Δύο

Δεν βιαζόταν. Κοίταξε το ρολόι από συνήθεια. Και μετά έβγαλε το εισιτήριο από το πορτοφόλι του και μετά κοίταξε γύρω του: Δυο – τρεις γέροι και γριές, σκυφτοί και κουρασμένοι.

Έτσι είναι:

Αν παίρνεις το τρόλεϊ στις 11 το πρωί, τότε οι συνοδοιπόροι σου θα είναι όλοι της τρίτης –και βάλε– ηλικίας. Οι συνομήλικοι τώρα είναι σε γραφεία, σε μαγαζιά, πανεπιστήμια, καφετέριες, κάποιοι κοιμούνται και κάποιοι τρέχουν από τράπεζα σε εφορία. Αλλά πάντως δεν περιμένουν το τρόλεϊ.

Χάζεψε τις τυρόπιτες του Γιαννιώτικου, τα μπουκέτα από το διπλανό λεωφορείο, τον φύλακα της τράπεζας που σκούπιζε τον ιδρώτα του. Και πριν προλάβει να κάνει δυο βήματα προς τα δω ή προς τα κει, το 2 φάνηκε στα φανάρια.

Περίμενε υπομονετικά ν’ ανέβουν τα γερόντια και κάθισε μόνος δίπλα από ένα παράθυρο. Το τρόλεϊ είχε – δεν είχε δέκα άτομα.

Για δες:

Οι γριές νομίζουν ότι είμαστε στο ’60, χαιρετιούνται και μιλάνε μεταξύ τους. Ρωτάει η μια την άλλη πόσα εγγόνια έχει και τι τάξη πηγαίνουν. Κι ένα γεροντάκι με ψάθινο καπέλο στην καράφλα πετάγεται κι ανακοινώνει ότι έχει τα περσότερα.

Θεέ μου.

Κοίταξε βαριεστημένος έξω από το παράθυρο την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα κι αντιστάθηκε στον πειρασμό να κάνει τον σταυρό του – απομεινάρι της μικροαστικής του καταγωγής.

Στάση και –τι παράξενο!– ανέβηκε ένα κορίτσι γύρω στα 25.

Ανασκουμπώθηκε.

Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Το στάδιο και οι τουρίστες που ποζάρουν και το αποθανατίζουν.

Τα μάτια του γλίστρησαν μέσα στο όχημα και κατέληξαν στην κοπέλα. Φορούσε ένα λαχανί μπλουζάκι και λευκό παντελόνι. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα πίσω και μπορούσε να δει το αυτί της και το απαλό μάγουλο.

Απαλό, λείο, δροσερό μάγουλο.

Μπορούσε να φανταστεί να το αγγίζει με τα δάχτυλά του. Αυτό το μάγουλο και τον λαιμό. Μπορούσε να φανταστεί το σώμα του να αγγίζει το δικό τους και τα δάχτυλά του να βυθίζονται στα μαλλιά της και να σέρνει τα χείλια του πάνω σ’ αυτό το μάγουλό της, δίπλα στο αυτί και κάτω, στον μακρύ λαιμό.

Ανασκουμπώθηκε και χάζεψε το Ζάππειο.

Αλλά το άρωμα των μαλλιών της με ένα μυστήριο τρόπο έφτασε στα ρουθούνια του.

Θα μπορούσε να σηκωθεί και να της μιλήσει. Τίποτα εξεζητημένο – μια απλή καλημέρα θα ήταν αρκετή. Θα συστηνόταν, θα μάθαινε το όνομά της. Ίσως έκανε κι ένα αστείο για την ηλικία των συνεπιβατών τους, αλλά αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Πολλές φορές εκείνο που ακούγεται αστείο μέσα στο κεφάλι μας, όταν λέγεται δυνατά, δεν είναι, κι αντί για γέλια προκαλεί αμηχανίες. Χέσ’ το λοιπόν το αστείο – άλλωστε, ποιος έχει όρεξη για γέλια όταν είναι αναγκασμένος να κατέβει στο Κέντρο;  Θα μπορούσε να της πει απλώς ότι του αρέσει. Χωρίς υπερβολές – κάτι για το χαμόγελο ή για την μπλούζα της πιθανόν να είναι αρκετό.

Στάση Συντάγματος. Τρεις, τέσσερις κατέβηκαν, αλλά ανεβήκανε πολλοί, πάρα πολλοί, γεμίσανε οι θέσεις κι αρκετοί αναγκάστηκαν να σταθούν όρθιοι. Η χαλαρή κουβεντούλα των συνταξιούχων έδωσε την θέση της σε λαχανιαστές ανάσες, ξεφυσήματα και φωνές στα κινητά. Δυσάρεστο, αλλά κρυμμένος πίσω από τα σώματά τους, μπορούσε τουλάχιστον να την κοιτάζει όσο ήθελε.

Θα της ζήταγε να πάνε για καφέ τώρα. Όχι, δεν ήθελε να ζητήσει το κινητό της, δεν ήθελε να παραπέμψει στο μέλλον και τις αναπόφευκτες δεύτερες σκέψεις τις δικές του και τις δικές της αυτό το θαύμα που αντίκριζε τώρα, εδώ, μέσα στον λαβύρινθο των ιδρωμένων κορμιών. Όχι. Εν ανάγκη θα την περίμενε να τελειώσει την δουλειά της κι αν αργούσε πολύ, θα μπορούσαν να πάνε για φαγητό: Το cook cou food θα ήταν εξαιρετικό για κάτι τέτοιο.

Στα φανάρια του Συντάγματος το τρόλεϊ στάθηκε για λίγο.

Η κοπέλα άνοιξε την τσάντα της και την έψαξε βιαστικά. Διάλεξε ένα χαρτομάντιλο από το πακέτο και σκούπισε την μύτη της. Η κίνηση αυτή δεν φανέρωνε μόνο την υγρή της μύτη ή την πιθανή της αλλεργία, αλλά την έκανε πιο γήινη, την έβαλε στο ίδιο επίπεδο με τους ιδρωμένους που ανέβηκαν στο Σύνταγμα, άνθρωπο κανονικό κι όχι σύμβολο, όχι μια εξιδανικευμένη εικόνα. Κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει και να κατανυγεί. Το μόνο που επιθυμούσε πλέον ήταν να δέσει τα χέρια του γύρω από το σώμα της, να την κλείσει στην αγκαλιά του, να την ενσωματώσει στα σπλάχνα του, να την προφυλάξει απ’ όλη αυτή την άθλια πραγματικότητα που τους περικύκλωνε.

Οφθαλμιατρείο.

Σηκώθηκε κοιτάζοντας το ρολόι του –όχι ότι βιαζόταν, μόνο από συνήθεια. Πάτησε το κουμπί της στάσης και πλησίασε την πόρτα μοιράζοντας συγγνώμες. Ναι, πέρασε από μπροστά της, αλλά δεν την κοίταξε. Τα μάτια του έτρεχαν μια στα παπούτσια του, μια στο ρολόι του, μια στον δρόμο έξω.

Στάση.

Κατέβηκε αργά, χτυπώντας στα κορμιά όσων προσπαθούσαν ν’ ανέβουν. Και μόλις πάτησε στο πεζοδρόμιο κοίταξε. Την κοίταξε. Είδε για πρώτη φορά ολόκληρο το πρόσωπό της, τα μάτια, τα φρύδια και τα λεπτά χείλη της. Την ρουφούσε με το βλέμμα του και –τι παράξενο– κοιτούσε κι εκείνη. Με τα μεγάλα καστανά μάτια της τον κοιτούσε μελαγχολικά.

Η πόρτα έκλεισε, το όχημα ξεκίνησε. Τα κεφάλια τους στράφηκαν και τα βλέμματά τους έμειναν ενωμένα μέχρι που το τρόλεϊ μπερδεύτηκε με τα άλλα οχήματα.

Αν της ζητούσε να πάνε για καφέ…

Advertisements

16 thoughts on “Δύο

  1. Αναστασία Γιαννοπούλου 31/07/2010 στο 7:48 μμ Reply

    Γιατί να κατεβεί στο Οφθαλμιατρείο…;;; Λίγο χρόνο ήθελε και τόλμη…!!!!!!! Τα πράγματα είναι απλά…!!!!!
    Ας άκουγε τη φωνή που τον ωθούσε απροσδιόριστη αλλά επιτακτική, να επιχειρήσει το ανέφικτο. Δεν ήταν φαίνεται πιο δυνατή απ’ το δισταγμό και την ταπεινοφροσύνη.
    Εχασε την ευκαιρία να ξεκινήσει την προσπάθεια για το ταξίδι, την περιπέτεια, την ανακάλυψη……!

    • fvasileiou 31/07/2010 στο 8:22 μμ Reply

      Είναι θέμα τόλμης, αλλά όχι μόνο.
      Κάποια πράγματα -και κάποιοι άνθρωποι- χρειάζονται άλλους χρόνους, πιο αργούς ρυθμούς…

      • Αναστασία Γιαννοπούλου 31/07/2010 στο 8:58 μμ Reply

        Εμένα πάλι μου ταιριάζει αυτό:

        Kαλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
        και στης νυχτός την αγκαλιά,
        με τα χρυσά σου φώτα!
        Nα ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα,
        για να κοιτάζω γύρου
        σε λιτανεία να περνούν
        τα ονείρατα τα πρώτα.

        H τρικυμία στο πέλαγος
        και στη ζωή να παύει,
        μακριά μαζί σου φεύγοντας
        πέτρα να ρίχνω πίσω,
        να μου λικνίζεις
        την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
        δίχως να ξέρω πού με πας
        και δίχως να γυρίσω! Κ. Καριωτάκης

        Και επειδή είμαι «φύσει» και «θέσει» αισιόδοξη… θεωρώ ότι
        αφού αποφάσισε να κατέβει, καλώς το αποφάσισε…!!!!!!!
        Ο χρόνος δεν θα βοηθούσε…!!!!
        Σκέψου πως αν γινόταν διαφορετικά πιθανόν να μην είχε καν καταγραφεί………!!!!!!!!!!!

  2. Xαρά Μο 31/07/2010 στο 8:07 μμ Reply

    Όμορφη ιστορία… Το τέλος μου έφερε στο νου τους στίχους από ένα τραγούδι «αυτό τα ΑΝ μα αν αλλάξεις δυο γράμματα, τότε το ΑΝ σου θα γίνει ένας δρόμος ΝΑ πας»…

    • fvasileiou 31/07/2010 στο 8:22 μμ Reply

      «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό!»

      • Χαρά Μο 31/07/2010 στο 8:54 μμ Reply

        Θα μιλάμε με τραγούδια σήμερα! Λολ

  3. thalassinimatia 01/08/2010 στο 12:23 πμ Reply

    Πολλές φορές μια απλή και κουραστική διαδρομή μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα ταξίδι αισθήσεων/

    Αχ αυτά «αν»…

    Καλό υπόλοιπο σκ!

    • fvasileiou 01/08/2010 στο 8:40 μμ Reply

      …και παραισθήσεων! 😉

  4. Αναστασία 01/08/2010 στο 1:31 μμ Reply

    A, ρε Φώτη, κι εκείνη το ίδιο μπορεί να σκεφτότανε.
    Ατιμη η τόλμη, δεν ερχεται όταν τη χρειαζόμαστε, «έρχεται όποτε θελει», που λεει κι ενα άλλο τραγούδι.
    Καλημέρα, καλό μήνα και καλή τυχη!

    • fvasileiou 01/08/2010 στο 8:41 μμ Reply

      Καλό μήνα!

      Δεν ξέρω αν φταίει το κείμενο ή η εποχή, πάντως όλοι έχουμε κι ένα τραγούδι στο μυαλό μας 🙂

  5. Σοφία 01/08/2010 στο 2:13 μμ Reply

    Το έχω πει χιλιάδες φορές και μάλλον αποτελεί φράση κλισέ, αλλά προτιμώ να μετανιώσω για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα! Έστω, να φάω τα μούτρα μου, αλλά να ξέρω ότι δεν έχασα κάτι που μπορεί και να άξιζε πολλά…
    Καλησπέρα Φώτη μου!

    • fvasileiou 01/08/2010 στο 8:48 μμ Reply

      Δηλαδή είσαι κι εσύ υπέρ του «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό»…

  6. Fri 01/08/2010 στο 6:41 μμ Reply

    Όμορφη η ιστορία σου, με ένα άρωμα μελαγχολίας στο τέλος. Πόσες φορές όλοι μας δεν έχουμε πει ‘αν’, αλλά και πόσες έχουμε δαγκώσει τα χείλη στη λάθος στιγμή;
    Καλό μήνα εύχομαι 🙂

    • fvasileiou 01/08/2010 στο 8:46 μμ Reply

      Καλό μήνα!

      Ξέρεις, ακόμα και οι πιο αστείες ιστορίες τις περισσότερες φορές στο τέλος σου αφήνουν μια μελαγχολία -σκέψου τον Τσάπλιν, τον Κίτον ή τον Άλεν.

  7. Pink Fish 03/08/2010 στο 3:24 μμ Reply

    όμορφη, καθημερινή, αληθινή ιστορία

  8. Γιώτα 09/08/2010 στο 2:44 μμ Reply

    Η ζωή θέλει τόλμη! Χωρίς αυτήν, δεν ζεις πραγματικά! 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: