Monthly Archives: Ιουλίου 2010

Δύο

Δεν βιαζόταν. Κοίταξε το ρολόι από συνήθεια. Και μετά έβγαλε το εισιτήριο από το πορτοφόλι του και μετά κοίταξε γύρω του: Δυο – τρεις γέροι και γριές, σκυφτοί και κουρασμένοι.

Έτσι είναι:

Αν παίρνεις το τρόλεϊ στις 11 το πρωί, τότε οι συνοδοιπόροι σου θα είναι όλοι της τρίτης –και βάλε– ηλικίας. Οι συνομήλικοι τώρα είναι σε γραφεία, σε μαγαζιά, πανεπιστήμια, καφετέριες, κάποιοι κοιμούνται και κάποιοι τρέχουν από τράπεζα σε εφορία. Αλλά πάντως δεν περιμένουν το τρόλεϊ.

Χάζεψε τις τυρόπιτες του Γιαννιώτικου, τα μπουκέτα από το διπλανό λεωφορείο, τον φύλακα της τράπεζας που σκούπιζε τον ιδρώτα του. Και πριν προλάβει να κάνει δυο βήματα προς τα δω ή προς τα κει, το 2 φάνηκε στα φανάρια.

Περίμενε υπομονετικά ν’ ανέβουν τα γερόντια και κάθισε μόνος δίπλα από ένα παράθυρο. Το τρόλεϊ είχε – δεν είχε δέκα άτομα.

Για δες:

Οι γριές νομίζουν ότι είμαστε στο ’60, χαιρετιούνται και μιλάνε μεταξύ τους. Ρωτάει η μια την άλλη πόσα εγγόνια έχει και τι τάξη πηγαίνουν. Κι ένα γεροντάκι με ψάθινο καπέλο στην καράφλα πετάγεται κι ανακοινώνει ότι έχει τα περσότερα.

Θεέ μου.

Κοίταξε βαριεστημένος έξω από το παράθυρο την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα κι αντιστάθηκε στον πειρασμό να κάνει τον σταυρό του – απομεινάρι της μικροαστικής του καταγωγής.

Στάση και –τι παράξενο!– ανέβηκε ένα κορίτσι γύρω στα 25.

Ανασκουμπώθηκε.

Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Το στάδιο και οι τουρίστες που ποζάρουν και το αποθανατίζουν.

Τα μάτια του γλίστρησαν μέσα στο όχημα και κατέληξαν στην κοπέλα. Φορούσε ένα λαχανί μπλουζάκι και λευκό παντελόνι. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα πίσω και μπορούσε να δει το αυτί της και το απαλό μάγουλο.

Απαλό, λείο, δροσερό μάγουλο.

Μπορούσε να φανταστεί να το αγγίζει με τα δάχτυλά του. Αυτό το μάγουλο και τον λαιμό. Μπορούσε να φανταστεί το σώμα του να αγγίζει το δικό τους και τα δάχτυλά του να βυθίζονται στα μαλλιά της και να σέρνει τα χείλια του πάνω σ’ αυτό το μάγουλό της, δίπλα στο αυτί και κάτω, στον μακρύ λαιμό.

Ανασκουμπώθηκε και χάζεψε το Ζάππειο.

Αλλά το άρωμα των μαλλιών της με ένα μυστήριο τρόπο έφτασε στα ρουθούνια του.

Θα μπορούσε να σηκωθεί και να της μιλήσει. Τίποτα εξεζητημένο – μια απλή καλημέρα θα ήταν αρκετή. Θα συστηνόταν, θα μάθαινε το όνομά της. Ίσως έκανε κι ένα αστείο για την ηλικία των συνεπιβατών τους, αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Πολλές φορές εκείνο που ακούγεται αστείο μέσα στο κεφάλι μας, όταν λέγεται δυνατά, δεν είναι, κι αντί για γέλια προκαλεί αμηχανίες. Χέσ’ το λοιπόν το αστείο – άλλωστε, ποιος έχει όρεξη για γέλια όταν είναι αναγκασμένος να κατέβει στο Κέντρο;  Θα μπορούσε να της πει απλώς ότι του αρέσει. Χωρίς υπερβολές – κάτι για το χαμόγελο ή για την μπλούζα της πιθανόν να είναι αρκετό.

Στάση Συντάγματος. Τρεις, τέσσερις κατέβηκαν, αλλά ανεβήκανε πολλοί, πάρα πολλοί, γεμίσανε οι θέσεις κι αρκετοί αναγκάστηκαν να σταθούν όρθιοι. Η χαλαρή κουβεντούλα των συνταξιούχων έδωσε την θέση της σε λαχανιαστές ανάσες, ξεφυσήματα και φωνές στα κινητά. Δυσάρεστο, αλλά κρυμμένος πίσω από τα σώματά τους, μπορούσε τουλάχιστον να την κοιτάζει όσο ήθελε.

Θα της ζήταγε να πάνε για καφέ τώρα. Όχι, δεν ήθελε να ζητήσει το κινητό της, δεν ήθελε να παραπέμψει στο μέλλον και τις αναπόφευκτες δεύτερες σκέψεις τις δικές του και τις δικές της αυτό το θαύμα που αντίκριζε τώρα, εδώ, μέσα στον λαβύρινθο των ιδρωμένων κορμιών. Όχι. Εν ανάγκη θα την περίμενε να τελειώσει την δουλειά της κι αν αργούσε πολύ, θα μπορούσαν να πάνε για φαγητό: Το cook cou food θα ήταν εξαιρετικό για κάτι τέτοιο.

Στα φανάρια του Συντάγματος το τρόλεϊ στάθηκε για λίγο.

Η κοπέλα άνοιξε την τσάντα της και την έψαξε βιαστικά. Διάλεξε ένα χαρτομάντιλο από το πακέτο και σκούπισε την μύτη της. Η κίνηση αυτή δεν φανέρωνε μόνο την υγρή της μύτη ή την πιθανή της αλλεργία, αλλά την έκανε πιο γήινη, την έβαλε στο ίδιο επίπεδο με τους ιδρωμένους που ανέβηκαν στο Σύνταγμα, άνθρωπο κανονικό κι όχι σύμβολο, όχι μια εξιδανικευμένη εικόνα. Κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει και να κατανυγεί. Το μόνο που επιθυμούσε πλέον ήταν να δέσει τα χέρια του γύρω από το σώμα της, να την κλείσει στην αγκαλιά του, να την ενσωματώσει στα σπλάχνα του, να την προφυλάξει απ’ όλη αυτή την άθλια πραγματικότητα που τους περικύκλωνε.

Οφθαλμιατρείο.

Σηκώθηκε κοιτάζοντας το ρολόι του –όχι ότι βιαζόταν, μόνο από συνήθεια. Πάτησε το κουμπί της στάσης και πλησίασε την πόρτα μοιράζοντας συγγνώμες. Ναι, πέρασε από μπροστά της, αλλά δεν την κοίταξε. Τα μάτια του έτρεχαν μια στα παπούτσια του, μια στο ρολόι του, μια στον δρόμο έξω.

Στάση.

Κατέβηκε αργά, χτυπώντας στα κορμιά όσων προσπαθούσαν ν’ ανέβουν. Και μόλις πάτησε στο πεζοδρόμιο κοίταξε. Την κοίταξε. Είδε για πρώτη φορά ολόκληρο το πρόσωπό της, τα μάτια, τα φρύδια και τα λεπτά χείλη της. Την ρουφούσε με το βλέμμα του και –τι παράξενο– κοιτούσε κι εκείνη. Με τα μεγάλα καστανά μάτια της τον κοιτούσε μελαγχολικά.

Η πόρτα έκλεισε, το όχημα ξεκίνησε. Τα κεφάλια τους στράφηκαν και τα βλέμματά τους έμειναν ενωμένα μέχρι που το τρόλεϊ μπερδεύτηκε με τα άλλα οχήματα.

Αν της ζητούσε να πάνε για καφέ…

Βαριέμαι την ελληνική τηλεόραση

Παλιά παρακολουθούσα περισσότερη τηλεόραση.

Όταν είχαν ξεκινήσει τα ιδιωτικά κανάλια είχαμε οι περισσότεροι μπαίναμε στην διαδικασία να βλέπουμε κάθε καινούργιο σήριαλ για να σχηματίσουμε άποψη. Αυτός ο ψυχαναγκασμός απέρρεε από την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι κουλτούρα και πολιτισμός μόνο σε αυτή την μεριά -που τυγχάνει να είναι και ο ομφαλός- της Γαίας παράγονται. Με άλλα λόγια, τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά, το Παιχνίδι της Γάτας ή το Τρεις Χάριτες μπορούσαν να αλλάξουν, αν όχι την μοίρα του κόσμου καθεαυτή, τουλάχιστον τις συνειδήσεις των λαών. Μην απορείτε οι νεώτεροι: Παρακλάδι αυτής της άποψης είναι και η δημόσια αναρώτηση του Προέδρου της Βουλής κ. Πετσάλνικου για τα πόσα Νόμπελ πήραν οι Γερμανοί, όταν το περιθωριακό Der Spiegel μας πέταξε το πασίγνωστο κωλοδάχτυλο (ο πολιτικός ούτος ανήρ πάντως, σίγουρος προφανώς για τα πόσα Νόμπελ πήραν οι Γάλλοι, δεν προέβη σε ανάλογα ερωτήματα, όταν το έγκυρο Marianne δημοσίευσε το διαβόητο άρθρο).

Επανέρχομαι στην προηγούμενη συζήτηση:

Παλιά παρακολουθούσα αρκετή τηλεόραση.

Μετά σταδιακά την έκοψα.

Πρώτα σταμάτησα να βλέπω ψυχαγωγικές εκπομπές, μετά έκοψα τα δραματικά σήριαλ, τελείωσε κι ο Ακάλυπτος κι έκτοτε δεν έχω δει συστηματικά κάτι -στην Κύπρο δεν έχω καν τηλεόραση. Το μόνο που μου απόμεινε κι έβλεπα ήταν τα μεσημέρια τρώγοντας την επανάληψη κάποιας χιουμοριστικής εκπομπής (έτσι είδα τα Εγκλήματα και τους Δύο ξένους).  Και, το ομολογώ, αυτό που πραγματικά απολάμβανα ήταν οι Ειδήσεις και οι Ενημερωτικές εκπομπές.

Ναι-ναι, τις εγκάθετες ειδήσεις και τις κατευθυνόμενες ενημερωτικές εκπομπές! (Τι να σας πω… Προφανώς έχω μαζοχιστικές τάσεις -συμπαθάτε με).

Τον τελευταίο καιρό όμως οι χιουμοριστικές εκπομπές είναι πάντα οι ίδιες (πόσα χρόνια παίζει ασταμάτητα το Κωνσταντίνου και Ελένης ο Αντέννας;) Οι μεσημεριανές κουτσομπολίστικες εκπομπές επίσης ίδιες και, το χειρότερο, χωρίς κουτσομπολιά και οι Ειδήσεις ακόμα πιο ίδιες και, φυσικά, χωρίς ειδήσεις.

Δεν θέλω να μπω στην διαδικασία να σχολιάσω το περιεχόμενω της τηλεοπτικής ενημέρωσης καθεαυτό – δεν είναι αυτό το θέμα μου σήμερα. Βλέποντας όμως τον Ιορδάνη Χασαπόπουλο στο πάνω δεξιό παράθυρο του Mega μου ήρθε η παράλογη (;) ιδέα ότι η μόνη του διαφορά από τον Χ. Ρώμα του Κωνσταντίνου και Ελένης είναι ότι αυτός γερνάει. Κατά τ’ άλλα τα ίδια: Ίδια λόγια, ίδια λογική, ίδια κομπιάσματα, ίδια λοξοκοιτάγματα, ίδια πονηρά γελάκια -αέναη επανάληψη. Έχω την αίσθηση ότι η πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή μόνο στο σώμα επηρέασε τον Ιορδάνη, σαν να επιτάχυνε το γήρας του. Όλα τα άλλα, το στυλ και το ρολάκι έμειναν ίδια.

Το κακό είναι ότι όλα θα γίνουν χειρότερα και σε αυτόν τον τομέα τους επόμενους μήνες. Ακόμα και το σχεδιαζόμενο βρυκολάκιασμα του Big Brother από τον Alpha ίσως αποδειχτεί όαση χαβαλέ στην επερχόμενη ξεραΐλα.

Συνεπώς η μόνη πραγματική διέξοδος για τους εραστές των εικόνων είναι τα video τους, τώρα μάλιστα που οι τιμές των DVD έχουν αρχίσει να πέφτουν (καταφτάνει βλέπετε το Blu Ray).

Και, για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το διαδίκτυο. Αυτό που μας επιτρέπει να παρακολουθούμε τα επιτεύγματα των ξένων -και δη των αμερικάνικων- τηλεοράσεων…

Ταινίες για το Καλοκαίρι

Συνήθως τέτοιες μέρες κάνουμε ανταλλάσσουμε ιδέες για βιβλία που θα πάρουμε μαζί μας στις παραλίες -τώρα, πού βρίσκονται όλα αυτά τα βιβλία που αγοράστηκαν, αφού στις παραλίες όλοι κουβαλάν μαζί τους περιοδικά κι εφημερίδες, είναι ένα καλό ερώτημα, που δεν θα μας απασχολήσει. Το δικό μου το μυαλό όμως είναι γεμάτο από τίτλους ταινιών, που θέλω να παρακολουθήσω μέχρι τον Σεπτέμβριο, που θα επανέλθω στο Νησί και οι υποχρεώσεις θα γίνουν πιο επείγουσες. Οι περισσότερες είναι ταινίες που έχω δει πολλές φορές, αλλά θέλω ακόμα μία, για διαφορετικούς λόγους. Ακούστε μερικές:

The Godfather Trilogy: Χρειάζεται να εξηγήσω γιατί βλέπω αυτές τις ταινίες κάθε καλοκαίρι; Η ιστορία του Νονού στα χέρια οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη θα γινόταν μια ταινιούλα για μια μαφιόζικη συμμορία, στα χέρια όμως του Κόπολα γίνεται μια αρχετυπική παραβολή για την ζωή και τον θάνατο, την οικογένεια και την παράδοση, τον πατέρα και τον Θεό, τον πόλεμο και την ειρήνη κοκ. Γι’ αυτό ακριβώς θεωρώ τον Κόπολα τον σημαντικότερο σκηνοθέτη της γενιάς του…

Η φιλμογραφία του Wes Anderson: Είναι άνισος σκηνοθέτης -σύμφωνοι. Αλλά οι ταινίες του, ακόμα και οι πιο αδύναμες, έχουν κάτι που κινητοποιεί τις αισθήσεις και το μυαλό μου. Έχω δει ήδη το Rushmore (ταινιάρα!) και προχωρώ ακάθεκτος στους Tenenbaum, Steve Sizzo, Darjeeling Limited κτλ.

Όσα παίρνει ο άνεμος: Πήρα την κασετίνα σε προσφορά στο Metropolis και από τότε ψάχνω μέρα για να στηθώ στην τηλεόραση. Ταινία παραγωγού κι όχι σκηνοθέτη, επιτομή της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ, με μια από τις πιο καθαρτήριες ατάκες: Frankly my dear, I don’t give a damn. Yeah, bitch!!!

Woody Allen: OK, είμαι επηρεασμένος: Διάβασα πριν από λίγες μέρες το εξαιρετικό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Στιγκ Μπιέρκμαν Ο Γούντι Άλεν για τον Γούντι Άλεν (μτρφ. Πόλυ Λυκούργου, εκδ. Μεταίχμιο) και μπήκα στο τριπάκι να ξαναδώ μερικές από τις ταινίες του, αν όχι όλες: Stardust Memories, Husbands and Wifes, Alice, Broadway Danny Rose, Radio Days σε προτεραιότητα και θα ακολουθήσουν (ελπίζω) κι άλλες.

King Kong: Του P. Jackson, φυσικά. Ένα βράδυ θα βάλω τον ήχο στο φουλ και θα αράξω να ακούσω dolby τα ουρλιαχτά της N. Watts. Υποτιμημένη ταινία – πεντακάθαρο fun!

Cape Fear x 2: Στο Λονδίνο αγόρασα με τρεις (3) λίρες (πάνω-κάτω 4,5 ευρά) τα δυο Ακρωτήρια του Φόβου, το παλιό του J. Lee Thompson με Gr. Peck και R. Mitchum και το πιο πρόσφατο του Scorsese με De Niro. Μη ψάχνετε το καλλίτερο και το χειρότερο, είναι και τα δυο σπουδαίες ταινίες -τα είχα δει και παλιότερα, αλλά τώρα θέλω / μπορώ να τα δω και μαζί.

Και, φυσικά, ελπίζω να πάμε και κάνα σινεμαδάκι, να δούμε και κάτι καινούργιο…

Inception

Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα μου αρέσουν οι ταινίες με εφέ και δράση. Το κακό είναι ότι τα τελευταία χρόνια το Σινεμά του Μεγάλου Θεάματος έχει τραγικά αυτοπεριοριστεί. Ουσιαστικά κυκλοφορούν μόνο δύο είδη ταινιών: Ταινίες με υπερήρωες και ταινίες του Bruckheimer.

Πώς να σας το πω:

Αισθάνομαι μπουκωμένος με όλα αυτά τα Spiderman, Ironman, X-Man, Shitman, που κυκλοφορούν.

Και πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί ακόμα σαν και μένα, που θέλουν να πάνε σινεμά για να δουν μια ταινία που θα χορτάσει το μάτι τους χωρίς να χρειαστεί να κάνουν συμβιβασμούς με την νοημοσύνη ή, τέλος πάντων, την ωριμότητά τους.

Τα γράφω αυτά στην αρχή, γιατί νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη επιτυχία του Inception του Christopher Nolan: Προσφέρει θέαμα και δράση κατά προτεραιότητα στους ενήλικες κι όχι στους εφήβους.

Ο Cobb (L. Di Caprio) δεν είναι κοινός κλέφτης. Βουτάει μέσα στα όνειρα και κλέβει τα μυστικά και τις ιδέες του ονειρευτή. Αυτό το ταλέντο του όμως του κόστισε την εξορία και την απομάκρυνση από τα παιδιά του, κι ο Cobb θέλει να επιστρέψει και να δει ξανά τα πρόσωπά τους. Γι’ αυτό είναι διατεθειμένος να αναλάβει μια παράτολμη και ασυνήθιστη δουλειά: Όχι να κλέψει, αλλά να φυτέψει μια ιδέα στο υποσυνείδητο ενός επιχειρηματία. Για να το πετύχει αυτό, συγκροτεί μια ομάδα με παράτολμους και εξειδικευμένους απατεώνες και το κόλπο ξεκινά.

Ξέρω ότι, όπως συνέβη και με το Matrix, θα χυθεί άπειρο μελάνι κι ακόμα περισσότερα πίξελ που θα αναλύουν την φιλοσοφία και το μήνυμα του Inception. Κι αυτό γιατί με πανέξυπνο τρόπο ο Nolan μπλέκει ιδέες για το συνειδητό και το ασυνείδητο, την πατρότητα και τον έρωτα, τον πολιτισμό, την βία, την αιωνιότητα και τον χρόνο. Προσωπικά όμως θα προσπεράσω -τουλάχιστον προς το παρόν. Κυρίως γιατί κατά την γνώμη μου ο Nolan δεν ήθελε να γυρίσει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο -τέτοιες ταινίες άλλωστε, όπως έχουν αποδείξει δεκάδες δημιουργοί, από τον Ταρκόφσκι και τον Μπέργκμαν μέχρι τον Ίστγουντ και τον Άλλεν, δεν χρειάζονται προϋπολογισμούς 170.000.000 δολαρίων. Νομίζω ότι ο στόχος του ήταν πρωτίστως εικονοκλαστικός.

Με άλλα λόγια, όλα στο Inception, υπόθεση, δομή, φιλοσοφία, υπηρετούν την δίψα ενός σκηνοθέτη να κατασκευάσει κόσμους από την αρχή και να χωρέσει μέσα σε αυτούς εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο. Και το πετυχαίνει με έναν ιδιοφυή τρόπο: Τα επάλληλα όνειρα λειτουργούν σαν ταινίες μέσα στην ταινία παρέχοντάς του την δυνατότητα να πετύχει τον παραπάνω στόχο. Έτσι μέσα στο Inception βλέπουμε πολλούς παράλληλους κόσμους / ταινίες: Ένα υβρίδιο Die Hard και Spiderman, μια ταινία καταδίωξης, πολιτικό θρίλερ, πολεμική περιπέτεια, γκανγκστερικό δράμα, ταινία καταδίωξης, κατασκοπευτική, επιστημονικής φαντασίας, μετα-αποκαλυπτική και πάει λέγοντας.

Συνεπώς, το Inception φιλοδοξεί να συμπεριλάβει όλα τα είδη του ψυχαγωγικού σινεμά. Να γίνει το απόλυτο blockbuster.

Υπό αυτή την έννοια εγώ βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον να συζητήσουμε πώς ο Nolan χρησιμοποιεί τους κώδικες του noir στην αφήγησή του ή το πώς αντιλαμβάνεται τον χρόνο, από το να σχολιάσω το όνομα του χαρακτήρα του DiCaprio (Cobb, από το Jacob- ο βιβλικός Ιακώβ είχε το χάρισμα να βλέπει οράματα κι ο γιος του, ο Ιωσήφ, εξηγούσε τα όνειρα του Φαραώ) και τι αυτό μπορεί να υποδηλώνει σε σχέση με τον χαρακτήρα της Page (η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει το δηλωτικό όνομα Αριάδνη).

Είχα την χαρά να δω την ταινία προχτές στο Λονδίνο και πραγματικά πέρασα υπέροχα. Σε μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη, χωρίς όμως τις κουβέντες και τα χάχανα, που μοιραία κουβαλάνε τα άλλα blockbuster -είπαμε, αυτή η ταινία απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό από το Prince of Persia. Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί. Πολύ χαίρομαι που είδα τον Joseph Gordon-Levitt, του (500) Days of Summer να στέκεται με άνεση δίπλα στον Di Caprio. Και η Ellen Page του Juno παίζει τον χαρακτήρα της με χάρη και σεξουαλικότητα που αιφνιδιάζει. Ο Di Caprio είναι απλά συγκλονιστικός: Με φυσικότητα, με απλότητα βγάζει όλη την τραγικότητα και τον στοχασμό του χαρακτήρα του και παρασέρνει τον θεατή στο μεθυστικό τριπάκι του Nolan.

Η ταινία θα παιχτεί στην Ελλάδα στα τέλη Αυγούστου.

Μεσαιωνικές Ταινίες

Χτες, στο Διεθνές Μεσαιωνικό Συνέδριο του Leeds παρακολούθησα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με θέμα Ο Μεσαιωνισμός στον Κινηματογράφο (Medivialism in the Movies).

Το στρογγυλό τραπέζι οργανώθηκε από τον P. Stutervant και συμμετείχαν η Luise A’Arcens, o K. DeVries, ο οποίος έχει επιμεληθεί πολλά ντοκυμαντέρ της σειράς History vs Hollywood και ήταν σύμβουλος σε πολλές ταινίες, όπως η Joan of Ark κι ο R. C. Woosnam-Savage, ο οποίος μεταξύ των άλλων ήταν σύμβουλος για τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν σε ταινίες όπως η Narnia, το Lord of the Rings, και το πρόσφατο Robin Hood.

Το πρώτο και βασικό συμπέρασμα της βραδιάς, με το οποίο όλοι συμφωνήσαμε, είναι ότι δεν μας ενδιαφέρει αν οι ταινίες, που έχουν θέμα τον Μεσαίωνα, μένουν πιστές στα ιστορικά δεδομένα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούν να είναι ιστορικά ακριβείς -οι δυο ομιλητές που δουλεύουν και στο σινεμά, μοιράστηκαν μαζί μας αρκετές διασκεδαστικές ιστορίες που το αποδεικνύουν. Στο κάτω-κάτω της γραφής και οι Μεσαιωνολόγοι, όταν πηγαίνουν σινεμά, θέλουν να δουν μια καλή ταινία κι όχι μια ιστορικά πιστή ταινία. Αφήστε που, μεταξύ μας, είμαι πεπεισμένος ότι μια ταινία απολύτως ακριβής στα ιστορικά δρώμενα, θα είναι απολύτως βαρετή.

Έγιναν δυο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις:

Η L. D’Arcens σημείωσε ότι δεν πρέπει να εξετάζουμε τις ταινίες με μεσαιωνικά θέματα αυτόνομα, αλλά σε σχέση με τις άλλες ταινίες που κυκλοφορούν την ίδια περίοδο.

Κι έχει απόλυτα δίκιο, γιατί τόσο οι δημιουργοί, όσο και οι παραγωγοί της ταινίας, πιθανότατα σε μεγάλο βαθμό και το κοινό, την αντιμετωπίζουν κατ’ αρχήν ως ταινία εποχής και μετά την προσδιορίζουν πιο ειδικά.

Το παράδειγμα του Ridley Scott είναι ενδεικτικό:

Δουλεύει με τον ίδιο τρόπο, κουβαλάει την ίδια αντίληψη, είτε η ταινία διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα (Kingdom of Heaven, Robin Hood), είτε στην Ρωμαίκή εποχή (Gladiator), είτε στη δεκαετία του ’70 (American Gangster).

Και, για να προχωρήσω το παράδειγμα και να έρθω και στην παρατήρηση του Paul, πολλές ταινίες του Scott έχουν την ίδια «μεσαιωνική» ατμόσφαιρα ακόμα κι αν δεν διαδραματίζονται στον Μεσαίωνα, ακόμα κι αν εξελίσσονται στο μέλλον (Blade Runner)!

Συνεπώς, μπορούμε να μιλήσουμε για ένα είδος μεσαιωνικότητας, που πολλές ταινίες κουβαλάνε ανεξάρτητα από το θέμα τους ή την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία τους. Το Star Wars  είναι ένα πολύ γνωστό παράδειγμα, αλλά δεν είναι το μόνο. Το Fisher King και το 12 Monkeys του Gilliam ή το Allien 3 του D. Fincher και, φυσικά, το πρόσφατο 300, είναι μερικά παραδείγματα ταινιών που κουβαλάνε αυτή την μεσαιωνικότητα.

Με άλλα λόγια, αυτό που έχει σημασία να εξετάσει κανείς, δεν είναι κατά πόσο οι σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι, οι παραγωγοί και οι ηθοποιοί μένουν πιστοί στην εποχή που διαδραματίζεται το κάθε φιλμ, αλλά στο πώς απεικονίζουν αυτή την εποχή. Τι χαρακτηριστικά της αποδίδουν, πώς την χρωματίζουν, με τι ατμόσφαιρα την φορτίζουν.

Για να υπογραμμίσω το παραπάνω ερώτημα, έφερα ένα παράδειγμα όχι από μεσαιωνική ταινία, αλλά από γουέστερν. Ο J. Ford έλεγε ότι σκηνοθέτησε την μάχη του O.K. Corral, όπως ακριβώς του την διηγήθηκε ο W. Earp, που έλαβε μέρος σε αυτή. Ο L. Kasdan, από την άλλη, σκηνοθέτησε την ίδια μάχη στο (αδικημένο) Wyatt Earp, τελείως διαφορετικά, αλλά ακριβώς όπως την περιγράφουν οι σύγχρονοι ιστορικοί. Ποια από τις δυο εκδοχές είναι ιστορικά ακριβής; Η μια; Οι δυο; Καμιά; Έχει σημασία; Πιο ενδιαφέρον, για μένα τουλάχιστον, είναι το Γουεστ που παρουσιάζει ο κάθε σκηνοθέτης.

Η συζήτηση, που έγινε σε πολύ χαλαρό ρυθμό, αν δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός, θα συνεχιζόταν ακόμα.

Από τα παράξενα της βραδιάς:

Ενώ όλοι συμφωνήσαμε ότι το Kingdom of Heaven είναι χάλια, ήμουν ο μόνος που δήλωσε ευθαρσώς ότι του αρέσει το Braveheart. Όλοι οι άλλοι δήλωσαν ότι είναι ένα horrible film που καθαγιάζει έναν thug! Από την άλλη βρέθηκαν θαυμαστές του πρόσφατου Βασιλιά Αρθούρου!!! Αλλά ξέρετε, είμαστε στην Αγγλία…

Η βραδιά έκλεισε χαρούμενα, με τον Ρομπέν των Δασών του 1938 με τον Errol Flynn. Κι είχα να δω από παιδί αυτή την ταινία…

Η Άνοδος του Ενός

Τα πράγματα είναι διπλωμένα στο κρεβάτι μου / η βαλίτσα κάτω ανοιχτή / δυνατή μουσική στα ηχεία.

Είμαι έτοιμος!

Και, όπως συμβαίνει κάθε φορά, το σφίξιμο στο στομάχι που προηγείται κάθε ταξιδιού, τώρα έχει εξαφανίσει.

Όχι ότι είναι όλα έτοιμα – κάθε άλλο: Μόνο τα γενικά κατάφερα να προετοιμάσω, για τις λεπτομέρειες θα πρέπει να αυτοσχεδιάσω όταν έρθει η ώρα.

Ξέρετε, δεν ανησυχώ: Θυμάμαι ένα κορίτσι, την Αλεξία, που είχα ερωτευτεί με πάθος στο Πανεπιστήμιο και μου έλεγε, ότι και στην μέση της ερήμου αν βρεθεί μόνη της, δεν φοβάται για τίποτα, αν έχει λεφτά στην τσέπη. Δόξα τω Θεώ, φεύγω έχοντας λεφτά στην τσέπη. Ίσως όχι πολλά -πόσοι και ποιοι έχουν πολλά άλλωστε;-, αλλά έχω.

Βαριέμαι όμως. Γενικά τα ταξίδια τα βαριέμαι πολύ. Κυρίως όταν τα σκέφτομαι και τα ετοιμάζω, όχι τόσο όταν τα πραγματοποιώ. Ο φίλος μου ο Γιώργος Δ. χτες μου έλεγε ότι είναι φυσιολογικό και συνηθισμένο -μπορεί, δεν ξέρω. Αν μπορούσα, θα είχα ριζώσει σε ένα υγρό και ψυχρό μέρος. Όχι ότι με χαλάει το τωρινό μου lifestyle. Το αντίθετο, με βολεύει αφόρητα.

Τέλος πάντων, τα πράγματα είναι αραδιασμένα πάνω στο κρεβάτι μου και η βαλίτσα μου άδεια στο πάτωμα κι η μουσική που έπαιζε πιο πριν έχει τώρα σταματήσει. Αν έχετε κέφι ακούστε μαζί μου αυτό το τραγούδι του Μ. Χριστοδουλίδη σε στίχους Μ. Γκανά:

Ο τόπος κοίταζε αλλού σαν να ζητούσε έλεος
σκύβαν τους ώμους τα βουνά και φύραινε το πέλαγος
μετρώντας πύργους της ΔΕΗ χιλιόμετρα σαράβαλα
στην πολιτεία έθαψα όσους νεκρούς κουβάλαγα

Τα πέντε δάχτυλα του κ. Ρέππα

Χτες ο κ. Ρέππας, κορυφαίος υπουργός, προέβη σε μιαν αξιοσημείωτη δήλωση:

«Εγώ δεν θέλω να κουνάμε το δάχτυλο στους εργαζόμενους, γιατί θα μας κουνήσουν κι εκείνοι τα πέντε δάχτυλα ξέρετε πως κάποια στιγμή», δήλωσε.

Το αξιοσημείωτο, φυσικά, της δήλωσης είναι ότι ο κ. Ρέππας, Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, τοποθέτησε το κούνημα των πέντε δαχτύλων σε ένα υποθετικό/πιθανό μέλλον κι όχι στο παρόν.

Κι όμως τα πέντε δάχτυλα οι εργαζόμενοι -και κυρίως οι μη-εργαζόμενοι- τα κούνανε με ποικίλους τρόπους προς τα κυβερνητικά στελέχη και, γενικά, προς το πολιτικό προσωπικό της χώρας:

Δεν είναι μόνο οι δημοσκοπήσεις (δείτε πχ τις δυο τελευταίες, που δημοσιεύτηκαν στο ΒΗΜΑ και Το Παρόν), που δείχνουν την αποστροφή των πολιτών για το πολιτικό σύστημα συνολικά. (Είδατε τι ωραία που γκρεμίστηκε ένας ακόμα Μεταπολιτευτικός Μύθος; Αυτός που έλεγε ότι για όλα φταίει ο κακός δικομματισμός που εγκλωβίζει τον άδολο εργαζόμενο, κι ότι όταν ο δικομματισμός καταρρεύσει, ο κόσμος θα ψηφίσει με τα δυο χέρια τα μικρά, τίμια κόμματα. Λάθος: Στον πάτο της πηγάδας βρίσκονται όλοι, μικροί και μεγάλοι.)

Είναι κυρίως το γεγονός ότι όσοι έκαναν την πολιτική τους επάγγελμα, φοβούνται πλέον να κυκλοφορήσουν στον δρόμο: Οι πολίτες είναι εξαγριωμένοι και απειλούνται όχι πια με προπηλακισμούς, αλλά με λιντσάρισμα. Ψιθυρίζεται ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κ. ΓΑΠ φυγαδεύτηκε κακήν-κακώς το Σαββατοκύριακο, ενώ χαλάρωνε στην Πάρο.

Οπότε, γιατί ο κ. Ρέππας τοποθετεί στο μέλλον το φασκέλωμα;

Γιατί, αγαπητοί μου, αν δεν γίνει κάτι δραματικό και τραγικό τον ερχόμενο χειμώνα, οι κκ. Ρέππες ελπίζουν ότι θα καταφέρουν να επιπλεύσουν. Ελπίζουν ότι οι εξοργισμένοι πολίτες, που στις δημοσκοπήσεις τώρα εμφανίζονται δυσαρεστημένοι και δεν θέλουν να τους ψηφίσουν, όταν έρθει η ώρα της κάλπης, είτε θα πειστούν (με τον παλιό καλό τρόπο, που ζήσαμε και πρόσφατα, τον «λεφτά υπάρχουν») να το ρίξουν το ρημάδι το ψηφοδέλτιο, έστω με βαριά καρδιά, στην κούτα. Είτε ότι δεν θα πάνε να ψηφίσουν.

Ειδικά αυτό το δεύτερο είναι το καλλίτερο σενάριο για τους κκ. Ρέππες. Διότι, ως γνωστόν, η αποχή δεν προσμετράται -όπως και τα λευκά ή τα άκυρα. Το οποίον και σημαίνει ότι αυτά τα φτενά και μίζερα 15 και 20 που διαβάζουμε στις δημοσκοπήσεις, την βραδιά των εκλογών θα τα δείτε να μεταμορφώνονται σε θριαμβευτικά 40 και 45. Αυτό λειτούργησε μια χαρά για τον κ. ΓΑΠ και τους πέριξ εκείνου τον περασμένο Οκτώβριο. Θυμίζω: Στις εκλογές του 2004 το ΠΑΣΟΚ πήρε 3.002.531 ψήφους, δηλαδή 40,5%. Τον Οκτώβριο του 2009 το ίδιο κόμμα έλαβε 3,012,373 ψήφους και ποσοστό 43,9% -ακριβώς εξαιτίας της τεράστιας αποχής!!!

Για ένα πράγμα αναρωτιέμαι:

Οι δυσαρεστημένοι του Οκτώβρη λειτούργησαν σαν πεισμωμένα παιδιά, δεν πήγαν να ψηφίσουν κι άφησαν το σύστημα να δουλέψει από τους άλλους. Τι θα συμβεί, αν οι δυσαρεστημένοι συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία και δεν ψηφίσουν κανέναν του υπάρχοντος συστήματος, είτε μεγάλο (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) είτε μικρό (ΚΚΕ, ΛΑΟΣ, ΣΥΡΙΖΑ, Οικολόγους-Πράσινους). Αν το ρίξουν στον Βεργή, τους Κυνηγούς, τον Λεβέντη κοκ… Τι θα συμβεί, αν αυτά τα 15 και τα 20, που βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις, αποκτήσουν υπόσταση;