Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2010

Μια μακριά, άσπρη τρίχα

Δεν νομίζω ότι έχω απογοητεύσει άλλον άνθρωπο τόσο πολύ, όσο τον Δημήτρη το βράδυ της Καθαράς Τρίτης.

Είχε σηκωθεί να φέρει άλλες δυο βότκες με λεμόνι, όταν με τα μάτια ορθάνοιχτα και το στόμα γεμάτο φώναξε:

– Ρε μαλάκα, τι είναι αυτό;

Άφησε τα ποτήρια και ο αντίχειρας με τον δείχτη του δεξιού του χεριού κατευθύνθηκαν προς τον λαιμό μου.

Πόσες βότκες είχαμε πιει; Τρεις; Τέσσερις; Δεν αντέδρασα. Τον κοίταξα ανέκφραστος και ακίνητος.

Τα δάχτυλα προσπέρασαν το αριστερό μου αφτί και προσγειώθηκαν στον ώμο μου. Πασπάτεψαν άτσαλα την μπλούζα μου και απογειώθηκαν ξανά. Τα μάτια του Δημήτρη είχαν πλέον εκείνη την χαρακτηριστική λάμψη των ανθρώπων που καταλαμβάνονται από τον πυρετό του χρυσού. Έστρεψα το κεφάλι μου και κοίταξα απορημένος τα δάχτυλα που μετεωρίζονταν αργά προς το μέρος του. Δεν έβλεπα τίποτα.

– Τι είναι αυτό ρε; ρώτησε και ήταν ακριβώς η ερώτηση που ήθελα κι εγώ να υποβάλω.

Έφερε τα δάχτυλα μπροστά στα μάτια του κι έπιασε το αόρατο εύρημα και με το άλλο του χέρι.

– Πω-πω, μια τρίχα, είπε. Μια λευκή τρίχα! Είναι τεράστια! Ποια, ρε συ, έχει τόσο μακριά άσπρα μαλλιά και γιατί είναι πάνω σου;

Κι αυτό ήταν ένα καλό ερώτημα που θα ήθελα να κάνω κι εγώ.

Ποια;

Δεν μπορούσα να σκεφτώ καμιά.

Σίγουρα καμιά που θα ανέβαινε πάνω μου.

Εντωμεταξύ ο Δημήτρης συνέχιζε να χαϊδεύει την τρίχα με μάτια που άστραφταν. Νομίζω ότι αν δεν ήμουν εκεί θα την μύριζε, θα την έγλυφε, θα την έτρωγε, θα ανέλυε το DNA της για να ανακαλύψει την κάτοχό της.  Το μυαλό του έπαιρνε τρελές στροφές κι έφτιαχνε ιστορίες για απίθανους έρωτες με απρόσμενες  πλοκές.

Αλλά

– Πφφφ, γαμώ το! Συνθετική είναι ρε. Κλωστή, από αυτές που ράβονται τα κινέζικα ρούχα…

Απογοητευμένος, βαρύς, σκουντούφλης από το αλκοόλ και την απογοήτευση, σηκώθηκε να γεμίσει τα ποτήρια και μου πέταξε την τρίχα. Ήταν η σειρά μου να την χαϊδέψω, να την μυρίσω, να θαυμάσω το μάκρος της, να ποθήσω να μάθω τα πάντα για κείνη.

Την τύλιξα στα  δάχτυλά μου και την τράβηξα τρυφερά. Η τρίχα έσπασε. Όχι, δεν ήταν κλωστή. Είδα την βότκα που κυλούσε ανάμεσα στα παγάκια κι έστυψα το μυαλό μου.

– Και τό ‘χα μπροστά μου, φίλε, είπε ο Δημήτρης. Μια σαρανταπεντάρα κουλτουριάρα, καλοβαλμένη, σώμα-φωτιά, η οποία αφήνει τα μαλλιά της μακριά και άσπρα για κάποιο λόγο, μένει από λάστιχο σε επαρχιακή οδό. Ερημιά, η νύχτα έχει αρχίσει να πέφτει, αλλά η κυρία σεβόμενη το αγωνιστικό, φεμινιστικό παρελθόν της μαζεύει τα μανίκια κι αρχίζει να αλλάζει το λάστιχο. Κατά βάθος της την σπάει η όλη κατάσταση, θα γούσταρε να κάνει το τσιγάρο της και ένας άντρας να κάνει την δουλειά, αλλά δεν της πάει να προδώσει όλα εκείνα για τα οποία αγωνίστηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και την Αθήνα του ‘80. Τότε λοιπόν, ένας τριαντάρης πεζός περνάει από κει, ο οποίος –χωρίς να θέλω να υπονοήσω τίποτα– φοράει γυαλιά, είναι αξύριστος, γκρινιάρης και γενικά απρόθυμος να βοηθήσει οποιονδήποτε οποτεδήποτε…

– Στάσου, ρε τον διέκοψα, θυμήθηκα: Η τρίχα είναι δική μου!

