Monthly Archives: Νοεμβρίου 2009

Ο γκρίζος άνδρας

Δεν ξέρω πολλά από ζωγραφική.

Δεν τρέχω σε γκαλερί, δεν κυνηγάω τις εκθέσεις -μου αρέσει όμως να βλέπω. Αλλά αφήνω το όλο πράγμα στην τύχη. Έχω αποδεχτεί, με άλλα λόγια, ότι δεν πρόκειται ποτέ να καλύψω τα κενά που έχω σε αυτόν τον τομέα. Ή, για να είμαι πιο ειλικρινής με τον εαυτό μου, έχω αποδεχτεί ότι δεν με ενδιαφέρει να καλύψω τα κενά που έχω σε αυτόν τον τομέα.

Με αυτή την διάθεση μπήκα στην πινακοθήκη του Göteborg.

Η μέρα ήταν σκοτεινή και ψιλόβρεχε και η θερμοκρασία έπαιζε με το μηδέν κι ο κόσμος λιγοστός στους δρόμους κρατούσε μαύρες ομπρέλες.

Δεν ξέρω, ίσως μπήκα γιατί δεν είχα ομπρέλα και τον σκούφο μου τον είχα χάσει την προηγούμενη. Ίσως πάλι γιατί το διάλειμμα ήταν σύντομο και η Πινακοθήκη πολύ κοντά στον χώρο του συνεδρίου.

Η Πινακοθήκη ήταν γεμάτη κόσμο, παιδάκια κι ηλικιωμένοι και οικογένειες και παρέες. Ένας χώρος συνάντησης και κοινωνικοποίησης κι όχι χώρος αποθήκευσης και έκθεσης τέχνης. Η τέχνη είναι η αφορμή -όπως στην Γερμανία τα βιβλία ή στα καθ’ ημάς ο καφές.

Περιδιάβαινα τις αίθουσες με το ένα μάτι στους πίνακες και το άλλο στο ρολόι -από την μια ήθελα να την κοπανήσω απ’ το συνέδριο, από την άλλη όμως δεν μπορούσα, αν με καταλαβαίνετε. Ώσπου βρέθηκα στα έργα του Arosenius. Χρώματα χαμένα πίσω από το μουντό φως, γραμμές θολές, παραμυθένια τοπία, που φωτίζονται μόνο από τον έρωτα, την αγάπη, την γιορτή -την εσωτερική σπίθα του ανθρώπου με άλλα λόγια.  Δεν χρειαζόταν πολύ για να καταλάβεις ότι ο ζωγράφος ήταν ντόπιος.

Ο Ivar Arosenius γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριουδάκι λίγο πιο έξω από το Göteborg. Ήταν αιμοφιλικός κι έζησε όλη του την ζωή κυκλωμένος από την αδυναμία και τον θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκτιμούσε τόσο πολύ την αξία της καθημερινής, της τετριμένης, της ρουτινιάρικης ευτυχίας. Γι’ αυτό ζωγράφιζε την καθημερινότητα της μικρής του κόρης σαν να ήταν μοναδικές στιγμές.

Πιο πολύ μου άρεσε ετούτη η αυτοπροσωπογραφία του: Η φύση πράσινη και πολύχρωμη, τα πουλιά, τα ζώα χαρούμενα κι αρμονικά, η γυναίκα στο βάθος γυμνή και δοτική. Κι ο ίδιος, ο καλλιτέχνης, σκεπτικός, σκυφτός, τυλιγμένος  στο παλτό και το καπέλο του. Ο Γκρίζος Άνδρας που εκτιμά την ζωή, που την υμνεί και την δοξάζει, αλλά αδυνατεί να γίνει μέρος της.

