Monthly Archives: Οκτώβριος 2010

Μπουζούκι μου διπλόχορδο

Πάνε δέκα χρόνια από τότε που αγόρασα τον τζουρά. Ένα ωραίο σκαφτό όργανο από ξύλο οξιάς, που ο ήχος του είναι άγριος και γλυκός ταυτόχρονα.

Δεν ήξερα να παίζω όταν τον πήρα. Δεν ήξερα μουσική. Απλώς έφτιαχνα μεζέδες και μαζευόμασταν στο σπίτι μου στην Κόνωνος όλοι οι τότε φίλοι, πίναμε και τρώγαμε κι ο Νίκος μας έπαιζε παλιά τραγούδια στο μπουζούκι του.

Σιγά-σιγά, που η παρέα φυλλορρόησε και η φιλία μου με τον Νίκο βάθυνε, άρχισα να τραγουδάω σιγανά και να παίζω το κομπολόι με το ποτήρι. Κι επειδή ήμουνα καλός στο κράτημα του ρυθμού, σκέφτηκα να πάρω ένα μπαγλαμά με κάτι λεφτά που μου είχαν έρθει από μια υποτροφία. Ο Νίκος τελικά με έπεισε να πάρω τον τζουρά, για να μπορώ να παίζω και κάνα τραγουδάκι –ο μπαγλαμάς είναι μόνο για το τσίγκι-τσίγκι.

Φέραμε βόλτα τον Πειραιά και την Αθήνα, πήγαμε σε όλους τους οργανοποιούς, παλιούς και καινούργιους, είδαμε, ρωτήσαμε, ο Νίκος δοκίμαζε τα όργανα. Τελικά τον αγοράσαμε από τον Τσακιριάν.

Το πρώτο τραγούδι που έμαθα ήταν το Τούτοι οι μπάτσοι πού ‘ρθαν τώρα.

Μάγκες πιάστε τα βουνά...

Ο Νίκος είχε υπομονή, κι εγώ είχα πάρα πολλή επιμονή. Μου έδειξε τους δρόμους και πολλά τραγούδια κι εγώ κοίταζα τα δάχτυλά του που χόρευαν πάνω στα τάστα και προσπαθούσα να κλέψω κινήσεις. Και όταν ήμουνα μόνος μου για ώρες βάραγα τον τζουρά γκράπα-γκρούπα. Μάθαινα.

Μετά από λίγους μήνες αποφάσισα να πάρω και μπουζούκι –εννοείται τρίχορδο. Πάλι βόλτες στα εργαστήρια, πάλι ερωτήσεις, πάλι δοκιμές, πάλι στον Τσακιριάν καταλήξαμε. Πήρα όμως ένα πολύ ωραίο όργανο: Παλαιικού τύπου, αχλαδοειδές, από μουριά κι έβενο, πραγματικό έργο τέχνης. Ο Νίκος το κούρδισε και έπαιξε δυο-τρία τραγούδια για να το ακούσουμε, κι ο Τσακιριάν γούσταρε που τον άκουσε να βαράει όλες τις χορδές, κι άρχισε να μας λέει ιστορίες από τους παλιούς, τον Μάρκο, τον Παπαϊωάννου, τον Γενίτσαρη.

Ο φίλος μου ο Βασίλης εδώ κρατάει τον τζουρά μου.

Κόλλησα. Δεν τα αποχωριζόμουνα τα όργανα με τίποτα. Και σαββατοκύριακο να έφευγα, μαζί μου τα έπαιρνα. Καλοκαίρι δούλευα στην Ξάνθη, μπουζούκι και τζουράς μαζί. Διακοπές, πάλι μαζί. Τα καμάρωνα. Τα έβγαζα και τα έδειχνα σε όλους τους απίθανους τύπους που μπαινόβγαιναν τότε στο σπίτι μου.

Και δικαίως από μιαν άποψη:

Ο τζουράς και το μπουζούκι παραμένουν ακόμα και σήμερα μαζί με τα βιβλία μου τα μοναδικά περιουσιακά μου στοιχεία.

Μόνο στο στρατό δεν είχα τα όργανα μαζί μου, αν και τα δυο πιο όμορφα βράδια της θητείας μου παίζοντας τα πέρασα: Την Τσικνοπέμπτη, που ο αξιωματικός υπηρεσίας έφερε το μπουζούκι του και δυο μπουκάλια ουίσκι· βιοτεχνικό προϊόν, αλλά στην αναβροχιά… Και την παραμονή της απόλυσής μου, που την γιόρτασα στην Ξάνθη πίνοντας και παίζοντας μέχρι τα ξημερώματα.

Ξάνθη, η παρέα του "Έρκολου"

Με τον Νίκο πια παίζαμε καθημερινά. Είχαμε μάθει ο ένας τα χούγια του άλλου, είχαμε συγχρονιστεί και ακουγόμασταν καλά οι δυο μας. Καφές, κρασί, μπουζούκι, κουβέντα.

Παραδέχομαι ότι αυτό, το να παίξω μαζί με άλλους, πολύ μου λείπει και πολύ το νοσταλγώ.

Κατά καιρούς μαζεύεται κανένα παρεάκι και είτε στο σπίτι, είτε σε ταβέρνα μπορεί να ρίξω παίξω κάτι. Αλλά πλέον όλο και πιο σπάνια.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι όλο και πιο δύσκολα πείθομαι να παίξω μπροστά σε τρίτο πια. Αν δεν ξέρω τον άλλον, αν δεν ξέρω ότι γουστάρει τα τραγούδια που παίζω, δεν μπορώ. Γιατί –πώς να το κάνουμε– δεν είμαι και κανένας δεξιοτέχνης. Δεν υπάρχει τίποτα στο παίξιμό μου για να θαυμάσει ο απέξω. Απλώς παίζω σωστά και επαρκώς τα τραγούδια που μου αρέσουν. Και τα τραγούδια που μου αρέσουν δεν ακούγονται στα ρεμπετάδικα. Τα ξέρουν οι πιο μυημένοι. Αυτοί θα τα γνωρίσουν από την πρώτη νότα, θα ρουφήξουν μια καλή γουλιά από το ποτήρι τους και θα τραγουδήσουμε μαζί Μωρή για το γινάτι σου.

Τώρα εδώ στην Λευκωσία έχω μαζί μου μόνο τον τζουρά. Καμιά φορά που θέλω να παίξω το Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω, το Πέντε Έλληνες στον Άδη ή το Βουνό μου λείπει το μπουζούκι, αλλά δεν βαριέσαι: Ο τζουράς είναι ό,τι πρέπει να τα ζόρικα ραστ του Μάρκου και μου αρέσει καμιά φορά να παίζω και δημοτικά, τα Παιδιά της Σαμαρίνας ή το Αρχοντόπουλο, το Γιάννες εποίκε κάλεσμα, ας πούμε…

Advertisements

Διακαναλικά διλήμματα και απειλές

Αν δεν έχεις προσόντα να επιδείξεις, μερικές φορές είναι αρκετό να επισημαίνεις τα μειονεκτήματα του άλλου.

Κι αν δεν μπορείς να εμπνεύσεις, μπορείς να τρομοκρατήσεις.

Γενικότητες θα μου πεις, αλλά αυτά πάνω-κάτω σκεφτόμουνα βλέποντας την διακαναλική τηλεοπτική εμφάνιση του Πρωθυπουργού κυρίου ΓΑΠ.

Δεν ξέρω ποιοι έπεισαν τον ΓΑΠ και με ποια επιχειρήματα να δώσει τόσο μεγάλη σημασία στις αυτοδιοικητικές εκλογές -είναι η πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, που Κυβέρνηση συναρτά την παραμονή της στην εξουσία από το ποιος θα εκλεγεί δήμαρχος.

Η λογική τους όμως χωλαίνει από παντού.

Διότι όταν κάποιος σου λέει απερίφραστα: «Αν δεν ψηφίσετε τους δημάρχους που σας υποδεικνύω εγώ, μπορεί να πάω σε εκλογές», τότε η στοιχειώδης απάντηση που επιβάλλεται να δώσει κάθε πολίτης με δημοκρατική συνείδηση είναι: «Εγώ θα ψηφίσω εκείνους που θέλω, κι εσύ κάνε ό,τι θες».

Κι όταν ένας πολίτης διαφωνεί με μια πολιτική και προσανατολίζεται στην καταψήφιση όσων συντάσσονται με αυτή, τότε οι εκλογές δεν είναι απειλή, αλλά υπόσχεση!

Ακόμα και η απειλή της χρεωκοπίας παύει να είναι απειλή για τους συνταξιούχους που από 600 ευρώ τον μήνα παίρνουν πλέον 400, για τους ανθρώπους που χάνουν την δουλειά τους, για τους επιχειρηματίες που βάζουν λουκέτα, για τους ασθενείς, που αναγκάζονται να κουβαλούν τα δικά τους σεντόνια και τις γάζες (ναι, γίνεται αυτό!) στα δημόσια νοσοκομεία και πάει λέγοντας.

Βέβαια ο κύριος ΓΑΠ βρίσκει και τα κάνει. Ή, πιο σωστά, δημιούργησε τις συνθήκες στις οποίες μπορεί να θέτει τέτοια διλήμματα και να «απειλεί» με αυτόν τον τρόπο:

Στην Ελλάδα μέχρι το Μνημόνιο, αν δεν μας άρεσε η πολιτική που ασκούσε μια Κυβέρνηση, την αντιπολιτευόμασταν, μέχρι που αργά ή γρήγορα έχανε τις εκλογές κι έφευγε. Ο ΓΑΠ όμως με το Μνημόνιο πέτυχε να μην μπορούμε να ξεφορτωθούμε τις πολιτικές του, ακόμα κι αν ξεφορτωθούμε τον ίδιο.

Κι εδώ φαίνεται η ανεπάρκεια της αντιπολίτευσης.

Διότι στις διαπιστώσεις είναι όλοι καλοί. Ακόμα κι ο ΓΑΠ σήμερα δεν έχανε ευκαιρία να μας πει πόσο διαφωνεί με τα μέτρα που παίρνει και πόσο τον πονάνε. Το θέμα λοιπόν δεν βρίσκεται στην διαπίστωση της άθλιας κατάστασης στην οποία βυθίζεται η χώρα και την διαφωνία. Βρίσκεται στην διατύπωση ρεαλιστικής πολιτικής πρότασης εξόδου από το ΔΝΤ, χωρίς φυσικά να πάψουμε να είμαστε μέρος του Δυτικού κόσμου και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει αυτό και, φυσικά, δεν είναι δουλειά μου να πω πώς μπορεί να γίνει αυτό. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, εγώ δεν πρόκειται να επιβραβεύσω με την ψήφο μου πολιτικές και πολιτικούς που μας φτωχαίνουν με κάθε πιθανή έννοια της λέξης.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, ακόμα κι αν ο κος ΓΑΠ κάνει εκλογές επειδή θα χάσει την περιφέρεια ο κος Σγουρός, ακόμα κι αν ο κος ΓΑΠ πάψει να είναι Πρωθυπουργός, οι Τρόικα, δυστυχώς, φαίνεται ότι θα συνεχίσει να μας επισκέπτεται με την ίδια συχνότητα…

Το Δίλημμα και το Μήνυμα

Ενάμιση χρόνο μετά το διαβόητο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», ο κύριος ΓΑΠ μας θέτει ένα καινούργιο δίλημμα: «Βαρβαρότητα ή Χρεωκοπία».

Δεν ξέρω πόσοι θα μασήσουν.

Οι δοκιμαζόμενοι πολίτες ζουν στο πετσί τους την βαρβαρότητα της πολιτικής του. Κι οι άνεργοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, που από 600 ευρώ τώρα παίρνουν 400, οι μικροεπιχειρηματίες που κλείνουν τα μαγαζιά τους, οι συνάνθρωποί μας που μπαινοβγαίνουν στα νοσοκομεία κι αναγκάζονται να πληρώνουν εξετάσεις που μέχρι χτες καλύπτονταν από τα Ταμεία ή κουβαλάνε μαζί τους σεντόνια, γάζες, φάρμακα, όλοι εμείς δηλαδή, γιατί να φοβηθούμε την απειλή της χρεωκοπίας;

Ο κος Σαμαράς από την άλλη φρόντισε πολύ έγκαιρα να διαχωρίσει την θέση του από την πολιτική ΓΑΠ-ΔΝΤ, αλλά ο πολιτικός του λόγος εξαντλείται σε διαπιστώσεις. Όσα προτείνει για την έξοδο από το Μνημόνιο δεν ακούγονται πιστευτά –αν μη τι άλλο, ο κύριος ΓΑΠ με τα «πάσι Θεού» του και τα «λεφτά υπάρχουν», μας πρόσφερε τουλάχιστον αυτό: Να είμαστε πιο δύσπιστοι απέναντι σε όσους μας τα λένε εύκολα και παριστάνουν ότι έχουν τις λύσεις στο τσεπάκι τους.

Έτσι για πρώτη φορά έχουμε ένα τόσο μεγάλο κενό αντιπροσώπευσης.

Ανάμεσα στο Πασόκ –που ειλικρινά, δεν ξέρω ποια κοινωνική ομάδα μπορεί να εκπροσωπεί σήμερα– και τη ΝΝΔ του κου Σαμαρά που επιχειρεί να συσπειρώσει όσους γοητεύονται από τον «καθαρό» δεξιό λόγο του, είμαστε όλοι εμείς.

Είμαστε εμείς που κανένας από τους υπάρχοντες πολιτικούς οργανισμούς ή από εκείνους που πρόκειται να ιδρυθούν στο άμεσο μέλλον δεν μιλάει για τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις προοπτικές μας, τα όνειρά μας.

Κι είμαστε εμείς που θέτουμε το πραγματικό δίλημμα των προσεχών εκλογών:

Πώς μπορούμε να καταψηφίσουμε ΓΑΠ-ΔΝΤ χωρίς να δώσουμε την νίκη σε κανέναν;

Στο βαθμό που θα μπορέσουμε να το απαντήσουμε με επιτυχία, θα έχουμε στείλει και το σωστό μήνυμα…

Ο ναυαγός της αγάπης

Ανοίγω το παλιό τ’ αλφαβητάρι

που κάποτε μού ‘χε χαρίσει ο παππούς

και ταξιδεύω μόνος στο φεγγάρι

ξεχνιέμαι, χάνομαι μαζί με τους τρελούς

πουλώντας τα όνειρά μου στο παζάρι

παραδομένος σε πανάρχαιους σκοπούς.

 

Σαν ναυαγός που είμαι της αγάπης

μη περιμένεις σθεναρά ν’ αντισταθώ

όταν θυμάμαι την απρόσιτη ματιά σου

τα όνειρά μου στο παζάρι τα πουλώ

αφού δεν μ’ έφεραν στη σκοτεινή αγκαλιά σου

κι αφού είμαι ανίκανος μπροστά να κινηθώ.

 

Μα σαν περάσει και τούτο εδώ το βράδυ

και ξημερώσει η μαραζωμένη αυγή

ό,τι περσεύει απ’ της ζωής μου το κουβάρι

θα το φυλάξω απ’ το φως μη πληγωθεί

κι όταν ξανά θα πέσει το σκοτάδι

θα το βουτήξω στην καρδιά σου να βαφτεί

και σαν το σύρω από τ’ άπατο πηγάδι

στα πανηγύρια ακριβά θα πουληθεί.

(1997)

 

——————

Δες και: Χείλια σκασμένα και Ακούγοντας κηρύγματα

Woody Allen: [Η βροχή]

Από το συναρπαστικό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Στιγκ Μπιερκμαν Ο Γούντι Άλεν για τον Γούντι Άλλεν (μτφρ. Πόλυ Λυκούργου, Μεταίχμιο) αντιγράφω ένα απόσπασμα από τις σελίδες 223-25, στο οποίο έχω αναφερθεί πολλές φορές:

Λατρεύω την βροχή (…) Στις Μέρες ραδιοφώνου, στην πρώτη πρώτη σκηνή, δείχνω πού μεγάλωσα – δίπλα στον ωκεανό, στην παραλία. Μόνο που το δείχνω με κακοκαιρία. Ταυτόχρονα ακούγεται η φωνή μου -καθώς είμαι ο αφηγητής- να λέει όλο αθωότητα: «Μεγάλωσα σ’ ένα υπέροχο μέρος». Και το κοινό σκάει στα γέλια. Εγώ όμως το εννοούσα στα σοβαρά. Ο βροχερός καιρός για μένα είναι υπέροχος καιρός. Γι’ αυτό και θέλω να κάνω εξωτερικά γυρίσματα όταν ο καιρός είναι άσχημος. Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τις ταινίες μου μέσα στα χρόνια, θα παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει ηλιοφάνεια. Μόνο συννεφιά. Με κριτήριο τις ταινίες μου, θα πίστευε κανείς ότι στη Νέα Υόρκη βρέχει τόσο συχνά όσο στο Λονδίνο. Ότι μας καλύπτει ένας γκρι, βαρύς ουρανός. Τρελαίνομαι για βροχή, για την ατμόσφαιρά της. Βέβαια είναι μεγάλο μανίκι να γυρίσεις σκηνές με βροχή, μεγάλη ταλαιπωρία. Αλλά τις θέλω αυτές τις βροχερές, ατμοσφαιρικές σεκάνς στις ταινίες μου. Βρέχει στη Χάνα, βρέχει στις Μέρες ραδιοφώνου, βρέχει στις Απιστίες κι αμαρτίες, βρέχει στους Μυστηριώδεις φόνους στο Μανχάταν. Και είναι όλες υπέροχες σκηνές. Ακόμα και το κορίτσι στα Παντρεμένα ζευγάρια το ονόμασα Ρέιν, γιατί βρίσκω το όνομα πολύ όμορφο.(…)

Όταν ξυπνάω το πρωί, κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Αν είναι όπως τώρα (από τα πανοραμικά παράθυρα του νεοϋορκέζικου διαμερίσματος του Γούντι βλέπουμε έναν γκρι, συννεφιασμένο ουρανό), αισθάνομαι κι εγώ εντάξει. Όσο πιο μουντός είναι ο καιρός, τόσο το καλύτερο. Μέρες με ηλιοφάνεια είναι μέρες που εγώ προσωπικά δεν μπορώ να λειτουργήσω. (…)

Αν μπορούσα να ρυθμίζω εγώ τον καιρό, θα είχαμε πέντε με έξι μέρες την εβδομάδα κακοκαιρία και μία ηλιοφάνεια. Άντε δύο, αλλά ιδανικά μόνο μία – κι αυτή μόνο και μόνο για να υπάρχει ποικιλία. καταλαβαίνεται λοιπόν γιατί και στις ταινίες ο ρομαντικός μου καιρός είναι ο βροχερός καιρός. (…)

Για μένα η βροχή μεταφράζεται σε οικειότητα. Οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους. Αναζητούν καταφύγιο. Βρίσκουν αλληλεγγύη κάτω από μια στέγη. Τρέχουν από το «έξω» στο «μέσα» για να προστατευτούν. Έτσι όλα γυρίζουν προς τα μέσα, γίνονται βαθύτερα. Την ίδια συμβολική αίσθηση έχω και με τη θέα του ωκεανού, το νερό της θάλασσας. (…)

Η βροχή δημιουργεί ένα πλαίσιο οικειότητας, είτε αυτό είναι ερωτικό, είτε συντροφικό. Επηρεάζει τις διαθέσεις των ανθρώπων. Με τον ίδιο τρόπο που, για παράδειγμα, όταν είσαι σε μια κρεβατοκάμαρα με τη γυναίκα που θέλεις να κάνεις έρωτα, επιλέγεις ή να κρατήσεις όλα τα φώτα ανοιχτά -κι αυτό είναι μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα- ή τα σβήνεις, τα απαλύνεις, δημιουργείς ένα πιο ρομαντικό, τρυφερό περιβάλλον. Κάπως έτσι λειτουργεί και ο ήλιος. Αν αφαιρέσει κανείς το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, αν προσθέσει συννεφιά, η ατμόσφαιρα γίνεται πιο τρυφερή και εξομολογητική. Μας κάνει να θέλουμε να ανοιχτούμε περισσότερο, να μοιραστούμε βαθιά συναισθήματα.

Έχουμε γενέθλια: Τρία χρόνια «Σημειωματάριο»

Στις 17 Οκτωβρίου 2007 με ένα κείμενο για τον θρύλο του Beowulf και την τότε αναμενόμενη ταινία του Zemeckis βούτηξα στα βαθιά του ελληνικού μπλογκοχωριού.

Ξεκίνησα αβέβαια. Χωρίς καλά-καλά να ξέρω τι γυρεύω εδώ. Μόνος μου στόχος ήταν να διατηρήσω το blog για 1-2 μήνες, ίσα-ίσα να δω τι παίζεται εδώ πέρα. Και το μόνο που ήξερα ήταν ότι δεν θα γράφω, δεν μπορώ να γράφω δηλαδή, βεβαιότητες κι απόλυτες αλήθειες (αυτά είναι δουλειά άλλου τύπου ανθρώπων), αλλά σπαράγματα, αδιαμόρφωτες σκέψεις, χωρίς άλλη συνέπεια πλην της τιμιότητας.

Πέρασαν τρία χρόνια ασταμάτητου blogging, που μεταφράζεται σε 504 άρθρα περί κινηματογράφου, μουσικής, λογοτεχνίας, κοινωνίας, πολιτικής, ιστορίας, ταξιδιών, κτλ, τα οποία δέχτηκαν 190.404 επισκέψεις και 6.197 σχόλια.

Και συνεχίζω.

Με τους ίδιους πάνω-κάτω στόχους: Να δω πόσο μπορώ να αντέξω και να είμαι συνεπής και τίμιος με τον εαυτό μου.

Για έναν απλό, απλούστατο λόγο: Το Σημειωματάριο είναι ένας ιδιωτικός χώρος, ο μόνος ιδιωτικός μου χώρος δηλαδή, που μπορώ να λειτουργώ πέρα από τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που έχω στην άλλη μου ζωή. Για αυτό μου είναι τόσο εύκολο να μπλογκάρω. Για αυτό βρίσκω πάντα τον χρόνο και την δυνατότητα να γράψω.

Όμως αυτή η επέτειος είναι μια αφορμή για να γιορτάσω τις σχέσεις που χτίστηκαν ανάμεσα σε μένα και σε σας. Έτσι αισθάνομαι και πάλι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω όλους εσάς που συνομιλούμε και δεθήκαμε αυτά τα τρία χρόνια.

Πρώτα-πρώτα όλους εκείνους που κλικάρουν το Σημειωματάριο είτε αφήνουν, είτε δεν αφήνουν κάποιο σχόλιο. Με κάποιους από σας γνωριστήκαμε μέσω Facebook, MySpace ή Twitter. Με κάποιους άλλους ίσως συναντηθούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, και κάποιους δεν θα τους μάθω ποτέ. Σας ευχαριστώ όμως όλους από καρδιάς.

Κι έπειτα είναι όλοι εκείνοι οι φίλοι blogger, συχωριανοί της ελληνικής μπλογκόσφαιρας, άνθρωποι με τους οποίους ανταλλάσσουμε επισκέψεις κι επικοινωνούμε χρόνια τώρα, τους θαυμάζω και τους αγαπώ:

Το έχω ξαναγράψει: Με την Σοφία δεν είναι ότι ξεκινήσαμε την ίδια πάνω-κάτω χρόνο, είναι ότι αισθάνομαι ότι την ξέρω χρόνια κι ας μην έχουμε συναντηθεί ποτέ -σαν παλιά μου συμμαθήτρια.

Ο apos είναι επίσης αρχαίος φίλος και τα κείμενά του, σαρκαστικά, βαθιά, με γνώση, πίκρα, πάθος, ένταση, είναι από τα καλλίτερα που κυκλοφορούν στην μπλογκόσφαιρα.

Πολλά-πολλά χρόνια ξέρω και την άλλη Σοφία, των Κόκκινων Νυκτών. Νομίζω ότι τα ταξιδιωτικά και γευσιγνωστικά post της μαζί με κείνα του Κιτσομήτσου είναι τα πιο κατατοπιστικά και σφαιρικά.

Με τον Σταύρο δεν συμφωνούμε μόνο στα πολιτικά. Μας συνδέει το Νησί και η Blake Lively!

Ο Belbo έχει εξαφανιστεί εδώ και 2-3 μήνες, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάπου ξεκουράζεται και σύντομα θα επιστρέψει πολύ-πολύ δυνατός.

Η Γιώτα είναι ένα γλυκό κορίτσι, που γράφει πολύ ωραία για σινεμά και όχι μόνο. Αγαπάω την αλήθεια της.

Και μια και μιλάω για σινεμά, θα ήθελα να αναφερθώ σε τρία εξειδικευμένα κινηματογραφικά μπλογκ -τα καλλίτερα ίσως στα ελληνικά: Το Cine-TV World του Bauer (ελπίζω, αρχηγέ, να τα πιούμε καμιά φορά στα περίφημα τσιπουράδικα της πατρίδας σου), το Cine Academy, και το Royal With Cheese της Annie Hall: Ανενοχική και με γνώση κουβέντα για ταινίες και σήριαλ -τι άλλο να θέλει κανείς;

Ο Ηφαιστίωνας είναι από τους σχετικά καινούργιους φίλους, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι η καλημέρα του μου είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητη μου είναι η αισιοδοξία και το χιούμορ του Mahler (ψάξτε τα κείμενα που κράζει το γυμναστήριο ή τη σχολή του) και η γλυκιά μελαγχολία της ενδοσκόπησης του Μικρού Ναυτίλου.

Υπάρχουν δυο μπλόγκερ που ζηλεύω πολύ την γραφή τους: Ο Γρηγόρης Στ. και ο Δύτης των Νιπτήρων.  Έχει βάθος, ποιητικότητα, ελλειπτικότητα, σφαιρικότητα, βιωματική σκέψη και κοινό αίσθημα.

Τον Cacofonix τον επισκέπτομαι σχεδόν καθημερινά. Αποδελτιώνει και σχολιάζει με συνέπεια και υπομονή που πολύ θα ήθελα να είχα.

Κι υπάρχουν τόσα και τόσα άλλα μπλογκ που επισκέπτομαι και αγαπώ: Η γλυκιά Κατερίνα, η e-diva, η Fri, o xtsanos, ο vad, η Έλενα, η Citronella (κι ας παίζει κυρίως στην τουιτολάνδη τον τελευταίο καιρό), οι Τρελοτουρίστες, η Αναστασία κι άλλοι, κι άλλοι κι άλλοι… Πόσο λυπάμαι που δεν μπορώ να αναφέρω όλα εκείνα τα μπλογκ που αγαπώ κι επισκέπτομαι τακτικά.

Σας ευχαριστώ όλους και συνεχίζουμε…

Η μελαγχολία του Μάνου Χατζιδάκι

Τις προάλλες μια φίλη μού έλεγε πως  ο τρίχρονος γιος της, όταν πρωτάκουσε μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, είπε πως είναι «λυπημένες».

Αυτό το χαρακτηριστικό του χατζιδακικού έργου, που κι ένα νήπιο το αντιλαμβάνεται, εμένα μου πήρε χρόνια, πολλά χρόνια να το συνειδητοποιήσω. Πάντα πρόσεχα άλλα στοιχεία του: Την λαϊκότητα και την παράδοση, την οδοιπορία, τον έρωτα και τον αισθησιασμό, την μοναξιά, την ενοχή, το παιχνίδι, την σχέση με τον χρόνο και την ιστορία.

Η μελαγχολία του Μάνου Χατζιδάκι παρέμενε εκτός του οπτικού μου πεδίου.

Κι όταν επιτέλους την διέκρινα, πριν από λίγο καιρό, πολύ με προβλημάτισε.

Βλέπετε, η μελαγχολία του Μάνου Χατζιδάκι δεν είναι η επιφανειακή μελαγχολία που συναντάμε στις μπαλάντες των «έντεχνων». Και δεν είναι ούτε η βαριά, κλινική, κατάθλιψη που διακρίνει κάποια παλιά λαϊκά τραγούδια. Η χατζιδακική θλίψη είναι βαθιά, ενδημική, υποδόρια, διαβρωτική και διαπερνά όλο του το έργο, ασχέτως με τις επιμέρους θεματικές.

Δεν μπορώ να το υποστηρίξω με λογικά επιχειρήματα, αλλά για μένα η χατζιδακική μελαγχολία είναι η μελαγχολία του μετά-.

Η μελαγχολία μετά τον έρωτα.

Η μελαγχολία μετά την ηδονή.

Η μελαγχολία μετά το τέλος.

Όπως όταν είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κοιτάς με τα μάτια μισόκλειστα την οροφή και είτε είναι κάποια ή κάποιος δίπλα σου είτε όχι, εσύ νιώθεις ότι κάτι έχει τελειώσει, κάτι έχει πεθάνει, κάτι δεν θα έρθει ποτέ-ποτέ ξανά, ότι πλέον θα είσαι διαφορετικός αλλά και ίδιος, κι είσαι απολύτως μόνος, ξεκομμένος απ’ τον κόσμο, χωρίς καμιά γέφυρα επαφής ή επικοινωνίας.

Ίσως, τελικά, εδώ να βρίσκεται το μυστικό:

Επειδή αυτές οι μουσικές χαρτογραφούν ένα αέναο και διηνεκές μετα-, γι’ αυτό παραμένουν τόσο σύγχρονες -κι ας έχουν περάσει 40 χρόνια από τον Μεγάλο Ερωτικό ή τριάντα από τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς και την Εποχή της Μελισάνθης.