Ο Δημήτρης άφησε το λεμόνι που είχε διαλέξει και με κοίταξε προσεκτικά.

– Είναι από την περούκα που φόρεσα το Σάββατο στο αποκριάτικο πάρτι που πήγα. Είχα ντυθεί μάγος –δεν στό ‘πα;

Ναι, του το είχα πει: Ήταν ένα βαρετό πάρτι-μασκέ. Από αυτά που πριν νομίζεις ότι όλα μπορούν να σου τύχουν και τελικά δεν συμβαίνει παρά το απολύτως ανθρώπινο: Τίποτα.

Δαγκώνοντας τα άκρα των χειλιών του έπιασε τα ποτήρια και τα έφερε στο τραπέζι μας. Ήπια μια μικρή γουλίτσα δοκιμαστικά και μου άρεσε. Έξω έβρεχε κι έκανε κρύο, μέσα ήταν ζεστά και ήσυχα. Καλά περνούσαμε.

– Ναι, το πάρτι, μουρμούρισε ο Δημήτρης στοχαστικά, ήξερα όμως ότι το μυαλό του ήταν τελείως άδειο τώρα. Η όποια ιστορία πέθανε άωρη, ποτέ δεν θα τελειώσει, ποτέ δεν θα γραφτεί. Η σαρανταπεντάρα με το σώμα-φωτιά θα παραμείνει για λίγο σκυμμένη πάνω από τον γρύλο και μετά η εικόνα της θα διαλυθεί οριστικά.

– Αναρωτιέμαι τι έχει περισσότερο βάρος, μονολόγησα. Τι αξίζει πιο πολύ στη ζωή, τι θα θυμάμαι μετά από δέκα χρόνια: Ένα αδιάφορο πάρτι που ντύθηκα μάγος κι έπιασα 2-3 κώλους ή σήμερα το βράδυ, που το έσκασες απ’ την γυναίκα για να τα πιούμε;

– Μια γυναίκα με μακριά άσπρα μαλλιά είναι και γαμώ το υλικό. Μπορείς να την κάνεις οτιδήποτε: Ερωμένη, μαινάδα, πληρωμένη δολοφόνο, τυχοδιώκτρια –απορώ πώς ο Ταραντίνο δεν έχει καμιά τέτοια ταινία του. Ίσως περιμένει να πατήσει η Ούμα τα εξήντα.

Χμμμ…

An Education

Πώς τα κατάφερε αυτό το ζεστό και πολύχρωμο κι ανάλαφρο, αλλά μικρό ταινιάκι να βρεθεί υποψήφιο για Oscar καλλίτερης ταινίας;

Η πεντάδα έγινε δεκάδα, θα μου πείτε, κι έπρεπε κάπως να συμπληρωθεί.

Ναι, αλλά δεν είναι αυτή η όλη και η μόνη αλήθεια.

Γιατί το φιλμ του L. Scherfig έχει πολλές αρετές:

Την ζεστασιά, τα χρώματα και την αλαφράδα κατ’ αρχάς, που ανέφερα και πιο πάνω, κι έπειτα το σενάριο του Nick Hornby, που κεντάει στις μικρές και τις μεγάλες στιγμές της (αυτό είναι υποψήφιο στα Oscar;) και την εξαιρετική αναπαράσταση του Λονδίνου της δεκαετίας του ’60. Η κάμερα βυθίζεται με άνεση σε μια μικροαστική, συντηρητική οικογένεια, στον κοριτσόκοσμο ενός γυμνασίου θηλέων και στην ανέμελη ζωή τριών νεαρών ελαφρόμυαλων μικροαπατεώνων.

Η ιστορία της ταινίας βασίζεται στα απομνημονεύματα της δημοσιογράφου Lynn Barber:

Η δεκαεξάχρονη Jenny μελετά σκληρά για να μπορέσει να γίνει δεκτή στην Οξφόρδη. Ο πατέρας της με κυνικό και αστείο συνάμα τρόπο της διδάσκει μια ακραία χρησιμοθηρία, η οποία όμως φέρνει αποτελέσματα: Η Jenny είναι και αριστούχος και αγαπητή από όλους, τους συμμαθητές και τις δασκάλες της. Όταν ένα βροχερό απόγευμα γνωρίζει τον τριανταπεντάρη David, οι προτεραιότητές της και ο κόσμος της ολόκληρος αλλάζει. Βγαίνουν μαζί, πηγαίνουν σε συναυλίες, σε εστιατόρια, εκδρομές στην εξοχή και το μυθικό Παρίσι και η μικρούλα Jenny γνωρίζει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κλειστό, στενό, αυστηρό και μίζερο της οικογένειας και του σχολείου της…

Όπως καταλαβαίνεται στο σημείο αυτό έρχεται ένα αλλά, το οποίο δεν θα το αφηγηθώ, για να μην τη σπάσω σε όσους δεν έχουν δει ακόμα την ταινία. Σημειώνω μόνο πως ο τρόπος που διαχειρίζονται αυτό το αλλά ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης, αποτελεί το δυνατό σημείο αλλά και την κυριότερη αδυναμία της ταινίας.

Η μεγάλη αρετή του An Education, εκείνο που το έσπρωξε τελικά στα Oscar, είναι οι σπουδαίες ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών –εγώ θα εστιάσω σε δυο:

Η Carey Mulligan στον ρόλο της Jenny κάνει ένα πολύ δυνατό ντεμπούτο. Η μεταμόρφωσή της από πανέξυπνη κι αθώα μαθήτρια σε ερωτευμένη έφηβη και μετά σε γεμάτη αυτοπεποίθηση, θράσος και αφέλεια νεαρή γυναίκα κι από κει –αλλά όχι, δεν θα προδώσω το αλλά– είναι απίστευτη. Φαντάζομαι ότι θα είναι φαβορί για όποιο βραβείο έχει προταθεί.

Ο Alfred Molina παίζει τον πατέρα της. Ένα ανθρωπάκι τσαλακωμένο που όλοι –ακόμα και η κόρη και η γυναίκα του– το πατάνε γιατί πολύ απλά είναι εύκολο. Ο μόνος τρόπος για να δείξει το απαραίτητο ανάστημα την κρίσιμη στιγμή είναι να τσαλακώσει κι άλλο ο ίδιος τον εαυτό του.

Ωραίο ταινιόνι, το οποίο –για δες– βγαίνει φέτος, που εμείς στην Ελλάδα γιορτάζουμε με τον δικό μας τρόπο τα sixties

Πεθαμένες Ιστορίες

Καμιά φορά σκέφτομαι τις πεθαμένες ιστορίες.

Τις ιστορίες που κανένας δεν θα τις αφηγηθεί ποτέ, που είναι καταδικασμένες να βυθιστούν στη λήθη.

Τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από ένα βλεφάρισμα, ένα σούφρωμα των χειλιών, μια χειρονομία, ένα ξεροβήξιμο. Τις ιστορίες που προσπερνάω καθημερινά στον δρόμο για τη δουλειά και στην ουρά του σούπερμάρκετ. Τις ιστορίες μιας μισόκλειστης γρίλιας, της κουρτίνας που ανεμίζει έξω από το παράθυρο, του φρεσκομαγειρεμένου φαγητού που ευωδιάζει στον δρόμο, της μπουγάδας που στεγνώνει, της μουσικής που βάλαμε για ringtone.

Τις ιστορίες που κρύβονται καθώς κάθεσαι διπλωμένη στην καρέκλα και χαμογελάς με το κεφάλι σου γερτό κοιτάζοντας και μη κοιτάζοντας τον απέναντι τοίχο.

Τις ιστορίες που δεν θα μπορέσω ποτέ να πω γιατί, όσο κι αν ξεχειλίζουν από μέσα μου, δεν έχω τις λέξεις.

Και ντρέπομαι. Γιατί όλη αυτή η αγωνία μου φαίνεται χαζή κι ανόητη και παράλογη και αντιπαραγωγική.

Στο Μέτσοβο, στα χιόνια

Τι του λείπει του Γιαννιώτη στην Κύπρο;

Εύκολη απάντηση: Ο χειμώνας.

Γιατί, μπορεί η φετεινή χρονιά να έριξε -δόξα τω Θεώ!- πολλές βροχές στο νησί, αλλά -πώς να το κάνουμε- χειμώνα σαν αυτούς που έζησα στα κορφοβούνια της Πίνδου και νοσταλγώ, δεν έκανε.

Έτσι πολύ χάρηκα την κακοκαιρία που έζησα στα μέρη μου το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, της Αποκριάς. Βροχή και κρύο και μουντάδα και κλεισούρα στα σπίτια και όλοι να γκρινιάζουν που φέτος μούχλιασαν από τις πολλές βροχές κι εγώ να έχω ένα μόνιμο, ηλίθιο χαμόγελο στα χείλια.

Αλλά δεν μου έφτασε η βροχή της πόλης.

