω από τον καφενέ και τράβηξε δυο γερές τζούρες μέχρι που η κάφτρα καψάλισε τα δάχτυλά του. Ο κοσμάκης περπατούσε βιαστικά –οι περισσότεροι που περνούσαν από δίπλα του τον χαιρέταγαν· οι γυναίκες είχαν βγάλει τα σκαμνιά τους μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους και καθόταν δυο-δυο, τρεις-τρεις προσέχοντας τα παιδιά που τρεχοβολούσαν.  Πέταξε την γόπα και την πάτησε με τη μύτη του δεξιού του παπουτσιού.

«Έτοιμος;» ρώτησε τον μικρό, αλλά πιο πολύ στον εαυτό του απευθυνόταν. Τον εαυτό του ήθελε να ενθαρρύνει. Να βουτήξει για μια ακόμα φορά στην ξεφτίλα για τα χρειώδη.

Βαθιά ανάσα.

Άνοιξε την πόρτα του καφενέ και χαιρέτησε χωρίς να κοιτάζει κανέναν συγκεκριμένα κουνώντας μόνο το κεφάλι του. Κάθισε στο βάθος δεξιά κι έσφιξε το μπουζούκι στην αγκαλιά του. Ο μικρός τον μιμήθηκε. Βάλθηκε να το κουρδίζει κοιτώντας με την άκρη του ματιού του την πελατεία. Ψόφια πράγματα. Μια παρέα από 4-5 σοβατζήδες δίπλα στη σόμπα έπαιζαν τάβλι, ένας αγαπητικός με λιγδερό μαλλί παραδίπλα και πιο πέρα κάτι γερόντια και κάποιες άγνωστες φάτσες –τίποτα.

Το κούρδισμα έγινε ταξίμι ραστ και το ταξίμι τραγούδι –ένα από τα πρώτα-πρώτα που φωνογράφησε κι αγαπήθηκε πολύ. Τότε. Που ο κόσμος ήταν αθώος και ήξερε να εκτιμά κι άλλα πράγματα κι όχι μόνο το χρήμα. Άρχισε να το τραγουδάει σιγανά, αλλά η φωνή του λύθηκε όσο προχωρούσε και δυνάμωνε. Το φχαριστιόταν κι ο ίδιος. Ο μικρός δίπλα του είχε μπει και τα πήγαινε καλά. Έκανε και λάθη –παιδί ήταν ακόμα– αλλά ήταν σωστότατος στους ρυθμούς, που είναι το σημαντικότερο, και μπορούσε να σκαρώνει όμορφα ταξιμάκια. Αν του έδινε ο Θεός υγεία και συνέχιζε έτσι, στο τέλος θα γινόταν σπουδαίος και τρανός. Θα ξεπερνούσε τον και τον ίδιο ακόμα.

Τελείωσε το τραγούδι κι ένιωσε να τον πλησιάζει ο Αλέκος, ο καφετζής. Παραγγελιά – καλό σημάδι – θα έβγαινε και απόψε το μεροφάι.

Γύρισε το αφτί του προς το μέρος του Αλέκου και περίμενε να τον ακούσει χωρίς να κοιτάζει. Ο καφετζής έσκυψε εμπιστευτικά, αλλά με φωνή που ακουγόταν καθαρά σε όλο το μαγαζί, του είπε:

«Μάρκο, εντάξει, αλλά αν δηλαδή τελείωσες, τα παιδιά λένε να βάλουμε το γραμμόφωνο.»

Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ούτε είπε και τίποτα. Έμεινε για μια στιγμή μόνο ακίνητος στην καρέκλα του. Ή και για μια ώρα / για ένα χρόνο. Ακίνητος. Έπειτα σηκώθηκε αργά, κοίταξε το παιδί και βγήκε έξω.

Περπάτησαν αμίλητοι 100 – 150 μέτρα νιώθοντας ακόμα τα βλέμματά τους πάνω του. Μετά δεν άντεξε: Έπεσε χάμω, μέσα στις λάσπες, με το μπουζούκι σφιχτά δεμένο στον κόρφο του και ξέσπασε σε ένα στεγνό, βουβό κλάμα. Δεν άντεχε άλλο. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν ήθελε. Τίποτα δεν είχε νόημα στη ζωή του κι ό,τι δεν το κατέστρεφε ο ίδιος, χανόταν από μόνο του. Μακάρι, μακάρι να τον έκοβε τώρα αμέσως ο Θεός. Μακάρι για να γλίτωνε κι ο ίδιος και οι άλλοι που βασάνιζε.

