Monthly Archives: Μαρτίου 2010

Ι.Μ. Μαυροβουνίου Λάρνακος

Στην Κύπρο έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα συντονισμού. Και δεν εννοώ μεταξύ μας, όσο μέσα μας: Δυσκολευόμαστε να συντονίσουμε τις επιθυμίες με τις προτεραιότητές μας.

Πάρτε για παράδειγμα την αιώνια συζήτηση:

«Αυτή τήν Κυριακή να πάμε κάπου, βρε παιδιά», θα πετάξει κάποιος και όλοι θα σπεύσουμε να συμφωνήσουμε.

Μετά θα αρχίσουμε τις διαπραγματεύσεις για το πού θα πάμε, το οποίο δεν είναι και κανένα σπουδαίο πρόβλημα, σύντομα θα καταλήξουμε σε αυτό και θα ρυθμίσουμε και τις λεπτομέρειες:

«Ο Θ. μου είπε για ένα ταβερνάκι εκεί κοντά, που κάνει πολύ ωραίο κλέφτικο…»

Το πράγμα κολλάει πάντα στην Κυριακή. Την ώρα που θα πρέπει να τηλεφωνηθούμε για να ξεκινήσουμε, κανένας δεν αγγίζει την συσκευή του. Το πρωί περνάει, το μεσημέρι περνάει, η Κυριακή περνάει και μαζί και η Δευτέρα και η Τρίτη, και φτάνουμε στην Τετάρτη, οπότε έχουμε ξανά τα ίδια:

«Ναι, αλλά αυτή τη φορά θα πάμε, εντάξει;»

«Ναι, ναι, σίγουρα!»

Και, προσέξτε, κανένας δεν μποϊκοτάρει τις εξορμήσεις από κακία. Πολύ απλά, όταν φτάνει η ώρα, πάντα προκείπτει κάτι επείγον, κάτι που πρέπει να το τελειώσουμε πριν φτάσει η Δευτέρα. Οπότε η ταξιδιάρα μας ψυχή μένει πάντα παραπονεμένη…

Αλλά όχι αυτή τη φορά.

Η πρόταση ήταν αναπάντεχη: Να πάμε, λέει, στο Μαυροβούνι. Είπα όμως «ναι», χωρίς να σκεφτώ το χάσιμο του χρόνου, φορτώθηκα την φωτογραφική μηχανή και ξεκινήσαμε.

Ήταν Παρασκευή 12 Μαρτίου και το νησί ήταν σκεπασμένο από πυκνή αφρικανική σκόνη. Η ορατότητα περιορισμένη, τα χρώματα ξεθωριασμένα, αλλά το κέφι ήταν μεγάλο. Σ’ αυτό συνέβαλε και ο οδηγός μας, ο Γιώργος, ντόπιος αυτός, Κύπριος, που στο δρόμο μας διηγόταν την φανερή και την απόκρυφη ιστορία των περιοχών που συναντούσαμε. Μεταμόρφωσε έτσι την διαδρομή προς την Λάρνακα, που την έχουμε κάνει δεκάδες φορές και προσωπικά την σκυλοβαριέμαι, σε εμπειρία από κείνες που δεν θέλεις να τελειώσουν.

Τα πάντα γύρω μας πράσινα, όπως βλέπετε. Φέτος έβρεξε πολύ στο Νησί και ο τόπος άνθισε και μοσχοβόλισε. Ο Γιώργος μας είπε όμως να μην μπερδευόμαστε, γιατί το καλοκαίρι, από τον καύσωνα, το τοπίο μεταμορφώνεται σε πραγματική έρημο.

Η είσοδος της μονής. Καταπράσινη και δροσερή – πραγματική όαση. Η Μονή Σταυροβουνίου είναι χτισμένη σε ευάερη τοποθεσία, δίπλα σε μια ρεματιά.

Πάνω από την πόρτα εντοιχισμένη ανάγλυφη εικόνα του Αγ. Γεωργίου. Πολεμικός άγιος. Δένει με την ιστορία του Νησιού, αλλά και της περιοχής.

Η ιστορία της μονής χάνεται κυριολεκτικά στα βάθη των αιώνων. Υπάρχει μια αναφορά του Νεόφυτου του Έγκλειστου, του μεγάλου άγιου της Κύπρου, ο οποίος έζησε κατά τον 12ο αιώνα, σε ναό του Αγ. Γεωργίου περί τα λεγόμενα Μαυροβούνια, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αναφέρεται σε αυτή τη Μονή. Συναντά πάντως κανείς πολλά σπαράγματα από παλαιές εποχές, κίονες, απομεινάρια κτισμάτων, εικόνες, που φανερώνουν ότι από αιώνες ασκούνται μοναχοί εκεί.

Το 1957 Άγγλοι στρατιώτες καταστρέφουν το τέμπλο της Μονής -ό,τι είχε απομείνει, δηλαδή, καθώς ήταν εγκαταλελειμένη για πολλά χρόνια- επειδή φοβόνταν ότι πίσω του κρύβονταν αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Γενικά, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1993, οπότε εγκαθίστανται ξανά μοναχοί εκεί, η ιστορία της Μονής είναι μια αλυσίδα καταστροφών και ακόμα πιο καταστροφικών προσπαθειών συντήρησης.

Το Καθολικό της Μονής.

Τα κελιά των μοναχών.

Έξω από τον περίβολο της Μονής αφού διασχίσαμε ένα καταπράσινο μονοπάτι, αντικρίσαμε το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας και του Αγίου Γεωργίου του Κυπρίου.

Ηλιοβασίλεμα στη σκόνη:

Dexter. Σαν Παραβολή…

Στον φίλο μου Αντώνη Πετρίδη

Ξεκίνησα να βλέπω το σήριαλ πέρσι παρακινημένος από το σχόλιο ενός κριτικού:

Είναι, λέει, ο Dexter ο αγαπημένος serial-killer της Αμερικής.

Ναι, δεν χρειαζόμουν μεγαλύτερο κίνητρο για να στρωθώ και να το παρακολουθήσω. Πιο παράδοξο είναι όμως πως ο κριτικός κυριολεκτούσε.

Στο ηλιόλουστο Μαϊάμι ζει ένας γοητευτικός, αθλητικός, καστανόξανθος τριανταπεντάρης. Με εξαιρετικές σπουδές, είναι ειδικός στην διασπορά του αίματος και συνεργάζεται με την Αστυνομία. Έχει σχέση με μια χωρισμένη μητέρα δύο παιδιών τα οποία τον υπεραγαπούν και τους έχει κι εκείνος αδυναμία. Η αδελφή του είναι ντετέκτιβ στο ίδιο τμήμα.

Αλλά φυσικά η σελήνη έχει και την σκοτεινή πλευρά της:

Διότι ο Ντέξτερ είδε σε νηπιακή ηλικία την μητέρα του να δολοφονείται άγρια και να τεμαχίζεται. Λούστηκε στο αίμα της. Αυτό το περιστατικό είχε δυο συνέπειες: Από τη μια ξερίζωσε κάθε αίσθημα από μέσα του: Έτσι ο Ντέξτερ δεν φοβάται, δεν λυπάται, δεν χαίρεται, δεν ηδονίζεται, δεν ενθουσιάζεται, δεν απελπίζεται, νεκρωμένος από κάθε αίσθημα κι αισθησιασμό αντιμετωπίζει τα πάντα με ψυχρή λογική και μιλάει συνεχώς με το ίδιο άχρωμο, κατατονικό ύφος. Από την άλλη, η δολοφονία της μητέρας του, του γέννησε την ανάγκη να δολοφονεί και να τεμαχίζει ανθρώπους κάθε τόσο. Ο θετός του Πατέρας, αστυνόμος Morgan, όταν είδε ότι δεν μπορούσε να καταπιέσει αυτό του το πάθος, εκπόνησε έναν Κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος θα κρατούσε τόσο τον Dexter, όσο και την κοινωνία ασφαλείς. Βασικά σημεία του: Τα θύματα να είναι πάντα εγκληματίες και ο Γιος του πρέπει πάση θυσία να αποφεύγει την σύλληψη.

Πριν από λίγο καιρό σύστησα το σηριαλάκι σε ένα φίλο. Κατάφερε να δει μόνο τον Πιλότο: Η σειρά στρώνει στη συνέχεια αλλά αυτό, το πρώτο πενηντάλεπτο, παίζει να είναι ό,τι πιο αρρωστημένο έχει παιχτεί ποτέ στην τηλεόραση.

