Monthly Archives: Ιανουαρίου 2010

Φορώντας τ’ αρχαία μας στολίδια

Είδα τον Πρωθυπουργό να μιλάει στο Συμβούλιο της Ευρώπης:

Σε άψογα αγγλικά ξεκίνησε από τον Παρθενώνα, την Ακρόπολη, την αρχαία αγορά, για να καταλήξει σε αυτό που μας καίει, να ζητήσει δηλαδή την βοήθεια των εταίρων μας στον καιρό της κρίσης.

Τι τα θέλετε; Απ’ το 1800 και δώθε οι αρχαίοι ημών μας ξελασπώνουν συστηματικά και κατ’ επανάληψιν.

Ότι εμείς δεν έχουμε, θα μου πείς.

Αλλά και γιατί να αποκτήσουμε, θα σου απαντήσω.

Τι να την κάνουμε την βαριά βιομηχανία, την αύξηση της παραγωγής, την βελτίωση των υπηρεσιών, όταν μια επίκλησης στο αρχαίο κλέος μας λύνει τα προβλήματα εδώ και δυο αιώνες;

Κάπως σαν τους αγρότες:

Γιατί να στραφούν σε νέες καλλιέργειες, να εκσυγχρονίσουν την παραγωγή, να οτιδήποτε, αφού μπορούν να κλείνουν τους δρόμους;

Συνεπώς, οι στίχοι του Γκάτσου δεν έχουν σαρκαστικό χαρακτήρα, αλλά διαπιστωτικόν, παραινετικόν και προτρεπτικόν -βαθύτατα εθνικόν, όπως θα συμπλήτωνε κι ο Μ. Χατζιδάκις:

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι

Εσύ φοράς τ’ αρχαία σου τα κάλλη

Και στις αρένες του κόσμου, μάνα μου Ελλάς

Το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

(500) Days of Summer

Γενικά χωρίζω τις ταινίες σε δυο μεγάλες κατηγορίες: Σε κείνες που μου αρέσουν -αν ρίξετε μια ματιά στην σελίδα Σινεμά, θα καταλάβετε ποιες πάνω-κάτω είναι αυτές- και σε κείνες που δεν μου αρέσουν -το 2001 Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ είναι ένα καλό παράδειγμα για αυτές.

(Παρεπιπτόντως και χωρίς πλάκα: Υπάρχει κάποιος, έστω ένας, που να κατάφερε να δει την Οδύσσεια του Διαστήματος ως τέλος και να του άρεσε πραγματικά; Κι όταν λέω κάποιος, ένας, εννοώ να είναι φυσιολογικός άνθρωπος. Ή τουλάχιστον στο περίπου…)

Όπως ίσως θα καταλάβατε το 500 Days of Summer δεν έχει καμιά σχέση με το 2001.

Εδώ τα πράγματα είναι απλά. Τα tagline της ταινίας είναι απρόσμενα κατατοπιστικά:

This is not a love story. This is a story about love.

Στην ταινία αυτή δηλαδή:

Boy meets girl. Boy falls in love. Girl doesn’t.

Ναι, η ιστορία είναι τόσο απλή: Ο Tom είναι ρομαντικός κι ευαίσθητος, μεγαλωμένος με τραγουδάκια της ανεξάρτητης βρετανικής σκηνής, απολύτως πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή θα γνωρίσει την μία, την μοναδική, την γυναίκα της ζωής του. Η Summer είναι πραγματίστρια, το κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μακριά μαύρα μαλλιά της, αλλά που τα έκοψε χωρίς να νιώσει τίποτα. Γνωρίζονται, την ερωτεύεται, γίνονται φίλοι, πηδιούνται, εκείνος νομίζει ότι τα φτιάξανε, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί η Summer είναι μια σκληρή, άσπλαχνη, ανελέητη,όμορφη και σέξυ γυναίκα, η οποία δεν πιστεύει στον έρωτα και δεν θέλει να κάνει σχέση. Ναι, το κορίτσι σε όλη την διάρκεια της ταινίας είναι ο κακός και μόνο στην προτελευταία σκηνή την βλέπουμε πίσω από τα προσωπεία που της φόρεσε ο Τομ.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, η ιστορία του Tom και της Summer ξεδιπλώνεται με συνεχή μπρος-πίσω, πλημμυρισμένη με γλυκιά -ζαχαρωμένη ενίοτε- βρετανική ποπ. Το Los Angeles είναι φωτογραφημένο με μοναδικό τρόπο, σε αποχρώσεις καραμελωμένου γκρι, που το καθιστούν οικείο αλλα και μακρινό ταυτόχρονα. Το εξαιρετικό σενάριο των S. Neustadter και M. H. Weber αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι σημασία δεν έχει τόσο η ιστορία καθεαυτή, αλλά ο τρόπος που την λέει κανείς.  Για την σκηνοθεσία του Marc Webb δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά: Μετά από αυτό το μικρό, ανεξάρτητο ταινιάκι, του ανατέθηκε να γυρίσει την νέα τριλογία του Spiderman. Οι δυο πρωταγωνιστές, o Joseph Gordon-Levitt και η Zooey Deschanel είναι γλυκύτατοι και πανέμορφοι. Προσέξτε και την μικρή Cloe Moretz, που παίζει την αδελφή και συμβουλάτορα στα ερωτικά του Tom -νομίζω ότι θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.

Saturday Night Blues

Ξύπνησα νωρίς το πρωί.

Καφές.

Και δουλειά / γράψιμο / διάβασμα. Καθαριότητα σπιτιού. Ψώνια στο σούπερμάρκετ. Μαγείρεμα. Πλυντήριο. Δουλειά. Άπλωμα ρούχων. Δουλειά. Χαλάρωμα γρατζουνώντας τον τζουρά. Δουλειά. Και δουλειά.

Και τώρα μπροστά στην οθόνη, σερφάροντας ανόρεχτα ξεζουμισμένος ψυχικά, σωματικά, διανοητικά…

Ουφ!

Γυναίκες Α΄

Νομίζω ότι ερωτεύτηκα για πρώτη φορά όταν ήμουν στην Α΄ Δημοτικού. Την λέγαν Κατερίνα και πήγαινε στην έκτη.  Την θυμάμαι ψηλή και λεπτή και τα καστανά μαλλιά της πιασμένα πίσω.  Ένα πρωί που με πήγαινε η γιαγιά μου στο σχολείο την συναντήσαμε και προχωρήσαμε μαζί. Έκανε πολύ κρύο, ήμασταν τυλιγμένοι σε χοντρά παλτά, τα χνώτα μας άχνιζαν και τα χέρια που κρατούσαν τις τσάντες είχαν κοκκινίσει από την παγωνιά. Η γιαγιά την ρώτησε αν αναπνέει μόνο από την μύτη επειδή έβγαλε τις αμυγδαλές κι εκείνη απάντησε «ναι». Παιζόταν να βγάλω κι εγώ τις αμυγδαλές μου εκείνη την περίοδο και η γιαγιά μου την ρωτούσε διάφορα για την επέμβαση –αν κρατάει πολύ, αν είναι δύσκολη, αν τρως πολλά παγωτά μετά– για να τ’ ακούσω και να μην φοβάμαι.

Έτσι όμως γνωριστήκαμε με την Κατερίνα.

Όταν την έβλεπα στα διαλλείματα με χίλιους δισταγμούς την πλησίαζα και την καλημέριζα. Θυμάμαι μια τέτοια μέρα που είπαμε γεια δίπλα στις βρύσες, χαμογέλασε. Και κατάλαβα τι σημαίνει ωραίο χαμόγελο. Ότι μπορεί να αγαπήσεις ένα χαμόγελο. Να θες να βυθιστεί όλη η ύπαρξή σου μέσα του. Να διαλυθεί, να χαθεί η υπόστασή σου στο τρίγωνο των χειλιών, της γλώσσας και των δοντιών.

Η Μαρία ήταν συμμαθήτριά μου στην Ε΄ Δημοτικού. Είχε μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια. Και ήταν πιο ψηλή από μένα. Τότε τα κορίτσια παίζαν μόνο με κορίτσια στα διαλλείματα και τα αγόρια μόνο με αγόρια, αλλά για λίγο καιρό καθίσαμε στο ίδιο θρανίο. Μου άρεσαν οι ζωγραφιές της: Στρογγυλά τραπεζάκια με κόκκινα λουλούδια στο βάζο. Προσπαθούσε η φουκαριάρα να μου δείξει πώς να τις φτιάχνω κι εγώ και πώς να γράφω με μικρούτσικα, καθαρά, ομοιόμορφα γράμματα το όνομά μου –μάταιος κόπος. Δυστυχώς χωρίζαμε όταν τελείωναν τα μαθήματα –η Μαρία έμενε μακριά από μένα.

Η Χρύσα όμως έμενε πολύ κοντά σε μας. Ήταν κι αυτή πιο ψηλή από μένα, αλλά με ξανθά φουντωτά μαλλιά και κάπως παχουλή. Η Χρύσα ερχόταν τα απογεύματα και τα πρωινά του Σαββάτου για να παίξουμε. Η γιαγιά μας έφτιαχνε ψωμί με λάδι και ζάχαρη για κολατσιό, αλλά εγώ κρατούσα πάντα απόσταση. Μερικές φορές δεν της μιλούσα καν…

Στην πρώτη Γυμνασίου έφευγα στα διαλλείματα και πήγαινα στο διπλανό σχολείο για να δω την Μαρία. Λέγαμε απλώς γεια, τίποτα περισσότερο, αλλά εμένα μου ήταν αρκετό. Γύριζα χαμογελαστός στο δικό μου σχολείο, μέχρι που η γνωριμία μας έσβησε εντελώς. Την ξανάδα όμως χρόνια αργότερα –Λύκειο ήμασταν; Μεγαλύτεροι;– και θυμάμαι ότι είχε γίνει μια πολύ όμορφη γυναίκα. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσα περήφανος.

Η Λίτσα ήταν συμμαθήτριά μου. Ψηλή, μελαχρινή, με μακριά δαχτυλιδωτά μαλλιά. Στην Δευτέρα Γυμνασίου, όταν η μέρα ήταν καλή όλα τα παιδιά στα διαλλείματα ανεβαίναμε στον λόφο της Κιάφας, που τότε ακόμα δεν είχε οικοδομηθεί και παίζαμε. Πολλές φορές όμως εγώ με την Λίτσα ξεμέναμε. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα στο πεζουλάκι, στην πίσω αυλή του σχολείου, που ήταν ανήλιαγη και χωρίς κόσμο και μιλούσαμε.

Η Λίτσα με φρόντιζε. Μια φορά, είχε πια καλοκαιριάσει, δίπλωσε τα μανίκια από το κοντομάνικο μπλουζάκι μου μέχρι πάνω στους ώμους.

«Τώρα είσαι πιο ωραίος», μου είπε.

«Ναι, αλλά δεν έχω μπράτσα για να φαίνονται».

«Γιατί, ο Βασίλης κι ο Μιχάλης που τα μαζεύουν έχουν;» ήταν η απάντησή της. Αποστομωτική μεν, δεν με έπεισε δε. Ίσως γιατί είχα από τότε μια αντικειμενική εικόνα του εαυτού μου, με τα λεπτά σαν οδοντογλυφίδες χέρια μου, και μια ακόμα αντικειμενικότερη αίσθηση της γελοιότητας. Κι έκτοτε τα μανίκια μου είναι πάντα κατεβασμένα.

Ένα απόγευμα, καλοκαίρι, τα σχολεία κλειστά, είχαμε μαζευτεί πολλά παιδιά στην παιδική χαρά που ήταν στη γειτονιά μας και παίζαμε. Ξαφνικά, ενώ ήμασταν πίσω από ένα πεύκο –κρυφτό παίζαμε;– η Λίτσα με φίλησε στο μάγουλο. Ένα απλό φιλί: Τα χείλια της ήταν στεγνά και ίσα που ακούμπησαν στο χνούδι μου. Όμως για ώρα, για μέρες, ένιωθα κάτι να κουβαλάω εκεί και που δεν τολμούσα να το απομακρύνω με την παλάμη μου. Κάτι να με έχει σφραγίσει…

Δευτέρα πρωί

Σφιγμένος μέσα στο μπλε πουκάμισο ανεβοκατεβαίνω σκαλιά κι από γραφείο σε γραφείο.

Χαμόγελα και απαραίτητες συνεννοήσεις. Δάχτυλα στο πληκτρολόγιο, ήχοι τηλεφώνου, βήματα, κουβέντες, μυρωδιές από ψημένα τοστ, εκτυπώσεις, διορθώσεις της τελευταίας στιγμής, προγραμματισμοί και υποσχέσεις ότι «θα τα πούμε». Προσπάθεια να συγκεντρωθώ.

…Και υπόγεια, να τo μυστικό soundtrack, της άλλης μου ζωής.

Bored to Death

Αυτό το σήριαλ μου έκανε εντύπωση από την στιγμή που είδα την διαφήμιση σε ένα newsletter του HBO. Και το tagline έγραψε μέσα μου: Α noir-rotic comedy.

Το πρώτο επεισόδιο ξεκινάει με τον κεντρικό χαρακτήρα, τον Jonathan Ames, ένα τριαντάρης συγγραφέα που αδυνατεί να ολοκληρώσει το δεύτερο βιβλίο του, να χωρίζει από την φίλη του. Η Suzanne τον εγκαταλείπει γιατί πίνει πολύ και καπνίζει πάαααρα πολλους μπάφους. Ο Jonathan πάνω στην κατάθλιψή του στέλνει μια αγγελία σε κάποια ιστοσελίδα, όπου αυτοσυστήνεται ως ερασιτέχνης ντετέκτιβ και ζητά πελατεία. Τον Jonathan πλαισιώνουν δύο ακόμα χαρακτήρες: ο Ray, ο κολλητός του, γράφει και σχεδιάζει κόμιξ, και ο George, ο εκδότης ενός περιοδικού, στο οποίο γράφει κατά καιρούς.

Δημιουργός του σήριαλ είναι ο Jonathan Ames -μπερδευτήκατε;

Ο Ames δεν είναι μόνο συγγραφέας κι ο ίδιος, αλλά μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της σύγχρονης νεοϋορκέζικης τέχνης: Έχει πειραματιστεί με την ηθοποιία κι έχει συμμετάσχει κι ο ίδιος σε θεατρικές off-Broadway παραστάσεις κι ακόμα στο σινεμά και την τηλεόραση. Κι ακόμα είναι μποξέρ και διοργανωτής του διαγωνισμού για την ανάδειξη του πιο φαλλόμορφου κτηρίου του κόσμου!

Τώρα, με το Bored to Death δημιουργεί ένα σήριαλ, όπου μπερδεύει την συγγραφική του ιδιότητα και την δημόσια περσόνα του σε κάτι εντελώς καινούργιο, το οποίο, όπως παρατηρεί η Nancy Franklin στον New Yorker έχει να κάνει με το εγώ του χωρίς να είναι εγωιστικό. Η ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται πληκτική κι ο Jonathan της οθόνης είναι αδέξιος και μάλλον ανίκανος να επικοινωνήσει συναισθηματικά με τους άλλους. Η αγγελία στο internet είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει μια δίοδο στην πραγματική ζωή και το ντετεκτιβιλίκι το μέσο για να νιώσει κάτι από την ένταση και το σασπένς, το coolness των μυθιστορηματικών ιδιωτικών αστυνομικών που λατρεύει -ένα χιλιοδιαβασμένο αντίτυπο του Αντίο, γλυκεία μου του R. Chandler τον συντροφεύει σε κάθε του κίνηση.

Το σήριαλ δεν είναι γυρισμένο στο Μανχάταν, το οποίο τόσο συχνά το βλέπουμε στις μικρές και μεγάλες οθόνες μας, αλλά στο Brooklyn, το οποίο έχει επίσης φανατικούς εραστές -θυμηθείτε ότι ογνωστός μας Paul Auster μένει εκεί και τα μυθιστορήματά του συνήθως διαδραματίζονται σε αυτό, όπως και το Smoke του οποίου ήταν σεναριογράφος. Και πολύ μου αρέσει όπως το φωτογράφησαν: To Brooklyn στο BTD είναι πολύχρωμο, φιλικό, οικείο, ζεστό, προσιτό σε όλους μας.