Μη μπορώντας να βρει ρυθμό στην ανάσα του από τους λυγμούς, άρχισε να παίζει με τον αντίχειρα ένα σιγανό ταξίμι σε ουσάκ που κατέληξε κιουρτί. Τα λόγια του τα έφερε ο καημός και κόλλησαν αυτόματα πάνω στη μουσική που φτιαχνόταν:

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου

Όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ τον θάνατό μου…

Οξφόρδη

Η Οξφόρδη βρίσκεται στην καρδιά της Νότιας Αγγλίας και την διασχίζει ο ποταμός Τάμεσης, που οι ντόπιοι τον αποκαλούν ακόμα με το ρωμαϊκό του όνομα, Ίσις.

P1030127

Εντυπωσιακά κτήρια κάθε εποχής και τεχνοτροπίας είναι αραδιασμένα παντού, χωρίς όμως να βαραίνουν το σκηνικό, χωρίς να καταπλακώνουν την ψυχή· αρμονικά μπλεγμένα με τα πάρκα και τα αλσύλλια γαληνεύουν την ψυχή των ντόπιων και των επισκεπτών. Κοιτώντας την από μακριά σου δίνει την εντύπωση ξεχασμένου από τον χρόνο και τους ανθρώπους χωριού –φαίνεται σχεδόν απίστευτο ότι εκεί ζουν περισσότερες από 150.000 ψυχές.

P1020957

Μοιάζει η Οξφόρδη με δεκάδες άλλες βρετανικές κωμοπόλεις σε αυτό: Πνιγμένη στο πράσινο, παρέχει ήρεμη, καλορυθμισμένη, συγκεκριμένη ζωή –βαρετή θα έλεγε ίσως κάποιος.

Διαφέρει όμως σε τούτο: Με τους χιλιάδες φοιτητές, που έρχονται από κάθε μέρος του γνωστού ή άγνωστου κόσμου να σουλατσάρουν πεζή ή με τα ποδηλατάκια τους στη σκιά των μεσαιωνικών κτηρίων, σου δίνει την αίσθηση μιας διαφορετικής κοινότητας.

Όχι άδικα.

Το Πανεπιστήμιο βρίσκεται παντού. Είναι η αρτηρία και το αίμα της πόλης. Η βιομηχανία και το αξιοθέατο. Η ουσία και η εικόνα της. Η παράδοση και το μέλλον.

P1020775

Ξέρω ότι κάποιοι θα είναι έτοιμοι να προβάλουν τις γνωστές ενστάσεις για την βρετανική βιομηχανία παραγωγής πτυχίων, την πτώση των στάνταρ και του παραγόμενου αποτελέσματος. Δεν θα τους αντικρούσω – άλλωστε κι εγώ στο σήμερα ζω. Και δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι σε 50 χρόνια τα τουριστικά πρακτορεία θα προσφέρουν πακέτα, στα οποία θα μπορείς να ζήσεις για μια βδομάδα στην Οξφόρδη σαν φοιτητής του Μεσαίωνα ή των μυθικών sixties. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε το εξής: Η πτώση του επιπέδου σπουδών είναι φαινόμενο που παρατηρείται σε όλα τα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, πράγμα που σημαίνει ότι αν οι άριστοι γίνονται απλώς πολύ καλοί, τότε οι κακοί γίνονται ακόμα χειρότεροι –κι ο νοών νοείτο.

P1030124

Το αστείο που κάναμε με τον Κυριάκο, τον φίλο που με φιλοξένησε εκείνες τις μέρες, είναι ενδεικτικό:

Αν οι Βρετανοί παραχωρούσαν την Οξφόρδη στην Ελλάδα, τι θα γινόταν; ρώτησε.

Η απάντηση ήταν εύκολη: Τα ποδήλατα θα εξαφανιζόταν, πολυόροφες πολυκατοικίες θα ξεφύτρωναν, αυτοκίνητα θα έπηζαν κάθε δρόμο και στενό, τα πεζοδρόμια θα μετατρέπονταν σε χώρους στάθμευσης, οι τοίχοι θα γέμιζαν γκράφιτι και άθλιες αφίσες, αδέσποτα σκυλιά θα σουλατσάριζαν παντού, τα πάρκα θα βρώμαγαν κουράδες σκύλων και κατρουλιό… Η ζωή θα αποκτούσε αίφνης άλλο ενδιαφέρον, νέο νόημα.

Είχα την τύχη να δουλέψω για μερικές μέρες στην Μποντλιανή Βιβλιοθήκη –μια από τις μεγαλύτερες του κόσμου. Βιβλιοθήκες σαν κι αυτή, που προορίζονται για τους ερευνητές, έχουν διπλή αποστολή: Από τη μια να εξυπηρετήσουν τον σημερινό επιστήμονα κι από την άλλη να διαφυλάξουν το υλικό τους για το μέλλον –ένα καλό παράδειγμα τέτοιας βιβλιοθήκης είναι η Γεννάδειος στην Αθήνα. Το πρόβλημα είναι ότι συνήθως οι βιβλιοθηκάριοι ρίχνουν το βάρος στο δεύτερο κομμάτι και κατασκευάζουν τέτοιους κανονισμούς / περιορισμούς, που κάνουν τη ζωή των ερευνητών δύσκολη –η Γεννάδειος παραμένει ένα καλό παράδειγμα. Όσο χάρηκα την δουλειά στην Μποντλιανή, δεν την χάρηκα πουθενά αλλού: Οι υπάλληλοι είναι άνθρωποι που ξέρουν την δουλειά τους και βρίσκονται πίσω από τα γραφεία τους για να εξυπηρετούν, όχι να προβάλουν εμπόδια. Και δεν είναι μόνο η πρόσβαση που σου δίνουν σε εκατομμύρια τίτλους, αλλά και η δυνατότητα φωτοτύπησης, φωτογράφησης, ακόμα και σκαναρίσματος με φορητό σκάνερ! Δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο: Χαιρόμουν τόσο πολύ την δουλειά εκεί μέσα, που δεν πρόλαβα να κάνω καθόλου sightseeing –που θα λέγανε και οι Άγγλοι.

Ψευδαίσθηση

Η τεχνική είναι από πολύ παλιά γνωστή.

Οι διαδοχικές εναλλασσόμενες εικόνες μας δίνουν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Συν η τεχνολογική εξέλιξη, η ψευδαίσθηση έγινε τόσο ισχυρή, που διεκδικεί να γίνει πραγματικότητα.

Και η δική σου τεχνική απ’ τα αρχαία χρόνια είναι γνωστή:

Τα δάχτυλά σου στα μπράτσα μου, η ζεστασιά της ανάσας σου πίσω απ΄ τον λοβό του αφτιού μου, τα νύχια σου να οργώνουν τους ώμους μου, διαδοχικά μου δίνουν την ψεδαίσθηση του έρωτα. Συν το προσωπικό σου ταλέντο -το χαμόγελο, τα μισόκλειστα μάτια, ο απαλός ήχος της κάθε εκπνοής- δημιουργούν τόσο ισχυρή ψευδαίσθηση, που θέλω να κλειδωθώ μέσα της και να ξεχάσω την πραγματικότητα. Να συρρικνωθώ, να ακινητοποιηθώ, να μην αναπνέω, να σταματήσω και την καρδιά μου ει δυνατόν, να λιμνάσει το αίμα στις φλέβες μου, μήπως και σταθεί για λίγο κι ο χρόνος, η εξέλιξη, το αναπόφευκτο. Μήπως και παραταθεί για μια στιγμή για μια στιγμή έστω η βύθιση στο παιχνίδι σου.

……………………………………………………….

Σηκώνεσαι και πας στην τουαλέτα. Το δέρμα σου λευκαίνει στο σκοτάδι – στους λαγόνες σου αχνίζουν τα υγρά μας. Το σάλιο μου δεν στέγνωσε ακόμα από πάνω σου.Σε βλέπω να κλείνεις την τουαλέτα πίσω σου και ακούσια κλείνουν και τα μάτια μου. Δεν μπορώ να σε περιμένω – βυθίζομαι στον ύπνο. Η ψευδαίσθηση θρυμματίζεται. Το επερχόμενο παγώνει το δωμάτιο.

Το Κορίτσι από το Πίσω Θρανίο

Μου είπε ότι δεν είναι όμορφη. Ότι απλώς έχει αρμονικό πρόσωπο.

Ήμασταν Γ΄ Λυκείου και ήταν χειμώνας. Γιαννιώτικος χειμώνας –ουρανός μολυβής, κρύο και ψιλόβροχο. Την είχαμε κοπανήσει από το μάθημα και πηγαίναμε σε κάποια καφετέρια που τότε ήταν πολύ της μόδας, αλλά τώρα δεν υπάρχει.

Νομίζω ότι τότε την κοίταξα για πρώτη φορά καλά-καλά στο πρόσωπο.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή νομίζω ότι έβλεπα μόνο τα χέρια της καθώς γύριζα βιαστικά προς τα πίσω για να της ψιθυρίσω βιαστικά μια λέξη, ν’ ακούσω κάτι, να πάρω ή να δώσω ένα σημείωμα.

Τα χέρια ήταν αρκετά.

Αλλά και το πρόσωπο…

Ναι, ήταν αρμονικό. Αλλά και όμορφο.

Μάλλον.

Δεν ξέρω.

Πώς να ορίσει κανείς την ομορφιά; Πώς να την διακρίνει από την αρμονία; Την γαλήνη που αυτή μεταδίδει; Την επιθυμία να βουλιάξεις μέσα της και να χάσεις τον εαυτό σου; Να λιώσεις, να απορροφηθείς από το αίμα της, να διαχυθείς παντού μέσα στο κορμί της.

Εμένα μου άρεσε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Το άλλο σίγουρο είναι ότι δεν θυμάμαι τι της απάντησα.

Μάλλον δεν της είπα τίποτα. Ήταν η περίοδος που μάθαινα να σιωπώ.

……………………………………………………………………….

Ήταν παράξενα τα χρόνια τότε. Όλη η κοινωνία χόρευε στον ρυθμό των πανελληνίων εξετάσεων. Τα κανάλια συναγωνίζονταν ποιο θα διακόψει νωρίτερα το πρόγραμμά του για να μεταδώσει πρώτο τα θέματα· τα μεσημέρια βάζανε έκτακτες εκπομπές με τις απαντήσεις· οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν με ειδικά ένθετα. Στους φούρνους, τις λαϊκές, τα μπακάλικα, τις δημόσιες υπηρεσίες, ήταν η πρώτη κι η τελευταία κουβέντα που άκουγες. Μια αρρωστημένη εμμονή που σου υπέβαλε την ιδέα πως αν δεν περάσεις, ξόφλησες. Θυμάμαι τους συμμαθητές μου να έχουν ανέβει στο άρμα από το γυμνάσιο ακόμα και να το διασκεδάζουν. Οι πιο προικισμένοι ονειρεύονταν να γίνουν και εκείνοι φροντιστές. Να μαθαίνουν κόλπα αποστήθισης στους νεώτερους. Να διαιωνίσουν την μιζέρια. Δεν ξέρω αν το κατάφεραν. Δεν ξέρω πού βρίσκονται. Δεν ξέρω τι κάνουν. Αν για κάτι είμαι χαρούμενος είναι που έκοψα κάθε επαφή σαν κακοφορμισμένο άκρο.

Εμείς πού ήμασταν; Τι ονειρευόμασταν;

Ούτε και που ξέρω ακριβώς.

Πότε-πότε νομίζω ότι ζούσα σε ένα παράλληλο σύμπαν και πως εκείνη ήταν η μόνη μου επαφή με το δικό σας. Άλλοτε πως στροβιλιζόμασταν μαζί σε μια δύνη και το μόνο σταθερό ήταν ο βυθός από κάτω μας.

Ναι, η νεότητα δεν εκλογικεύει, τραγικοποιεί. Μεγεθύνει τις λεπτομέρειες και χάνει το γενικό πλάνο.

Κάποτε της χάρισα ένα τριανταφυλλάκι που έκοψα από μια αυλή και γέλασε.

Κάποτε μου έγραψε τις Γραμμές των Οριζόντων σε κασέτα.

Κάποτε ζωγράφισε στο χέρι μου το όνομά της.

Κάποτε περάσαμε μαζί ολόκληρο το πρωινό γελώντας στο υπόγειο μπιλιαρδάδικο για να μην γράψουμε κάποιο τεστ.

Όλα αυτά ναι, αλλά το απόγευμα ήταν αλλού κι εγώ περιστρεφόμουνα στη δική μου δύνη. Στην πραγματικότητα δεν καταλάβαινα καν τι παιζότανε –πάντοτε ήμουνα κάπως αφελής και τότε ακόμα περισσότερο.

……………………………………………………………….

Ο χειμώνας πέρασε, πέρασαν και οι εξετάσεις και η τάξη αποφάσισε να βγούμε ένα βράδυ για να αποχαιρετιστούμε.

Δεν ήθελα να αποχαιρετήσω κανέναν. Ένας εφιάλτης είχε περάσει και δεν τον νοσταλγούσα –δεν τον νοσταλγώ– καθόλου. Και δεν θα πήγαινα, αν είχα κάτι καλλίτερο να κάνω, αλλά δεν. Εκείνη έφτασε πιο αργά. Δεν κάθισε πολύ, ήρθε και μου ψιθύρισε στ’ αφτί ότι φεύγει και αν θέλω να πάω μαζί της.

Ήθελα.

Νύχτα Ιουνίου, δροσερή, χωρίς αστέρια, η λίμνη σκοτεινή και πίσω της η Πίνδος να βαραίνει με τον όγκο της.

Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα στον μόλο. Κουβεντιάζαμε. Ή μάλλον μίλαγε. Τα λόγια της αντιλαλούσαν για πολύ καιρό μέσα στ’ αυτιά μου και νομίζω ότι ακόμα, αν ψάξω βαθιά μέσα μου, θα βρω τον ήχο τους.

Δεν μιλούσε λογικά. Μεγέθυνε τις λεπτομέρειες, τα έκανε όλα τραγικά. Αλλά τι σημασία έχει; Ο λυγμός είναι λυγμός κι η απελπισία απελπισία, ακόμα και αν ισχύει για έναν χειμώνα, για μια χρονιά, για ένα βράδυ.

Είναι παράξενο, αλλά από κείνη τη νύχτα δεν έχουμε ξανασυναντηθεί.

Για χρόνια ζούσαμε στην ίδια πόλη, αλλά οι δρόμοι μας δεν διασταυρώθηκαν ξανά. Και τα τηλεφωνήματα, που στην αρχή ήταν καθημερινά, έπειτα από λίγο αραίωσαν και γρήγορα κόπηκαν.

…………………………………………………………

Είναι βράδυ και πρέπει να βάλω την τελευταία τελεία για να ετοιμαστώ. Με περιμένουν. Θα λουστώ βιαστικά για να στρώσουν τα μαλλιά μου και με τις άκρες των δαχτύλων μου θα απλώσω το ζελέ. Και η μελαγχολία που μουδιάζει τα μέλη μου θα εξαφανιστεί καθώς θα κατεβαίνω τις σκάλες.

Για όσους αναρωτιέστε, η μόνη απάντηση που έχω είναι οι δυο στίχοι του L. Cohen:

I remember you well

That’s all, I don’t even think of you that often

Αποτίμηση του Προεκλογικού «Σημειωματάριου». Εξομολογητικά.

Αμέσως μόλις προκηρύχτηκαν οι εκλογές δήλωσα ότι και πολιτική άποψη έχω και κομματική προτίμηση -πράγμα άλλωστε που ήταν ήδη γνωστό στους συστηματικούς επισκέπτες του μπλογκ μου. Με παρρησία και χωρίς δισταγμό στα 17 κείμενα ου μπλόγκαρα περιέγραψα τις απόψεις μου κι εξήγησα τις προτιμήσεις μου -πολλά δε από αυτά αναδημοσιεύτηκαν ή αντιγράφηκαν, μερικώς ή ολικώς, χωρίς να ζητηθεί η συναίνεσή μου. Περίπου 10.000 συμπολίτες μας επισκέφτηκαν το Σημειωματάριο εκείνες τις μέρες.

Όπως και να το δει κανείς, ήταν μια ωραία περίοδος για να μπλογκάρεις.

Ξέρω βέβαια ότι πολλοί φίλοι παραξενεύτηκαν, εκνευρίστηκαν, θύμωσαν εξαιτίας αυτής της επιλογής μου. Κάποιοι μου το είπαν στο τηλέφωνο ή όταν συναντηθήκαμε, και κάποιοι άλλοι, που δεν έχουμε γνωριστεί προσωπικά, αλλά έχουμε στενή επαφή δυο χρόνια τώρα μπλογκάροντας και άλλοι που ποτέ δεν είχαν αφήσει κάποιο σχόλιο, αλλά παρακολουθούσαν το Σημειωματάριο, μου είπανε την άποψή τους με σχόλια που άφησαν ή και με e-mail. Κάποια ευγενικά, κάποια λιγότερο ευγενικά. Κάποια επιθετικά: Είσαι άνισος / αλλοπρόσαλλος / αυτοκαταστροφικός / κομματόσκυλο / θρασύς / γκρεμίζεις το προφίλ που είχαμε για σένα.

Μπορεί να είμαι κι όλα αυτά.

Δεν το ξέρω. Δεν μπορώ να κρίνω σαν τρίτος τον εαυτό μου – ταυτίζομαι μαζί μου.

Εκείνο όμως που διεκδικώ είναι ότι είμαι συνεπής: Όσες φορές και πριν τις εκλογές είχα σχολιάσει τα κοινωνικά δρώμενα ή την πολιτική επικαιρότητα, η οπτική μου γωνία ήταν η ίδια. Μπορεί να σου αρέσει ή όχι, μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς, μπορεί να χαίρεσαι ή να θυμώνεις, ό,τι και να νιώθεις, εγώ δεν αισθάνομαι την ανάγκη ούτε κι έχω καμιά απολύτως υποχρέωση να απολογηθώ για τις ιδέες μου.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν ξέρω πώς αντιλαμβάνεστε εσείς το μπλογκάρισμα, εγώ πάντως κάνω το κέφι μου γράφοντας για πράγματα που μου αρέσουν και αγαπώ και για τα άλλα, που δεν συμπαθώ.

Επαναλαμβάνω για να καταστεί σαφές: Με το Σημειωματάριο κάνω το κέφι μου και δεν αποσκοπώ να κερδίσω το παραμικρό. Και δεν υπηρετώ κανέναν άλλο παρά τις ιδέες μου.

Για αυτό ακριβώς, αν θα πρέπει ξαφνικά και για οποιονδήποτε λόγο, να αρχίσω να αυτολογοκρίνομαι, όταν γράφω για την πολιτική, το σινεμά, τη λογοτεχνία, την μουσική, τους ανθρώπους, τότε προτιμώ να σταματήσω το ιστολογείν, να σχίσω ετούτο το Σημειωματάριο. Γιατί είμαι πολίτης με γνώμη και θέση. Εξαρτώμαι μόνο από τους ανθρώπους που αγαπώ και τις ιδέες που πιστεύω και χρωστάω μόνο στους ανθρώπους που συνεχίζουν να είναι δίπλα μου, να με στηρίζουν και να με ανέχονται. Και οπωσδήποτε δεν είμαι το προφίλ που κάποιος μπορεί να κατασκεύασε στο μυαλό του. Λυπάμαι.

Ξέρω ότι κάποιοι αναρωτιούνται ειλικρινά γιατί επί ένα μήνα ασχολήθηκα με ένα μόνο θέμα και με τίποτα άλλο. Με ρώτησαν και φίλοι καλοί κι ειλικρινά δεν ξέρω. Νομίζω όμως ότι από τη μια με τράβηξε η τραγικότητα της Πτώσης κι απ’ την άλλη το μάταιον του αγώνα. Οι εξαρχής χαμένες μάχες με μαγνητίζουν κι όσο κι αν προσπαθώ, εκεί αφιερώνω την ενέργειά μου. Υπάρχει βέβαια και κάτι άλλο: Ένιωθα ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία για κάποιες ιδέες που με πάθος είχα πιστέψει στα πολύ νιάτα μου. Μεγαλώνοντας τις εκλογίκευσα, τις ρεαλιστικοποίησα. Άλλες χάθηκαν, άλλες ξέφτισαν, κάποιες προσαρμόστηκαν κι εγώ αισθάνθηκα την ανάγκη να τις υπερασπιστώ για τελευταία φορά.

Τέλος πάντων. Οι εκλογές έγιναν, η προεκλογική περίοδος τελείωσε και το Σημειωματάριο επιστρέφει στους κανονικούς του ρυθμούς και θεματολογία.

Κάτι μου λέει ότι τώρα θα θυμώσουν όσοι με γνώρισαν τον περασμένο μήνα…