Όπως καταλαβαίνετε, δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει τίποτα. Την μυρίστηκα την δουλειά από την στιγμή που είδα το ύφος του. Του είπα να δει και άλλα 2-3 επεισόδια γιατί έχει εξαιρετικές ερμηνείες, ιστορία, πλοκή, μπλα-μπλα-μπλα.

Ένα ερώτημα όμως μου ξανάρθε έντονα:

Γιατί να καθόμαστε να βλέπουμε τέτοιες σειρές; Το γεγονός ότι είναι καλοφτιαγμένες είναι αρκετό; Το fun δικαιολογεί τα πάντα;

……………………………………………

Αντιγράφω από  την Κρίση της Προφητείας του Χρ. Γιανναρά:

Υπάρχει θεολογία της κόλασης το ίδιο αποκαλυπτική όσο και η θεολογία της λύτρωσης. Προϋποθέτει την εμπειρία της απουσίας του Θεού τόσο εναργή όσο είναι και η εμπειρία της Θεογνωσίας. Αυτή η εμπειρική Θεολογία δεν είναι απογεγραμμένη στα δογματικά εγχειρίδια (…) αλλά βιώνεται από το λαό του Θεού και εκφράζεται αυθόρμητα στην Τέχνη και στη ζωή και στο προφητικό κήρυγμα. (…) Είναι μια μαρτυρία ανεπίγνωστη, όπως κάθε αυθεντικό βίωμα, γιατί η εμπειρία, όταν αυτοερμηνεύεται λογικά, ξεπέφτει σε αξιοθρήνητη διδαχή. Αυτή λοιπόν η ανεπίγνωστη μαρτυρία της σύγχρονης Τέχνης, όσο κι αν φαίνεται αποκομμένη από την Εκκλησία, όσο κι αν εχθρεύεται ή κι αν χλευάζει την Εκκλησία, πιστοποιεί και βεβαιώνει την Αλήθεια της. (…) Η σύγχρονη Τέχνη είναι η πιστοποίηση μιας απουσίας. Το διάγραμμα αυτής της απουσίας είναι το αρνητικό της εικόνας του Θεού. Ο Σαρτρ έδωσε τον ορισμό. Είπε: «Βλέπεις αυτό το κενό πάνω από τα κεφάλια μας; Είναι ο Θεός. Βλέπεις αυτή τη ρωγμή στην πόρτα; Είναι ο Θεός. Βλέπεις αυτή την τρύπα στη γη; Είναι επίσης ο Θεός. Η σιωπή είναι ο Θεός. Η απουσία είναι ο Θεός»…

Νομίζω ότι αυτό είναι ένα καλό σημείο αφετηρίας.

Αυτό που σκανδαλίζει τους πιο συντηρητικούς στο Dexter είναι η ταύτιση του θεατή με έναν ψυχρό, κατά συρροή δολοφόνο και η απουσία τιμωρίας του.

Για να χρησιμοποιήσουμε τους αριστοτελικούς όρους:

Στο Dexter δεν υπάρχει κάθαρση και, το πιο ενδιαφέρον, είναι αυτό ακριβώς που επιθυμεί ο θεατής. Που ανακουφίζει τον θεατή.

Η έννοια της κάθαρσης όμως, της Αποκατάστασης των Πάντων στο τέλος δηλαδή, είναι καθαρά εσχατολογική, συνεπώς μεταφυσική. Με άλλα λόγια: Για να υπάρξει κάθαρση στο τέλος, χρειάζεται κι ένας Θεός. Και μάλιστα, ένας Θεός, ο οποίος θα είναι το λιγότερο δίκαιος. Αλλά, όπως λέει κι ο γνωστός αφορισμός του Ντοστογιέφσκι: Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται. Όσο ηλιόλουστος, όσο χρωματιστός, όσο διάφανος κι αν είναι αυτός ο κόσμος, πάντα μέσα του θα συντηρεί ένα άπλετο, μαύρο σκοτάδι. Το έγκλημα θα μένει πάντα ατιμώρητο –εν ονόματι τίνος άλλωστε θα τιμωρηθεί; Για να μην θέσουμε τώρα το ερώτημα που έρχεται και ξανάρχεται στο σήριαλ: Και γιατί να θεωρείται αυτό έγκλημα;

Το Dexter συνεπώς μπορεί να διαβαστεί και σαν η αντιστροφή της ιστορίας του Ρασκόλνικοβ. Ένα Έγκλημα Χωρίς Τιμωρία.

Ο Ρασκόλνικοβ δεν έχει να αντιμετωπίσει τόσο τον ανακριτή Πορφύρη, όσο τον ίδιο του τον εαυτό, την συνείδησή του, τις ενοχές του. Κυριολεκτικά, από τη στιγμή που δολοφονεί, η πόλη στενεύει, δεν τον χωράει πια. Ο Dexter, αντιθέτως, δεν νιώθει καμιά ενοχή, δεν έχει τύψεις. Κινείται άνετα σε θάλασσα και στεριά, μέρα και νύχτα. ). Ο πρώτος έχει πρόβλημα με τον εαυτό του, θέλει να αλλάξει. Ο δεύτερος είναι ικανοποιημένος, θέλει να πάση θυσία να διατηρήσει το status και το life-style του. Ο Dex μάλιστα πιστεύει πως οι πράξεις του δεν καλύπτουν απλώς την δική του ανάγκη, αλλά ότι επιτελεί ένα κοινωνικό λειτούργημα (άλλο μεγάλο θέμα αυτό

Προσοχή όμως:

Δεν έχουμε εδώ τον κλασικό αμερικανό εκδικητή. Ο Ντέξτερ δεν είναι σαν τον Ch. Bronson στο Death Wish ή τον Clint Eastwood στο Pale Rider. Ο D. δεν έχει προσωπικούς λογαριασμούς με τα θύματά του. Απλώς επιλέγει αυτούς κι όχι τους άλλους, γιατί έτσι τον δίδαξε ο Πατέρας.

Σε έναν κόσμο δίχως Θεό, οι Dexter δεν είναι απλώς αναμενόμενοι, είναι απαραίτητοι. Γιατί αυτοί αντιπροσωπεύουν, ελλείψει Άλλου, την απόλυτη δύναμη. Εκεί οι πολλοί, οι «καλοί» πολίτες σαν τον Doakes σκοντάφτουν πάνω σε αφηρημένες αρχές ψυχολογικού ή συναισθηματικού τύπου, που στον ψυχρό ρεαλισμό ενός τέτοιου κόσμου δεν έχουν και πολλή αξία. Μάλλον γελοίοι είναι. Προφάσεις για την αδυναμία που επιδεικνύουν. Το κόμπιασμα, το τραύλισμα, την αμηχανία. Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που αυτοί οι άνθρωποι ηρωοποιούν, λατρεύουν όσους δεν γνωρίζουν όρια, και πάνω από όλους οι serial-killers. Το Natural Born Killers παραμένει μια πολύ καλή ταινία πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά κι ένα σχετικό googlάρισμα θα σας αποκαλύψει εκατοντάδες ηλεκτρονικούς βωμούς τέτοιων θεοτήτων.

Όπως αναφέραμε και στην αρχή, ο Dex είδε την Μητέρα να δολοφονείται και μαζί της πέθαναν και τα αισθήματά του. Ο Πατέρας του κληροδότησε τον Κώδικα που τον προφυλάσσει. Το τρίγωνο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Μητέρα-Συναίσθημα / Πατέρας-Λογική / αγαπημένος Γιος.

Συνυπολογίστε και το γεγονός ότι, όπως αποκαλύπτεται κατά την πορεία του σήριαλ, η αμέλεια του Πατέρα ευθύνεται για την δολοφονία της Μητέρας, κι έχετε ουσιαστικά έναν αρχετυπικό δυτικό μύθο.

Κάθε παρέκκλιση του Γιου από τον Κώδικα τιμωρείται: Ο Ντέξτερ γεννάει υποψίες, η αστυνομία τον πλησιάζει, κινδυνεύει.

Ναι, ο Dexter δηλώνει ότι δεν πιστεύει στον Θεό, αλλά πιστεύει στον Πατέρα. Μπορεί να παραβαίνει όλους τους νόμους και τους κανόνες, ακολουθεί όμως πιστά τον Κώδικα. Αν δεν το κάνει, ακόμα και στον δικό του κόσμο η αμαρτία τιμωρείται.