Η τριάδα των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετική: Ο Jason Schwartzman παίζει τον Ames -τον θυμάστε στο Rushmore και το Darjeeling Limited του Wes Anderson; Ο Zach Galifianakis -χρειάζεται να θυμίσω το καλοκαιρινό Hangover– τον κομίστα φίλο και το φοβερός και τρομερός Ted Danson τον εκδότη (αυτός τα τελευταία χρόνια ανέβηκε τόσο ή ήταν πάντα και εγώ δεν το είχα πάρει χαμπάρι;)

Συνοψίζοντας: To Bored to Death είναι ένα από τα πιο έξυπνα και πιο διασκεδαστικά σήριαλ των τελευταίων ετών και είναι απολύτως λογικό που το ΗΒΟ το ανανέωσε για δεύτερο κύκλο. Ψάξτε το και θα με θυμηθείτε…

Καπνιζόντων.-

Για να διαπιστώσει κανείς το μέγεθος της αποτυχίας όλων μας -πολιτών και πολιτείας- δεν χρειάζεται να πιάσει τα μεγάλα θέματα. Φαίνεται ανάγλυφα και στα πιο μικρά, τα καθημερινά.

Ένα εξάμηνο μετά την ισχύ του νόμου για την απαγόρευση του καπνίσματος κανένας και πουθενά δεν τον εφαρμόζει. Από το κέντρο της Αθήνας ως το πιο ακριτικό χωριό, σε καφενεία, ταβέρνες, μπαρ, βιβλιοπωλεία, ξενυχτάδικα, παντού όσοι θέλουν καπνίζουν αβέρτα και χωρίς πρόβλημα*.

Τι σημαίνει αυτό;

Το συζήτησα με φίλους που έχουν μαγαζιά και απλούς θαμώνες και όλοι καταλήγουν ότι φταίει ο νόμος.

«Εμένα μου επιβάλλει να ρίξω ένα σωρό λεφτά εν μέσω κρίσης για να έχω και καπνιστές ειδάλλως μου το απαγορεύει εντελώς, ενώ στον απέναντι, που έχει μικρή αίθουσα, αλλά έκλεισε και όλη την πίσω αυλή, του το επιτρέπει -τι να κάνω;»

Είναι το ένα επιχείρημα, και το άλλο:

«Μα δεν μπορεί να μετατρέπει τον επιχειρηματία σε αστυνόμο που είτε θα δυσαρεστήσει τον πελάτη αναγκάζοντάς τον να σβήσει το τσιγάρο είτε θα του επιβάλει το πρόστιμο…»

Καθώς όμως τρώγαμε τις προάλλες σε ένα μικρό, πολύ μικρό εστιατόριο στα Ζαγόρια, που χωράει – δεν χωράει 4 τραπέζια, κι έβλεπα τους καπνίζοντες θαμώνες να ανάβουν τις τσιγαρούμπες τους τη μια μετά την άλλη και τα παιδάκια να τριγυρίζουν μέσα στην αιθάλη, ανάμεσα στα τραπέζια μας, συνειδητοποίησα ότι ειδικά για ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να φταίει πάλι ο απρόσωπος νόμος.

Όχι.

Φταίει η γαϊδουριά που προσωποποιείται στον καθένα από μας που ανάβει το τσιγάρο του χωρίς να σέβεται τον διπλανό του, γιατί έτσι γουστάρει, έτσι την βρίσκει, έτσι διασκεδάζει, έτσι νιώθει, έτσι θέλει.

Ναι, η μη εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του καπνίσματος αποδεικνύει ότι δεν είμαστε ούτε επαναστάτες, ούτε ανήσυχοι, ούτε μάγκες, ούτε ανηπάκουοι, ούτε εξεγερμένοι, ούτε ανυπότακτοι.

Όχι, είμαστε απλώς γαϊδούρια.

————————————

*Εξαίρεση φυσικά τα Starbucks, στα οποία από τότε που άνοιξαν ποτέ και κανένας δεν διανοήθηκε να καπνίσει εκεί -ενδιαφέρον, έτσι;