Η καρδιά μου ήθελε κάτι περισσότερο. Ναι, ήθελα να δω χιόνια. Να πιάσω χιόνια. Και, κυρίως, να περπατήσω μέσα στα χιόνια. Δυο χειμώνες στο νησί, μου λείψανε. Κυριακή απόγευμα, το λοιπόν, ανεβήκαμε με μια φίλη μου στο Μέτσοβο για καφέ.

Όλα στο δρόμο μας υποσχόταν ένα υπέροχο απόγευμα: Σφοδρή βροχή που περιόριζε το οπτικό μας πεδίο μέχρι το ύψος της Μπαλντούμας και μετά χιονόνερο και λίγο αργότερα χιόνι. Όταν φτάσαμε στην διασταύρωση για το Μέτσοβο το χιόνι ήταν τόσο πολύ, που άφησα το αυτοκίνητο στον Εθνικό δρόμο και περπατήσαμε μέχρι το χωριό.

Όλα ήταν άσπρα, παγωμένα και μαγικά. Πατούσα χιόνι, έπιανα χιόνι, ανέπνεα χιόνι και είχα μια χαρά, σαν παιδί που πιστεύει ακόμα στον Αγιοβασίλη και μόλις πήρε το δώρο του.

Τι κρίμα που δεν μπόρεσα να τραβήξω αρκετές φωτογραφίες!

Η φίλη μου βλέπετε έχει την παράδοξη και ακατανόητη άποψη ότι είναι πιο σημαντικό να χαιρόμαστε την στιγμή από το να την απαθανατίζουμε! Έτσι δεν μπόρεσα να τραβήξω περισσότερες από 10-12 φωτογραφίες κι αυτές γρήγορα και στη ζούλα.

…την επόμενη φορά θα πρέπει να διαλέξω διαφορετική παρέα.

Μιχάλης Γενίτσαρης: [Η ζημιά στο μπουρδέλο του Μιρά]

Αντιγράφω τις σελίδες 35-39 από την αυτοβιογραφία του Μιχάλη Γενίτσαρη Μάγκας από μικράκι, η οποία είχε κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Δωδώνη σε επιμέλεια Στάθη Gauntlett. Το βιβλίο βρίσκεται εκτός εμπορίου και μακάρι να επανεκδοθεί σύντομα:

Εγώ εκεί έμπλεξα με μια γκόμενα –την έλεγαν Σοφία· ήταν ελευθέρων ηθών –η οποία εμένα μάλλον με ξεμυάλισε. Όπως ήμουνα τρελός, απόγινα μαζί της.

Μια μέρα έρχεται στο κέντρο ο πατέρας του Χιώτη του Μανόλη, ο Διαμαντής, με έναν άλλον. Εγώ το Χιώτη το Διαμαντή τον ήξερα· τον άλλον δεν τον ήξερα. Με φωνάζουν στην παρέα, με συστήνουν, και μου λένε ότι ο άλλος ήτανε […] που είχε ένα μπουρδέλο στη Θήβα και ήθελε να μαζέψει γυναίκες, να τις πάει στο νταραβέρι που είχε. Με ψήσανε εμένα να αφήσω τη Σοφία να πάει στη Θήβα και κάθε βδομάδα να ‘ρχεται. Έπεσε όλη η σωματεμπορία απάνω μου, μ’ έψησαν, και εγώ την άφησα να πάει στη Θήβα.

Εκεί που πήγε όμως η Σοφία, ο Μιράς (γιατί έτσι τον έλεγαν αυτόν που είχε το μπουρδέλο) έβαλε έναν νωματάρχη ονόματι Δημητράκη (έτσι τον φώναζαν) και ερωτεύτηκε τη Σοφία. Ώσπου σε δέκα μέρες εγώ λαβαίνω γράμμα και μου γράφει: «Μιχάλη, εγώ δεν πρόκειται να ‘ρθω ξανά στην Αθήνα. Θα παντρευτώ έναν ενωματάρχη. Και το σπίτι που έχω στην Αθήνα καν’ το ό,τι θες». Γιατί όταν έφυγε από την Αθήνα, μου άφησε τα κλειδιά του σπιτιού –είχε πλερωμένα τρία ενοίκια και είχε φύγει.

Εγώ μόλις έλαβα το γράμμα, μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Την άλλη μέρα το πρωί φωνάζω έναν παλιατζή και πουλάω όλα τα πράματα του σπιτιού της –μέχρι φωτογραφίες της μάνας της. Όπως ήταν, όλα μαζί: κρεβάτι, ντουλάπες, κομοδίνα, ρούχα, φορέματα, όλα -2,500 χιλιάδες.

Παίρνω τα λεφτά, παίρνω τον ανιψιό του Βλάχου του Αντώνη, το Χρήστο το Μαρίνο, Μενιδιάτης κι αυτός – παιδί λουλούδι. Τότε ήταν φυγόδικος· είχε χτυπήσει ένα ενωματάρχη στο Μενίδι και τον κυνηγούσανε, και τον έκρυβα εγώ στο δωμάτιο της γκόμενας που είχα. Πάμε μεθάμε, κατεβαίνουμε στον Περαία, βρίσκω άλλον ένανε φίλο μου, το Στράτο Κουτσομπόλη, που ήταν κι αυτός ίδια φάρα με μας, και αρχινάμε το ούζο. Μέχρι που εγώ βγάζω συμπέρασμα να πάμε στη Θήβα, με ένα ταξί και να πάρουμε τη Σοφία –με το ζόρι αν δεν ήθελε νά ‘ρθει. Έτσι και έγινε.

Πάμε στου Μαυρομάτη, που ήταν στο «Δάσος». Εγώ στη δουλειά δεν πήγα – πάω στη καβάτζα που είχα στο κέντρο. Είχα ένα μπιστόλι Κολτς 38 και μια ξιφολόχη του στρατού. Τα παίρνω. Ο Μαρίνης είχε κι αυτός μπιστόλι. Οπλίζεται και ο Κουτσομπόλης, και βρίσκουμε του Στράτου του Παγιουμτζή το γαμπρό, που ήτανε σωφέρ, να μας πάει στη Θήβα. Μας ζήτησε τότες πεντακόσιες δραχμές. Εγώ του έδωκα οχτακόσιες –με τη διαφορά, ό,τι του πούμε θα έκανε. Παίρνουμε μαζί δυο μπουκάλες ούζο και ξεκινάμε για τη Θήβα. Στο δρόμο κάνουμε σχέδια τι θα κάνουμε. Η ώρα ήταν που φύγαμε απ’ την Αθήνα 11 τη νύχτα.

Φτάνουμε στη Θήβα. Μας έχουνε πει ότι μες στο μπουρδέλο κάθε βράδυ αδύνατον να μην υπάρχει χωροφύλακας μέσα να κοιμάται. Πάμε το βρήκαμε· ήταν σε μια ερημιά, ένα βουνό, μακριά από την πόλη. Μπρος από το μπουρδέλο ήταν ένα ποτάμι με μια γεφυρούλα που μόνο με τα πόδια πέρναγες. Σταματάμε, αφήνουμε το ταξί και πάμε με τα πόδια.

Ένα σπίτι μεγάλο, χωργιάτικιο, με δυο-τρία δωμάτια κάτω και άλλα τόσα απάνω. Θεοσκότεινο. Κοιτάμε από μια πόρτα που είχε δυο τζαμιλίκια και βλέπουμε ότι πίσω ακριβώς από την πόρτα είχανε βάλει τραπέζια και καρέκλες, γιατί ήτανε το καφενείο αυτό. Τότε κάνουμε σχέδιο να την σπρώξουμε και να μπούμε μέσα.

Ώσπου να το πούμε, εγώ έχω πάρει δρόμο, έχω ρίξει την πόρτα. Μπαίνω μέσα και πάω γραμμή σε μια λάμπα με φυτίλι, που ήτανε χαμηλωμένη. Την σηκώνω και φέγγει – μέσα κανείς, αλλά από πάνου φωνές και «Βοήθεια!» Εμείς είχαμε βγάλει τα μπιστόλια, έχω και τα μαχαίργια. Μπαίνω εγώ πρώτος στο άλλο δωμάτιο κάτου, βλέπω μια σκάλα που έβγαινε τον ανήφορο στα απάνω δωμάτια, αλλά δεν μπορούσα να πάω απάνω, μήπως ήτανε η χωροφυλακή και μου έριχνε στη σκάλα. Δεν φαινότανε κανένας. Εμείς όμως είχαμε ξηγηθεί με την παρέα μου, το Μαρίνη και τον Κουτσομπόλη, εάν βρίσκαμε κίνδυνο, θα ρίχναμε στο ψητό και θα πηγαίναμε στο βουνό να γίνουμε αντάρτες. Αλλά η καλή μας τύχη που δεν ήτανε το βράδυ η χωροφυλακή εκεί, παρά μόνο ένας ανθυπολοχαγός, τον οποίο εγώ βλέπω να κατεβαίνει τις σκάλες και να βάζει το χιτώνιο. Αλλά δεν είχα προσέξει που έβαλε το χέρι του να φτιάξει την εξάρτυση και νόμιζα ότι βγάζει μπιστόλι, γιατίς το φως εκεί που ήτανε δεν επαρκούσε. Και όπως βαστάω στο ‘να χέρι το μπιστόλι και στο άλλο την κάμα, του δίνω μια κάτω από την ελιά του ποδιού του και η κάμα βγαίνει πίσω στο κωλομέρι. Σωρό-κουβάρι από τις σκάλες, με φωνές σαν ουρλιαχτά.

Τότε έγινε το σώσε. Αποπάνω από τις σκάλες βλέπω τη Σοφία και πεντέξι από τις άλλες γυναίκες να φωνάζουνε σαν τρομαγμένα θηρία. Ο Κουτσομπόλης είχε κάτσει όξω, ο Μαρίνης κάτω στις σκάλες, και εγώ πάω απάνω. Μόλις ανεβαίνω απάνω, βλέπω ένανε άντρα που έχει ανοίξει ένα παράθυρο από πίσω από το σπίτι, που ήτανε και πιο χαμηλά, και πηδάει έξω. Εγώ τρέχω στο παράθυρο νομίζοντας ότι είναι ο ενωματάρχης, του ρίχνω, αλλά αυτός χάθηκε· έτρεχε πολύ. Τότε γυρίζω εγώ, μαγκώνω τη Σοφία από τα μαλλιά και την τραβάω να μου πει πού είναι το δωμάτιό της. Μπαίνω σε ένα, ήταν μια ντουλάπα με καθρέφτη, σπάω τον καθρέφτη, σπάω μια κανάτα μεγάλη με μια λεκάνη. Αλλά η Σοφία φοβήθηκε και φεύγει να πάει κάτω. Τότε εγώ φωνάζω του Στράτου να την πιάσει, και περιλαβαίνω την μαντάμα (ονόματι Μαργιώ) να μου δείξει το δωμάτιο της Σοφίας. Αυτή φοβάται να μου το δείξει, γιατί νομίζει ότι εγώ θα της κάψω τα ρούχα.

Και τότες αρχινάει η ζημιά· δεν αφήνω δωμάτιο γερό. Τα ‘σπασα όλα μέσα: ντουλάπες, λαβουμάνα, ρούζα έσχιζα, και άλλα. Ώσπου μπαίνω στο δωμάτιο της μαντάμας μέσα, χωρίς να ξέρω ότι είναι της μαντάμας. Ορμάει κι αυτή μέσα, φοβούμενη μη της σπάσω κι αυτηνής, και πάει να μου αρπάξει την κάμα που βαστούσα στα χέρια. Τότε γίνεται το μοιραίο· της κόβω το χέρι και της αφαιράω δύο δάχτυλα. Μπήζει τις φωνές.

Αλλά έχει συμβεί και έξω αναταραχή. Αυτός που είχε πηδήσει από το παράθυρο, τον είδε ο Κουτσομπόλης και φοβήθηκε, και φωνάζανε εμένα να κατεβώ να φύγουμε, γιατί ο ανθυπολοχαγός αιμορραγούσε. Εγώ σαν θηρίο, χωρίς να καταλαβαίνω τι έκανα, κατεβαίνω κάτου, ρωτάω το Μαρίνη πού είναι η Σοφία.

Μου λέει:

– Μου έφυγε, βγήκε έξω.

Μπήζω τη φωνή του Κουτσομπόλη. Μου λέει αυτός ότι δεν την είδε. Τότε βάζω χέρι και στα κάτω δωμάτια – τα ‘σπασα όλα· δεν άφησα τίποτα.

Τότε συγκεντρωνόμαστε να φύγουμε – εγώ παίρνοντας της Σοφίας όλα τα ρούχα στην αγκαλιά μου – και πά ‘να φύγουμε. Αλλά πίσω μας δεν ακούς τίποτα άλλο από ουρλιαχτά κι από «Βοήθεια!».

——————————————–

Δες επίσης:

Δελφοί

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια από την προηγούμενη φορά που επισκέφτηκα τους Δελφούς. Είχα μόλις τελειώσει το Α΄ έτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού και με την τότε φίλη μου καταλήξαμε στην Αθήνα, αφού διανυκτερεύσαμε ένα βράδυ στη Ναύπακτο, ένα στο Γαλαξείδι κι ένα στην Αράχωβα. Φέτος ξαναπήγα εκεί στα τέλη του Ιανουάριου για το Επιστημονικό Συνέδριο του Προγράμματος Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου για την πρόσληψη και την χρήση των αρχαίων μύθων. Το συνέδριο είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά δεν θα ασχοληθούμε με αυτό.

Τι μπορεί να πει κανείς για τους Δελφούς;

Δεν χρειάζονται καμιά σύσταση. Όλοι ξέρουμε για την ιστορική τους σημασία και για τα σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα. Δεν χρειάζονται λοιπόν ξεναγήσεις κι επεξηγήσεις. Και για έναν επιπλέον λόγο: Είναι τόσο υποβλητικό, δηλωτικό το τοπίο, που εξηγεί καλλίτερα από κάθε ξεναγό, από κάθε ειδικό επιστήμονα στον επισκέπτη τα πάντα.

