Monthly Archives: Ιουνίου 2010

Μεγάλες αγάπες είναι αυτές που χάθηκαν για πάντα

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά για να προσανατολιστώ.

Είχα ξυπνήσει απότομα από βαθύ, πολύ βαθύ ύπνο και δεν ήξερα πού ακριβώς ήμουν και γιατί.

Το κομοδίνο ήταν στ’ αριστερά μου.

Ψαχούλεψα με το χέρι και βρήκα το κινητό: 7:43. Έκλεισα τα μάτια και ανάσανα αργά. Η προηγούμενη βραδιά άρχισε να έρχεται σιγά-σιγά στο νου μου.

Γύρισα και την κοίταξα. Κοιμόταν ακόμα. Και το πρόσωπό της ήταν λευκό και γαλήνιο. Τα χείλη πολύ λεπτά, σχεδόν αόρατα, και τα μαλλιά έκρυβαν το μισό μάγουλο.

Ήθελα να φύγω.

Να γλιστρήσω αργά, αθόρυβα έξω από το δωμάτιο, έξω από το διαμέρισμα και να χαθώ, να μην την ξαναδώ, να μην συναντηθούμε ποτέ, και το χτεσινό βράδυ με τα ωραία του και τα καλά του, να χαθεί στην χωματερή της μνήμης.

Σηκώθηκα σιγά, προσπαθώντας να μην τραντάξω πολύ το στρώμα, φόρεσα το τζιν μου και πήγα στην τουαλέτα. Κατούρησα κοιτώντας τα μπουκαλάκια που ήταν παραταγμένα αριστερά της μπανιέρας: Σαμπουάν, κοντίσιονερ, αφρόλουτρα, άλατα, αρώματα, κέρατα. Κι έπειτα, ξαλαφρωμένος και μαχμουρλής, πήγα στην κουζίνα και χύθηκα σε μια καρέκλα.

Η Ε., η πρώτη μου φίλη, το κορίτσι που είχα τόσο αγαπήσει τότε, μου ήρθε ακούσια στο μυαλό. Κοιτούσα την κουρτίνα που έκρυβε τον συννεφιασμένο ουρανό και θυμόμουν την φορά που κρυμμένοι πίσω από ένα ημιφορτηγό φιληθήκαμε για πρώτη φορά. Και γιατί κρυμμένοι δηλαδή; Τι τρομερές ενοχές κουβαλούσαμε! Αλλά έτσι έγινε. Κρυμμένοι πίσω από το ημιφορτηγό φιληθήκαμε κι όσο κι αν το ήθελα, δεν χάιδεψα τον κώλο της ούτε χούφτωσα τα βυζιά της, παρόλο που το ήθελα πολύ.

Κι η πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε μαζί…

Μα ήμασταν τόσο αφελείς στο πώς κυνηγούσαμε την ατομική μας ηδονή και στο πώς προσπαθούσαμε να ικανοποιήσουμε τον άλλο. Τόσο χαριτωμένοι. Δυο παιδιά.

Χαμογελούσα τώρα που τα σκεφτόμουνα. Που θυμόμουνα ότι, τότε που οι γονείς της είχαν πάει στον γάμο μιας ξαδέρφης τους στην Αθήνα, γλιστρούσα κατάκοπος από το κρεβάτι της για να επιστρέψω στο σπίτι μου, στο παιδικό μου κρεβάτι. Που ονειρευόμασταν ότι κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε μαζί και θα φάμε μαζί πρωινό, όπως βλέπουμε στις ταινίες: Καφέ και τοστ και χυμό πορτοκαλιού. Και ήμουνα σίγουρος ότι αμέσως μετά, ή και κατά την διάρκεια δηλαδή, θα βρισκόμασταν πάλι ο ένας πάνω στον άλλο.

Σηκώθηκα μηχανικά, με το χαμόγελο της ανάμνησης ακόμα στο στόμα κι έψαξα για καφέ. Στο ντουλάπι πάνω από το φουρνάκι βρήκα ένα μισάνοιχτο πακέτο Jacobs. Άναψα την καφετιέρα, πρόσθεσα νερό και καφέ. Στο ψυγείο βρήκα χυμό ανάμεικτο, ψωμί για τοστ, μαρμελάδες και τυρί. Άναψα την τοστιέρα και βάλθηκα να τα φτιάχνω. Χαμογελώντας ακόμα για τότε που παραλίγο να μας πιάσει η θεία σου και την άλλη φορά, που την κοπάνησα από το φροντιστήριο και πήγαμε για καφέ στο Διαχρονικό πίσω από την Ακαδημία. Και θυμάσαι τότε στο αλσάκι που έκλαιγες και σε αγκάλιασα; Είμαι πλέον σίγουρος ότι κατάλαβες, είχες συνείδηση, ότι προσπαθούσα να πιάσω το στήθος σου, ότι από ένα σημείο και μετά το χούφτωνα κανονικά, ενώ σου έλεγα λόγια παρηγοριάς –τότε όμως εγώ νόμιζα ότι τα έκανα όλα λάθρα.

Η Β. σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Άκουσα το καζανάκι να τρέχει.

Σκατά.

Νομίζω ότι δεν το τράβηξα προηγουμένως.

Αηδία.

Πήρα δυο φέτες τοστ κι άρχισα να τις πασαλείβω με βούτυρο. Άκουσα ξανά το καζανάκι να τρέχει. Με το μαχαίρι άπλωσα αργά και προσεκτικά τη λευκή μαλακιά μάζα, ώστε να καλύψει κάθε γωνία. Έπιασα με τις άκρες των δαχτύλων μου το κίτρινο τυρί και το εναπόθεσα πάνω στη φέτα –ένιωσα το βλέμμα της Β. πάνω μου, αλλά έκανα ότι δεν την κατάλαβα.

Βαθιά ανάσα.

Σήκωσα το βλέμμα μου και την κοίταξα. Είχε ένα ονειροπόλο χαμόγελο στις άκρες των χειλιών της και το βλέμμα της ήταν χαμένο μακριά μου.

«Καλημέρα», της είπα.

Με κοίταξε και το χαμόγελο έγινε πιο συγκεκριμένο. Νομίζω μάλιστα ότι εξαφανίστηκε. Ότι αντικαταστάθηκε από κάτι ευγενικό, σαν αυτό που διαθέτουν οι υπάλληλοι των ταχυφαγίων.

«Καλημέρα», ψιθύρισε.

Advertisements

Κούριον

Στη νοτιοδυτική Κύπρο, αρκετά κοντά στην πόλη της Λεμεσού, βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Κύπρου -πιθανόν ο σημαντικότερος του ελεύθερου κομματιού του νησιού.

Τον επισκέφτηκα πριν από ένα μήνα περίπου, μια ωραία Πέμπτη, που η αραιή συννεφιά έκοβε την δύναμη του ήλιου και διευκόλυνε το περπάτημα.

Ο Ηρόδοτος είναι ο πρώτος που αναφέρεται στην πόλη του Κουρίου, ο οποίος στην Ιστορία του διασώζει τον αρχαίο θρύλο για την ίδρυση της πόλης. Σύμφωνα με αυτόν, το Κούριον ιδρύθηκε από Αχαιούς αποίκους που ήρθαν στην περιοχή από το Άργος. Οι ανασκαφές επιβεβαίωσαν την έλευση των Αχαιών περί το 1.200 π.Χ., αλλά μην φανταστείτε ότι αυτοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι: Στην περιοχή βρέθηκαν νεολιθικά κατάλοιπα, που σημαίνει ότι ο πανέμορφος αυτός λόφος κατοικείται από το 4.500 π.Χ.! Βέβαια τα σημαντικότερα ευρήματα, αυτά που θαυμάζουμε σήμερα, είναι της Ρωμαϊκής περιόδου.

Θέατρο το Κούριον διέθετε ήδη από τον 2ο αι. π.Χ. Το θέατρο που επισκεπτόμαστε σήμερα όμως είναι οικοδόμημα του 2ο μ.Χ. αιώνα. Έχει αναστηλωθεί και χρησιμοποιείται σήμερα για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Εκτός από την αγορά, έχουν ανασκαφεί και πολλές ιδιωτικές κατοικίες. Η εντυπωσιακότερη είναι αυτή του Ευστολίου. Ο μπαγάσας είχε ένα τεράστιο σπίτι, με δυο εσωτερικές αυλές και πλήθος δωματίων, που στόλιζαν πανέμορφα ψηφιδωτά. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο: Το σπίτι του διέθετε καταπληκτική θέα στη θάλασσα. Δεν σου κάνει η καρδιά να σταματήσεις να κοιτάς το πέλαγος, για να συνεχίσεις την περιήγηση.

Το στέγαστρο που προστατεύει την οικία του Ευστολίου

Το ιερό του Απόλλωνα Υλάτη, του Απόλλωνα των Δασών δηλαδή, βρίσκεται σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων από το Κούριο.

 

Σημαντικός λατρευτικός χώρος ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. επεκτείνονταν και διαμορφωνόταν συνεχώς μέχρι που έσβησε η λατρεία του αρχαίου θεού στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ.

Πολύ κοντά στο ιερό βρίσκεται το Στάδιο. Εντάξει, όπως συμβαίνει με τα αρχαία στάδια, δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό

Στον δρόμο της επιστροφής περάσαμε από την πιο διάσημη παραλία της Κύπρου: Την Πέτρα του Ρωμιού. Ονομάστηκε έτσι γιατί Διγενής, όταν είδε τους Αγαρηνούς να επιχειρούν να καταλάβουν διά θαλάσσης το νησί, τους πέταξε αυτές τις δυο κοτρώνες και τους έστειλε από κει που ήρθαν. Όχι για πολύ δυστυχώς.
Υπάρχει βέβαια και η αρχαία ερμηνεία: Στην παραλία αυτή γεννήθηκε, λέει, η Αφροδίτη.

Βοήθειά μας!

Το φαγητό του εργένη

Φεύγοντας απ’ το γραφείο, ρώτησα τους συναδέλφους:

«Και ποιο είναι το φαγητό του εργένη, που γυρίζει αργά στο σπίτι από την δουλειά και δεν έχει ετοιμάσει τίποτα;»

Η Σ. με κοίταξε μάλλον αιφνιδιασμένη –ίσως μιλούσε στο τηλέφωνο– αλλά ο Γ., πρώην εργένης ο ίδιος, απάντησε χωρίς δισταγμό:

«Μακαρόνια σκέτα».

Ακριβώς. Μακαρόνια, αλλά όχι σκέτα. Γιατί πώς να το κάνουμε, θέλουν και την σαλτσούλα τους για να γλιστρήσουν εύκολα απ’ το λαιμό.

Τον τελευταίο καιρό, λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων στη δουλειά και της συνεπαγόμενης υπερβολικής βαρεμάρας, ακολουθώ το διαιτολόγιο των φυλακισμένων: Τρίτη, Πέμπτη μακαρόνια. Καταφέρνω δε να τα ετοιμάζω όλα (σαλάτα, μακαρόνια, σάλτσα) μέσα σε 20 λεπτά.

Ξεκινάμε λοιπόν:

Το νερό για τα μακαρόνια βράζει κι εγώ πλένω και τρίβω το κρεμμύδι. Ελαφρό τσιγάρισμα και ρίχνω μέσα το βασικό συστατικό της σάλτσας, το οποίο μπορεί να είναι τόνος ή κάποιο αλλαντικό. Μετά από ένα-δυο λεπτά, ρίχνω μέσα μια κονσέρβα τοματάκια ψιλοκομμένα, αλάτι, πιπέρι και μπόλικο σκόρδο, ρίγανη ή βασιλικό, λίγο δυόσμο και το αφήνω να βράσει. Η φρέσκια τομάτα μπορεί να έχει χίλια-δυο πλεονεκτήματα, αλλά θέλει περισσότερη ώρα βράσιμο και πλύσιμο –εξ ορισμού δηλαδή αποκλείεται.

Πλένω την σαλάτα, μαρούλια, φρέσκα κρεμμυδάκια και αγγουράκια, κι όταν το νερό αρχίζει να κοχλάζει, ρίχνω το αλάτι και τα μακαρόνια. Συνεχίζω να πλένω την σαλάτα και πότε-πότε ανακατεύω μακαρόνια και σάλτσα.

Στα 10 λεπτά που χρειάζονται πάνω-κάτω τα μακαρόνια για να βράσουν, η σαλάτα έχει πλυθεί, έχει χοντροκοπεί κι η σάλτσα είναι έτοιμη.

Και σήμερα θα δω The Big Bang Theory –να δούμε πότε θα γράψω κάτι για αυτό το σηριαλάκι…

Ο ΓΑΠ λείπει σε ταξίδι. Πάλι.

Ο Πρωθυπουργός κ. ΓΑΠ ταξιδεύει πολύ. Άλλωστε, όταν δεν ταξιδεύει σαν Πρωθυπουργός, ταξιδεύει σαν Υπουργός Εξωτερικών. Κι όταν δεν χρειάζεται να λείψει με κάποια από αυτές τις δυο ιδιότητες, τότε φεύγει ως πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Είμαι βέβαιος πως θα μπορούσε να διεκδικήσει την εγγραφή του στο Βιβλίο Guinness ως ο Πρωθυπουργός με τα περισσότερα χλμ στην πλάτη του.

Το παραμύθι της διεθνούς ακτινοβολίας και της άνετης κίνησης στα ξένα σαλόνια, βοηθούσης και της οικονομικής εξαθλίωσης, έχει ξεθωριάσει και δεν γοητεύει πια. Όμως τα φιλικά προς την Κυβέρνηση Μέσα (δηλαδή όλα) επιμένουν να το πουλάνε. Και δεν μπαίνουν καν στον κόπο να μας εξηγήσουν γιατί ηγέτες κρατών που έχουν άμεσα και ζωτικά συμφέροντα σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπως των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας ή της Κίνας, παραμένουν στις χώρες τους και κυβερνάνε τους λαούς τους, χωρίς να αναλώνονται σε άσκοπα ταξίδια.

Κι είμαστε τώρα στο σημείο που η Κυβέρνηση ΓΑΠ εν μιά νυκτί αλλάζει τα δεδομένα της καθημερινότητας και της μοίρας μας / Που η απογοήτευση και η απαισιοδοξία των πολιτών έχει διογκωθεί σε πρωτοφανή επίπεδα / Που, αν πιστέψουμε τα ΜΜΕ, κρίνεται η σταθερότητα της ίδιας της Κυβέρνησης. Αυτή λοιπόν την στιγμή ο κ. Πρωθυπουργός την έχει κάνει για New York αφήνοντας τον κ. Πάγκαλο να κουμαντάρει την χώρα και παρεμβαίνοντας τηλεφωνικά.

Και μας δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ποιες είναι οι πραγματικές του προτεραιότητες.

Κοιμήθηκα χτες με το κλιματιστικό ανοιχτό

Κοιμήθηκα χτες με το κλιματιστικό ανοιχτό και γύρω από το κρεβάτι βιβλία ανοιχτά, κόμιξ και φωτοτυπίες, ρούχα καθαρά πάνω στην καρέκλα και το τραπέζι και φορεμένα κάτω. Φύσαγε κι ο αέρας ήταν ζεστός. Ευχάριστος κάπως, αν κάθεσαι στη βεράντα και πίνεις παγωμένη μπύρα στο σκοτάδι ακούγοντας τον Κ. να σου λέει πως εκείνο που τον τρομάζει περισσότερο το καλοκαίρι είναι οι διακοπές κι απ’ τις διακοπές πιο πολύ η γκρίνια της φίλης του. Μετά ξεκίνησα εγώ να μιλάω από τις δυο επιλογές που, νομίζω, ότι έχει στην προκειμένη περίπτωση. Έπειτα πέρασα στα δικά μου. Το κουδούνι χτύπησε και ήταν ο ντελιβεράς. Στο απέναντι μπαλκόνι μια παρέα έβλεπε τον αγώνα και στο ακριβώς αποκάτω ένα κορίτσι με το laptop αγκαλιά έβλεπε βιντεάκια στο youtube. Σε μας ακουγόταν από μέσα η φωνή του Θωμαΐδη απ’ τον Μελωδία της Αθήνας. Δεν μου αρέσει ο Μελωδία, δεν μου αρέσει το ραδιόφωνο, δεν μου αρέσει ο Θωμαΐδης –δεν μου αρέσει τίποτα υποθέτω. Μόνο η μπύρα, που φώναξα στον Κ. να φέρει –αν και θα προτιμούσα κάτι πιο δυνατό, είναι η αλήθεια. Αργότερα πηγαίνοντας στο σπίτι μου δεν σκεφτόμουν τίποτα κι ένιωθα σαν να καταλαβαίνω περισσότερα από κάθε άλλη φορά. Περίεργο αίσθημα και κάπως δυσάρεστο, γιατί προσπαθούσα κάτι να βάλω στο νου μου, κάτι να σκεφτώ, για ν’ απαλλαγώ από αυτή τη βαθιά κατανόηση. Ναι, ξάπλωσα πάλι στον ωραίο καναπέ μου. Ναι, άνοιξα τον υπολογιστή. Ναι, είδα ένα, δύο, τρία επεισόδια The Big Bang Theory (θέλω κάτι να γράψω γι’ αυτό κάποια στιγμή) ιδρωμένος τρώγοντας χρυσόμηλα. Έπειτα έκανα ντους και πήγα στο δωμάτιό μου να ξαπλώσω. Άνοιξα διαδοχικά τους Buddenbrooks τις Αναμνήσεις από τον πατέρα μου, το 8ο βιβλίο του 100 Bullets κι έπειτα άνοιξα το κλιματιστικό. Ξαναμπήκα κάτω από το ντους κι έκλεισα την λάμπα. Αποφάσισα να κοιμηθώ με το κλιματιστικό ανοιχτό.

Just Another Love Story

Ακόμα μια ιστορία αγάπης.

Η ταινία ξεκινάει με ένα πτώμα μέσα στη νύχτα, μέσα στη βροχή.

Ο Jonas από παιδί ήθελε να γίνει φωτογράφος, να ταξιδεύει και να φωτογραφίζει τον κόσμο. Όπως οι περισσότεροι από μας συμβιβάστηκε με κάτι λιγότερο: Φωτογράφος της Αστυνομίας -μόνιμο θέμα του δηλαδή οι νεκρές φύσεις κυριολεκτικά- είναι παντρεμένος κι έχει δυο παιδιά. Ζωή μετρημένη, απλή. Σαράβαλο το αυτοκίνητο, μικρό το σπίτι, μισθοί που ίσα-ίσα φτάνουν. Όταν γίνεται μάρτυρας ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος συναντάει την Julia κι, όταν αργότερα την επισκέπτεται στο νοσοκομείο, οι συγγενείς της νομίζουν ότι είναι ο μυστηριώδης φίλος της. Ο Jonas δεν το αρνείται, δεν λύνει την παρεξήγηση. Αντιθέτως, πρόθυμα φοράει την μάσκα του χαμένου γκόμενου, του Sebastian, και φορτώνει στη νέα του ταυτότητα όλο τα ρομαντικά του όνειρα. Η Julia, τυφλή και με αμνησία λόγω του ατυχήματος, δένεται μαζί του -τον ερωτεύεται;

Το Just Another Love Story είναι ένα εξαιρετικό νεονουάρ. Οι κλασικοί και αγαπημένοι κώδικες είναι όλοι εδώ: Ο αποξενωμένος ήρωας, η μυστηριώδης γυναίκα που παρασύρει τον άντρα στην καταστροφή, ο μυστηριώδης ξένος, ένας άγονος έρωτας. Βία και μια κοινωνία ατόμων που δύσκολα επικοινωνούν. Και φυσικά η ειρωνεία, που δεν γίνεται ποτέ σαρκασμός, αλλά με έναν περίεργο τρόπο υπογραμμίζει την τραγικότητα των ηρώων. Ο Δανός σκηνοθέτης Ole Bornedal εκσυγχρονίζει αυτά τα πολυχρησιμοποιημένα μοτίβα με τον πιο απλό και πιο κινηματογραφικό τρόπο: Το μοντάζ. Καταιγιστικό, χωρίς να γίνεται κουραστικό, το μοντάζ της ταινίας υπηρετεί την αφήγηση και μεγιστοποιεί το σασπένς. Η φωτογραφία είναι ψυχρή, οι φωτισμοί μουντοί, τα χρώματα σε γκρίζες αποχρώσεις, ταιριάζουν απόλυτα και με το είδος της ταινίας, αλλά και με την βόρεια πατρίδα της. Οι δε ηθοποιοί, με προεξάρχοντα τον Anders W. Barthelsen, είναι εξαιρετικοί.

Υπέροχη ταινία.

Η Διαδικτυακή Πορνογραφία ως Υποκατάστατο

Μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που επέφερε το διαδίκτυο, για την οποία δεν συζητάμε συχνά, είναι η επανατοποθέτηση της πορνογραφίας στην καθημερινότητά μας.

Παλιά για να καταναλώσει κανείς πορνογραφικό υλικό χρειαζόταν τις υπηρεσίες κάποιου διαμεσολαβητή: Του βιντεοκλαμπά ή του περιπτερά ή του αιθουσάρχη.

Το internet όμως κατάργησε αυτή την διαμεσολάβηση. Η πορνογραφία έρχεται κατευθείαν στα σπίτια μας, τα γραφεία μας, την οθόνη του laptop μας, κυριολεκτικά από την παραγωγή στην κατανάλωση και με την μεγαλύτερη δυνατόν εχεμύθεια.

Έτσι, παρά τον Μεγάλο Αδερφό (ή τους Μεγάλους Αδερφούς) που φημολογείται ότι παρακολουθεί και καταγράφει τις διαδικτυακές μας περιπλανήσεις και συλλέγει στοιχεία (να τα κάνει τι, αλήθεια;) η πορνογραφία έχει καταστεί πιο προσιτή και –όπως όλα τα πράγματα στην εποχή μας– λιγότερο ενοχική.

Πού το κακό, θα ρωτήσει κάποιος, αν στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας στη δουλειά χαζέψεις σε κάποιο ροζ site κι επιστρέψεις στο σπίτι αφού έχεις αδειάσει, όσο γίνεται, από τις έγνοιες κι έχεις χαλαρώσει, όσο είναι δυνατόν, από το στρες;

Πουθενά, αν περιμένετε την απάντησή μου –άλλωστε, πόσοι είναι αθώοι από ένα τέτοιο σερφάρισμα, ώστε να σπεύσουν να σηκώσουν την πέτρα;

Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια, που νομίζω ότι αλλάζει εντελώς τα πράγματα:

Κάτω από τις φωτογραφίες, τα βίντεο, τις ιστορίες, υπάρχουν τα σχόλια των χρηστών –κάποιων από τους χρήστες– οι οποίοι, αν κάνει κάποιος τον κόπο να τα διαβάσει, θα διαπιστώσει ότι συνιστούν μια ιδιόρρυθμη κοινότητα. Ναι, όπως εγώ, εσείς είμαστε και blogger, εκείνοι είναι … –πώς να τους ονομάσω; Υπάρχει κάποιος δόκιμος όρος;

Αν στο παραπάνω δεδομένο προσθέσουμε και το γεγονός ότι η σύγχρονη τεχνολογία δεν μας παρέχει μόνο την δυνατότητα να καταναλώνουμε τσόντες, αλλά με φωτογραφικές μηχανές, κάμερες και μικρόφωνα, να δημιουργούμε, η όλη κατάσταση αποκτά μια άλλη διάσταση, που όμοιά της η ανθρωπότητα δεν είχε συναντήσει ποτέ στο παρελθόν και που στην δική μου τουλάχιστον συνείδηση, έχει αρκετές σκοτεινές αποχρώσεις.

Διότι, αν η συλλογή φίλων στις μηχανές δικτύωσης μπορεί να υποκαθιστά για κάποιους την γνωριμία και τον συγχρωτισμό με πραγματικούς ανθρώπους και το chat την συζήτηση και την παρέα, η παραγωγή και κατανάλωση πορνογραφίας στο διαδίκτυο τι αντικαθιστά;

Αν το internet δημιουργεί έναν νέο τύπο ανθρώπου, λιγότερο υλικό, λιγότερο σωματικό, περισσότερο εικονικό και πνευματικό, το sex και κατ’ επέκταση ο έρωτας είναι το κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας που θα υποστεί τις μεγαλύτερες αλλαγές.

Δεν θέλω να θέσω το ερώτημα αν είναι καλό ή κακό αυτό –η προφανής απάντηση, νομίζω, έρχεται ενστικτωδώς στα χείλη όλων. Δεν θέλω να μετατρέψω την απορία μου σε μια εύκολη ηθική καταδίκη του ανώνυμου γείτονα. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όταν όλοι συμφωνούμε ότι έχουμε το δικαίωμα να καθορίζουμε μόνοι μας την σεξουαλική μας συμπεριφορά, γιατί να καταδικάσω ηθικά έναν ενήλικο, ο οποίος έχει κάνει την συγκεκριμένη επιλογή;

Όχι.

Αναρωτιέμαι όμως τι θέλουμε.

Που θέλουμε να οδηγήσουμε τα πράγματα.

——————–

Δες επίσης:

Διαδικτυακή Πορνογραφία και Παιδιά