Monthly Archives: Μαΐου 2010

Clint Eastwood: Δυο βιβλία

Ο Bauer μας θύμισε μια σημαντική επέτειο: Σαν σήμερα το 1930 γεννήθηκε ο Big Clint.

Ναι, αυτός ο άνθρωπος που γυρίζει δυο αριστουργήματα τον χρόνο και μας βάζει όλους κάτω σε ενεργητικότητα, πάθος, έμπνευση και δημιουργικότητα έκλεισε τα 80 και οδεύει τα 81.

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός, μουσικός -δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Eastwood είναι ο σημαντικότερος δημιουργός του σινεμά όλων των εποχών. Άνθρωπος-σύμβολο, το πιο θετικό παράδειγμα που μπορεί να έχει κάποιος στη ζωή του.

Κάποια στιγμή θα τελειώσω το κείμενο που μήνες τώρα γράφω γι’ αυτόν, αλλά σήμερα, για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του, θα αναφερθώ σε δυο βιβλία για τον Eastwood που διαβάζω τον τελευταίο καιρό:

1. Clint Eastwood: Interviews


Οι δυο ρόλοι που καθιέρωσαν τον Eastwood σαν μεγα-star βασίζονταν στη σιωπή. Ο Άνθρωπος Χωρίς Όνομα των γουέστερν σπανίως άνοιγε το στόμα του, όπως κι ο Dirty Harry Callahan. Αλλά κι ο ίδιος ο Clint Eastwood δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ομιλητικός. Η απαλή, βαθιά φωνή του σπανίως ακούγεται εκτός της οθόνης -ο Clint προτιμά να μιλά μέσω του σινεμά του.

Η αξία λοιπόν του βιβλίου ετούτου είναι αυτονόητη. Στις 250 περίπου σελίδες του έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε συνεντεύξεις του που ανθολόγησαν ο R. E. Kapsis και η Kathie Coblentz από το Play Misty for Me ως την εποχή που ετοιμαζόταν να σκηνοθετήσει το True Crime -το βιβλίο εκδόθηκε το 1999 κι έτσι δεν συζητιούνται οι σπουδαίες ταινίες της τελευταίας δεκαετίας.

Παρόλα αυτά μπορούμε να διαβάσουμε τις απόψεις του Clint Eastwood για την ζωή και την τέχνη, τον τρόπο που εργάζεται, το σινεμά, την μουσική και την πολιτική.

2. H. Hughes: Aim for the Heart: The Films of Clint Eastwood

To βιβλίο του Hughes, που κυκλοφόρησε τον περασμένο χρόνο -και συνεπώς αναφέρεται και στις πιο πρόσφατες ταινίες του-, σχολιάζει όλες τις ταινίες που έπαιξε και σκηνοθέτησε ο Κλιντ. Ο συγγραφέας αναλύει ξεχωριστά κάθε ταινία, τις οποίες όμως έχει κατατάξει ανάλογα με το είδος τους (γουέστερν, αστυνομικά, δράματα κτλ). Επειδή ο Ίστγουντ σαν σκηνοθέτης σέβεται τους κανόνες κάθε είδους με το οποίο ασχολείται, αν και πολύ συχνά «παίζει» μαζί τους ή τους αντιστρέφει πλήρως, η κατηγοριοποίηση αυτή είναι πολλές φορές αποκαλυπτική.

Advertisements

Στη Συναυλία του Dylan

Χτες στο Terra Vibe ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς του αιώνα μας –αν όχι ο μεγαλύτερος– επιβεβαίωσε στο κοινό τον μύθο του. Κι αυτό, όπως ξέρετε, είναι και το πιο δύσκολο.

Για δυο περίπου ώρες ο Dylan με την μπάντα του παρουσίασαν ένα πρόγραμμα με πολλά τραγούδια από τους πιο πρόσφατους δίσκους του –άλλα και σε κάποια παλιότερα, όπως το κορυφαίο Like a Rolling Stone. Έπαιξε την κιθάρα του, χάιδεψε τα πλήκτρα, τζάμαρε με την φυσαρμόνικα, ενθουσιάζοντας όσους βρεθήκαμε εκεί.

Τόσο απλά.