 

To ’60 του Δ. Σαββόπουλου

Καμιά φορά το σκέφτομαι και διαφορετικά:

Κωλοδουλειά που είναι να είσαι φτασμένος και σπουδαίος και διάσημος και μεγάλος και σημαντικός καλλιτέχνης…

Να, πάρτε για παράδειγμα τον Διονύση Σαββόπουλο:

Έρχεται η ώρα για τις ετήσιες ζωντανές εμφανίσεις του και καινούργιο υλικό, καινούργιες ιδέες δεν έχει –τι να κάμνει;

Γιατί, εννοείται, ότι δεν μπορεί απλώς να παίξει τα παλιά του τραγούδια, όσο δεδομένο κι αν είναι το κοινό. Πρέπει να παρουσιάσει κάτι ευρύτερο και μεγάλο –σαν τη φάση στο Ολυμπιακό, ρε παιδί μου– ή έστω κάτι που να δηλώνει άποψη –σαν τον Πυρήνα, ένα πράγμα– πράγματα δηλαδή που θα επιβεβαιώνουν τα σπουδαίος και μεγάλος και κτλ.

Για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει η παλιά, απλή και πετυχημένη συνταγή:

Κάνουμε τα παλιά, αλλά τους δίνουμε μια κάποια προοπτική –όπως στο Σαββόραμα δηλαδή.

Για φέτος, όπου «παλιά» διαβάστε Το Περιβόλι του Τρελού κι όπου προοπτική «Αφιέρωμα στην δεκαετία του ‘60».

Διότι, αν το ξεχάσατε, φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από την έκδοση του συγκεκριμένου δίσκου και άλλα τόσα από το τέλος της δεκαετίας.

Και ρωτάει ο δημοσιογράφος:

Στους νεότερους η δεκαετία του ’60 φαντάζει μαγική. Ήταν όντως έτσι;

Κι ο Σαββόπουλος χωρίς κανέναν ενδοιασμό απαντάει:

Ήταν μαγική..

Κι αυτό ακριβώς με προβληματίζει στις φετινές του συναυλίες:

Η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση δηλαδή– του ’60. Με άλλα λόγια η ακόμα μεγαλύτερη μυθοποίηση –θωράκιση και μάλιστα αυτοθωράκιση– του Σαββόπουλου και της γενιάς του.

Και προσέξτε, δεν με ενδιαφέρει αν αυτοεπαινείται ή ετεροεπαινείται ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μου τη σπάει όμως που ενώ οι άλλοι λαοί ξανακοιτάζουν το παρελθόν από διαφορετικές γωνίες, αναθεωρούν τα παλιά συμπεράσματα και τις παραδεδομένες εικόνες, επανεκτιμούν πρόσωπα και καταστάσεις, εμείς, εδώ, στην Ελλάδα βυθιζόμαστε πιο βαθιά στον πηχτό, ζεστό και παραισθησιογόνο βούρκο της αυτοϊκανοποίησης. Δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι όταν επιχειρείται κάποια αναθεώρηση, αυτή συνήθως γίνεται με ξεπερασμένα μέτρα και κριτήρια.

Ειδικά σε αυτή την περίσταση, έχω πρόβλημα να με μπουκώνουν με ξεφτισμένους μύθους. Έχω πρόβλημα με τα:

Είδαμε τα νερά να φουσκώνουν εκείνη την δεκαετία. Και μετά τραβήχτηκαν. Το σημάδι όμως που φάγανε τον βράχο εκεί ψηλά, μένει… κτήμα ες αεί.

Διότι είτε τα νερά πήγαν και φύγαν μόνα τους –παλίρροια λέγεται το φυσικό φαινόμενο– οπότε δεν έχω και τίποτα να γιορτάσω. Είτε κάποιοι τα πήγαν εκεί πάνω τα νερά και μετά οι ίδιοι ή κάποιοι τα τράβηξαν –οπότε πρέπει να συζητήσουμε ποιοι, πώς και γιατί φταίνε.

Έτσι όπως το βλέπω εγώ, ο πιο καλός εορτασμός των ‘60s θα ήταν αν έπαιζε ο Σαββόπουλος και τον άλλο του δίσκο, Το Κούρεμα, το οποίο γιορτάζει μόνο κι έρημο 20 χρόνια από την κυκλοφορία του.

Για σκεφτείτε το:

Στο πρώτο μέρος Το Περιβόλι, σαράντα χρόνια πριν, και στο δεύτερο, είκοσι χρόνια αργότερα, στο μέσον του τότε και του σήμερα, Το Κούρεμα. Και στο τέλος, όταν τα φώτα ανάψουν και κοιταχτούμε μεταξύ μας, να δούμε κάτι κι από το σήμερα.

Με αυτόν τον τρόπο το όλο εγχείρημα θα είχε κάτι από την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς, οπότε θα ταίριαζε καλλίτερα και με το κλίμα των ημερών. Και το déjà vu ίσως να μας αποκάλυπτε τι πήγε καλά και τι στραβά αυτά τα 40 χρόνια.

 

Λυπάμαι, αλλά το μέλλον εκείνου του ροκ, φαίνεται ήδη παρελθόν…

 

How I Met Your Mother

Πέρσι ήταν η χρονιά του [scrubs], φέτος είναι του HIMYM: Ναι, κόλλησα για τα καλά με αυτό το sitcom του CBS, που στην Αμερική μπήκε ήδη στην 5η σεζόν.

Η υπόθεση είναι απλή:

Το 2030 ο Ted Mosby αρχίζει να διηγείται στα παιδιά του πώς γνώρισε την μητέρα τους.

Με άλλα λόγια, το happy end είναι προδιαγεγραμμένο από το πρώτο λεπτό του πρώτου επεισοδίου, αλλά δεν υπάρχει λόγος να ξενερώνετε. Και στην Οδύσσεια η επιστροφή του ήρωα είναι γνωστό εξαρχής, αλλά αυτό που μετράει, αυτό που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι η αφήγηση καθεαυτή και όχι το τέλος. Κάπως έτσι και με το HIMYM, το οποίο –για να πούμε την αλήθεια– πιο πολύ φέρνει στο Friends παρά στα ομηρικά έπη:

Και εδώ έχουμε μια παρέα κολλητών νεοϋορκέζων γύρω στα τριάντα, που ζούνε σε μικρά αλλά άνετα διαμερίσματα στο Μανχάταν, και συχνάζουν όχι σε καφετέρια, αλλά σε ένα μπαρ.

Οι δημιουργοί του σήριαλ, Craig Thomas και Carter Bays, δεν προσπαθούν να κρύψουν τις ομοιότητες αυτές –υπάρχουν μάλιστα στιγμές, όπως όταν οι ήρωες συγκρίνουν την καφετέρια με το μπαρ, που τις υπογραμμίζουν με χιούμορ και σαρκασμό. Είναι σίγουροι για το προϊόν τους, την αυτοτελή αξία του και φυσικά για το δικό τους ταλέντο. Κι απ’ την άλλη, διεκδικούν το κοινό που έμεινε ορφανό όταν τα φιλαράκια σαραντάρισαν, αποκαταστάθηκαν, διαλύθηκαν, σταμάτησαν.

«Οι άντρες είναι ο νέες γυναίκες», γράφουν οι λαϊκοί ψυχολόγοι στα αμερικάνικα περιοδικά, και ο κεντρικός ήρωας, ο Τεντ (Josh Radnor), είναι η επιτομή του ρητού αυτού: Ρομαντικός και χαριτωμένος, ντυμένος casual πάντα, θέλει να παντρευτεί, να αποκτήσει παιδιά, να δημιουργήσει οικογένεια. Και γι’ αυτό ψάχνει απεγνωσμένα σύντροφο. Ας σημειώσω εδώ ότι η φωνή του πενηντάρη Τεντ, που ακούγεται συνήθως στην αρχή, που κάνει μια μικρή εισαγωγή στο κάθε επεισόδιο και στο τέλος, όταν συνοψίζει τα όσα είδαμε και βγάζει και κάποιο συμπέρασμα, είναι του Bob Saget -τον θυμάστε από το Full House και το America’s Funniest Home Videos; Και είναι καταπληκτικός: Έχει καταφέρει να κάνει ρόλο αυτά τα ένα-δυο λεπτά που έχει σε κάθε επεισόδιο.

Πράγμα πολύ δύσκολο –δηλαδή, σχεδόν αδύνατο– αφού οι σύγχρονες νεοϋορκέζες είναι απορροφημένες από την καριέρα τους και δεν τις ενδιαφέρει η οικογενειακή ζωή. Αυτός ο γυναικείος τύπος εκπροσωπείται από την Robin (Cabie Smulders). Η Ρόμπιν είναι δημοσιογράφος σε τοπικό τηλεοπτικό κανάλι και οι σεναριογράφοι δεν χάνουν την ευκαιρία να σαρκάσουν την επαρχιωτίλα των τοπικών –νεοϋορκέζικων– δικτύων (φανταστείτε, δηλαδή, τι γίνεται στα τοπικά δίκτυα της Νεμπράσκα ή του Αϊντάχο – για να μην αναφέρω τα ελλαδικά τοπικά κανάλια…). Ο Τεντ είναι τσιμπημένος με την Ρόμπιν, αλλά… είναι περίπλοκο –όπως θα λέγαμε και στο fb.

Ο Barney (Neil Patric Harris) είναι το ακριβώς αντίθετο του Τεντ: Ορκισμένος εργένης, αδίστακτος γυναικοκατακτητής, κοστουμαρισμένος και πολύ πρακτικός σε ό,τι αφορά τις γυναίκες είναι πρόθυμος και έτοιμος να την πέσει στην οποιαδήποτε οποτεδήποτε. Με άλλα λόγια, σαβουρογάμης από άποψη και… συνάδελφος μπλόγκερ.

Ο Marshall (Jason Segel) και η Lily (Alyson Hannigan) έχουν την σχέση που θα ήθελε να έχει ο Τεντ. Είναι δέκα χρόνια μαζί, ετοιμάζονται να παντρευτούν και προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον ενήλικο βίο και στην cool νιότη τους. Μοιάζουν πολύ με φιλικά μου ζευγάρια και γενικά είναι από τους πιο αξιαγάπητους χαρακτήρες που έχουμε δει σε τέτοιου είδους σήριαλ.

Η ατμόσφαιρα του HIMYM είναι γλυκιά και ζεστή και σε αφήνει με ένα χαμόγελο βαθιά ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Δεν είναι σίριαλ του χάχανου, δεν επιδιώκει να βγάλει γέλιο με εξυπναδίστικες ατάκες ή slapstick αστεία, αλλά μέσα από τις καταστάσεις που ζουν οι πρωταγωνιστές του. Δεν έχει τον σουρεαλισμό του [scrubs] ή το κοινωνικό σχόλιο του Earl και είναι γενικά πιο συμβατικό στην δομή και την λογική του, είναι όμως μια πολύ καλή κομεντί, που σε ξεκουράζει όταν επιστρέφεις φορτωμένος από την δουλειά.

St. James Infirmary

Οι ρίζες του τραγουδιού χάνονται στον Ύστερο Μεσαίωνα: To St James ήταν ένα διαβόητο λεπροκομείο στο Λονδίνο του 15ου αιώνα. Το τραγούδι για τον άτυχο νέο πέρασε από στόμα σε στόμα στο Νέο Κόσμο κι από αιώνα σε αιώνα μέχρι τις μέρες μας σε διάφορες παραλλαγές.

Ο L. Armstrong το πρωτοηχογράφησε το 1928. Αργότερα το ηχογράφησε κι άλλες φορές – η παρακάτω συγκλονιστική κι αξεπέραστη εκτέλεση είναι του 1959:

Το τραγούδι αυτό αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε πολύ -ο Cab Calloray, η Billie Holiday, o Bobby Hackett, η Janis Joplin, οι Doors και οι Animals και δεκάδες άλλοι το συμπεριέλαβαν σε δίσκους και σε ζωντανές εμφανίσεις τους. Πιο πρόσφατη ηχογράφηση η σκοτεινή της Cassandra Wilson για τον βραβευμένο με Grammy δίσκο της Loverly (δυστυχώς, δεν βρήκα την συγκεκριμένη ηχογράφηση στο σωλήνα).

Η γρίπη και ο λύκος

Το καλοκαίρι μετρούσαμε αντίστροφα για την παράδοση των εμβολίων κατά της νέας γρίπης και το πότε θα αρχίσει ο εμβολιασμός. Σήμερα όμως, που αυτός ξεκίνησε, στεκόμαστε διστακτικοί και παρά τις εκκλήσεις δεν προσερχόμαστε να εμβολιαστούμε.

Και είναι λογικό.

Γιατί μετά τον πανικό και τον τρόμο των πρώτων εβδομάδων, είδαμε τι είναι και την επικινδυνότητα του ιού τόσο εδώ όσο και σε χώρες του εξωτερικού, όπου η έξαρση προηγήθηκε. Και για να είμαστε ειλικρινείς, η νέα γρίπη δεν φαντάζει πια και τόσο επικίνδυνη, παρά τα πρωτοσέλιδα του ελληνικού Τύπου, που παραμένουν τρομοκρατικά, και τους δραματικούς τόνους των τηλεοπτικών ρεπορτάζ.

Γι’ αυτό και οι επιδημιολόγοι που είναι υπέρ του εμβολιασμού, δυσκολεύονται να πείσουν για την αναγκαιότητά του.

Αντιθέτως, οι καθησυχαστικοί, όσοι συστήνουν ψυχραιμία και τα γνωστά μέτρα προφύλαξης (τήρηση των κανόνων υγιεινής, αποφυγή των κλειστών χώρων, καλή διατροφή) ακούγονται πιο αξιόπιστοι, πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Γιατί, κακά τα ψέματα, αν ο γιατρός πρέπει να πείθει μια φορά τον άρρωστο για την αναγκαιότητα της αγωγής που συστήνει, τον υγιή θα πρέπει να τον πείσει εκατό ή χίλιες.

Γι’ αυτό ίσως βοηθούσε περισσότερο μια ουσιαστική, δηλαδή ψυχρή, παράθεση στοιχείων, αντί των συνήθων προτροπών, συμβουλών, παραινέσεων:

Σε ποιες χώρες γίνονται σήμερα μαζικοί εμβολιασμοί; Σε ποιες χώρες έχουν ήδη γίνει; Ποια η κατάσταση στις γειτονικές χώρες της Ε.Ε.; Ποιος ο απολογισμός σε χώρες που πέρασαν την έξαρση του ιού πριν παραδοθεί το εμβόλιο;

Κι αυτό, γιατί αισθάνομαι ότι ο ιατρικός κόσμος εμφανίζει ένα επικίνδυνο έλλειμμα αξιοπιστίας:

Κινητοποίησαν όλο τον πλανήτη, μας φόβισαν με τη «νόσο των τρελών αγελάδων», έπειτα με την «γρίπη των πουλερικών» και τώρα για τη «γρίπη των χοίρων» -σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αρχικές προβλέψεις, η κινητοποίηση, το άγχος και οι φόβοι που προκάλεσαν αποδείχτηκαν πολύ κατώτερες της πραγματικότητας.

Κι επειδή κατανοώ ότι οι γιατροί δεν έχουν καμιά όρεξη να παίζουν με τις αγωνίες μας, αλλά ότι πραγματικά τα στοιχεία των ερευνών τους, τα επιστημονικά δεδομένα, οι στατιστικές και η εμπειρία προειδοποιούν για το ξέσπασμα κάποιας βαριάς επιδημίας στο άμεσο μέλλον, δεν θέλω να την πάθουν –και να την πάθουμε– σαν τον ανόητο βοσκό, που κινητοποιούσε τους χωριανούς του φωνάζοντας «βοήθεια, λύκος» όταν δεν υπήρχε κίνδυνος, κι όταν ο λύκος πραγματικά εμφανίστηκε, κανένας δεν έδωσε σημασία στις φωνές του και δεν έτρεξε να τον βοηθήσει.

Göteborg

Το Göteborg βρίσκεται στις νοτιοδυτικές ακτές της Σουηδίας, απέναντι από την Δανία. Με 500.000 κατοίκους είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας κι έχει έντονη οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα: Το λιμάνι της είναι το μεγαλύτερο της Σκανδιναβίας, το Πανεπιστήμιο της πόλης είναι αξιόλογο κι έχει όπερα, θέατρα, μουσεία, εστιατόρια, μπαρ, καφέ.

Τις μετακινήσεις τις βαριέμαι και γκρινιάζω τις παραμονές των ταξιδιών και καταντάω κουραστικός, αλλά τούτη τη φορά με είχε πιάσει μια παράξενη αδημονία. Παρότι θα έπρεπε να περιμένω 13 ώρες στη Φρανκφούρτη για την πτήση της SAC προς Göteborg. Αυτή την αδημονία την απέδιδα στον εξωτισμό που αποπνέει η Σκανδιναβία. Η Αγγλία, η Γερμανία, η Γαλλία φυσικά, μας είναι οικείες, ξέρουμε λίγο-πολύ τι να περιμένουμε πριν πάμε. Αλλά η Σκανδιναβία; Άλλος κόσμος! Βίκινγκ και πρόθυμες όμορφες γυναίκες και οργιαστική φύση –είναι τυχαίο που στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών τα ξωτικά ταυτίστηκαν με τους Σκανδιναβούς; Αφήστε πια την νεώτερη πολιτική μυθολογία περί του «σουηδικού μοντέλου».

Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί: Έφτασα κατάκοπος γύρω στις 10.15 το βράδυ στο Göteborg και η (όμορφη) υπάλληλος στις πληροφορίες με κατατόπισε πλήρως για τα τι και τα πώς. Ο δε οδηγός του λεωφορείου που θα μας πήγαινε στην πόλη, στητός και καλοκουρεμένος στην ατσαλάκωτη στολή του, έμοιαζε πιο πολύ με λοχαγό εν ώρα επιθεωρήσεως παρά με ρουτινιασμένο οδηγό. Και οι νιφάδες του χιονιού στροβιλίζονταν νωθρά γύρω μας σαν χοντρές μπαλαρίνες.

πλατεία

Σε πιάνει μια μελαγχολία όταν περπατάς σε πόλεις σαν το Göteborg:

Δεν έχει καυσαέρια, δεν έχει μποτιλιάρισμα, τα κτήρια χαμηλά και είναι πνιγμένη στο πράσινο, που ξεκουράζει το σώμα και την ψυχή –εμείς πώς τα καταφέρνουμε και πνίγουμε τις πόλεις μας στο τσιμέντο; Πώς τα καταφέρνουμε και ακόμα και στις πιο καινούργιες συνοικίες δεν προβλέπουμε πάρκα και παιδικές χαρές, μεγάλα πεζοδρόμια και ποδηλατόδρομους; Γιατί, ρε παιδί μου, συνεχίζουμε να χτίζουμε τόσο ψηλές πολυκατοικίες που πλακώνουν την ψυχή μας; Γιατί παραμένουμε πιστοί στην παράδοση της καταστροφής του τόπου και του εαυτού μας, που συνοψίζεται εύστοχα στην ευχή/κατάρα/διαπίστωση «τσιμέντο να γίνει»;

Το κέντρο της πόλης!

Το Göteborg είναι μια καινούργια πόλη –ιδρύθηκε το 1621 από τον βασιλιά Γουστάβο-Αδόλφο της Σουηδίας. Συνεπώς μην ψάχνετε για παλαιά, μεσαιωνικά κτήρια. Μην ψάχνετε ούτε για εντυπωσιακά κτήρια:

Στην  Σουηδία η λογική ΙΚΕΑ –εμμονή στο χρηστικό– είναι πανταχού παρούσα. Έτσι τα κτήρια είναι τετράγωνα, τα ρούχα πρακτικά, τα κεφτεδάκια μικρά. Όλα προσαρμοσμένα στις πρακτικές ανάγκες και καθόλου ή μικρά περιθώρια στην απόλαυση του περιττού. Η αποθέωση του προτεσταντισμού. Που έχει όμως εξοστρακίσει και κάθε νόημα που ξεφεύγει από τον μέσο όρο και το καθημερινό –το βλέπεις στα αγάλματα που κατέβηκαν από τα βάθρα και σουλατσάρουν ανάμεσά μας, ισοϋψή μας. Τίποτα δεν ξεχωρίζει, τίποτα δεν υπερβαίνει, τίποτα δεν διακρίνεται. Η ανθρώπινη ζωή απλώς κυλάει –σέρνεται– για να την διαδεχθεί η επόμενη. Δεν προσδοκά / δεν εξυψώνεται.

Αναρωτιέμαι: Το μαύρο αίμα πού βρίσκει διέξοδο;

Ποιος είναι ο κύριος δίπλα μου;

 

Κτήριο του Πανεπιστημίου

Το φως είναι περίεργη υπόθεση στην Σουηδία.

Στην πραγματικότητα ξημερώνει στις δέκα το πρωί και νυχτώνει στη μία το μεσημέρι. Βέβαια πριν τις δέκα και μετά τη μία υπάρχει ένα είδος φωτός, ένα λυκόφως, σκοτεινό και ζοφερό, που όμοιο του στην Ελλάδα δεν έχω δει ούτε τα πιο άγρια χαράματα για να σας παραπέμψω.

Λογικό, λοιπόν, η κίνηση στην πόλη να ξεκινά ουσιαστικά μετά τις δέκα.

Και κυρίως το βράδυ. Γιατί οι Σουηδοί βγαίνουν για φαγητό και για ποτό ή για καφέ το απόγευμα. Βέβαια μην περιμένετε ελληνικούς ρυθμούς στην διασκέδαση –ούτε καν γερμανικούς– αλλά θα εκπλαγείτε όταν Σαββατόβραδο, μέσα στο ψοφόκρυο, θα δείτε τον κόσμο που κινείται στους δρόμους. ποτάμι μουσείο

 

Γενικά, για έναν άνθρωπο σαν και μένα, που του αρέσουν οι πόλεις, το Göteborg μου άφησε αντικρουόμενα συναισθήματα: Καυσαέριο δεν μύρισα, μποτιλιάρισμα δεν έζησα, κορναρίσματα δεν άκουσα, σκόνη δεν ανέπνευσα. Αλλά μου γέννησε την επιθυμία να ταξιδέψω στην σκανδιναβική ενδοχώρα. Και ίσως κάποτε να…

Όσο για το σουηδικό μοντέλο, τι να σας πω… Από πολλές απόψεις προτιμώ το παρισινό με τα κρασάκια του και τα νόστιμα τυριά…

Ένα αερόστατο με αίμα

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ο πιο ερμητικός από τους συνθέτες μας.

Αντιπαθούσε την μαζικότητα κι επιθυμούσε να απευθύνεται σε μικρά κοινά –ει δυνατόν να έχει προσωπική σχέση με κάθε ακροατή του. Έτσι δυσκόλευε τις μουσικές του για να αποθαρρύνει τους εύκολους και τους περίεργους και να προσελκύσει τους πιο τολμηρούς. Γι’ αυτό και οι πιο απλές μελωδίες του κρύβονται πίσω από παράξενες ενορχηστρώσεις και φωνές –η περίπτωση του Χειμωνιάτικου Ήλιου είναι χαρακτηριστική.

Από την άλλη ο Χατζιδάκις δεν αρκούταν να γράφει απλώς ωραίες μουσικές και τραγούδια. Ήθελε μέσω της τέχνης του να εκφράσει κάτι ευρύτερο, υψηλότερο, ολιστικότερο –ειδικά από τον Μεγάλο Ερωτικό και μετά.

Τι είναι αυτό το περισσότερο για το οποίο ήθελε να μιλήσει;

Για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι έτοιμος να το προσδιορίσω με σαφήνεια τώρα. Νομίζω όμως ότι επιθυμούσε να περιγράψει την ζωή –εσωτερική και εξωτερική– του ανθρώπου της πόλης. Και μάλιστα του λαϊκού ανθρώπου –όπως δηλαδή εννοούσε τον λαϊκό άνθρωπο εκείνος.

Με άλλα λόγια, και για να καταφύγω στην ευκολία της συνθηματολογίας, αν τα τραγούδια της σειράς παίζουν με το συναίσθημα, ο Χατζιδάκις ήθελε να μιλήσει για το βαθύτερο αίσθημα. Αν τα άλλα χαϊδεύουν την χαρά και την μελαγχολία μας, εκείνος ήθελε να εκφράσει την ευτυχία και κυρίως την λύπη μας –πράγματα δηλαδή καθολικά και βαθιά ριζωμένα μέσα μας και γύρω μας.

Γι’ αυτό ο Χατζιδάκις, που ποτέ δεν έγραψε ολυμπιακούς ύμνους, αλλά μουσικές για τα όνειρα των παιδιών της γειτονιάς, είναι πιο οικουμενικός από άλλους συναδέλφους του –όπως ακριβώς κι ο Σεφέρης, που περιορίστηκε στον καημό της ρωμιοσύνης και δεν ασχολήθηκε με μεγάλα θέματα, την παγκόσμια ειρήνη ή το αφοπλισμό.

………………………

Μετά από πολύ καιρό –μετά από χρόνια ίσως– ξανακούω τις τελευταίες εβδομάδες τους δίσκους του –ό,τι δηλαδή έχω μαζί μου εδώ πέρα. Και πιο πολύ απ’ όλους τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, ένα έργο που ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις ξέρω ότι πολύ το αγαπούσε. Αλλά, αν ο δίσκος έκανε λίγο-πολύ τις αναμενόμενες πωλήσεις, ποτέ δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την κριτική και το κοινό –εξαιρείται, φυσικά, ένας στενός κύκλος αφοσιωμένων.

Ναι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, έφταιγε γι’ αυτό και η πολιτική θέση του Χατζιδάκι (το ένδοξο ’83 δεν σήκωνε «φιλελεύθερους αστούς» σαν και του λόγου του), κυρίως όμως φταίει η ερμητικότητα που περιέγραψα στην αρχή. Και η πρόθεση του συνθέτη να ασχοληθεί με δυσάρεστα θέματα, αυτά που απωθούνται από την κοινή συνείδηση. Τι τύχη να έχει ένας δίσκος που τα τραγούδια του μιλάνε για την βία και τον θάνατο και τον έρωτα και την καταγωγή σε σχέση με την βία;

Οι Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς παραμένει ένας από τους πιο τολμηρούς ελληνικούς δίσκους, όχι μόνο γιατί ακουμπάει συνειδητά αυτά τα δυσάρεστα θέματα και φέρνει στην επιφάνεια το Κωσταλέξι που κρύβεται εντός μας. Κυρίως εξαιτίας του τρόπου του: Ο Χατζιδάκις δεν θέλει να προκαλέσει, όσο να δείξει. Δεν τον ενδιαφέρει η κόντρα, αλλά η συζήτηση.

Ωραία, θα μου πείτε, αυτή ήταν η πρόθεσή του. Πέτυχε όμως; Έδεσε η συνταγή;

Να σας πω την αλήθεια δεν ξέρω. Είναι καιρός τώρα που ψάχνω χρόνο –συγγνώμη αν γίνομαι μονότονος– να κάτσω και να το σκεφτώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.

Γι’ αυτό, αντί να ακολουθήσω την πεπατημένη και να αντιγράψω κι εγώ το κείμενο του Χατζιδάκι που συνοδεύει τον δίσκο, ανεβάζω ένα σημείωμα με τον προβληματισμό και το ερώτημά μου. Ελπίζω κάποτε να το απαντήσω, χωρίς να καταφύγω στους εύκολους και άνευ όρων και ορίων ύμνους στους νεκρούς μεγάλους.

Μαζί κι ένα τραγούδι απ’ τις Μπαλάντες, από κείνα που δεν ξεκολλάνε από το μυαλό…