Αρκεί να ανηφορίσει κανείς στον βράχο και να στραφεί μετά προς την θάλασσα για να νιώσει αυτό που περιγράφει ο Σικελιανός στον Δελφικό Λόγο του:

Τι, ίσα ανάνιωθα το φως του νου μου μερασμένο

στο ζωντανό και στο νεκρό και στο λησμονημένο.

Τις μέρες που ήμασταν εκεί έβρεχε πολύ και καθημερινά και σχεδόν συνεχώς. Δεν λέω δυστυχώς ή ευτυχώς. Απλώς έβρεχε.

Μας δυσκόλευε την βόλτα, εγώ αρρώστησα κιόλας, αλλά μας αποκάλυψε μια άλλη όψη των Δελφών, του ελληνικού τοπίου, πέρα από την γνωστή και πολυτραγουδισμένη διαύγεια. Ή, τέλος πάντων, μια άλλη όψη αυτής της διαύγειας κι όχι την ξέγνοιαστη του καλοκαιριού.

Παρά το γεγονός ότι η γειτονική Αράχωβα είναι από τους πιο φημισμένους χειμερινούς προορισμούς του τόπου μας, οι Δελφοί ενδείκνυνται εξίσου για να περάσει κανείς ένα Σαββατοκύριακο. Μπορεί να μην πιάνει εύκολα το χιόνι εκεί εξαιτίας του χνώτου της θάλασσας, όμως έχει ησυχία, τα ξενοδοχεία είναι πολύ φτηνά, το φαγητό εξαιρετικό και σε καλές τιμές. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, αν θέλετε και λίγη κοσμικότητα, η Αράχωβα απέχει δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο.

Φυσικά στους Δελφούς θα πάτε και μια βόλτα στα αρχαία…

Θα πείτε και μια καλημέρα στον Ηνίοχο…

Αλλά μην ξεχάσετε να δείτε και τους άλλους μόνιμους κατοίκους

Up in the Air

Σε αυτή την ταινία ο George υποδύεται τον Ryan Bingman, έναν άνθρωπο που κάνει μια πολύ παράξενη δουλειά: Προσλαμβάνεται από μεγάλες εταιρίες για να απολύει υπαλλήλους! Εξαιτίας της δουλειάς του ο Ryan βρίσκεται στον δρόμο 300 μέρες τον χρόνο, ταξιδεύοντας από Πολιτεία σε Πολιτεία κι από εταιρία σε εταιρία –σε καιρούς κρίσης είναι φυσικά περιζήτητος. Σε έναν τέτοιο σταθμό γνωρίζει την Alex. Η Alex είναι το θηλυκό του αντίστοιχο: Κι αυτή ταξιδεύει πολύ, μένει σε ξενοδοχεία, οδηγεί νοικιασμένα αυτοκίνητα. Ο Ryan και η Alex περνάνε μια βραδιά πραγματικά καλή κι από τότε, όποτε βρίσκονται σε κοντινές αποστάσεις, κανονίζουν να συναντιούνται. Κι ενώ η ζωή του Ryan μοιάζει ιδανική, εμφανίζεται στην εταιρία του η Natalie, μια εικοσιπεντάχρονη, φιλόδοξη υπάλληλος με μια πρωτοποριακή ιδέα: Οι απολύσεις να γίνονται μέσω τηλεδιάσκεψης (!) ώστε να εξοικονομούνται τα ναύλα. Ο τρόπος ζωής του Ryan απειλείται, αλλά έχει μια ευκαιρία: Το αφεντικό τού φορτώνει την νεαρή για να της δείξει τα κατατόπια, πριν εφαρμόσει στην πράξη την ιδέα της…

Η ταινία δομείται σε δυο άξονες: Την προσωπική ιστορία του Ryan και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

Η οπτική του J. Reitman, σκηνοθέτη και συσσεναριογράφου, είναι απλή:

Εκεί που οι χαρτογιακάδες βλέπουν στατιστικές, ποσοστά, νούμερα, δείκτες, εκείνος βλέπει ανθρώπους, προσωπικές ιστορίες, αξιοπρέπεια, όνειρα, απόγνωση. Όχι, δεν είναι περίπλοκη η λογική του, αλλά είναι ξεκάθαρη και τίμια. Ο Reitman καταγράφει με θαυμαστή ακρίβεια τον πόνο των ανθρώπων που χάνουν την εργασία τους, χωρίς να διευκολύνει τον θεατή με το χρυσό χάπι της κομεντί. Χωρίς να διολισθαίνει και προς το μελό. Δεν έχει απαντήσεις, αλλά τουλάχιστον θέτει το ερώτημα με διαύγεια: Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχουν σχέσεις αμοιβαιότητας ανάμεσα στον υπάλληλο και την εταιρία; Πώς να σταθεί ένα σύστημα που στηρίζεται στην πίστη/εμπιστοσύνη, όταν το αφεντικό δεν έχει το κουράγιο να απολύσει τον υφιστάμενό του;

Υπάρχει όμως και η άλλη διάσταση στην ταινία:

Μη γελιέστε: Ο Ryan είναι ένα κωλοπαιδαράκι του κερατά. Αν η μικρή Natalie μέσα στην αφέλεια και την απειρία της πιστεύει στ’ αλήθεια ότι βοηθούν τον κόσμο που απολύουν, εκείνος δεν έχει καμιά αυταπάτη. Το δηλώνει ρητά: υποσχόμαστε στους ανθρώπους έναν άνετο τρόπο να περάσουν στην απέναντι όχθη, τους φορτώνουμε στην βάρκα και τους πετάμε στην θάλασσα στη μέση της διαδρομής. Και στις διαλέξεις του με περισσή αυτάρκεια υποστηρίζει ότι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει ο άνθρωπος είναι μόνος του κόβοντας κάθε συγγενικό, φιλικό, συναισθηματικό δεσμό.

Όμως κι ο Ryan είναι άνθρωπος, σώμα κι αίμα και όταν μαθαίνει ότι η αδελφή του δεν μπορεί να πάει ταξίδι του μέλιτος μετά τον γάμο της εξαιτίας της οικονομικής κρίσης κι αρκείται σε ψεύτικες φωτογραφίες μπροστά από τα αξιοθέατα, ραγίζει η καρδιά του.

Αλλά πιο πολύ ραγίζει όταν μαθαίνει ότι η Alex έχει οικογένεια, σύζυγο και παιδιά κι ότι για κείνη δεν είναι παρά μια διαφυγή από την πραγματικότητα, μια παρένθεση. Γιατί ο Ryan ερωτεύτηκε και κατάλαβε ότι η ζωή, ακόμα κι αν δεν έχει κάποιο πιο βαθύ ή πιο συγκεκριμένο νόημα, είναι πιο όμορφη όταν την μοιράζεσαι με κάποιον. Μόνο που τώρα πια δεν έχει κανέναν να την μοιραστεί. Είναι μόνος με την βαλίτσα του στην αίθουσα αναχωρήσεων. Γιατί, ναι, τα κατάφερε και οι απολύσεις δεν θα γίνονται μέσω τηλεδιάσκεψης, αλλά διά ζώσης και, ναι, μπορεί να συνεχίσει τον ίδιο φρενήρη και ανέμελο τρόπο ζωής.

Τότε όμως γιατί βλέπουμε στα μάτια του την ήττα;

Κι εκεί που περιμένουμε ότι θα τα παρατήσει όλα, βαλίτσα, δουλειά, ταξίδια. Ότι θα σταματήσει να κάνει αυτή την κωλοδουλειά και θα ριζώσει κάπου για να βρει κι εκείνος μιαν αγάπη, εκεί τηλεφωνεί στην αεροπορική του εταιρία και τους ζητά να μεταβιβάζουν τα μίλια του στην αδελφή και τον γαμπρό του. Η υπέρβασή του είναι ολοκληρωτική, η μεταμόρφωσή του πλήρης: Συνεχίζει να κάνει την δουλειά και την ζωή που πια δεν τον καλύπτει και ίσως-ίσως απεχθάνεται, για να μπορέσει η αδελφή του να κάνει κάποτε το ταξίδι του μέλιτος που ονειρεύεται.

O Ryan στα τελευταία λεπτά της ταινίας κατάλαβε ότι, αν η συντροφικότητα ομορφαίνει την ζωή, η αγάπη, δηλαδή η αυτοθυσία, της δίνει νόημα.

Ίσως γι’ αυτό ο θεατής, παρά το πικρό τέλος, φεύγει από την αίθουσα νιώθοντας καλά.

Όπως ίσως καταλάβατε, ο Ryan είναι ένας από τους πιο καλογραμμένους και καλοπαιγμένους χαρακτήρες της χρονιάς. Έτσι απλά.

Και το ίδιο απλά το Up to the Air είναι μια εξαιρετική ταινία. Ζεστή, αστεία, δραματική, πολιτική αλλά όχι στρατευμένη, με νόημα και ουσία, χωρίς να γίνεται βαρετή και εξεζητημένη.

Δεν ξέρω τι θα κάνει στα Oscar, δεν ξέρω πώς τα πήγε στο box-office. Ξέρω ότι εγώ την νοσταλγώ ήδη και θέλω να την ξαναδώ.