Στο τέλος του β΄ κύκλου, ο Ντέξτερ δηλώνει ότι ο Κώδικας του Πατέρα δεν το καλύπτει πλέον κι ότι στο εξής θα ακολουθεί τον δικό του Κώδικα: Φαίνεται ότι οι δημιουργοί του σήριαλ δεν διστάζουν να εντάξουν και τις πιο περίπλοκες τροπές της δυτικής θρησκευτικής ιστορίας κι έτσι βάζουν τον ήρωά τους να περνάει την δικιά του μεταρρύθμιση!

Ξέρω ότι οι παραπάνω μπλεγμένες σκέψεις δεν θα έπεισαν όσους αποστρέφονται τέτοιου είδους θεάματα.

Ξέρω κι ότι πολλοί φίλοι που τους αρέσει το σήριαλ θα βαρέθηκαν –ίσως και να ενοχλήθηκαν– από την πολλή (και θεολογίζουσα) πάρλα.

Κι ότι στο τέλος οφείλω να το παραδεχτώ καθαρά και ξάστερα:

Δεν παρακολουθώ το Dexter για τα θεολογικά / φιλοσοφικά / ψυχαναλυτικά υποδηλούμενα, αλλά για το γνήσιο fun…

463.250.000 €

Τη στιγμή που μαθαίνουμε πως στην Ελλάδα γίνονται οι μεγαλύτερες αυξήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνη

Την στιγμή που οι εργαζόμενοι ετοιμάζονται να υποστούν μεγάλες μειώσεις στις αποδοχές τους

Την στιγμή που οι δημόσιες δαπάνες για την ποιότητα της καθημερινότητας των πολιτών περικόπτονται δραστικά

Την στιγμή που κατατίθεται το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο θα φορολογεί σκληρά μισθωτούς και συνταξιούχους -οι άλλοι πάντα ξεφεύγουν

Την στιγμή που διογκώνεται το κλίμα μνησίκακου κανιβαλισμού στην κοινωνία για τα πόσα παίρνει ο ένας ή ο άλλος

Μαθαίνω ότι η Κυβέρνηση, ανατρέποντας την απόφαση των προκατόχων της, συμφώνησε να παραλάβει το υποβρύχιο που γέρνει από την Γερμανία με αντίτιμο 463,25 εκατομύρια Ευρώ. Παρόλα αυτά κανένας δεν φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα.

Για σκεφτείτε το:

Μισό δισεκατομμύριο ευρώ για ένα όπλο που ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε για τον απλούστατο λόγο ότι είναι παντελώς άχρηστα!

Το όλο θέμα γίνεται ακόμα πιο εξωφρενικό αν σκεφτεί κανείς τα ταξίδια του Πρωθυπουργού:

Διαβάζουμε και ακούμε εγκώμια για τις συνεχείς μετακινήσεις του, για την άνεσή του όταν βρίσκεται εκεί έξω και για το πόσο καλές σχέσεις έχει με τους «ξένους». Φυσικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας φερθούν άσχημα, αν υποχωρούμε ακόμα και στις πιο παράλογες απαιτήσεις τους.

Είναι απαραίτητο, συνεπώς, όταν θα καταλαγιάσει ο θόρυβος και ο Πρωθυπουργός θα έχει τελειώσει τα πολλά ταξίδια του με το καλό, να κάνουμε ταμείο, να δούμε τι κεδρίσαμε, βρε παιδί μου, από όλα αυτά τα χιλιόμετρα και τα συνεπαγόμενα έξοδα.

Το γερμανικό υποβρύχιο που γέρνει πάντως το ρουφήξαμε και προφανώς μας άρεσε, γιατί παραγγείλαμε ακόμα δύο.

Περπατώντας

Τις προηγούμες μέρες είχα χαθεί από το μπλογκοχώρι γιατί περπατούσα σε άλλες στράτες.

Φορώντας σακάκι μαύρο που οι τσέπες βάραιναν από το κινητό, την θήκη των γυαλιών ηλίου, στυλό, πορτοφόλι και το απαραίτητο σημειωματάριο, χάθηκα σε ένα-δύο στενά παραπάνω. Ή παρακάτω, αν προτιμάτε.

Και ξέρετε:

Το περπάτημα καθαρίζει το μυαλό. Διώχνει τα περιττά και τα άσχετα και βοηθάει να σκεφτόμαστε καλλίτερα και βαθύτερα. Κατά κάποιο τρόπο βοηθάει στον συντονισμό της επιθυμίας, της λογικής και του σώματος. Έτσι οι δύσκολες αποφάσεις αίφνης γίνονται αυτονόητες επιλογές.

Βαθιά ανάσα και ένα τραγουδάκι από τα παλιά της Nancy.

cu

Αδιέξοδο

Οι αγγλοσάξονες ονομάζουν την εποχή του Μεγάλου Κραχ του 1929-30 ως Great Depression, Μεγάλη Κατάθλιψη. Συνειδητοποίησα πόσο σωστή είναι αυτή η μετάθεση του οικονομικού/υλικού στο ψυχικό/πνευματικό διαβάζοντας την διαπίστωση του MacManus:

Έχουμε αποδεχθεί ότι θα ζούμε με δανεικά πλέον και το μόνο που ζητάμε από τις Βρυξέλλες και τα Εκοφίνια είναι δάνεια με φθηνά επιτόκια. Εκεί επικεντρώθηκε τελικώς όλο το μέλλον της πατρίδας μας: στον φθηνό δανεισμό με αξιοπρεπείς και μη τοκογλυφικές συνθήκες. Αν αντί να μας δανείσουνε με 6%, μας δανείζουν με 2,5%: λύθηκε αυτομάτως το πρόβλημα.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η όλη συζήτηση και οι εξαγγελίες περιορίζονται στο πώς θα την βγάλουμε και σήμερα καθαρή -μισολερωμένη για την ακρίβεια- και δεν γίνεται καμιά κουβέντα για το μέλλον, τις προοπτικές, το πότε και αν θα βγούμε από το τούνελ (για να θυμηθούμε την ορολογία του πατέρα Παπανδρέου).

Και αυτό δεν είναι το πιο ανησυχητικό.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα.  Οι προβολείς έχουν πέσει στη χώρα μας -το γιατί είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση-, αλλά δεν είμαστε μόνοι στα τάρταρα. Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν και χώρες που τα προηγούμενα χρόνια είχαν προχωρήσει σε αλλαγές και εκσυγχρονισμό των θεσμών και των δομών τους επιτυγχάνοντας μάλιστα εντυπωσιακή ανάπτυξη, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία. Τεράστια προβλήματα αντιμετωπίζει η Βρετανία και η Ιταλία. Γαλλία και ΗΠΑ ελπίζουν ότι θα αρχίσουν να βγαίνουν από την δίνη τους επόμενους μήνες, ενώ και η Γερμανία έχει τα δικά της προβλήματα. Και δεν ξεχνάμε φυσικά την Ισλανδία που κατέρρευσε και τιςοικονομίες της Ασίας, οι οποίες αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα.

Το μελαγχολικό συμπέρασμα αυτού του ψηφιδωτού είναι πως ακόμα κι αν τα προηγούμενα χρόνια κάναμε τις απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, τον εκσυγχρονισμό του κράτους και της νοοτροπίας μας, πάλι μεσα στα ίδια σκατά θα ήμασταν τώρα. Πιθανόν σε κάπως καλλίτερη θέση, αλλά κι αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο…

Εξίσου ανησυχητικό είναι αυτό που ζητάει ο Πρωθυπουργός από τους ξένους ηγέτες που συναντά στα ταξίδια του:

Πολιτική στήριξη κι όχι οικονομική.

Αν καταλαβαίνω καλά, αυτό συνήθως μεταφράζεται ως έκφραση αυτοπεποίθησης: Εμείς οι Έλληνες μπορούμε και μόνοι μας και καλά.

Στα δικά μου όμως αυτιά ηχεί σαν παραδοχή της πλήρους απουσίας κύρους στο εξωτερικό. Αν το πρόβλημά σου είναι τα λεφτά, τότε ζητάς λεφτά. Στήριξη ζητάς, όταν δεν μπορείς να σταθείς μόνος σου, όταν δεν έχεις ερείσματα, όταν δεν καταφέρνεις να πείσεις. Μόνο όταν είσαι τόσο αδύναμος ζητάς από τους άλλους να στοιχηθούν μαζί σου.

Μπορεί ο Γ. Παπανδρέου να κυριαρχεί πολιτικά στη χώρα μας και η κυριαρχία του να μην αμφισβητείται από κανέναν, αλλά στο εξωτερικό, δυστυχώς για όλους μας, δεν πείθει.

Και, ξέρετε, αυτή η έλλειψη κύρους μπορεί να ερμηνευτεί με δυο τρόπους:

Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι είναι η βαριά κληρονομιά από τον προκάτοχό του.

Οι άλλοι θα επιμένουν ότι οφείλεται στην δική του προεκλογική συνθηματολογία, τα πεπραγμένα των παλαιών κυβερνήσεων που υπηρέτησε ως υπουργός, της καθυστέρησης να λάβει τα αναγκαία μέτρα.

Πιο κοντά στην αλήθεια, φυσικά, θα βρίσκονται εκείνοι που θα πουν ότι και τα δυο, λιγότερο ή περισσότερο, ισχύουν.

Αλλά ακόμα πιο κοντά θα είναι όσοι παραδεχτούν ότι στα ταξίδια του ο ΓΑΠ έχει διπλή ιδιότητα: Είναι ο Γιώργος Παπανδρέου, αλλά είναι και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Σαν Γιώργος Παπανδρέου κουβαλάει τα δικά του τα σωστά και τα λάθη, αλλά θεσμικά, σαν Πρωθυπουργός, κουβαλάει τα σωστά και τα λάθη τα δικά του και των προκατόχων του, αλλά και όλων μας. Ο κάθε Πρωθυπουργός εκπροσωπεί όλους τους πολίτες της χώρας του.

Η έλλειψη αξιοπιστίας και κύρους οφείλεται όχι μόνο σε εκείνους, τους άλλους, τους μακριά μας πρώην και νυν πολιτικούς, ούτε μόνο στα λάθη και τις παραλήψεις του σημερινού Πρωθυπουργού. Ο κάθε πολίτης, ο καθένας μας έχει ευθύνη. Ο κάθε Έλληνας πολίτης ζητά στήριξη από τους Γερμανούς και τους άλλους εταίρους μας. Κανένας από μας δεν εμπνέει σεβασμό ή εμπιστοσύνη στο εξωτερικό -το γιατί μπορούμε να το συζητήσουμε κάποια άλλη φορά.

Τώρα απλώς πρέπει να συνηθίσουμε να βλέπουμε μπροστά μας τον Τοίχο…

World’s Greatest Dad

Πρώτη φορά είδα τον Robin Williams στον Popeye του R. Altman. Περίεργη ταινία. Αφενός μεν είναι ταινία προορισμένη για παιδιά, χωρίς το κλείσιμο του ματιού στους ενήλικες, που έχουν τα σημερινά κινούμενα σχέδια, κι αφετέρου τοποθετημένη στην εποχή του Κραχ, κουβαλάει κάτι από την κατάθλιψη, για να μην πω την απόγνωση, εκείνης της εποχής. Αλλά ο Williams ξεχώριζε.

Αν τότε, σαν παιδί, πρόσεξα τον Williams, με το Goodmorning Vietnam και το Dead Poets Society τον αγάπησα. Δεν ξέρω πώς αξιολογούν οι νέοι κινηματογραφόφιλοι τις δυο αυτές ταινίες, αλλά εμένα –όπως και πολλούς από τους συμμαθητές μου, θυμάμαι– με είχαν συνταράξει. Και πόσο τρομερός ήταν ο Williams! Δεν ξέρω ποιος πήρε τότε τα Oscar, πιθανόν να υπήρχαν άλλες, καλλίτερες ερμηνείες, αλλά για τον RWήταν αδικία. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι τελικά βραβεύτηκε για τον ρόλο του μέντορα στο Good Will Hunting, όπου επαναλαμβάνει ουσιαστικά τον χαρακτήρα του Κύκλου των Χαμένων Ποιητών σε σαφώς χαμηλότερους τόνους.

Εξαιρετικός ήταν και στο The Fisher King, την καλλίτερη ταινία μαζί με το 12 Monkeys του T. Gilliam, κατά την γνώμη μου. Κι έπειτα ήρθε και το Insomnia. Και μόνο το γεγονός ότι καταφέρνει κάποιος να διασωθεί από εκείνα τα μάτια του Pacino είναι άθλος. Πολύ δε μάλλον, όταν πετυχαίνει να φτιάξει έναν χαρακτήρα – παγωμένη αντίθεση του πυρετικού Pacino, που σε κυνηγάει μετά.

Και είναι και οι κωμωδίες.

Τώρα που γράφω θυμάμαι τίτλους που έφεραν εισιτήρια και μας έκαναν να ξεκαρδιστούμε στα γέλια, αλλά έχω την αίσθηση ότι το κωμικό ταλέντο του Williams λάμπει περισσότερο σε ταινίες που δεν είναι καθαρές κωμωδίες. Γιατί πέρα από την τρομερή ενέργεια που έχει σαν ηθοποιός, πέρα τις απίστευτες μιμητικές του ικανότητες ή το εύπλαστο πρόσωπό του, αυτό που αιφνιδιάζει τον θεατή είναι η ικανότητά του να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται την πιο απροσδόκητη στιγμή. Και μάλιστα με τρόπο που δεν υπογραμμίζει το αστείο της φράσης, αλλά που μάλλον το θάβει, καθιστώντας το τελικά πιο διαβρωτικό.

……………………………………………………………………

Το World’s Greatest Dad του Bobcat Goldthwait είναι μια ταινία που αξιοποιεί στο έπακρο αυτή την δυνατότητα του Williams. Υπόγειο, διαβρωτικό χιούμορ, που εξαπλώνεται παντού, σε κάθε γωνιά της κοινωνίας και των ανθρώπων, στο σχολείο, τη γειτονιά, τις σχέσεις, τα απωθημένα, τις ελπίδες και τα όνειρα, τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες, και βέβαια την επιστήμη, την τηλεόραση, την διανόηση κτλ, και τα απογυμνώνει.

Ο Williams παίζει τον Lance Clayton, αποτυχημένο συγγραφέα, καθηγητή στο τοπικό γυμνάσιο και πατέρα ενός μισάνθρωπου εφήβου με περίεργες σεξουαλικές εμμονές. Ο Lance ένα βράδυ βρίσκει τον γιο του νεκρό: Πέθανε ενώ αυνανιζόταν προκαλώντας ασφυξία στον εαυτό του. Και τι κάνει τότε ο καλλίτερος μπαμπάς του κόσμου; Αφού θρηνεί τον γιο, για να τον προστατέψει από την μετά θάνατον ξεφτίλα, σκηνοθετεί το ατύχημα ως αυτοκτονία. Και το γαϊτανάκι ξεκινάει…

Η ταινία είναι εξαιρετική. Πανέξυπνο, σπινθηροβόλο σενάριο και σκηνοθεσία. Στο Sundance προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση και τα κινηματογραφικά site την αξιολογούν πολύ θετικά –μα γιατί δεν ακούστηκε καθόλου στα βραβεία; Κι είναι από αυτές τις ταινίες, που ενώ τις βλέπει κανείς πολύ ευχάριστα, δύσκολα τις διώχνει από την μνήμη του.

Wasteland

Στην αρχή μου έκανε εντύπωση:

Με όλα αυτά τα προβλήματα και με την οικονομία υπό κατάρρευση, να ασχολείται όλη η χώρα με την τσόντα της Τζούλιας!

Έχουν περάσει πόσο -δυο; τρεις βδομάδες; ένας μήνας;- κι ακόμα βλέπω πρώτα μπλογκ της WordPress να είναι εκείνα που ασχολούνται με το διαβόητο βίντεο. Συνεχίζουν να δέχονται, λέει, εκατοντάδες χιλιάδες επισκέψεις καθημερινά. Κυριολεκτικά δηλαδή ενώ ο κόσμος καίγεται,  η πουτάνα χτενίζεται.

Και δεν χρειάζεται να ξεκινήσουμε τις βαθιές συζητήσεις για το τι σημαίνει και μπλα-μπλα-μπλα. Ας κοιτάξουμε απλώς γύρω μας. Τι αγκαλιάζει το κοινό: Τις πρώτες εκπομπές, τους πρώτους καλλιτέχνες, τους δημοφιλέστερους πολιτικούς, τα ευπώλητα βιβλία, τα ιδεολογήματα που αναμασούν οι προχώ, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τα ραδιόφωνα, τις συμπεριφορές, τις αξίες, τα ιδανικά…

Σκατά σκατά σκατά σκατά

Τα λόγια μου χάνονται σε μια μαύρη τρύπα…