Το Δίπολο

Δίπλωσε πρόχειρα τα ρούχα που ήταν απλωμένα στις καρέκλες, το πάτωμα, το γραφείο και τα στοίβαξε στην ντουλάπα. Αλλά όταν έστρωνε το κρεβάτι, η ντουλάπα άνοιξε και τα ρούχα έπεσαν κάτω. Τα μάζεψε όλα μαζί, ανυπόμονα, μπουρδουκλωμένα, στην αγκαλιά του και τα πέταξε μέσα. Τα πατίκωσε και κλείδωσε.

Σφίξιμο στην καρδιά.

Νευρικές κινήσεις.

Σαν σπαστικό.

Όχι για το επερχόμενο καθαυτό

φυσικά

Αλλά για όλα εκείνα που σήμαινε: Ένα βήμα, αποφασιστικό βήμα, έξω από τον δρόμο που χρόνια πριν είχε χαράξει κι ακολουθούσε με συνέπεια. Κι ίσως μάλιστα κάτι παραπάνω από βήμα: άλμα, βουτιά, εκτόξευση.

Υπήρχε χρόνος για ντουζάκι. Έβγαλε τα ρούχα του και πήγε με τα εσώρουχα στο μπάνιο. Σ’ αυτό το μπάνιο, μόλις ανοίγεις την πόρτα, βλέπεις κατάφατσα τον εαυτό σου. Ο νιπτήρας κι ο καθρέφτης είναι ακριβώς πίσω από την πόρτα, δεξιά της μπανιέρας. Δεν του αρέσει να καθρεφτίζεται – ακόμα και το ξύρισμα το κάνει με την αφή, στα τυφλά, με μια παλιά φίλιπς χαζεύοντας στην τηλεόραση, γι’ αυτό οι φαβορίτες του είναι μονίμως στραπατσαρισμένες– κι έχει συνηθίσει να μπαίνει με τα μάτια χαμηλωμένα. Αυτή τη φορά όμως έκλεισε την πόρτα πίσω του και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη με τα μάτια κολλημένα πάνω του. Έβγαλε τα εσώρουχα χωρίς να μετακινήσει το βλέμμα του. Κι έμεινε εκεί, μπροστά, γυμνός. Κοίταξε καλά – καλά το σώμα του και είδε τα τρία – τέσσερα κιλά που πήρε τους τελευταίους μήνες: Η κοιλιά του είχε στρογγυλέψει, ένα παχύ στρώμα λίπους τον περιέβαλε.

Το βλέμμα του έμεινε στο πρόσωπο.

Κοίταξε τον εαυτό του κατάματα.

Χείλη κλειστά – μάτια ακίνητα.

Ανέκφραστος.

Παύση.

Μπήκε στην μπανιέρα. Γύρισε το ρουμπινέ και κρύο νερό χύθηκε στις πατούσες του. Το συγκαίριασε με το χέρι και το έριξε στο στέρνο, στο κεφάλι του. Άφησε το νερό να τρέχει πάνω του και σαπουνίστηκε. Πιάνοντας την κοιλιά του, την αφράτη, μαλθακή, τη χοντρή κοιλιά του, αισθάνθηκε ενόχληση. Δυσφορία. Παγιδευμένος. Πώς σκατά βρέθηκε δεμένος πάνω σ’ αυτό το κομμάτι λίπους; Η Σοφία, τι θα πει η Σοφία, όταν το δει; Η Σοφία που πηγαίνει και σε γυμναστήριο; Η περικυκλωμένη Σοφία από τέλεια αντρικά κορμιά. Πρέπει να τα χάσει οπωσδήποτε –μα μέχρι να τα χάσει;

Ο Ταραντίνο στο Pulp Fiction υπερασπίζεται την κοιλίτσα λέγοντας ότι κάτι που είναι ωραίο στην όραση δεν είναι ωραίο και στην αφή. Και, όπως και να το κάνουμε, η αφή παίζει μεγαλύτερο ρόλο στο σεξ από την όραση.

Αλλά ο Ταραντίνο αναφερόταν στις γυναίκες.

Όμορφες γυναίκες, με ωραίο σώμα και αφράτη κοιλίτσα.

Οι άντρες;

Το καλό της Ερμιόνης, της μόνιμης σχέσης, δηλαδή, γενικότερα: Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς για μικροπράγματα˙ ν’ αποδεικνύεις το αυτονόητο. Σου προσφέρει ασφάλεια σε τέτοιες περιπτώσεις.

Και ειδικά η Ερμιόνη που δεν τα κοιτάζει αυτά.

Εντάξει, τον θέλει όμορφο, δυνατό, καλοντυμένο –είναι δυνατόν;- αν ήταν εδώ ίσως να κάνανε και κάποια δίαιτα, αλλά δεν είναι αυτό που κυρίως ζητάει από κείνον. Όταν μπαίνεις στον όγδοο χρόνο μιας σχέσης τα δυο κιλά παραπάνω, το ροχαλητό, ένα άσχημο κούρεμα, μπορούν ίσως να γίνουν η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, αλλά το ποτήρι πρέπει να είναι ήδη γεμάτο. Αλλιώς είναι ασήμαντα. Σε σχέσεις με βάθος και έκταση άλλα είναι εκείνα που μετράνε. Κι ο Αντώνης πάντα θεωρούσε την σχέση του με την Νόνη –έτσι φώναζε αυτός την Ερμιόνη– σαν σχέση με βάθος κι έκταση, αν και δυσκολευόταν να κάνει πιο συγκεκριμένη τη σκέψη του, να προσδιορίσει τι πρακτικά σημαίνει αυτό. Μετά από σκέψη, κατέληξε τελικά ότι το βάθος και η έκταση στη σχέση τους φανερώνεται από το ότι μπορούν και συζητάνε ό,τι τους απασχολεί, ότι σχεδιάζουν και οργανώνουν ένα κοινό μέλλον, ότι τα όνειρά τους συμπίπτουν. Ότι κοιτάνε προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτή η διαπίστωση του έδωσε μια κάποια ικανοποίηση, αλλά να που τώρα παρεμβλήθηκε το μόνο ίσως θέμα που δεν μπορεί να συζητήσει με την Νόνη: η Σοφία. Η γυναίκα που σαν την πρωτοείδε, δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω της, δεν ήθελε δηλαδή να τα τραβήξει, αλλά προτιμούσε να την κοιτάζει αφηρημένος, με το στόμα μισάνοιχτο, ξεπατικώνοντας το σχήμα της. Όμως μια ματιά δεν είναι φυσικά αρκετή ούτε μπορεί να ενταφιάσει όνειρα και σχεδιασμούς ετών, προσωπικές δεσμεύσεις και προσδοκίες φίλων και συγγενών. Ούτε τα βράδια που βρέθηκαν σε κοινές παρέες, αλλά κάπως κι απομονώνονταν συζητώντας με πάθος για μουσική και σινεμά αρκούν. Έπρεπε πρώτα να παραδεχτεί τον πόθο του, να πει μέσα του «Επιθυμώ αυτό το κορμί να σβήσει την λάβρα του δικού μου», για να θαμπώσουν όλα τα άλλα και να χάσει τον προσανατολισμό του. Κι έπρεπε να συμφωνήσει με τον εαυτό του ότι η όλη φάση θα κρατήσει το πολύ έως τον Ιούλιο, που η Νόνη θα τελειώσει το PhD στην Αγγλία και θα επιστρέψει οριστικά. Κι ότι θα είναι μόνο σεξ και τίποτα άλλο. Τότε πλησίασε την Σοφία. Έτσι.

Κι έφτασε αυτό το βράδυ. Αυτό το βράδυ που μετά από ένα ωραίο δείπνο σε ιταλικό εστιατόριο η Σοφία θα ερχόταν στο σπίτι του –στο σπίτι που είναι γεμάτο από την παρουσία της Ερμιόνης: εκείνη έφερε το ρολόι του τοίχου, η κουρτίνα είναι της μάνας της, το μικρό έπιπλο για την τηλεόραση το διαλέξανε μαζί, το άρωμα που θα φορούσε του το χάρισε την τελευταία φορά που ήρθε˙ κι ακόμα, στο πρώτο συρτάρι του κομοδίνου, πίσω από το κουτάκι τα προφυλακτικά, στο βάθος, παράχωσε τη φωτογραφία που γελάνε οι δυο τους ξεφλουδισμένοι κι αγκαλιασμένοι στα Σίβοτα. Το βράδυ έφτασε.

Κι ο Αντώνης δεν ήξερε πλέον ούτε πού πήγαινε, ούτε πού θα σταματούσε.

Πού ήθελε να πάει.

Πού ήθελε να σταματήσει.

Βγήκε από το μπάνιο και άπλωσε την χνουδωτή πετσέτα στο καλοριφέρ για να στεγνώσει. Το άγχος που ένιωθε προηγουμένως είχε εξελιχθεί σε κακοκεφιά. Έβαλε ένα δισκάκι με ρυθμικά τραγούδια στο CD player και άρχισε να ντύνεται.

Πριν φύγει, στάθηκε ξανά μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και χτενίστηκε χρησιμοποιώντας άφθονο ζελέ.

Χαμογέλασε δείχνοντας τα δόντια του.

Πόζαρε με βλέμμα σίγουρου αρσενικού.

Ήταν έτοιμος.

Άνοιξε την πόρτα, το φως και η Σοφία μπήκε μέσα. Μέχρι να κλειδώσει πίσω του, εκείνη είχε φτάσει κιόλας στη μέση του δωματίου. Πήγε αθόρυβα από πίσω της και πέρασε το χέρι του γύρω από την κοιλιά της. Το πρόσωπό του βυθίστηκε στα μαλλιά της. Η ανάσα του χάιδεψε τον λοβό του αυτιού της. Τα χείλια του κόλλησαν στον ώμο της. Τα δόντια του μπήκαν απαλά στη σάρκα της. Μια λουρίδα σάλιου που γυάλιζε στο φως άρχισε ν’ απλώνεται στον ώμο και τον λαιμό της. Οι ανάσες άλλαξαν ρυθμό. Γύρισε το κεφάλι της. Φιλήθηκαν. Το χέρι του χούφτωσε το στήθος της. Η Σοφία τον κοίταξε. Μάτια με μάτια. Φιλήθηκαν. Την έσφιξε πάνω του κι ένιωσε τα χέρια της να γλιστράνε κάτω από τα ρούχα του. Έβγαλε την μπλούζα της και χάζεψε το μαύρο σουτιέν με την κόκκινη δαντέλα. Σήκωσε το πουκάμισό του και τον τράβηξε πάνω της. Έντονο, βαθύ φιλί. Αγκαλιασμένοι πήγαν στην κρεβατοκάμαρα. Παραπατώντας. Ρούχα πεταμένα στη διαδρομή – παπούτσια να μπλέκονται στο βήμα τους. Έπεσαν στο κρεβάτι και κλώτσησαν από πάνω τους τα τελευταία ρούχα. Στρόβιλος κορμιών. Χείλια να μουσκεύουν κάθε πόρο. Χέρια και γλώσσες σε υγρές εσοχές. Τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Οι ώμοι της πατερίτσα.

Ρώτησε που είναι το μπάνιο κι αν έχει ζεστό νερό. Της είπε ότι έχει και ότι μπορεί να πάρει καθαρή πετσέτα από το δεύτερο συρτάρι της ντουλάπας. Δεν σηκώθηκε να βοηθήσει. Του άρεσε να την βλέπει να τριγυρίζει στο δωμάτιο. Να το μαθαίνει και να βολεύεται. Η Σοφία γύρισε το κλειδί της ντουλάπας και ένας μπόγος ρούχων έπεσε πάνω της. Γέλασε και τον κοίταξε τρυφερά.

«Εγώ δεν ξέρω τίποτα».

Πήγε και τον φίλησε. Τα μαλλιά της μπλέχτηκαν στο στόμα τους. Την τράβηξε πάνω του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Το χέρι του γλίστρησε ανάμεσα στα υγρά της μπούτια.

Γύρισε πλευρό και κοίταξε αφηρημένος το κομοδίνο. Ο ήχος του τρεχούμενου νερού στο μπάνιο διαπερνούσε το σώμα του, μούδιαζε τα άκρα του. Τα βλέφαρά του λύγισαν. Ούτε το βλέμμα του ούτε η σκέψη του μπορούσαν να εστιάσουν. Έφτιαξε το μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του και σκεπάστηκε ως τον λαιμό με το πάπλωμα. Του άρεσε να παραδίδεται άνευ όρων στη μεταερωτική νωθρότητα. Τότε η Νόνη καθόταν δίπλα του και τον χάιδευε στα μαλλιά, στην πλάτη.

Η Σοφία;

Το δίπολο αυτό τον μπέρδευε πριν και θα τον μπέρδευε και μετά περισσότερο, το κατανοούσε αυτό, αλλά εκείνη τη στιγμή τα πράγματα είχαν αποκτήσει μια επίφαση σαφήνειας και μπορούσε να το παρακάμψει.

Η Σοφία βγήκε από το ντουζ φορώντας μόνο το σλιπάκι της. Στάθηκε για λίγο κοιτώντας τον κι έπειτα ξάπλωσε ήσυχα δίπλα του. Τον αγκάλιασε με το αριστερό της χέρι. Παρατήρησε το γαλήνιο πρόσωπό του. Την ανεπαίσθητη διαστολή και συστολή των ρωθώνων του. Ύστερα άρχισε να σέρνει τα δάχτυλά της κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης.

Όλα ήταν τα ίδια και όλα διαφορετικά

Ούτε καν παρόμοια.

Advertisements

3 thoughts on “Το Δίπολο

  1. Σοφία 08/03/2010 στο 3:42 πμ Reply

    Εξαιρετικό κείμενο, φοβερά ερωτικό… Με προβλημάτισε όμως! Τι να «κρατήσεις»; Την σιγουριά του παλιού ή την ομορφιά του καινούργιου;
    Πάντως για να λύσω κι εγώ μια απορία και εδώ θα μιλήσω σαν μια Σοφία που είμαι: η κοιλίτσα δεν είναι ποτέ πρόβλημα! Αντιθέτως, είναι ένα πολύ ερωτικό στοιχείο στον άντρα… Δεν ξέρω αν σε κάλυψε η άποψη μου! 😉
    Καλό βράδυ Φώτη μου!

  2. fvasileiou 09/03/2010 στο 3:39 μμ Reply

    @Σοφία

    Χμμμ, να καλλιεργήσω κοιλίτσα λες;…

  3. Σοφία 10/03/2010 στο 2:34 πμ Reply

    Εεε μα… Εννοείται!!! 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: