Μεγάλες αγάπες είναι αυτές που χάθηκαν για πάντα

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά για να προσανατολιστώ.

Είχα ξυπνήσει απότομα από βαθύ, πολύ βαθύ ύπνο και δεν ήξερα πού ακριβώς ήμουν και γιατί.

Το κομοδίνο ήταν στ’ αριστερά μου.

Ψαχούλεψα με το χέρι και βρήκα το κινητό: 7:43. Έκλεισα τα μάτια και ανάσανα αργά. Η προηγούμενη βραδιά άρχισε να έρχεται σιγά-σιγά στο νου μου.

Γύρισα και την κοίταξα. Κοιμόταν ακόμα. Και το πρόσωπό της ήταν λευκό και γαλήνιο. Τα χείλη πολύ λεπτά, σχεδόν αόρατα, και τα μαλλιά έκρυβαν το μισό μάγουλο.

Ήθελα να φύγω.

Να γλιστρήσω αργά, αθόρυβα έξω από το δωμάτιο, έξω από το διαμέρισμα και να χαθώ, να μην την ξαναδώ, να μην συναντηθούμε ποτέ, και το χτεσινό βράδυ με τα ωραία του και τα καλά του, να χαθεί στην χωματερή της μνήμης.

Σηκώθηκα σιγά, προσπαθώντας να μην τραντάξω πολύ το στρώμα, φόρεσα το τζιν μου και πήγα στην τουαλέτα. Κατούρησα κοιτώντας τα μπουκαλάκια που ήταν παραταγμένα αριστερά της μπανιέρας: Σαμπουάν, κοντίσιονερ, αφρόλουτρα, άλατα, αρώματα, κέρατα. Κι έπειτα, ξαλαφρωμένος και μαχμουρλής, πήγα στην κουζίνα και χύθηκα σε μια καρέκλα.

Η Ε., η πρώτη μου φίλη, το κορίτσι που είχα τόσο αγαπήσει τότε, μου ήρθε ακούσια στο μυαλό. Κοιτούσα την κουρτίνα που έκρυβε τον συννεφιασμένο ουρανό και θυμόμουν την φορά που κρυμμένοι πίσω από ένα ημιφορτηγό φιληθήκαμε για πρώτη φορά. Και γιατί κρυμμένοι δηλαδή; Τι τρομερές ενοχές κουβαλούσαμε! Αλλά έτσι έγινε. Κρυμμένοι πίσω από το ημιφορτηγό φιληθήκαμε κι όσο κι αν το ήθελα, δεν χάιδεψα τον κώλο της ούτε χούφτωσα τα βυζιά της, παρόλο που το ήθελα πολύ.

Κι η πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε μαζί…

Μα ήμασταν τόσο αφελείς στο πώς κυνηγούσαμε την ατομική μας ηδονή και στο πώς προσπαθούσαμε να ικανοποιήσουμε τον άλλο. Τόσο χαριτωμένοι. Δυο παιδιά.

Χαμογελούσα τώρα που τα σκεφτόμουνα. Που θυμόμουνα ότι, τότε που οι γονείς της είχαν πάει στον γάμο μιας ξαδέρφης τους στην Αθήνα, γλιστρούσα κατάκοπος από το κρεβάτι της για να επιστρέψω στο σπίτι μου, στο παιδικό μου κρεβάτι. Που ονειρευόμασταν ότι κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε μαζί και θα φάμε μαζί πρωινό, όπως βλέπουμε στις ταινίες: Καφέ και τοστ και χυμό πορτοκαλιού. Και ήμουνα σίγουρος ότι αμέσως μετά, ή και κατά την διάρκεια δηλαδή, θα βρισκόμασταν πάλι ο ένας πάνω στον άλλο.

Σηκώθηκα μηχανικά, με το χαμόγελο της ανάμνησης ακόμα στο στόμα κι έψαξα για καφέ. Στο ντουλάπι πάνω από το φουρνάκι βρήκα ένα μισάνοιχτο πακέτο Jacobs. Άναψα την καφετιέρα, πρόσθεσα νερό και καφέ. Στο ψυγείο βρήκα χυμό ανάμεικτο, ψωμί για τοστ, μαρμελάδες και τυρί. Άναψα την τοστιέρα και βάλθηκα να τα φτιάχνω. Χαμογελώντας ακόμα για τότε που παραλίγο να μας πιάσει η θεία σου και την άλλη φορά, που την κοπάνησα από το φροντιστήριο και πήγαμε για καφέ στο Διαχρονικό πίσω από την Ακαδημία. Και θυμάσαι τότε στο αλσάκι που έκλαιγες και σε αγκάλιασα; Είμαι πλέον σίγουρος ότι κατάλαβες, είχες συνείδηση, ότι προσπαθούσα να πιάσω το στήθος σου, ότι από ένα σημείο και μετά το χούφτωνα κανονικά, ενώ σου έλεγα λόγια παρηγοριάς –τότε όμως εγώ νόμιζα ότι τα έκανα όλα λάθρα.

Η Β. σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Άκουσα το καζανάκι να τρέχει.

Σκατά.

Νομίζω ότι δεν το τράβηξα προηγουμένως.

Αηδία.

Πήρα δυο φέτες τοστ κι άρχισα να τις πασαλείβω με βούτυρο. Άκουσα ξανά το καζανάκι να τρέχει. Με το μαχαίρι άπλωσα αργά και προσεκτικά τη λευκή μαλακιά μάζα, ώστε να καλύψει κάθε γωνία. Έπιασα με τις άκρες των δαχτύλων μου το κίτρινο τυρί και το εναπόθεσα πάνω στη φέτα –ένιωσα το βλέμμα της Β. πάνω μου, αλλά έκανα ότι δεν την κατάλαβα.

Βαθιά ανάσα.

Σήκωσα το βλέμμα μου και την κοίταξα. Είχε ένα ονειροπόλο χαμόγελο στις άκρες των χειλιών της και το βλέμμα της ήταν χαμένο μακριά μου.

«Καλημέρα», της είπα.

Με κοίταξε και το χαμόγελο έγινε πιο συγκεκριμένο. Νομίζω μάλιστα ότι εξαφανίστηκε. Ότι αντικαταστάθηκε από κάτι ευγενικό, σαν αυτό που διαθέτουν οι υπάλληλοι των ταχυφαγίων.

«Καλημέρα», ψιθύρισε.

Advertisements

21 thoughts on “Μεγάλες αγάπες είναι αυτές που χάθηκαν για πάντα

  1. hfaistiwnas 30/06/2010 στο 7:25 πμ Reply

    Άντε βρε πρωί ήταν γι’αυτό η κοπέλα δεν μπορούσε να γελάσει! Αχ αυτό με το καζανάκι το παθαίνω και εγώ πότε πότε! Το ξεχνάω! λολολ!
    Ωραίες οι αναμνήσεια αγαπητέ μου αλλά είναι μόνο κομμάτια στο μυαλό μας και επαναφορά συναισθημάτων, το σήμερα είναι πάντα πιο σημαντικό, ε; 🙂
    Λυπημένος φάνηκες στο ύφος, έλα να αναπτερωθεί το ηθικό και έχουμε ολόκληρη μέρα μπροστά μας! 🙂
    Φιλιάααααααααα!

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:18 πμ Reply

      Είναι περίεργο, αλλά όταν κάποιος προσπαθεί να μιλήσει για πιο εσωτερικά πράγματα, ανεξάρτητα από την διάθεσή του, πάντα λυπημένος ακούγεται.

      Η κάθε σημερινή ημέρα, κατά κάποιο τρόπο, χαμένη είναι. Το αισιόδοξο είναι πως κάθε φορά υπάρχει και η αύριο!

  2. Αναστασία 30/06/2010 στο 8:57 πμ Reply

    Ποιος ξερει τι να σκεφτόταν και η Β. και ήταν το βλέμμα και το χαμόγελό της αφηρημένο, χμ, σαν το δικό σου όταν ξύπνησες…
    Πάντως επι του θεματος, ενα τραγούδι τα είπε όλα, «για τις παλιές αγαπες μη μιλάς, στα πιο μεγαλα θελω καναν πίσω…» Η απόσταση τις μεγαλώνει κι αυτα που έμειναν μισα. Αν είχαν τοσο μπόι όσο νομίζουμε θα είχαν μείνει.
    Καλημέρα!

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:15 πμ Reply

      Ξέρεις, αν είχαν τόσο μπόι, ναι, θα είχαν μείνει. Αλλά καμιά φορά νοσταλγείς κι εκείνες τις στιγμές που αρκείσαι σε πιο μικρά πράγματα.

  3. Academy 30/06/2010 στο 9:15 πμ Reply

    Καλημέρα!!!
    Εγω πάλι σαν γνήσιος λάτρης και εκπρόσωπος του ρομαντισμού προτείνω την απόλυτη προσήλωση σε τέτοιες στιγμές και την αποθέωση τους!Σε 20 χρόνια απο τώρα πάλι αυτές είναι που θα θυμόμαστε(χωρίς το καζανάκι βέβαια)!χιχιχι!!

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:14 πμ Reply

      Είσαι σίγουρος ότι το καζανάκι θα απουσιάζει; Η μνήμη, ως γνωστόν, είναι μεγάλη πουτάνα.

      Παρεμπιπτόντως: Το θυμάσαι ότι σε κάθε ταινία του Ταραντίνο υπάρχει και μια σκηνή τουαλέτας;

  4. Pink Fish 30/06/2010 στο 10:02 πμ Reply

    ωραίο κείμενο. Καθόλου περίεργο που μου θυμιζει πολλά…

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:13 πμ Reply

      Βίοι παράλληλοι, καθώς λένε.

  5. Τίτος Χριστοδούλου 30/06/2010 στο 10:18 πμ Reply

    Julian Barnes summarized the plot of Un coeur simple so elegantly in his novel Flaubert’s Parrot, I shall quote him to save myself the trouble of doing it not so well as he:

    It is about a poor, uneducated servant-woman called Félicité, who serves the same mistress for half a century, unresentfully sacrificing her own life to those of others. She becomes attached, in turn, to a rough fiancé, to her mistress’s children, to her nephew, and to an old man with a cancerous arm. All of them are casually taken from her: they die, or depart, or simply forget her. It is an existence in which, not surprisingly, the consolations of religion come to make up for the desolations of life.
    The final object in Félicité’s ever-diminishing chain of attachments is Loulou, the parrot. When, in due course, he too dies, Félicité has him stuffed. She keeps the adored relic bedside, and even takes to saying her prayers while kneeling before him. A doctrinal confusion develops in her simple mind: she wonders whether the Holy Ghost, conventionally represented as a dove, would not be better portrayed as a parrot… . At the end of the story, Félicité herself dies. “There was a smile on her lips. The movements of her heart slowed down beat by beat, each time more distant, like a fountain running dry or an echo disappearing; and as she breathed her final breath she thought she saw, as the heavens opened for her, a gigantic parrot hovering above her head.”

    The narrator of Barnes’s novel (like me, a retired doctor) goes on to say, with justice:

    Imagine the technical difficulty of writing a story in which a badly-stuffed bird with a ridiculous name ends up standing for one third of the Trinity, and in which the intention is neither satirical, sentimental nor blasphemous. Imagine further telling the story from the point of view of an ignorant old woman without making it sound derogatory or coy.

  6. Τίτος Χριστοδούλου 30/06/2010 στο 11:21 πμ Reply

    SINE COITUM TRISTITIA – κι ο καθρέφτης του αποπάτου…

    «Ο έρως και ο θάνατος. Γιατί πας τόσο μακριά;», επιμένει ο ιδανικός αυτόχειρ φίλος. «Η ίδια η κωμικότητα αδειάζει από νόημα και σκοπό τις καταστάσεις. Πυροβολεί θανάσιμα τις υποβολές μας. Δεν είναι αυτό η απόλυτη τραγικότητά μας; Ήμουν νέος, φοιτητής, και βρέθηκα στο κρεβάτι της… απόλυτης γυναίκας των ονείρων μου. Πώς έγινε αυτό; Δεν ξέρω, ίσως κι απλώς να το ονειρεύτηκα. Tί σημασία έχει τώρα; Κι είχε η άθλια, μια που συνδέεις την κωμικότητά μας με τους καθρέφτες, ένα μεγάλο καθρέφτη στο ταβάνι πάνω από το κρεββάτι. Αυτό τα «σκότωσε» όλα. Ήταν κωμικό να με βλέπω εκεί πάνω. Σε μια στιγμή αναρωτήθηκα αν ήταν μύγα που έβλεπα εκεί πάνω ή είχα εληά στον πισινό. Όταν της είπα την εξυπνάδα μου, συνειδητοποίησα αμέσως ότι ήταν ώρα να φεύγω. Χωρίς καφέ. Και χωρίς λόγο για τσιγάρο. Sine coitum tristitia. Ο έρωτας δεν θέλει αστεία, συμπέρανα. Κράτα τις προσποιήσεις. Και μακριά από καθρέφτες. Το κωμικό γυμνώνει αφόρητα, από κάθε επίφαση νοήματος»! Vacio Abismal. Το αβυσσαλέο κενό…
    Πόσο κωμικές πια εκείνες όλες οι glam ναρκισσιστικές στυλιζαρισμένες φωτογραφίες στην δεκαετία του ’80. Η ζωή στην πόζα της. Κι ο ερωτισμός καθαρά οπτικός, ποτέ απτικός: δισδιάστατος, αφαιρώντας, την αναστάτωση και τις ζάρες ή ρυτίδες της τρισδιάστατης ζωής. Η ζωή σε σελλοφάν, σε φαρμακευτική μόνωση, η πραγματικότητα να μην λερώνει την φαντασίωσή της. (…)
    Ο «καθρέφτης» της γελοιογραφίας δίνει, άλλωστε, την κωμική διάσταση που εντείνει την τραγικότητα της κατάστασης. Ένας καθρέφτης παραμορφωτικός, που στρεσάρει κωμικά το σχήμα της αλήθειας μας. Η άλλη, από τα έξω, εικόνα που διΐσταται της σοβαρότητας, ακόμα και τραγικής, που θέλουμε να αποδίδουμε στην κατάστασή μας. Μας δείχνει κωμικούς κι αδέξιους, γελοίους στην καρικατούρα που «ρακιοσυρράπτουμε» για να δείξουμε στους άλλους, ή και στους εαυτούς μας. Ασεβής, επιχειρεί τον «έλεο και τον φόβο» με το ανηλεές και άφοβο χιούμορ της, τις απλές οδυνηρές αλήθειες της που προσφέρουν ένα συντόμι προς την κάθαρση του γέλιου.

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:13 πμ Reply

      Αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Barnes;

  7. Δύτης των νιπτήρων 30/06/2010 στο 11:24 πμ Reply

    Σε ένα ωραίο διήγημα του Κίπλινγκ με θέμα τη μετεμψύχωση, ο θεός γράφει: «γιαυτό οι άρχοντες της ζωής και του θανάτου έκλεισαν τις πόρτες πίσω μας [εννοεί από ζωή σε ζωή], για να μη θυμόμαστε τους υπέροχους πρώτους έρωτές μας. Αλλιώς, σε μια-δυο γενιές ο πλανήτης θα ερημωνόταν». Ή κάπως έτσι, γράφω από μνήμης.

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:11 πμ Reply

      Ωραίο και βαθύ ακούγεται κι από μνήμης.
      Ξέρεις κάτι; Έχουν, σαφώς, μια υπέροχη ομορφιά οι πρώτοι έρωτες, που συνήθως είναι η αφέλεια. Αλλά, καθώς τα χρόνια περνούν, εγώ τουλάχιστον θέλω κάτι πιο βαθύ και πιο ευρύ.

  8. apos 30/06/2010 στο 1:33 μμ Reply

    Eξαιρετικός. Μάλλον η ζέστη σού βγάζει τις πιο ζωντανές αναμνήσεις…

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:08 πμ Reply

      Η ανάγκη μάλλον να αφήσω τα γενικά και τα κοινά και να στραφώ στα εσωτερικά και τα προσωπικά.

  9. Κατερίνα 30/06/2010 στο 10:32 μμ Reply

    Όμορφες εικόνες, γνώριμες σκέψεις, αγαπημένες και ανεξήγητα οδυνηρές κάποιες αναμνήσεις.. Κι όλα μ΄ ένα αλλοιώτικο άρωμα, μιας άλλης εποχής (αναγκαία συνθήκη εξιδανίκευσης..)
    Η αλήθεια του καθενός μας την κάθε στιγμή είναι μια υπόθεση πολύ ακριβή και ιδιαίτερη.. όμορφη η σκέψη από το διήγημα του Κίπλινγκ..

    • fvasileiou 01/07/2010 στο 2:06 πμ Reply

      Πολλές φορές η εσωτερική αλήθεια μυρίζει άλλη εποχή -γιατί άραγε;

  10. Γιώτα 02/07/2010 στο 1:03 μμ Reply

    Ωραίες αυτές οι αναμνήσεις… όποιος δεν παραδέχεται ότι τα σκέφτεται, απλά είναι ψεύτης…
    Υ.Γ. Αυτό με το καζανάκι συχνά-πυκνά το κάνι ο άντρας μου! Χα, χα, χα…

  11. ΙωάννηςΚ (πρώην ioannisk) 03/07/2010 στο 12:11 μμ Reply

    Πολύ ωραία ιστορία και αν τα έχεις με μία κοπέλα που αγαπάς τότε σε ζηλεύω.

  12. Αθανασία 03/07/2010 στο 2:43 μμ Reply

    Γειάσου καλέ μου…εμ,ναί θα λεγα έχεις δίκιο…ε,κ τι μου θύμισες κ μένα,τώρα…τον πρώτο μου έρωτα τον Κ..(προτιμώ να μην αποκαλύψω),το όνομά του..το πρώτο φιλί με κείνον…ήταν στα χρόνια, του σχολείου…ωραίες αναμνήσεις…πολύ όμορφες…πρόσφατα ο Κ παντρέυτηκε μιά άλλη κ ζεί,μαζί της στην Κρήτη,από ότι έμαθα κ ξέρω από κοινούς γνωστούς…βέβαια μου το΄χε πεί κ κείνος,πρίν κόψουμε οριστικά τις επαφές μας μετά από κάποιες,μαλακίες χοντρές που έκανε κ τις ανακάλυψε η γυναίκα,του λίγο πρίν παντρευτούν…κ που σημειωτέον θα πρέπει,να είναι αφόρητα ζηλιάρα από όσα ξέρω…ΔΕ πιστέυω πως θα ειδωθούμε,ή πως θα επικοινωνήσουμε ξανά ίσως,κ για όσο θα ζούμε??κ ειδικά τώρα που αποφάσισε να παντρευτεί κ που το έκανε τελικά…έχω καιρό να μάθω νέα του, ε,αλλά πιστέυω πάντα θα γυρίζει,στο μυαλό μου εκείνος κ τα όσα έζησα τότε στα παιδικά, μου χρόνια μαζί του…αυτό το έχει ο πρώτος,έρωτας καλό μου…ΔΕ τον ξεχνάς πο-τέ μέχρι να πεθάνεις,σε συμμαδέυει πιστέυω ζεί για πάντα μέσα σου κ φυσικά,πολλές φορές τον συγκρίνεις με όολους τους άλλους,που θα περάσουν από τη ζωή σου μετά από αυτόν…έτσι είναι…δε σημαίνει βέβαια ότι ο πρώτος σου έρωτας, μπορεί να ήταν κ το καταλληλότερο άτομο για σένα,ίσως όχι…ή και καθόλου μάλλον..αλλά πάντα,ότι έζησες μαζί του ‘καταγράφεται’ έντονα μέσα σου….κ μένει εκεί μέχρι και το τέλος της ζωής σου ίσως…είναι ίσως η ηλικία τέτοια,η εποχή πολλά παίζουν…και πολλές φορές έυχεσαι να μπορούσες να τον ξαναδείς??, να ξανάζήσεις αυτά τα όμορφα κ πάλι μαζί του…μάλλον….κ γώ το παθαίνω μερικές φορές…νιώθω ότι θα’θελα να ξαναδώ τον Κ και πάλι…να με φιλήσει,όπως τότε να με πάρει,αγκαλιά..όπως τότε…αλλά αυτό δε γίνει,ποτέ ξανά……είναι το παιχνίδι του ‘υποσεινηδείτου’ αυτό…απλά….πολύ ωραία η ιστοριούλα, σου πάντως..μ’άρεσε….καλό καλοκαίρι καλέ μου…

  13. Χαρά Μο 19/07/2010 στο 3:39 μμ Reply

    Άλλο ένα πολύ ωραίο κείμενο σου -το είχα διαβάσει και παλιότερα- κι επίσης πολύ ενδιαφέροντα τα σχόλια των παιδιών. Ο τίτλος του όμως είναι πολύ μελαγχολικός, Φώτη μου. «Μεγάλες αγάπες είναι αυτές που χάθηκαν για πάντα». Προσωπικά πιστεύω -καρατσεκαρισμένο δηλαδή- πως ό,τι αξίζει σώνεται. Ό,τι χάθηκε δεν άξιζε. Κι αφού δεν άξιζε πως τελικά ήταν απώλεια;

    Εξάλλου το ποιός/ά στάθηκε η μεγάλη μας αγάπη θα το μάθουμε μόνο λίγο πριν το τέλος της ζωής μας. Στο χέρι του καθενός είναι να ερωτευτεί ξανά , να αγαπήσει ξανά , να δώσει και να πάρει, αρκεί φυσικά να έχει την προ-διάθεση να το κάνει! Μεγάλες αγάπες μπορεί να ζήσαμε όλοι στο παρελθόν αλλά… θα ‘ρθουν και μεγαλύτερες!!!! «Spread love everywhere you go. Let no one ever come to you without leaving happier».

    Φιλιά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: