Αγαμέμνων

Ήταν ένα ωραίο βράδυ.

Τα χρόνια είχαν περάσει, πολλά χρόνια είχαν περάσει, αλλά η μυρουδιά του σπιτιού παρέμενε η ίδια.

Παράξενο αλήθεια:

Εγώ τόσο κουρασμένος, τσακισμένος, στα μαλλιά μου παντού άσπρες τρίχες, ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από το στόμα μου δυο βαθιές γραμμές. Και το ίδιο το σπίτι να έχει γεράσει και σαν να έχει γύρει με έναν τρόπο, αλλά η μυρουδιά του παρέμενε η ίδια.

Μπήκα μέσα, άφησα τις βαλίτσες και σκέφτηκα ότι εδώ ανήκω. Κι ένιωσα ωραία!

Πήρα την γυναίκα αγκαλιά και την έσφιξα και την σήκωσα και την έτριψα πάνω μου και την φίλησα βαθιά, πολύ βαθιά, χωρίς σταματημό και με τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια πολύ ανοιχτά για να βλέπω τα βλέφαρά της. Πέρασα πολλά χρόνια με τα μάτια κλειστά να την ονειρεύομαι με τα πόδια της ψηλά κι ανοιχτά σαν διαβήτης στο διάστημα κι εγώ ανάμεσά τους κολλημένο μοιρογνωμόνιο. Τα δάχτυλά μου να βυθίζονται μέσα της τα χείλη μου να κολλάνε στον λαιμό της, τα νύχια της να ματώνουν την πλάτη μου, το σάλιο μου να μπερδεύεται με τα υγρά της. Η γεύση της. Οι σπασμοί της. Η ακανόνιστη ανάσα της. Ζεστή. Στο αυτί μου. Μια κραυγή.

Ναι, τόσα χρόνια έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν όλα ετούτα κι έτσι τώρα, που την είχα στην αγκαλιά μου, στα χείλη μου, κρατούσα τα μάτια πεισματικά ανοιχτά –έβλεπα;

Δεν μ’ άφησε να ξεντυθώ, δεν μ’ άφησε να κάνω ένα μπάνιο να διώξω από πάνω μου τον ιδρώτα, το βάρος και την σκόνη του ταξιδιού. «Πεινάς», μου είπε και με πήρε από το χέρι στην κουζίνα. Το τραπέζι στρωμένο, ένα μπουκάλι κόκκινο, δυνατό κρασί στη μέση, κεριά γύρω τριγύρω και λουλούδια. Άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα.

Ναι, κάθισα και φάγαμε και ήπιαμε και γελάγαμε και όλα ήταν σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα, ο πόλεμος. Χάιδευε τα μαλλιά μου και με τάιζε με το πιρούνι της και γέμιζε συνεχώς τα ποτήρια μας.

Το παραδέχομαι: Χαίρομαι που έζησα αυτό το δείπνο. Δεν το μετανιώνω που αφέθηκα. Δεν λυπάμαι που νόμισα πως και για μένα ήταν δυνατόν να υπάρξει κάτι τέτοιο. Χαίρομαι που παραμυθιάστηκα χαίρομαι. Ήμουν ευτυχισμένος.

Σηκώθηκα και της είπα ότι θα πάω να κάνω ένα ντους. Με αγκάλιασε και με φίλησε. Ρούφηξε την γλώσσα μου στο στόμα της και τα χέρια της σφίξανε τους μηρούς μου και τους κολλήσανε πάνω της. Μου είπε:

«Το μπάνιο μπορεί να περιμένει, το κρεβάτι μας κι εγώ όχι».

Κι εγώ την κοιτούσα μόνο. Είπε:

«Έλα. Σε θέλω τώρα» και χαμογέλασε και τα μάτια της μισόκλεισαν κι η φωνή της ήταν βραχνή.

Κι εγώ την κοιτούσα. Και σκέφτηκα –τι παράξενο!– τα σεντόνια. Τα σεντόνια με αυτήν την υπέροχη σπιτικιά μυρουδιά και το πόσο θα βρώμιζαν από το ταξιδεμένο σώμα μου.

«Δέκα λεπτά, καλή μου», της είπα, «δέκα λεπτά μόνο θα χρειαστώ» και προχώρησα στο μπάνιο.

Δεν κλειδώθηκα φυσικά. Ήξερα ότι θα έρθει. Μου άρεσε να έρχεται και να μου τρίβει την πλάτη με το σφουγγάρι. Να γονατίζει και να μου τρίβει τα μεριά, τα γόνατα. Να στηρίζομαι στον ώμο της για να σηκώσω το πόδι να τρίψει το πέλμα μου. Ήξερε ότι όλα αυτά μου άρεσαν – ήξερα ότι θα έρθει.

Έκλεισα απλώς την πόρτα πίσω μου κι έβγαλα τον χιτώνα. Άνοιξα το νερό, ζεστό νερό ύστερα από πολλά, πολλά χρόνια και στάθηκα από κάτω του.

Ξέρετε, ήμουν χαρούμενος.

Άφησα ώρα να τρέξει το νερό στο σώμα μου, να με μουσκέψει και να με ζεστάνει καλά κι έπειτα έβαλα σαμπουάν στα μαλλιά μου. Άσπροι απαλοί αφροί και μυρουδιές ειρήνης και πολιτισμού.

Η πόρτα πίσω μου άνοιξε αργά.

Χαμογέλασα.

Άκουσα σιγανά βήματα.

Ναι, καύλωσα.

Μια βαθιά ανάσα ακριβώς πίσω μου.

Και τότε, τότε ένιωσα την πρώτη τσεκουριά.

Με χτύπησε ακριβώς στη βάση του λαιμού, στον αυχένα και το αίμα τινάχτηκε σαν να το κρατούσα χρόνια σκλαβωμένο στις αρτηρίες μου και σκόρπισε παντού. Οι αφροί του σαμπουάν κοκκίνισαν, τα πλακάκια κοκκίνισαν, τα χέρια του κοκκίνισαν κι εγώ έπεσα στα γόνατα.

Ο Αίγισθος, μάθετε, ήταν φίλος μου. Ο Αίγισθος ήταν αδερφός μου. Πώς να σας το πω: Τον αγαπούσα –νομίζω δηλαδή ότι ακόμα τον αγαπώ. Και σίγουρα δεν τον μισώ. Δεν τον μισώ όπως μισώ την γυναίκα –αυτό είναι σίγουρο.

Πήρε όμως το τσεκούρι ο Αίγισθος. Αφού μου είχε πάρει πρώτα την γυναίκα ο Αίγισθος. Ο φίλος μου ο Αίγισθος. Ο αδερφός μου. Και με το τσεκούρι ο Αίγισθος μου έδωσε μια στον αυχένα και μου τσάκισε τον τραπεζοειδή μυ κι εγώ έπεσα στα γόνατα κι ακόμα μια και μια τρίτη και το κεφάλι μου αποκόπηκε εντελώς και κύλισε μαζί με τα νερά και τα αίματα.

Έλεγα στον εαυτό μου: Τώρα πέθανες. Τώρα είσαι νεκρός. Τώρα όλα τελείωσαν για σένα. Κι όμως, έβλεπα την γυναίκα μου να κλείνει το νερό και να φέρνει το τσουβάλι. Έβλεπα τον εαυτό μου πεσμένο, αποκεφαλισμένο να αιμορραγεί. Ο φίλος μου ο Αίγισθος μπήκε μαζί μου στην μπανιέρα με το τσεκούρι. Έκοβε και πέταγε στο τσουβάλι, το κεφάλι μου, τα χέρια, τα πόδια, το κορμί μου. Κι έτσι νεκρό και τεμαχισμένο με σύραν στην αυλή κι ανάψανε φωτιά και πέταξαν μέσα ένα-ένα τα κομμάτια μου να καούν, να γίνουν στάχτη και καπνός που θα τα σκορπίζει ο άνεμος. Κι έπειτα χέρι-χέρι μπήκαν στο σπίτι και, όπως ήταν, με τα αίματα και τις στάχτες αγκαλιάστηκαν και πέσαν στο κρεβάτι, στα καθαρά σεντόνια και γαμηθήκανε όπως δεν είχαν γαμηθεί ποτέ στο παρελθόν.

Κάποιοι θα αναρωτιούνται, αλλά απάντηση δεν έχω. Δεν ξέρω αν ήμουνα καλός σύζυγος, καλός πατέρας ή φίλος. Σ’ ένα δικαστήριο, αν γινόταν, πολλοί, φαντάζομαι, θα είχαν να καταθέσουν πολλά, καλά και κακά. Σας το λέω όμως ειλικρινά: Ήμουνα πάντα όσο πιο καλός μπορούσα. Ποτέ δεν έγινα κακός συνειδητά. Ούτε μια φορά για να το ρίξω έξω κι εγώ.

Advertisements

18 thoughts on “Αγαμέμνων

  1. Χαρά Μο 26/09/2010 στο 8:31 μμ Reply

    Δεν έχω λόγια… Δεν έχω ανάσα. Απλά -σαν σχιζοφρενής που είμαι- χαμογελώ για τους δικούς μου λόγους… Εξαιρετικό το κείμενο! 🙂

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:59 μμ Reply

      Μήπως χαμογελάς για τους δικούς μου;

      • Xαρά Μο 29/09/2010 στο 12:32 μμ Reply

        Λες οι δικοί σου λόγοι να είναι και δικοί μου; To χαμόγελο παραμένει, όπως και να ‘χει. Καλημέρα!

  2. harryplusk 26/09/2010 στο 10:08 μμ Reply

    Δεν ξέρω αν ο Αίγισθος σκότωσε έτσι τον Αγαμέμνωνα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αυτό το κείμενα είναι εξαιρετικό και κάλλιστα θα μπορούσε να μια μοντέρνα εκδοχή.
    Και η ειρωνεία: αύριο ξεκινάει ο Dexter.

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:57 μμ Reply

      Έχω μείνει λίγο πίσω στον Dexter -εγώ ετοιμάζομαι να δω την τρίτη σεζόν.

      Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

  3. Σοφία 27/09/2010 στο 1:40 πμ Reply

    Ξεκίνησα να διαβάζω το κείμενο κι ενθουσιάστηκα! Είπα πως θα είναι ένα ακόμα από εκείνα τα ερωτικά και λίγο πρόστυχα κείμενα που έχω συνηθίσει να διαβάζω από σένα και… Μπαμ! Με έβγαλες απότομα από το κλίμα που περίμενα!
    Α! Θυμήθηκα κι ένα κείμενο που είχα διαβάσει από σένα (πρέπει να έχει 2,5 χρόνια, για έναν άντρα που κοιμήθηκε στο πεζοδρόμια) και θέλω να το βρω, να το ξαναδιαβάσω… Δεν ξέρω γιατί, απλά το θυμήθηκα!
    Καλό βράδυ!

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:58 μμ Reply

      Πίστεψέ με, δεν έχω ανεβάσει κάτι πρόστυχο στο μπλογκ και δεν νομίζω ότι θα το κάνω, Σοφία.
      Πολύ χαίρομαι που σου άρεσε και που θυμάσαι 😉

  4. hfaistiwnas 27/09/2010 στο 6:54 πμ Reply

    Άπειρο συναίσθημα και μάλιστα με γνωστά πρόσωπα.. 🙂
    Τραγική κίνηση, τραγική αναμονή του θανάτου…
    Ωραία ιστορια αγαπητέ

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:56 μμ Reply

      Χαίρομαι που σου άρεσε, φίλε μου. 😉

  5. astrofegia 27/09/2010 στο 10:55 πμ Reply

    Ο σύγχρονος Αγαμέμνονας που προδώθηκε και πλήρωσε με τη ζωή του…
    Αλλά είναι όπως τα λες κλείνοντας…η μια εκδοχή της αλήθειας..Πόσες φορές πρόδωσε και πόσες φορές αφαίρεσε, ο ίδιος, ζωές?
    Οι περισσότεροί μας έχουμε την καλύτερη εικόνα για τον εαυτό μας για το πώς ζούμε και το τι πράττουμε και φυσικά δεν ξεχνάμε να κολλάμε στο τέλος: «είχαμε τις καλύτερες προθέσεις για όλα…»
    Μήπως ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει στην πραγματικότητα? Λέω μήπως?
    Υπέροχο διήγημα…!

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:56 μμ Reply

      Το ερώτημά σου μοιάζει ρητορικό, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν έχω απάντηση.

  6. Fri 28/09/2010 στο 1:35 μμ Reply

    Έχω μείνει άφωνη!
    Δε μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω, κι όσο διάβαζα δε μπορούσα να σταματήσω να ανατριχιάζω!

    • fvasileiou 28/09/2010 στο 1:55 μμ Reply

      Το εκλαμβάνω ως θετικό και σ’ ευχαριστώ πολύ 😀

  7. antiphono 29/09/2010 στο 8:34 μμ Reply

    μπράβο φίλτατε, εξαίρετος!

    • fvasileiou 29/09/2010 στο 10:18 μμ Reply

      Ευχαριστώ πολύ 🙂

  8. logicomix 30/09/2010 στο 1:38 μμ Reply

    Μου άρεσε.
    Έχει πολλές αναγνώσεις.
    Παρακάμπτω την φροϋδική για να μιλήσω για το σήμερα.
    Έτσι όπως κοιτάς «τα κομμάτια σου» είσαι ο σύγχρονος έλληνας .
    Όχι όμως ο νεοέλληνας με τις πολλές εναλλακτικές και τις δικές του πατέντες. Αυτός θα κοίταζε από την κλειδαρότρυπα του μπάνιου και μόλις έφθανε ο Αίγιστος θα του έβαζε τη λαβή απο το τσεκούρι στον…
    Προσωποποιείς το σημερινό δράμα με τον πιό κινηματογραφικό τρόπο. Ναι φίλε ! αυτό είμαστε , εξακολουθούμε να δουλεύουμε, να βγαίνουμε, να σκεπτόμαστε ,να αμφιβάλουμε ,να μη μιλάμε σαν να είμαστε ήδη νεκροί και παρακολουθούμε τα κομάτια μας σε ρεπορτάζ , σε ριάλιτι , σε χαμόγελα πολιτικών , σε χέρια πλαστικών γυναικών που θα πλαγιάσουν με τον Αίγιστο στη στιλπνή επιφάνεια ενός CD , είμαστε στην ουρά ενός δημόσιου συσσιτίου , με το κινητό- σκεύος στα χέρια , περιμένοτας με βουλιμικά μάτια τη μερίδα μας στην προδοσία .

  9. Κατερίνα 25/09/2012 στο 2:48 μμ Reply

  10. arkoudos 26/09/2012 στο 3:15 μμ Reply

    Θαυμάσιο το κείμενο – με έπιασε εξ’ απίνης, είχα ξεχάσει ονόματα και καταστάσεις, και ήμουν τυχερός ως προς αυτό, δεν ήξερα τι κρύβει η επόμενη στροφή, σαν να το ζούσα.

    Θαυμάσιο το κείμενο, θαυμάσιος ο τρόπος περιγραφής. Kudos.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: