Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2010

5 + 5 Favourite Franchises

Από την μια οι χαρτογιακάδες των στούντιο που θέλουν να βάζουν τα λεφτά τους σε ασφαλείς επενδύσεις, να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους και να απομυζούν μια καλή και επικερδή ιδέα κι απ’ την άλλη -πώς να το κάνουμε;- η επιθυμία (ανάγκη;) του θεατή να ξαναδεί τους αγαπημένους του ήρωες σε νέες περιπέτειες, έχουν κάνει τις κινηματογραφικές σειρές να κυριαρχούν στα ταμεία και τις συζητήσεις των σινεφίλ.

Για να γιορτάσω το αγαπημένο από τους θεατές, συκοφαντημένο από τους κριτικούς και λοιδορημένο από τους κουλτουριάρηδες κινηματογραφικό φαινόμενο έφτιαξα δυο πεντάδες με τα πιο αγαπημένα μου.

Θα ρωτήσετε: Γιατί όχι μια δεκάδα; Ένα top ten;

Υπάρχει απάντηση, αλλά την αφήνω στον καθένα σας να την σκεφτεί. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Πρώτη Πεντάδα


1. The Godfather Trilogy

Χρειάζονται ιδιαίτερες εξηγήσεις;

Η ιδέα των ιθυνόντων της Paramount να κάνουν μια ταινία-αναφορά στα γκανγκστερικά φιλμ του ’30 και του ’40, στα χέρια του Coppola γίνεται κοινωνικοπολιτική παραβολή και αρχετυπική ιστορία, σχεδόν βιβλική παραβολή, για την Οικογένεια και την Πατρότητα.

2. The Indiana Jones Quatrilogy

Ο Indy μας έμαθε ότι ο ηρωισμός μπορεί να είναι κάτι απλό τελικά, το παραμύθι δίπλα μας, ο ορίζοντας ανοιχτός, η παιδικότητα πολύ σοβαρό και ενήλικο πράγμα.

Όσο μεγαλώνω τον αγαπάω περισσότερο…

3. Mad Max Trilogy

Ξεκίνησε ως μια ακόμα αυστραλιανή ταινία με αυτοκίνητα, αλλά έγινε παγκόσμιο κινηματογραφικό φαινόμενο. Μελαγχολικό και βίαιο, στενό μέσα στην απεραντοσύνη των κόκκινων ερήμων.

Το δεύτερο είναι το πιο αγαπημένο μου

4. The Lord Of The Rings

Η μυθολογία του Tolkien απέκτησε την ιδανική κινηματογραφική μεταφορά. Μεγαλειώδες και βαθύ στην σύλληψη και την εκτέλεση και, με έναν παράξενο τρόπο, απέριττο μέσα στον πλούτο των σκηνικών, των κουστουμιών, και των εφέ.

5. Back To The Future

Φέτος είναι η χρονιά του: 25 χρόνια από την πρώτη προβολή του πρώτου μέρους και γίνονται τιμητικές προβολές, πάρτι, μπλογκοαφιερώματα. Ξανάδα πριν από λίγους μήνες το πρώτο μέρος μετά από χρόνια και όλα λειτουργούν θαυμάσια και σήμερα. Ελπίζω να το ανακαλύψουν και οι σημερινοί πιτσιρικάδες.

Δεύτερη Πεντάδα:


1. Dirty Harry

Ο Βρώμικος ήρωας του Ίστγουντ σε έναν συνδυασμό western και noir άλλαξε τις αστυνομικές ταινίες και μας χάρισε μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες ατάκες. Το κακό είναι ότι, αν και απολαυστικές, οι ταινίες δεν στέκονται όλες στο ίδιο ύψος.

2. Alien Quatrilogy

Αν διαβάσει κανείς την ιστορία αυτής της σειράς, θα διαπιστώσει ότι παρά την επιτυχία της, το στούντιο ποτέ δεν την αγάπησε. Το δείχνει και η κατάληξή της (Alien vs Predator shit).

3. Die Hard Quatrilogy

Εντάξει, η σειρά είναι άνιση: Η πρώτη ταινία επαναπροσδιόρισε το είδος της αστυνομικής περιπέτειας και εισήγαγε έναν νέου ήθους ήρωα, η δεύτερη αναμασούσε την πρώτη, η τρίτη είχε ωραίες σκηνές δράσης και καλούς συμπρωταγωνιστές αλλά αδύναμη κεντρική ιδέα, η τέταρτη θα ήθελα να είναι λίγο πιο σκληρή. Αναμένουμε την πέμπτη, Bruce.

4. Lethal Weapon

Με το Φονικό Όπλο έχω το ίδιο πρόβλημα που έχω με το Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει: Ενώ η πρώτη ταινία ήταν μια σκληρή αστυνομική περιπέτεια με έναν αυτοκτονικό κεντρικό ήρωα, κατέληξε κωμωδία -πώς το κατάφεραν αυτό; Πάντως οι ταινίες είναι πολύ καλές…

5. James Bond

Κοιτάξτε τι συμβαίνει εδώ: Ενώ πολλές ταινίες του Bond μου αρέσουν πολύ, ενώ θα πάω να δω την κάθε επόμενη ταινία του στο σινεμά, δεν μπαίνω στο τριπάκι. Μένω πάντα (τουλάχιστον) λίγο απέξω. Εκτός από το Casino Royal -αυτό ήταν πολύ, πολύ γαμάτο.

Advertisements

Αγαμέμνων

Ήταν ένα ωραίο βράδυ.

Τα χρόνια είχαν περάσει, πολλά χρόνια είχαν περάσει, αλλά η μυρουδιά του σπιτιού παρέμενε η ίδια.

Παράξενο αλήθεια:

Εγώ τόσο κουρασμένος, τσακισμένος, στα μαλλιά μου παντού άσπρες τρίχες, ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από το στόμα μου δυο βαθιές γραμμές. Και το ίδιο το σπίτι να έχει γεράσει και σαν να έχει γύρει με έναν τρόπο, αλλά η μυρουδιά του παρέμενε η ίδια.

Μπήκα μέσα, άφησα τις βαλίτσες και σκέφτηκα ότι εδώ ανήκω. Κι ένιωσα ωραία!

Πήρα την γυναίκα αγκαλιά και την έσφιξα και την σήκωσα και την έτριψα πάνω μου και την φίλησα βαθιά, πολύ βαθιά, χωρίς σταματημό και με τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια πολύ ανοιχτά για να βλέπω τα βλέφαρά της. Πέρασα πολλά χρόνια με τα μάτια κλειστά να την ονειρεύομαι με τα πόδια της ψηλά κι ανοιχτά σαν διαβήτης στο διάστημα κι εγώ ανάμεσά τους κολλημένο μοιρογνωμόνιο. Τα δάχτυλά μου να βυθίζονται μέσα της τα χείλη μου να κολλάνε στον λαιμό της, τα νύχια της να ματώνουν την πλάτη μου, το σάλιο μου να μπερδεύεται με τα υγρά της. Η γεύση της. Οι σπασμοί της. Η ακανόνιστη ανάσα της. Ζεστή. Στο αυτί μου. Μια κραυγή.

Ναι, τόσα χρόνια έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν όλα ετούτα κι έτσι τώρα, που την είχα στην αγκαλιά μου, στα χείλη μου, κρατούσα τα μάτια πεισματικά ανοιχτά –έβλεπα;

Δεν μ’ άφησε να ξεντυθώ, δεν μ’ άφησε να κάνω ένα μπάνιο να διώξω από πάνω μου τον ιδρώτα, το βάρος και την σκόνη του ταξιδιού. «Πεινάς», μου είπε και με πήρε από το χέρι στην κουζίνα. Το τραπέζι στρωμένο, ένα μπουκάλι κόκκινο, δυνατό κρασί στη μέση, κεριά γύρω τριγύρω και λουλούδια. Άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα.

Ναι, κάθισα και φάγαμε και ήπιαμε και γελάγαμε και όλα ήταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα, ο πόλεμος. Χάιδευε τα μαλλιά μου και με τάιζε με το πιρούνι της και γέμιζε συνεχώς τα ποτήρια μας.

Το παραδέχομαι: Χαίρομαι που έζησα αυτό το δείπνο. Δεν το μετανιώνω που αφέθηκα. Δεν λυπάμαι που νόμισα πως και για μένα ήταν δυνατόν να υπάρξει κάτι τέτοιο. Χαίρομαι που παραμυθιάστηκα χαίρομαι. Ήμουν ευτυχισμένος.

Σηκώθηκα και της είπα ότι θα πάω να κάνω ένα ντους. Με αγκάλιασε και με φίλησε. Ρούφηξε την γλώσσα μου στο στόμα της και τα χέρια της σφίξανε τους μηρούς μου και τους κολλήσανε πάνω της. Μου είπε:

«Το μπάνιο μπορεί να περιμένει, το κρεβάτι μας κι εγώ όχι».

Κι εγώ την κοιτούσα μόνο. Είπε:

«Έλα. Σε θέλω τώρα» και χαμογέλασε και τα μάτια της μισόκλεισαν κι η φωνή της ήταν βραχνή.

Κι εγώ την κοιτούσα. Και σκέφτηκα –τι παράξενο!– τα σεντόνια. Τα σεντόνια με αυτήν την υπέροχη σπιτικιά μυρουδιά και το πόσο θα βρώμιζαν από το ταξιδεμένο σώμα μου.

«Δέκα λεπτά, καλή μου», της είπα, «δέκα λεπτά μόνο θα χρειαστώ» και προχώρησα στο μπάνιο.

Δεν κλειδώθηκα φυσικά. Ήξερα ότι θα έρθει. Μου άρεσε να έρχεται και να μου τρίβει την πλάτη με το σφουγγάρι. Να γονατίζει και να μου τρίβει τα μεριά, τα γόνατα. Να στηρίζομαι στον ώμο της για να σηκώσω το πόδι να τρίψει το πέλμα μου. Ήξερε ότι όλα αυτά μου άρεσαν – ήξερα ότι θα έρθει.

Έκλεισα απλώς την πόρτα πίσω μου κι έβγαλα τον χιτώνα. Άνοιξα το νερό, ζεστό νερό ύστερα από πολλά, πολλά χρόνια και στάθηκα από κάτω του.

Ξέρετε, ήμουν χαρούμενος.

Άφησα ώρα να τρέξει το νερό στο σώμα μου, να με μουσκέψει και να με ζεστάνει καλά κι έπειτα έβαλα σαμπουάν στα μαλλιά μου. Άσπροι απαλοί αφροί και μυρουδιές ειρήνης και πολιτισμού.

Η πόρτα πίσω μου άνοιξε αργά.

Χαμογέλασα.

Άκουσα σιγανά βήματα.

Ναι, καύλωσα.

Μια βαθιά ανάσα ακριβώς πίσω μου.

Και τότε, τότε ένιωσα την πρώτη τσεκουριά.

Με χτύπησε ακριβώς στη βάση του λαιμού, στον αυχένα και το αίμα τινάχτηκε σαν να το κρατούσα χρόνια σκλαβωμένο στις αρτηρίες μου και σκόρπισε παντού. Οι αφροί του σαμπουάν κοκκίνισαν, τα πλακάκια κοκκίνισαν, τα χέρια του κοκκίνισαν κι εγώ έπεσα στα γόνατα.

Ο Αίγισθος, μάθετε, ήταν φίλος μου. Ο Αίγισθος ήταν αδερφός μου. Πώς να σας το πω: Τον αγαπούσα –νομίζω δηλαδή ότι ακόμα τον αγαπώ. Και σίγουρα δεν τον μισώ. Δεν τον μισώ όπως μισώ την γυναίκα –αυτό είναι σίγουρο.

Πήρε όμως το τσεκούρι ο Αίγισθος. Αφού μου είχε πάρει πρώτα την γυναίκα ο Αίγισθος. Ο φίλος μου ο Αίγισθος. Ο αδερφός μου. Και με το τσεκούρι ο Αίγισθος μου έδωσε μια στον αυχένα και μου τσάκισε τον τραπεζοειδή μυ κι εγώ έπεσα στα γόνατα κι ακόμα μια και μια τρίτη και το κεφάλι μου αποκόπηκε εντελώς και κύλισε μαζί με τα νερά και τα αίματα.

Έλεγα στον εαυτό μου: Τώρα πέθανες. Τώρα είσαι νεκρός. Τώρα όλα τελείωσαν για σένα. Κι όμως, έβλεπα την γυναίκα μου να κλείνει το νερό και να φέρνει το τσουβάλι. Έβλεπα τον εαυτό μου πεσμένο, αποκεφαλισμένο να αιμορραγεί. Ο φίλος μου ο Αίγισθος μπήκε μαζί μου στην μπανιέρα με το τσεκούρι. Έκοβε και πέταγε στο τσουβάλι, το κεφάλι μου, τα χέρια, τα πόδια, το κορμί μου. Κι έτσι νεκρό και τεμαχισμένο με σύραν στην αυλή κι ανάψανε φωτιά και πέταξαν μέσα ένα-ένα τα κομμάτια μου να καούν, να γίνουν στάχτη και καπνός που θα τα σκορπίζει ο άνεμος. Κι έπειτα χέρι-χέρι μπήκαν στο σπίτι και, όπως ήταν, με τα αίματα και τις στάχτες αγκαλιάστηκαν και πέσαν στο κρεβάτι, στα καθαρά σεντόνια και γαμηθήκανε όπως δεν είχαν γαμηθεί ποτέ στο παρελθόν.

Κάποιοι θα αναρωτιούνται, αλλά απάντηση δεν έχω. Δεν ξέρω αν ήμουνα καλός σύζυγος, καλός πατέρας ή φίλος. Σ’ ένα δικαστήριο, αν γινόταν, πολλοί, φαντάζομαι, θα είχαν να καταθέσουν πολλά, καλά και κακά. Σας το λέω όμως ειλικρινά: Ήμουνα πάντα όσο πιο καλός μπορούσα. Ποτέ δεν έγινα κακός συνειδητά. Ούτε μια φορά για να το ρίξω έξω κι εγώ.

Απορία

Η πολιτική σκηνή της Ελλάδας θυμίζει ξεχειλωμένη σαπουνόπερα, που μετά από μερικές δεκαετίες συνεχούς προβολής και μερικές χιλιάδες επεισόδια, οι σεναριογράφοι της έχουν ξεκουτιάνει τόσο, ώστε δεν θυμούνται τι έγραφαν στο προηγούμενο επεισόδιο.

Μας είπε, για παράδειγμα, ο κ. Πάγκαλος προχτές «τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί«* και με αυτή την δήλωση συντάχτηκαν ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος κ. Πεταλωτής και ο κ. Χυτήρης.

Με άλλα λόγια: Η άποψη τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί* είναι πλέον η επίσημη άποψη της Κυβέρνησης. Και του Πασόκ, αφού όσοι μας κυβερνούν ηγούνται και του κόμματος.

Οπότε γιατί όλο αυτό το πήγαιν’ έλα με τις Εξεταστικές και τις Προανακριτικές επιτροπές; Γιατί τα θα μιλήσει – δεν θα μιλήσει; Γιατί οι καταθέσεις, οι διαρροές, οι εκτιμήσεις, οι αναλύσεις, τα σχόλια, ο χρόνος που καταναλώνουν τα δελτία, οι σελίδες στις εφημερίδες, τα πίξελ των «ενημερωτικών» «blog»;

Αν τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί, τι ψάχνουν να βρουν; Προς τι ο θόρυβος και ο χαβαλές;

——————-

*Απαραίτητη διευκρίνιση:

Τα λεφτά τα φάγαΝΕ όλοι μαζι. Εγώ, τουλάχιστον, όχι μόνο δεν συμμετείχα σε κανένα τσιμπούσι, αλλά δεν βρέθηκε καν ένας χριστιανός να με φωνάξει να γλύψω από τις κοκάλες που πετάγαν στα σκυλιά τους.

Η Λίμνη με τα Νούφαρα

Στο Ανατολικό Ζαγόρι, κοντά στο Γρεβενίτι και πολύ κοντά στη Μονή Βουτσάς, μέσα σε ένα πυκνό ελατόδασος, βρίσκεται η Λίμνη με τα Νούφαρα.

Θυμάμαι τα βήματά μου πάνω στο χορτάρι / Ανεπαίσθητοι ήχοι κάτω από τα πέλματά μου / Χώμα και χορτάρι να υποχωρεί στα βήματά μου / Ζουζούνια να ξεπηδάνε αλαφιασμένα / Το φως που διαχεόταν διαθλασμένο από τα πυκνά φυλλώματα / Την γαλήνη των ήχων και των σιωπών του δάσους

Κοιτάζω τις φωτογραφίες μια-μια για να τις διαλέξω και να σας τις παρουσιάσω

Ψάχνω λόγια

Ψάχνω λόγια.

Και είναι εδώ που φαίνεται η διαφορά του ταλαντούχου γραφιά από τον απλό -ταπεινό ελπίζω- μπλόγκερ:

Όσες λέξεις αραδιάζω για την Λίμνη με τα Νούφαρα είναι οι γνωστές, οι τετριμμένες, με τον φθαρμένο ήχο και το ξεθωριασμένο νόημα:

Είναι πανέμορφη

παραμυθένια

γαλήνια

μοναδική

υπέροχη

φανταστική

ονειρική…

Γι’ αυτό σταματώ εδώ.

Θα βρεθεί κάποιος με τις σωστές λέξεις για να μιλήσει για αυτόν τον τόπο…

Σ’ ένα τέτοιο τόπο ειρηνεύει η ψυχή και καταλαγιάζει η συνείδηση.

Και τι παράξενο:

Αν καθίσεις ήσυχος και αφεθείς μέσα από αυτή την γαλήνη και το καταλάγιασμα θα ξυπνήσει το σώμα. Μια πολύ βαθιά, πολύ έντονη, πολύ αληθινή διέγερση.

…ίσως μια ανάμνηση της αρχέγονης ένωσης του ανθρώπου με την γη.

…ίσως μια επιβεβαίωση της προσωπικής σχέσης με τον συγκεκριμένο τόπο.

Κι αν τώρα, που κάθομαι και σας τα λέω, ούτε τόσο γαλήνιος είμαι, ούτε τόσο ήμερος, ούτε τόσο χαρούμενος, ευχαριστημένος, πλήρης ή ξεκούραστος, φτάνει μια σιωπηλή υπόσχεση ότι σύντομα θα πατήσω ξανά τα ίδια χώματα για να μπορέσω να συνεχίσω στο επόμενο βήμα.

Και η μεσαία τάξη;

H μεσαία τάξη απουσιάζει εντελώς από τον δημόσιο διάλογο.

Κυβέρνηση, αντιπολίτευση και ΜΜΕ αποφεύγουν επιμελώς να αναφερθούν στις συνέπειες που αντιμετωπίζουμε από την λαίλαπα της πολιτικής ΓΑΠ-ΔΝΤ, παρότι είμαστε εμείς -μικρομεσαίοι, μεσομεσαίοι, μεγαλομεσαίοι- που τραβάμε το κουπί των μέτρων και της «προσπάθειας για έξοδο από την κρίση».

Το πιο ανησυχητικό, το πιο φοβηστικό, είναι ότι κανένας δεν μιλάει για τις προοπτικές:

Τι θα σημάνει η έξοδος από την κρίση για τους υπαλλήλους, τους μικροεπιχειρηματίες, τους μαγαζάτορες;

Θα αποκατασταθεί η αγοραστική μας δύναμη; Πότε;

Κανένας δεν φαίνεται να έχει τις απαντήσεις από αυτά τα ερωτήματα. Κανένας δεν μπαίνει καν στον κόπο να συζητήσει τέτοια θέματα.

Ο Πρωθυπουργός στην ΔΕΘ περιορίστηκε να αναφερθεί μάλλον γενικόλογα στις προοπτικές των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων -και κάπου πρόσθεσε πως όταν ξεπεραστεί η κρίση, θα ληφθούν πρόνοιες για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Αυτά. Στους μεσαίους δεν μπήκε κόπο ούτε να τάξει κάτι μελλοντικό και θολό.

Ο τρόπος που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα στην Κυβέρνηση αποτυπώνεται στα όσα λέγονται σχετικά με το πετρέλαιο θέρμανσης:

– Το πετρέλαιο θέρμανσης θα εξισωθεί με το πετρέλαιο κίνησης, πράγμα που σημαίνει υπερδιπλασιασμό της περσινής του τιμής, αν συμπεριλάβουμε και τους φόρους που έχουν ήδη ανέβει.

– Το πετρέλαιο θα ακριβύνει για να παταχθεί μπλα-μπλα-μπλα το λαθρεμπόριο και η φοροδιαφυγή.

– Το πετρέλαιο θα ακριβύνει για να μην θερμαίνουν -όπως είπε ο κύριος ΓΑΠ- όσοι έχουν βίλες στην Πολιτεία τις πισίνες τους με κρατική επιδότηση.

– Θα δοθεί ένα επίδομα 300-400 ευρώ στους χαμηλοσυνταξιούχους σε 3 ή 4 δόσεις.

Το αναπόφευκτα συμπεράσματα είναι τα εξής:

Στο κόσμο του Πρωθυπουργού κ. ΓΑΠ υπάρχουν μόνο ιδιοκτήτες πολυτελών κατοικιών στην Πολιτεία και χαμηλοσυνταξιούχοι. Τους μεν θα τους φορολογήσει, στους δε, αφού περιέκοψε τις ήδη πενιχρές συντάξεις τους, θα δώσει ένα χαρτζιλίκι.

Αντίθετα στον δικό μου κόσμο υπάρχουν μεροκαματιάρηδες οικογενειάρχες με στεγαστικό δάνειο, που οι αποδοχές τους βαρβαρωδώς έχουν περικοπεί.

Στον δικό μου κόσμο οι άνθρωποι πηγαίνουν κάθε πρωί στη δουλειά τους με τον φόβο ότι αυτή θα είναι η μέρα που το αφεντικό θα τους καλέσει στο γραφείο να τους «εξηγήσει την κατάσταση».

Στον δικό μου κόσμο υπάρχουν μικροεπιχειρηματίες που δεν ξέρουν αν θα μπορέσουν να κρατήσουν την επιχείρησή τους ζωντανή και το επόμενο εξάμηνο.

Στον δικό μου κόσμο υπάρχουν απολυμένοι και άλλοι που δεν τους ανανεώθηκαν οι συμβάσεις, που κάθε πρωί προσπαθούν να βρουν ένα λόγο για να βγουν να μοιράσουν βιογραφικα.

Η μεσαία τάξη της χώρας μας συρρικνώνεται -για να μην πω εξολοθρεύεται: Το μόνο που φαίνεται να νοιάζει την κυβέρνηση ΓΑΠ-ΔΝΤ είναι να παραμείνουμε όσοι περισσότερο μπορούμε πάνω από την λεπτή λογιστική γραμμή που ορίζει το όριο της φτώχειας, για να μην βυθιστεί η χώρα στην κατάταξη και τα στατιστικά.

Προσπαθώ να φανταστώ την Ελλάδα που θα προκύψει μετά από μια εξέλιξη:

Δεν μου αρέσει.

Κατάνυξη (Πρωινό Δευτέρας)

Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Ήρεμα. Φόρεσε τις παντόφλες του χωρίς να κοιτάζει –δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Το παντελόνι και το πουκάμισο κρεμόταν στην καρέκλα δίπλα στην μπαλκονόπορτα, τα πήρε κι άρχισε να ντύνεται με επιτηδευμένα ήσυχες κινήσεις. Ξερόβηχε πού και πού. Χασμουρήθηκε. Καθώς φορούσε τις κάλτσες του παραπάτησε κι έσπρωξε δυνατά την καρέκλα πάνω στο τζάμι της πόρτας. Κατά βάθος ήθελε να την ξυπνήσει. Ήθελε να δει μέσα στο γκρίζο φως τα βλέφαρά της να ανοίγουν και τα βλέφαρά της να σχίζονται σε ένα τρυφερό κάπως απορημένο χαμόγελο. Ν’ ακούσει την φωνή της λίγο βραχνή και σαν ακούρδιστη να συνθέτει μια καλημέρα· ένα τι γίνεται. Ν’ αγκαλιαστούν και να φιληθούν. Όμως εκείνη δεν ξύπνησε από τους θορύβους που κατά λάθος έκανε, μόνο έβγαλε ένα απαλό ήχο από την μύτη, σαν πνιχτό αναστεναγμό κι αγκάλιασε το μαξιλάρι που ήταν κάτω από το κεφάλι της. Στάθηκε πάνω από το κεφάλι της και την κοίταξε. Το στόμα της ήταν μισάνοιχτο και κόμποι-κόμποι το σάλιο κυλούσε. Τα μάγουλά της φαινόταν πολύ λευκά / αέρινα / δροσερά σαν να τα έχει καλύψει η πρωινή πάχνη. Τα μαλλιά της κάλυπταν το αφτί και χάνονταν μέσα στο σεντόνι. Ήταν κουλουριασμένη, ένας μικρός, στρογγυλός λόφος κάτω από τα σκεπάσματα –πόσο θα ήθελε να την σηκώσει στα χέρια του και να την κλείσει μέσα στα σπλάχνα του. Έσκυψε και την φίλησε αργά, με προσοχή στο μέτωπο, μην αναπνέοντας καν. Όχι, δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Γλίστρησε έξω από το δωμάτιο και φόρεσε τα παπούτσια του. Σκεφτόταν: Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη έννοια της λέξης κατάνυξη.

Τώρα μπορούσε να πάει στη δουλειά.

Τα ελαφάκια της Μονής Βουτσάς

Στο Ανατολικό Ζαγόρι κοντά στο χωριό Γρεβενίτι βρίσκεται η Ιερά Μονή Βουτσάς -η Παναγιά η Πωγωνιώτισσα, όπως έλεγε παλιότερα ο λαός.

Το μοναστήρι είναι χτισμένο σε μια μαγευτική τοποθεσία: Στην μικρή κοιλάδα που σχηματίζεται από το πέρασμα του ποταμού Βάρδα, στο μέσον ενός πανέμορφου δάσους.

Η παράδοση αναφέρει ότι η μονή ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο το 672, αλλά η κτιτορική επιγραφή στο καθολικό αναφέρει ότι ανακαινίσθηκε και ιστορήθηκε (αγιογραφήθηκε δηλαδή) κατά το έτος 1680.

Αν και η ιστορία του μοναστηριού χάνεται στα βάθη των αιώνων, η πιο τραγική στιγμή συνέβη τον περασμένο αιώνα:

Στις 13 Οκτωβρίου 1943 η Μονή Βουτσάς κάηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των αντάρτικων ομάδων της περιοχής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι δυνάμεις των κατακτητών κατέκαψαν επίσης και το διπλανό χωριό, το Γρεβενίτι -όπως και άλλα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου- και εκτέλεσαν 25 κατοίκους. Και είναι βέβαιο, ότι αν οι κάτοικοι δεν έβρισκαν καταφύγιο στα δάση, τα θύματα θα ήταν περισσότερα. Αναφέρονται κι άλλες ωμότητες των Γερμανών, αλλά δεν είναι της ώρας.

Επισκέφτηκα το Μοναστήρι πριν από μερικά χρόνια. Η πρόσβαση ήταν πολύ δύσκολη: Ένας άθλιος χωματόδρομος συνέδεε το Μοναστήρι με την επαρχιακή οδική αρτηρία. Το καθολικό που σωζόταν σε σχετικά καλή κατάσταση ανακαινιζόταν και ξαναχτίζονταν τα κελιά των μοναχών. Σε μια γωνιά ήταν ένα μικρό παράπηγμα με δυο ελαφάκια. Ο π. Σεραφείμ, ο ηγούμενος της Μονής, μας εξήγησε ότι τα είχαν βρει τραυματισμένα και τα περιέθαλψαν.

Αυτά πριν μερικά χρόνια.

Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν φέτος περνώντας από κείνα τα μέρη είδα ότι τα έργα είχαν ολοκληρωθεί. Κι ενώ προσπαθούσα να εξηγήσω στον φίλο που ήταν μαζί μου την κατάσταση που είχα αντικρίσει πριν από λίγα χρόνια, τα είδαμε να κάθονται ήρεμα.

Βγάλαμε τις φωτογραφικές μηχανές βιαστικά, τα φωτογραφήσαμε όπως-όπως, αλλά αυτά εκεί, αμέριμνα και αραχτά. Ξεθαρέψαμε κι εμείς και σιγά-σιγά τα πλησιάσαμε.

Όταν το είδαμε να σηκώνεται, νομίσαμε ότι τρόμαξε κι ότι θα έτρεχε -αμ δε…

Παιδιά, σας λέω ειλικρινά: Δεν υπάρχουν λόγια όταν βλέπεις το άγριο τόσο κοντά σου και τόσο ήμερο. Σαν να σωματοποιείται μπροστά στα μάτια σου η αφηρημένη έννοια της ομορφιάς!

Όταν τα χορτάσαμε κατηφορίσαμε στην πλαγιά. Σε ένα περιφραγμένο χώρο είδαμε παγόνια.

Και πιο κάτω, είδαμε κι άλλα, πολλά ελάφια να τρεχοβολάνε και να παίζουν. Για σκεφτείτε: Από ένα ζευγάρι που περισυνέλεξαν κάποτε, με την φροντίδα και την αγάπη των μοναχών, αποικίζεται ολόκληρη η κοιλάδα με ελαφάκια!

Η ώρα δεν ήταν κατάλληλη για επισκέψεις, αλλά χτυπήσαμε την πόρτα της Μονής.

Ο μοναχός που μας άνοιξε πρόθυμα μας οδήγησε στο Καθολικό, αλλά δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες.

Οι εργασίες ανακαίνισης του καθολικού έχουν ολοκληρωθεί, οι αγιογραφίες έχουν αποκατασταθεί και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.

Επίλογος:

Ψάχνω μέρα για να ξαναπάω.