Δεν χρειάστηκε ούτε φιλμάκια να προβάλλονται στο βάθος, ούτε ηθοποιούς ή μπαλέτα να σουλατσάρουν στη σκηνή, ούτε σκηνογραφικές παρεμβάσεις ή σκηνοθετική βοήθεια. Μόνο η μουσική και τα λόγια του, τα τραγούδια του, ήταν αρκετά. Ένας πραγματικός θρίαμβος της λαϊκής τέχνης του τραγουδιού. Και ταυτόχρονα ο θρίαμβος ενός ανθρώπου, ο οποίος πολύ νωρίς αρνήθηκε να γίνει σύμβολο μιας γενιάς ή κάποιου κινήματος κι ακολούθησε τον επώδυνο εσωτερικό του δρόμο.

Αυτός ο Dylan, ένα κομμάτι της κοινής παγκόσμιας ιστορίας και του πολιτισμού ξεδιπλώθηκε χτες μπροστά μας σε όλου του το μεγαλείο.

Και κάτω από την μουσική του χώρεσαν κι όλες οι μικρές προσωπικές ιστορίες όσων βρεθήκαμε χτες στη Μαλακάσα.

Εμείς, για παράδειγμα, ξεκινήσαμε νωρίς απ’ την Αθήνα και φτάσαμε λίγο μετά τις 6.30 –περίπου ένα δεκάλεπτο αφότου είχαν ανοίξει οι πόρτες.

Κουβαλούσα μια σακούλα με σάντουιτς, νερά, πλαστικά ποτήρια κι ένα μπουκάλι Pinot που το έφερα απ’ το Παρίσι ειδικά γι’ αυτή την περίσταση. Τώρα, απαγορεύεται να εισάγεις αλκοόλ (και όπλα) στο Terra Vibe και ο σεκιουριτάς έχωσε την χερούκλα του μέσα στην σακούλα μου και ψαχούλεψε το περιεχόμενο. Δεν ξέρω αν έκανε στραβά μάτια ή αν πράγματι δεν το βρήκε, πάντως εμείς το κρασί το περάσαμε. Αράξαμε μπροστά απ’ τη σκηνή, ανοίξαμε το μπουκάλι, γεμίσαμε τα ποτήρια και πιάσαμε την κουβέντα: Είχαμε περίπου δυο μήνες να συναντηθούμε με την Χάλκου κι είχαμε πολλά να καλύψουμε –τι τα θέλετε; Στο τηλέφωνο μόνο τα βασικά συζητάς. Το κλείσιμο των βλεφάρων, το ζάρωμα των χειλιών, φυσικά το άγγιγμα, μένουν εκτός συνδιάλεξης.

Βρήκαμε κι άλλους φίλους και γνωστούς, τραβήξαμε φωτογραφίες, ξεφυλλίσαμε το FUCK του Λάλα, που υπήρχε παντού και γελάσαμε.

Κι όταν ξεκίνησε η συναυλία, πεταχτήκαμε όρθιοι με μάτια που πότε άνοιγαν από ενθουσιασμό, πότε μισόκλειναν από ικανοποίηση, κορμιά που ακολουθούσαν ιδρωμένα τους ρυθμούς και στόματα που συνόδευαν τη φωνή του Μεγάλου Μπομπ.

Όταν η συναυλία τελείωσε, ήμασταν παράξενα ήρεμοι. Γαλήνιοι. Καθίσαμε κάτω και μιλούσαμε μέχρι που άδειασε σχεδόν όλος ο χώρος –εκτός από το δικό μας, μόνο ένα ακόμα αυτοκίνητο είδα παρκαρισμένο όταν φεύγαμε. Ξεκινήσαμε και η Κατερίνα έκλεισε το ραδιόφωνο: Ήμασταν πλήρεις. Δεν χρειαζόμασταν άλλες μουσικές.

Το μεγαλύτερο κλαμπ του Παρισιού είναι ο Σηκουάνας

Ο Γιώργος μου είχε πει πριν έρθω στο Παρίσι για πρώτη φορά να πάρω τα μπυρόνια μου και ν’ αράξω σε κάνα πάρκο.

Βέβαια, εκείνος είχε έρθει Ιούνιο ενώ εγώ τέλη Νοεμβρίου, που σημαίνει ότι τα πάρκα, αν δεν μπορούσα να τα αποφύγω, κοιτούσα τα πάρκα από το απέναντι πεζοδρόμιο κι έσφιγγα περισσότερο το παλτό μου.

Τώρα όμως, Μάιο μήνα, παρά τις βροχές και τις ψύχρες, είδα τι εννοούσε:

Οι παρέες μόλις αχνοφέγγει και ο ελάχιστος ήλιος, βγαίνουν έξω. Αράζουν σε παγκάκια, πεζούλια, στο γρασίδι, απλώνουν φαγητά και πιοτά, λιάζονται –αν είναι μέρα– και τα λένε. Παντού, σε όλη την πόλη, αλλά κυρίως στο ποτάμι γύρω από την Citè, γίνεται πανζουρλισμός, ειδικά τα Παρασκευοσάββατα.

Οι παριζιάνοι βγαίνουν και διασκεδάζουν κάτω από τον ουρανό. Φτιάχνουν μπουφέδες με μεζέδες και γλυκίσματα, το αλκοόλ ρέει, οι κιθάρες και τα βιολιά παίζουν: Μια μεγάλη κοινή γιορτή.

Ευκαιρία να διασκεδάσεις με άγνωστο, όμορφο κόσμο, να γνωρίσεις νέους ανθρώπους, να μυηθείς σε κάτι διαφορετικό. Να γνωρίσεις μια διαφορετική κουλτούρα στην σχέση του πολίτη με τους ελεύθερους δημόσιους χώρους.

Στην Ελλάδα φωνάζουμε για την έλλειψη ελεύθερων χώρων και πράγματι οι πόλεις μας δεν έχουν πολλούς. Όμως κι αυτούς τους λίγους που έχουμε, δεν τους χρησιμοποιούμε. Αντιθέτως, ψάχνουμε ευκαιρίες για να τους καταστρέψουμε.

Το αίτημα για περισσότερο πράσινο και πάρκα, όταν δεν είναι ένα κενό σύνθημα ή δεν αποσκοπεί σε άλλους στόχους, εξαντλείται στην κοινή παραδοχή «είναι καλό να υπάρχουν».

Στις πλατείες και στους δημόσιους κήπους δεν διασκεδάζει κανένας. Αν εξαιρέσουμε τα παιδάκια με τους κηδεμόνες τους κι όσους πάνε τα σκυλιά τους να αποπατήσουν, τα πάρκα χρησιμοποιούνται συστηματικά μόνο από πρεζάκηδες κι όσους πάνε για να ψωνιστούν.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και οι εκδρομές μας, οι εξορμήσεις μας στην επαρχία, ελάχιστη σχέση έχουν με την φύση. Αν εξαιρέσεις όσους ασχολούνται με τα σπορ, οι υπόλοιποι μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και μεταφερόμαστε στην ταβέρνα του χωριού. Σπανίως κάποιος από την παρέα θα προτείνει να περπατήσουμε και μέσα στο χωριό. Να ακολουθήσουμε το μονοπάτι και να χαζέψουμε στο δάσος ή τα χωράφια, ούτε λόγος βέβαια. Το να κουβαλήσουμε φαγητό από το σπίτι και να αράξουμε στο ύπαιθρο είναι συνώνυμο με τους κεφτέδες στα ταπεράκια, που για κάποιον περίεργο λόγο έγιναν ανέκδοτο.

Φίλοι μου λένε –στο πλαίσιο ίσως της εκστρατείας  ή της ανάγκης να ανακαλύψουμε θετικά στην ΔΝΤ-κατοχή– ότι τώρα λόγω κρίσης οι φοιτητές άρχισαν να αράζουν στα παγκάκια.

Πιθανόν.

Είναι όμως εντελώς διαφορετικό να εξαναγκάζεσαι λόγω ανέχειας από το να επιλέγεις κάτι.

Robin Hood

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το ερώτημα για τον καινούργιο Ρομπέν των Δασών δεν είναι το αν είναι καλή ταινία, αλλά αν είναι τόσο καλή –πιο σωστά: αν θα συγκινήσει τόσο το κοινό– ώστε να ακολουθήσουν κι άλλες.

Ο Scott κι ο Crow δεν το έκρυψαν:

Η τεράστια επιτυχία του Μονομάχου τους κόστισε πολύ. Το σενάριο της ταινίας δεν είχε τρύπες ούτε άφηνε υπόλοιπα κι έτσι δεν μπόρεσαν να επανέλθουν με ένα sequel ή prequel. Οι δυο τους συνέχισαν να συνεργάζονται σε μια σειρά ταινιών (A Good Year, American Gangster, Body of Lies), οι οποίες αν και ήταν γενικά καλές ή και πολύ καλές, δεν έφτασαν την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Μονομάχου.

Με τον Ρομπέν ελπίζουν να πάρουν το αίμα τους πίσω.

Η ιστορία μας πηγαίνει στην υποτιθέμενη αρχή του μύθου του Ρομπέν των Δασών, αλλά όχι τόσο αρχή ώστε να αποκλείονται τα prequel. Ο Ρομπέν είναι βετεράνος σταυροφόρος που επιστρέφει μετά από 10 χρόνια πολέμου στην αγαπημένη του Αγγλία. Φυσικά την βρίσκει αλλαγμένη: Ο νέος βασιλιάς Ιωάννης προσπαθεί να καλύψει την μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού αυξάνοντας υπερβολικά την ήδη υψηλή φορολογία (σας θυμίζει κάτι;) και κυβερνά χωρίς να υπολογίζει τις επιθυμίες των υπηκόων του. Και οι Γάλλοι καραδοκούν.

Οι Rid-Rus επέλεξαν να ανανεώσουν τον μύθο του Ρομπέν κάνοντάς τον πιο σκοτεινό, πιο ρεαλιστικό, πιο περίπλοκο. Δεν ακολούθησαν δηλαδή την χαβαλεδιάρικη προσέγγιση του Ρίτσι στον Σέρλοκ Χολμς, αλλά του Nolan στον Batman –έχουν δίκιο εκείνοι που λένε πως ο τίτλος της ταινίας θα μπορούσε να είναι Robin Begins, οι τίτλοι του τέλους άλλωστε το λένε ξεκάθαρα.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική σε όλα τα επίπεδα: Σκηνικά, κοστούμια, εφέ, η ανασύσταση της εποχής. Κανένας δεν έκανε φτηνοδουλειά. Ο Scott σκηνοθετεί με άνεση χωρίς να πρωτοτυπεί. Οι σκηνές δράσης είναι παραπάνω από εντυπωσιακές, με κορυφαία, φυσικά, το φινάλε, που ο Scott κοπιάρει την απόβαση στην Νορμανδία του Spielberg από τον Στρατιώτη Ράιαν. Τραβηγμένο βέβαια, αλλά δεν ενοχλεί.

Ο Russel Crowe δεν θα προταθεί για Όσκαρ για την ερμηνεία του σε αυτή την ταινία, είναι όμως στιβαρός, πειστικός και σκοτεινός. Δίπλα του η Cate Blanchett, που πολύ μου αρέσει, έχει να παλέψει με μια τεράστια δυσκολία: Η Lady Marian, που της έγραψαν, είναι μια δυναμική γυναίκα του… 21ου αιώνα: Διοικεί το Nottingham, διαπληκτίζεται με τον σερίφη και τους κρατικούς αξιωματούχους κι άμα λάχει, φοράει την πανοπλία και οδηγεί τα στρατεύματα στη μάχη! Σε μια ταινία που όλα παλεύουν να φαίνονται ρεαλιστικά και ιστορικά, ο ρόλος της Blanchett είναι ό,τι πιο μυθοπλαστικό. Ο Max von Sydow στον ρόλο του Walter Loxley κι ο William Hurt σαν William Marshal, εξαιρετικοί, δίνουν κύρος στην ταινία.

Με δυο λόγια:

Αν με ρωτάτε, σας λέω ότι η ταινία μου άρεσε. Ο Ρομπέν των Δασών είναι μια καλή ταινία.

Αλλά, όπως είπα και πιο πάνω, το ερώτημα δεν είναι αυτό.

Και η απάντησή μου στο κρίσιμο ερώτημα είναι: Αν γυριστεί η συνέχεια του Ρομπέν σίγουρα θα την παρακολουθήσω –όχι απαραίτητα στο σινεμά όμως. Αν όχι, δεν πρόκειται να στεναχωρηθώ. Μάλλον ούτε καν θα το σκεφτώ δηλαδή.

Πότε είπαμε πως θα κυκλοφορήσει ο επόμενος Batman;

Το Παρίσι από ψηλά

Το Παρίσι είναι μια πανέμορφη πόλη και οι πρώτοι που το ξέρουν είναι οι ίδιοι οι Γάλλοι, γι’ αυτό και δίνουν την ευκαιρία στους επισκέπτες, ξένους και μη, να το δουν κι από ψηλά.

Αν δεν έχετε πρόβλημα με τα ύψη, σας αρέσει να αγναντεύετε, και -για να μην ξεχνιόμαστε στους δύσκολους καιρούς που ζούμε- έχετε την οικονομική δυνατότητα, οι επιλογές είναι πολλές και διαφορετικές: Μπορείτε να υψωθείτε με αερόστατο ή να ανεβείτε στην οροφή κάποιου κτηρίου: Της Notre Dame, της Αψίδας του Θριάμβου, φυσικά του Άιφελ κοκ.

Εμείς πρώτα ανεβήκαμε στη Notre Dame, που στην Ελλάδα την λέμε  Παναγία των Παρισίων:

Είχα ανέβει και πέρσι, τις μέρες που ήμουνα πάλι στο Παρίσι, αλλά μην γελιέστε: Μια αφορμή γύρευα για να σκαρφαλώσω και φέτος στα στενά κι απότομα σκαλιά της.

Η θέα της πόλης από την γότθικη Παναγία είναι αριστουργηματική: Γλυκιά και πολύχρωμη, θυμίζει το Παρίσι των αισθηματικών κομεντί -είναι η πόλη που ερωτεύεσαι να ερωτεύσαι.

Ο πύργος του Άιφελ δεσπόζει.

Κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί με σιγουριά αν είναι ωραίος, αν είναι καλαίσθητος -σίγουρα δεν έχει καμιά πρακτική χρησιμότητα. Βάζει όμως την σφραγίδα σε μια πόλη που σε κάθε γωνιά της συναντά κανείς αρχιτεκτονικά αριστουργήματα.

Τα κιόσκια που βλέπετε στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία φιλοξενούσαν μια έκθεση αρτοποιίας. Ναι, ό,τι δοκίμασα ήταν πεντανόστιμο…

…….

Έπειτα, είδαμε το Παρίσι και από τον πύργο του Άιφελ.

Η ανάβαση στον Πύργο δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσει κανείς είναι το πλήθος των τουριστών. Δεν μπορείτε να φανταστείτε το μάκρος που είχαν οι ουρές. Εμείς περιμέναμε περίπου μιάμιση ώρα για να βγάλουμε εισιτήριο και να ξεκινήσουμε την ανάβαση -και είναι ακόμα Μάιος, φανταστείτε τι γίνεται Ιούλιο και Αύγουστο.

Το δεύτερο εμπόδιο είναι ο ίδιος ο Πύργος. Δεν ξέρω τι γίνεται στις άλλες θύρες, αλλά από εκείνη που τυχαία διαλέξαμε και ανεβήκαμε εμείς, δεν είχαμε την επιλογή να χρησιμοποιήσουμε ασανσέρ: Μόνο σκάλες. Το οποίο σημαίνει: 360 σκαλοπάτια για να φτάσεις στο πρώτο επίπεδο + 359 για να φτάσεις στο δεύτερο. Για να πας στο τρίτο, παίρνεις ασανσέρ.

Κακά τα ψέματα όμως, είναι μια θυσία που πρέπει να κάνεις, όταν έρθεις στο Παρίσι.

Πέρσι ήμουν εδώ μέσα Δεκεμβρίου, έβρεχε και χιόνιζε και φαινόταν μόνο τα πόδια του Πύργου -ο υπόλοιπος ήταν τυλιγμένος σε πυκνό σύννεφο. Κανένας δεν ανέβαινε – κανένας δεν κατέβαινε. Παρόλα αυτά, μου έμεινε το παράπονο ότι δεν είδα τον ανέβηκα. Ένα υπόλοιπο είχε μείνει, το οποίο Θεού θέλοντος φέτος το κάλυψα.

Στη σκιά του Πύργου, Παριζιάνοι και τουρίστες απολαμβάνουν την πρώτη ηλιόλουστη μέρα μετά από πολύ καιρό αραχτοί στα γρασίδια.

Το ομολογώ: Όσο εντυπωσιακός κι αν είναι ο Πύργος -πραγματικό μνημείο της ανθρώπινης διάνοιας- η θέα, όσο ανεβαίνει κανείς, τόσο πιο ψυχρή γίνεται. Από τα 324 μέτρα, που είναι η κορυφή του Άιφελ, τα χρώματα του Παρισιού ξεθωριάζουν και τα αρώματά του δεν αγγίζουν την μύτη.

Φυσικά συνεχίζει να είναι εντυπωσιακό -φαντάζει πιο εντυπωσιακό σε σχέση με τη Notre Dame- αλλά, κακά τα ψέματα, δεν είναι το Παρίσι που αγαπάμε.

Στο Παρίσι, ξανά

Αγαπητοί μου φίλοι,

Εδώ και μερικές μέρες βρίσκομαι στο Παρίσι για επαγγελματικούς λόγους γι’ αυτό κι έχω χαθεί τόσο από το Σημειωματάριο όσο κι από τα μπλογκ σας.

Είναι κάπως παράξενη η εμπειρία αυτή:

Πέρσι, όταν είχα έρθει για πρώτη φορά, ανακάλυπτα κι ερωτευόμουν μια άγνωστη πόλη. Φέτος η πόλη δεν μου είναι ξένη, αλλά δεν είναι και δική μου. Μακρινή και κοντινή, μυθική και πραγματική, οικεία και ξένη, αισθήσεις αντιφατικές που ταιριάζουν τόσο με την ψυχή και τις εμπειρίες μου.

Αισθήσεις και αντιφάσεις που επιτείνονται από το γεγονός ότι εδώ δεν ήρθα για διακοπές, αλλά για δουλειά.

Ναι, το Σαββατοκύριακο βόλταρα σε γνωστές κι αγαπημένες γωνιές -cafe, jazz club, creperie, wine bar- που γνώρισα πέρσι και σε κάποια διάσημα σημεία της πόλης -Notre Dam, Place de la Concorde, Louvre, Pompidou. Αλλά από την Δευτέρα μπήκα σε ένα αυστηρό πρόγραμμα εργασιακής ρουτίνας. Όσο κι αν το θέλω δεν αφήνομαι στο ξενύχτι, ούτε πίνω περισσότερα από 2-3 ποτήρια κρασί το βράδυ: Την επομένη έχει πρωινό ξύπνημα.

Με άλλα λόγια, φίλοι μου, από την μια το αίσθημα μού ζητάει να ζήσω την πόλη κι από την άλλη η λογική μου με βάζει να ζω (και να εργάζομαι) στην πόλη. Δεν ξέρω πόσοι έχουν καταφέρει αίσθημα και λογική να τα έχουν στην ίδια παράταξη, αλλά ειλικρινά τέτοιες μέρες τους ζηλεύω. Είναι άνθρωποι που γράπωσαν τον χρόνο από παντού και πέτυχαν να ζουν βαθιά κι απόλυτα το παρόν.

Όμως παρασύρομαι σε έναν μπλεγμένο μονόλογο κι εγώ θέλω στο Σημειωματάριο διάλογο.

Θα τα πούμε αύριο, οπότε -Θεού θέλοντος- το μυαλό θα είναι πιο καθαρό.

φ

Η μεταμόρφωση του Έλληνα

Μου κάνει πάντα εντύπωση:

Από την στιγμή που ολοκληρώσουμε το check in, τα πρόσωπα χαλαρώνουν, αλλάζουν, γαληνεύουν, χαμογελούν. Οι γωνίες καμπυλώνουν και οι φωνές γίνονται κάπως πιο σιγανές. Παρατηρώ που πίνουν το καφέ τους ήρεμα, που συνομιλούν, σερφάρουν στο δίκτυο ή  διαβάζουν εφημερίδες με μια ανεμελιά που δεν υπήρχε πριν. Αδιαμαρτύρητα να υφίστανται την ταλαιπωρία του ελέγχου. Και ειλικρινά τα χάνω όταν τους βλέπω να κοιτάνε γελαστοί την αεροσυνοδό και να της λένε «καλημέρα».

Μα δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που όταν σε συναντούν κάνουν ότι δεν σε βλέπουν; Που μπινελικώνουν τον αντίπαλο οδηγό; Που είναι πάντα αγχωμένοι; Αγενείς στον δρόμο, στα καταστήματα, στην δουλειά τους, στην καφετέρια; Μα πώς αλλάζουν έτσι;

Νομίζω ότι ακούσια υπακούν σε κάποιο άγραφο πρέπει: Έτσι συμπεριφέρεται ο κόσμος στα αεροπλάνα, έτσι θα συμπεριφερθώ κι εγώ.

Κάτι τέτοιο θυμάμαι πως είχε γίνει και στους Ολυμπιακούς Αγώνες: Όσοι είχαν παραμείνει στην Αθήνα, αισθάνονταν την υποχρέωση να είναι ευγενικοί, να είναι εξυπηρετικοί, να βοηθήσουν τους επισκέπτες και τους συμπολίτες κι εν τέλει την πόλη. Το τι συνέβη μετά, όλοι μας το ξέρουμε -το ζούμε.

Κι αναρωτιέμαι:

Μας βγάζει αυτή η πόλη, αυτή η χώρα τον κακό μας εαυτό; Μας κάνει εριστικούς και αντικοινωνικούς;

Η Αθήνα, μεγαλογραφία κάθε ελληνικής πόλης κι όλης της χώρας εν τέλει, είναι βρώμικη, θορυβώδης, μολυσμένη, με ελάχιστο πράσινο και  λίγα πάρκα, στα περισσότερα από τα οποία ο μέσος κάτοικος δεν μπορεί να βολτάρει. Είναι αφιλόξενη και δύστροπη. Χαώδης και χαοτική.

Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο, αδύνατο ίσως, να διατηρήσει κανείς την ψυχραιμία του, την ευγένεια και το χαμόγελό του, όταν είναι αναγκασμένος να ζει μέσα σε αυτή την χωματερή. Ότι όλη αυτή η συμπεριφορά, που σίγουρα είναι αδιέξοδη κι αναπαράγει τα ίδια αυτά φαινόμενα, δεν είναι παρά η τελευταία άμυνα για να μπορέσει να επιβιώσει κανείς. Κι έπειτα είναι και όλη η κουλτούρα της μαγκιάς-κλανιάς: Αν η πιάτσα -η όποια πιάτσα- διαπιστώσει πως δεν την διαθέτεις, θα σε κατασπαράξει ζωντανό, κι έτσι αναγκάζεσαι να αναπαράγεις τα στερεότυπα. Συνεπώς, το αεροδρόμιο ως ένας ου-χώρος απελευθερώνει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, αυτό που θα θέλαμε να ήμασταν, αλλά αναγκαζόμαστε να καταπιέζουμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε

Από την άλλη όμως, αυτή δεν είναι η χώρα μας; Η συμπεριφορά μας μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν θυμίζει παιδί που το ανάγκασαν να φορέσει το στενάχωρο κοστούμι για την επίσημη περίσταση και όταν τελειώσει το ξεκουμπώνει βιαστικά, το σκίζει καθώς το βγάζει και το πετάει κάτω όπως-όπως για να απελευθερωθεί; Κι αν μας άρεσε τόσο πολύ η «Ολυμπιακή Αθήνα» γιατί την τσαλακώσαμε τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα μετά; Γιατί μουτζουρώσαμε τους τοίχους και τα αγάλματά της με γκράφιτι, γιατί σπάσαμε τα πεζοδρόμια, γιατί κλείνουμε τους δρόμους της; Γιατί είμαστε τόσο επιθετικοί και αγενείς όταν κυκλοφορούμε στους δρόμους της; Αναρωτιέμαι, δηλαδή, αν τελικά αυτοί είμαστε και στο αεροδρόμιο φοράμε την μάσκα για να κρυφτούμε πίσω της γιατί ντρεπόμαστε. Ότι κάτω από το κοστούμι κι άσχετα από το laptop παραμένουμε κλεφτοκοτάδες και παξιμαδοκλέφτες κι ότι παρά τις περιστασιακές ένεκα της ανάγκης μεταμορφώσεις, τέτοιοι ξαναγινόμαστε.

Ειλικρινά, δεν ξέρω…