Monthly Archives: Νοέμβριος 2010

Στον καιρό του ’90

Σχεδόν πριν από τρία χρόνια, μόλις είχαμε γνωριστεί δηλαδή, ο Γιώργος μου χάρισε το βιβλίο του Κ. Καμάρα «Πάρε το μηδέν», μια νοσταλγική περιήγηση στην δεκαετία του ’80 γεμάτη γλυκό χιούμορ –κάτι σαν ερωτική εξομολόγηση δηλαδή σε κάτι που επιτυχώς πέρασε. Το βιβλίο είναι απολαυστικό και διαβάζεται μονορούφι.

Μόνο που, πρέπει να το ομολογήσω, με άφησε κάπως εκτός.

Εντάξει, θυμάμαι το ’80 –έχω μερικές πολύ έντονες αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Θυμάμαι τις βάτες, τα σακάκια με τα σηκωμένα μανίκια, τα πάνινα παπούτσια, τα στενά –πολύ στενά όμως– τζιν, τις αλογοουρές, το Cosby Show και τα Καθημερινά του Γ. Κωνσταντίνου, τα ποιμενικά τραγούδια του Μηλιώκα, θυμάμαι να ακούμε στις ειδήσεις για μια καινούργια θανατηφόρο αρρώστια, θυμάμαι το «Ζήτω το Ελληνικό τραγούδι» του Σαββόπουλου τα Σαββατόβραδα στην ΕΡΤ 1, τον Ανδρέα με τα χέρια ανοιχτά να αγκαλιάζει τα πλήθη, την ΕΓΕ, την χειραψία Ρήγκαν-Γκορμπατσόφ, το Τσάλεντζερ… Θυμάμαι, σας λέω, πολλά. Έχω ζήσει πολλά.

Αλλά, πώς να το κάνουμε, εγώ, όπως κι ο Γιώργος, όπως και όλοι όσοι γεννηθήκαμε μέσα στη Μεταπολίτευση, είμαστε παιδιά του ’90. Αυτή την εποχή βγήκαμε από τα σπίτια μας, περπατήσαμε σε δρόμους πέρα από την γειτονιά μας, ψηλαφίσαμε μόνοι μας τον κόσμο.

…………

Δεν ξέρω αν φταίει η ηλικία που ήμουνα, αλλά έχω πολύ ζεστές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο. Ήταν μια αισιόδοξη εποχή. Όλα όσα ήταν ερμητικά κλειστά πριν λίγο καιρό, φαινόταν να ανοίγουν και να γίνονται προσιτά. Τείχη, σύνορα, όρια γκρεμίζονταν κι επαναπροσδιορίζονταν. Είχε μια επαναστατικότητα η εποχή, όχι οραματική, όπως των ’60s, αλλά πιο πραγματιστική.

Για πρώτη φορά ίσως στην ελλαδική κοινωνία υπήρχε τέτοια δίψα και ανάγκη για περισσότερες και αντικειμενικότερες πληροφορίες. Για στενότερη σχέση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Αυτή γέννησε και την ιδιωτική τηλεόραση. Σαφώς οι προσδοκίες που είχαμε τότε από τα ιδιωτικά κανάλια, ακούγονται σήμερα γελοιωδώς αφελείς -αλλά ποιος ξέρει πώς θα ακούγονται σε είκοσι χρόνια οι σημερινοί ύμνοι στα ενημερωτικά «blog» και την διαδικτυακή ενημέρωση;

…………

Θυμάμαι ένα τραγούδι του Στ. Κραουνάκη από τον δίσκο Εφημερία. Άκουγα πολύ Κραουνάκη τότε, φανατικά. Σήμερα βέβαια τον έχω απομυθοποιήσει, για να μην πω: απορρίψει.  Το έλεγε ο ίδιος μαζί με την Β. Μοσχολιού και λεγόταν Στον καιρό του ’90:

Στην κοιλιά του ‘90

Με τραγούδια του ‘60

Τι τριάντα, τι πενήντα

Μια ζωή σαν εκατό…

Κι ήταν ακριβώς έτσι:

Το ’90 σαν να μην υπήρχε πια χάσμα γενεών. Όχι μόνο διεκδικούσαν όλοι μερίδιο στη νιότη, αλλά συγκροτούνταν παρέες διηλικιακές. Δεν ξέρω -ίσως απ’ τη μια η γενιά των γονιών μας, που ήταν πιο φιλελεύθερη από τους παππούδες μας, ίσως κι εμείς που είμαστε λίγο πιο συντηρητικοί απ’ τους γονιούς μας. Ίσως που όλα τα παλιά, τα γερασμένα, ανακαινίστηκαν όπως-όπως και μας ξανασερβιρίστηκαν ως σπουδαία και σημαντικά, πάντα επίκαιρα κι αγέραστα: Τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη και τα τραγούδια του Πλέσσα, η Τζένη Βάνου και η Μαρινέλλα, η μυθολογία περί παρέας και κοινοτισμού.

Ναι, ήταν θλιβερό –κοιτάζοντας βέβαια εκ των υστέρων. Όπως ήταν και κωμικό. Ειδικά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι κάτι σημαντικό συντελείται εδώ, ότι συνεχίζεται ένας πανάρχαιος τρόπος και πολιτισμός. Ο τελευταίος σπασμός του ιδεολογήματος ότι αυτός ο φτενός τόπος μπορεί να αλλάξει την ιστορία του κόσμου.

…………

Προσπαθώ να θυμηθώ τον εαυτό μου το ’90 και δυσκολεύομαι.

Ή, μάλλον, δεν μπορώ να εντοπίσω έναν εαυτό, αλλά τρία διαφορετικά πρόσωπα: Το εγώ μαθητής του Κλασικού Λυκείου, το εγώ φοιτητής στα Γιάννενα, το εγώ μεταπτυχιακός και εργαζόμενος στην Αθήνα. Το καθένα με το δικό του background και φωτισμό και χρώματα και μουσική υπόκρουση. Διαφορετικά και αλληλοδιαδοχικά –παράξενο πράγμα! Ή μήπως όχι;

 

—————

Δες και: Ήταν τα ’80s μια εποχή αθωότητας;

Advertisements

Rain Is A Good Thing (Updated)

Σήμερα, ενώ περίμενα στην ουρά για το ταμείο στο σούπερμάρκετ ένα ζευγάρι ντόπιων πίσω μου έλεγε ότι ο φετινός Νοέμβριος είναι ο πιο άνυδρος από το 1901 ή το 1911 -δεν το καλοάκουσα. Αλλά τι σημασία έχουν οι στατιστικές; Το θέμα είναι ότι από τις τελευταίες βροχές της περσινής άνοιξης, εδώ, στην Λευκωσία, δεν έχουν πέσει παρά μόνο λίγες σταγόνες. Η θερμοκρασία παραμένει υψηλή, ο αέρας γεμάτος σκόνη, τα καυσαέρια από τις εξατμίσεις μοιάζουν να δυσκολεύονται να αναληφθούν και να διαλυθούν και μένουν στάσιμα στο ύψος της μύτης και του στόματός μας. Πηγαίνω για τρέξιμο σε ένα πάρκο λίγο παρακάτω από το σπίτι μου και πιάνεται η ψυχή μου με τα σκονισμένα, μισομαραμένα δέντρα. Κι ο κόσμος εδώ αγωνιά. Όλοι αναρωτιούνται πότε θα βρέξει, πότε επιτέλους θα έρθει ο χειμώνας. Κάποιοι φοράνε ζακέτες ή μπουφάν, στην Λάρνακα είδα πριν δεκαπέντε μέρες κι έναν με ζιβάγκο, όχι γιατί κάνει κρύο, αλλά νομίζω γιατί ασυνείδητα προσπαθούν να ξορκίσουν το καλοκαίρι και να φέρουν τον χειμώνα. Κι εγώ μαζί τους, όπως καταλαβαίνετε, σιγοτραγουδώ με τον Luke Bryan και περιμένω…

Update: Μετά από πρόταση του @stakon προσθέτω και ένα τραγούδι των CCR, που εδώ θα μπορούσε να είναι εσωτερικός (ή εξωτερικός) μονόλογος: Have you ever seen the rain?

Δυστυχώς όχι…

 

Με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί…

Πάντοτε ήμουνα άνθρωπος του κρασιού.

Νομίζω ότι γι’ αυτό ευθύνεται η φίλη με την οποία έβγαινα όταν ήμουν 17-18 χρονών. Ήταν λίγο μεγαλύτερή μου και θαύμαζα το γούστο, τους τρόπους, την άνεσή της. Όπου κι αν πηγαίναμε εκείνη πάντα παράγγελνε κρασί κι εγώ σχεδόν πάντα την αντέγραφα.

Δεν συμπαθώ το ουίσκι / Θέλω την βότκα μου με πορτοκαλάδα / Ένα ωραίο κοκτέιλ μου αρέσει πότε-πότε / Δεν είμαι φίλος της μπύρας –μόνο κάτι πικάντικες βαυαρέζικες πίνω με πραγματική ευχαρίστηση.

Κρασί λοιπόν. Και τσίπουρο –αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Μου αρέσουν τα δυνατά, ξηρά κρασιά, τα κατακόκκινα. Εκείνα που και με το άρωμά τους ακόμα, καθώς ξεπηδάει από τα χείλια του ποτηριού και εισχωρεί βαθιά στα ρουθούνια και τον εγκέφαλο, σε κάνουν να αισθάνεσαι ασφαλής και γαλήνιος. Μου αρέσουν και τα καθημερινά κρασιά της ταβέρνας, που τα πίνουμε με τις καράφες κουβεντιάζοντας παθιασμένα για πράγματα που οι άλλοι θεωρούν ότι δεν πρέπει να μας νοιάζουν. Ας είναι.

…………………………

Χτες κάποιοι καλοί φίλοι με κάλεσαν σπίτι τους να δούμε μια ταινία. Δούλευα όλη τη μέρα κλεισμένος στο γραφείο κι ήμουν πολύ κουρασμένος, κακοδιάθετος και με πονοκέφαλο. Τους είπα όμως «ναι», γιατί τους αγαπάω κι είχα μέρες να τους δω. Όμως αυτό το «να δούμε ταινία» μου φαινόταν βαρύ – το κεφάλι μου έβραζε.

Η λύση ήταν απλή:

Πήρα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και χτύπησα το κουδούνι τους. Φέρανε ποτήρια και τσουγκρίσαμε στην υγειά μας.

Το σκηνικό γνώριμο: Το μπουκάλι και τα ποτήρια στο τραπεζάκι μπροστά μας, πάνω σε χαρτιά και βιβλία / Ο φωτισμός φιλικός από την μαύρη λάμπα δαπέδου / Διακριτικές μουσικές στο background / Εμείς βυθισμένοι στους καναπέδες / Οι φωνές λίγο πιο βραχνές / Οι παύσεις να μεγαλώνουν, καθώς η ώρα περνούσε και το μπουκάλι άδειαζε / Ένα μοναχικό τσιγάρο να αργοσβήνει στο τασάκι / Ο θόρυβος του ασανσέρ και χαμηλές φωνές από το διπλανό διαμέρισμα / Καζανάκι  / Μια ωραία ατάκα, που θα κλέψω / Μια σοφή κουβέντα, που δυστυχώς δεν μπορώ να σας την μεταφέρω / Δυο λέξεις σαν φιλικό χτύπημα στην πλάτη / Ένα δεύτερο μπουκάλι / Ένα πιατάκι με φρούτα να στριμώχνεται στο τραπέζι…

Γύρισα σπίτι μου πολύ αργά, χωρίς πονοκέφαλο, ουσιαστικά ξεκούραστος. Τις τελευταίες μέρες έχει βάλει λίγη ψύχρα τις νύχτες –τίποτα σπουδαίο όμως, εγώ με κοντομάνικα και βερμούδες κυκλοφορώ. Άραξα για λίγο στο μπαλκόνι, πιο πολύ για να απολαύσω την ηρεμία και την χαλάρωση που ένιωθα. Η Λευκωσία κοιμάται ήσυχα τα βράδια – τα αυτοκίνητα είναι πολύ σπάνια, σκυλιά δεν γαβγίζουν, κραυγές δεν ακούγονται, μουσικές δεν παίζουν. Μόνο εκείνες που κρύβονται στις καρδιές μας…

Υπάρχουν καλές ειδήσεις;

Έχω διαβάσει αυτές τις μέρες πολλές ερμηνείες και αναλύσεις του εκλογικού αποτελέσματος.

Συμπέρασμα: Όλοι νίκησαν και όλοι ηττήθηκαν –αναλόγως το μέσον που διαβάζει κανείς.

Είναι αυτή η ρημάδα η αποχή, βλέπετε, που επιτρέπει στο κάθε κομματόσκυλο να σε κοιτάει κατάματα χαμογελώντας με τα κιτρινισμένα δόντια του και να σου πετάει ένα ξεδιάντροπο: «Αν είχαμε 26.000 ψήφους παραπάνω, θα ήμασταν πρώτοι».

Ναι, ρε άνθρωπε, αλλά 1ον δεν έχετε αυτούς τους 26.000 ψήφους και 2ον αν τους είχαν οι άλλοι, τώρα εσείς θα μετακομίζατε σε άλλη γειτονιά.

Για αυτό διαφωνούσα με την αποχή. Είναι η πρόθυμη οθόνη που πάνω της μπορούν οι πάντες να προβάλουν την ονείρωξή τους και να το φχαριστηθούν.

Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα και δεν φαίνεται να μπορούν να αλλάξουν. Όσο η κοινωνία βυθίζεται στην ύφεση και την κατάθλιψη, όσο οι κυβερνώντες υπάρχουν για να εφαρμόζουν τις εντολές της Τρόικας, γιατί κάποιος να ασχοληθεί περισσότερο;

Τουλάχιστον αυτό το έχουν αντιληφθεί τα κόμματα κι έχουν προσαρμόσει τις στρατηγικές τους αναλόγως: Δεν προσπαθούν πλέον να εκφράσουν ή να προσεταιριστούν τα καινούργια ρεύματα, τις ανάγκες, τις επιθυμίες ή τις αγωνίες της κοινωνίας. Δεν προσπαθούν να πείσουν περισσότερους ψηφοφόρους για την ορθότητα των προτάσεών τους. Αρκούνται στα όσα θα τους φέρει το αναμάσημα των παλαιών συναισθημάτων / ιδεολογημάτων / τοτέμ / συνθημάτων. Γι’ αυτό οι «νίκες», οι «ήττες» και οι «ισοπαλίες» γίνονται συνεχώς όλο και πιο προς τα κάτω.

Θα νόμιζε κανείς ότι, αφού τέτοιο είναι το σκηνικό, ένας νέος κομματικός σχηματισμός, και μάλιστα της φιλοευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, θα μπορούσε να καλύψει ένα μέρος από το υπαρκτό κενό εκπροσώπησης. Θα έλεγε ότι είναι περίπου απαραίτητος.

Είναι όμως έτσι;

Η κα Μπακογιάννη έχει άποψη, ενδιαφέρουσα και χρήσιμη, αν θέλετε, άποψη, για τα πράγματα και δυναμικό, πειστικό λόγο για να την υποστηρίξει –δεν έχω καμιά αμφιβολία για αυτό. Αλλά μόνο του δεν αρκεί. Το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, το πρόβλημα της Ελλάδας, δεν είναι οι αρχηγοί ή οι εν δυνάμει πρωθυπουργοί – έχουμε μπόλικους από δαύτους. Χρειαζόμαστε ιδέες και καινούργιο λόγο για να τις εκφράσει, χρειαζόμαστε νέα πρόσωπα, διαφορετικού ύφους και ήθους πρόσωπα και, πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε διέξοδο –κι εννοώ πρακτική διέξοδο. Ρεαλιστική διέξοδο και πειστική, πρώτα για μας κι έπειτα και για τους άλλους.

Διαβάζω τις προτάσεις της κας Μπακογιάννη και βλέπω ότι λίγο-πολύ συγκλίνουν με όσα διακηρύσσει πλέον το ΓΑΠικό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα ή ακόμα και η Σαμαρική Αναγεννημένη Νέα Δημοκρατία.

Είναι προτάσεις με φιλελεύθερο προσανατολισμό για την καλλίτερη και αποτελεσματικότερη διοίκηση και λειτουργία του κράτους. Εμένα μου αρέσουν και τα βρίσκω ωραία και καλά όλα αυτά, αλλά για χτες. Γιατί σήμερα έχεις την Τρόικα να σου λέει: Κάνε αυτό τώρα, ειδάλλως δεν θα στάξει ούτε πενηνταράκι.

Βέβαια, αν το σκεφτεί κανείς διαφορετικά, όλες αυτές οι προτάσεις είναι ωραίες και καλές, για να λάβει κανείς εγκαίρως θέση ενόψει της επόμενης μέρας. Μιας επόμενης μέρας, που δεν θα είναι απλώς η επαύριον των όποιων εκλογών με τους συνήθεις νικητές και ηττημένους, αλλά κάτι πιο ριζικό, πιο ανατρεπτικό, πιο βαθύ και, αν θέλετε, πιο άγριο.

Φυσικά, ποια ακριβώς θα είναι αυτή η επόμενη μέρα και πότε και αν θα έρθει, είναι η απάντηση που ζητάμε όλοι μας…

.

(…Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά τις τελευταίες μέρες κορυφαίοι υπουργοί έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν την λέξη αναδιάρθρωση με θετικό τρόπο. Για παράδειγμα ο κ. Ε. Βενιζέλος μίλησε για ανάγκη αναδιάρθρωσης τους κράτους…)

Συνεχίζεται…

Η κίτρινη κούπα

Όταν εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, το πρώτο που αγόρασα ήταν μια κίτρινη κούπα.

Ακόμα δεν είχα βρει σπίτι – με φιλοξενούσαν φίλοι και συγγενείς και θυμάμαι ότι ξυπνούσα νωρίς με την εφημερίδα των αγγελιών και τον χάρτη της Μεγαλεύουσας παραμάσχαλα κι έψαχνα απελπισμένα για διαμέρισμα.

Σήμερα παντού, σε όλες τις συνοικίες, βλέπεις Ενοικιάζεται και Πωλείται –δεν ήταν έτσι τότε. Ήταν δύσκολο να βρεις σπίτι και μάλιστα καλό και μάλιστα μέσα στις οικονομικές μας δυνατότητες.

Είχα λοιπόν απελπιστεί. Οι μέρες περνούσαν κι έψαχνα μόνος έχοντας στο νου μου συμβουλές του τι να αποφύγω και μια θολή εικόνα του σπιτιού που θα ήθελα να ζήσω. Συγγενείς και φίλοι είχαν τις δουλειές τους ή, για να είμαι ειλικρινής, τους είχα κάνει πέρα, γιατί ήθελα αυτή η απόφαση να είναι μόνο δική μου. Όπως σας είπα όμως, οι μέρες περνούσαν κι ο εφιάλτης μου ήταν ότι θα έβγαζα τον χειμώνα φιλοξενούμενος πότε στον έναν και πότε στον άλλον.

Τότε αγόρασα την κούπα. Έμενα εκείνες τις μέρες στου θείου μου του Διαμαντή στο Παγκράτι κι ένα απόγευμα, τέλη Αυγούστου του ’99, μπήκα σε ένα σουπερμάρκετ και την πήρα. Λογικά, θα αγόρασα και κάτι άλλο, ίσως κάνα σαμπουάν ή οδοντόκρεμα –δεν θυμάμαι. Αλλά την κούπα τότε την αγόρασα και μετά στο σπίτι την έβαλα στη βαλίτσα μου, όπως μου την είχε τυλίξει η πωλήτρια σε σκούρο καφέ φτηνό χαρτί. Την χρησιμοποίησα λίγες μέρες αργότερα, όταν πια είχα βρει το σπίτι μου –ναι, στο Παγκράτι.

Όταν ξενοίκιασα το σπίτι, χρόνια αργότερα, για να παρουσιαστώ στο Μεσολόγγι, τα τεντζερέδια τα άφησα σε φίλους –όλα ήταν πάμφθηνα και ταλαιπωρημένα, δεν είχε νόημα να τα αποθηκεύσω στο σπίτι των γονιών μου. Η κίτρινη κούπα ήταν από τα ελάχιστα που κράτησα –τώρα που τα ξανασκέφτομαι, ίσως να ήταν το πρώτο που πακέταρα.

Δυο χρόνια αργότερα, που επέστρεψα στην Αθήνα, η κίτρινη κούπα χώρεσε στον σάκο μου, μαζί με λίγα ρούχα και πολλά αντίγραφα του βιογραφικού μου. Την είχα μαζί μου και σε κείνη την τρελή περίοδο, που έμενα στο σπίτι της Κατερίνας επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου –ίσως, δηλαδή σίγουρα, η μοναδική μου άνεση τότε. Και λίγους μήνες αργότερα, που εμφανίστηκε η Κύπρος στον ορίζοντα, η κούπα ξαναμπήκε στον σάκο για το πιο μακρινό της ταξίδι.

…………………

Τα γράφω όλα αυτά, γιατί χτες συνειδητοποίησα ότι τον τελευταίο καιρό προτιμώ ασυναίσθητα αυτήν την αρχαία κουπίτσα. Έβαλα το νερό να ζεσταίνεται για τον απογευματινό καφέ και δεν άνοιξα το ντουλάπι για να πάρω μια καθαρή, αλλά άρχισα να πλένω την κίτρινη. Κι έχω τόσες άλλες, σαφώς πιο ωραίες κούπες –του Ηλία, για παράδειγμα, από το Βρετανικό Μουσείο, ή εκείνη με τους Πειρατές της Καραϊβικής που μου χάρισε ο αδερφός μου.

Δεν πιστεύω στα χαϊμαλιά, στα γούρια, στη μεταφυσική χρηστικότητα των τυχερών αντικειμένων. Πιστεύω στο μυστικό νόημα των συμβόλων και φαίνεται πως η κουπίτσα μου ένα τέτοιο σύμβολο έχει γίνει πλέον για μένα. Κι επειδή ξέρω ακριβώς σε πια φάση της ζωής μου είμαι, το να ρουφάω τον καφέ μου από τον παλιό μου σύντροφο –πώς να σας το πω;– φαίνεται πως είναι μια υπόγεια υπενθύμιση για εκείνα που μένουν σταθερά μέσα και μετά τις θύελλες και τις μεταβολές…

Ψηφιδωτό

Χτες ξεκίνησα τον τρίτο κύκλο του Gossip Girl. Ο Stakon μου λέει να ξεμπερδεύω γρήγορα-γρήγορα με αυτόν τον κύκλο, είναι, λέει, βαρετός και να προχωρήσω στον τέταρτο που «γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος». Εντάξει, η θεματική ανακυκλώνεται, καθώς οι ήρωες προσπαθούν να βρουν τον βηματισμό τους στις καινούργιες τους ζωές μετά το σχολείο, και μαζί τους και οι σεναριογράφοι. Αλλά στα επεισόδια που είδα -και είναι τα πολύ πρώτα- συναντώ τα γνωστά προβλήματα και προβληματισμούς που με ξεκουράζουν. Και βέβαια, τα γνωστά σέξι κορίτσια, η γρήγορη και πολύχρωμη εικόνα, η διάχυτη αισιοδοξία. Οπότε κανένα πρόβλημα – σαν δροσερό νεράκι θα ρουφήξω και την τρίτη σεζόν.

………

Το Facebook έχει μια προφανή -σε μένα τουλάχιστον- χρησιμότητα. Ποτέ δεν το αγάπησα -ίσως να μην το συμπάθησα καν- το χρησιμοποιώ και το ανέχομαι.

Το twitter, από την άλλη, το αγαπώ πολύ. Το να μπω και να τουιτάρω με φίλους, είναι από τις πιο ευχάριστες και χαλαρωτικές μου συνήθειες. Κι έπειτα μου αρέσει ο λακωνισμός που μας επιβάλλει. Σε μια εποχή που όλοι μιλάμε παντού κι ελάχιστα ακούμε, να ένας χώρος που θα πρέπει να πεις τα πάντα, την εξυπνάδα, την βλακεία, το αστείο, το σοβαρό, την χαρά, τον πόνο σου, μέσα σε 140 χαρακτήρες.

Για το blog δεν έχω να πω τίποτα. Έκλεισα τρία χρόνια και συνεχίζω με μεγαλύτερη ορμή -νομίζω ότι αυτό αρκεί. Δεν ξέρω γιατί / δεν ξέρω προς τι / έπαψα να αναρωτιέμαι / γράφω το Σημειωματάριο και διαβάζω τα blog των φίλων μου. Απλώς.

………

Χτες θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει μια καθηγήτριά μου, παλιά στο Πανεπιστήμιο:

«Η βλακεία ως κάτι πηχτό, θα μας κατακλύσει».

Μαζί και η μνησικακία…

………

Ζέστη και ανομβρία.

Ο Νοέμβριος πλησιάζει στο τελευταίο δεκαήμερο και η θερμοκρασία στην Λευκωσία να πέσει από τους 30. Κι όμως, βλέπω συναδέλφους να φοράνε ζακέτες και μπλούζες -και προχτές το απόγευμα στην Λάρνακα κάποιος περαστικός φορούσε ζιβάγκο.

Δεν ξέρω – ίσως είναι ανθρώπινη ανάγκη από ένα σημείο και μετά να φοράς πιο βαριά ρούχα. Ίσως είναι μια πολιτισμική επιβολή.

………

Βρήκα τις προάλλες καταχωνιασμένο ένα παλιό CD του Μπαγιαντέρα και τ’ ακούω συνεχώς. Μπουζούκι και μπαγλαμάδες -γυάλινος ήχος, που θα έλεγε κι ο Χατζιδάκις- καμιά σχέση με τις ρομαντικές ενορχηστρώσεις που συνηθίζουν οι έντεχνοι για το Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια ή το Σαν μαγεμένο το μυαλό μου. Και η φωνή του γερορεμπέτη, ασθμαίνουσα και με ένα είδος λυρισμού που γεννά και γεννιέται από την πίκρα.

Αν δεν το έχετε, ψάξτε το…

Γ. Παπάζογλου: Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Τα χαΐρια μας εδώ – Αγγέλα Παπάζογλου

Ο μεγάλος ο καμός είναι να σε φλοΐζουνε, να σε τσιτσιρίζουνε, να σε σφάζουνε, να σε καταστρέφουνε, κι όταν ξαναγεννηθείς και σε ρωτήσουνε: «Τι θες να γένεις;» Εσύ ν’ απαντήσεις: «Πάλι Ρωμιά… πάλι Σμυρνιά… πάλι Αγγελική Παπάζογλου… κι όταν ξαναπεθάνω, ξαναβάλτε μου πικροδάφνη στο στόμα,

για το ινάτι πούμουνα Ρωμιά

για το ινάτι πούμουνα Σμυρνιά

που δεν έβλεπα…

Οι λέξεις ετούτες από τον επίλογο συνοψίζουν με τον καλλίτερο τρόπο το αίσθημα και την ουσία του βιβλίου του Γιώργη Παπάζογλου, όπου συγκέντρωσε τις αφηγήσεις της μάνας του.

Η Αγγελική Παπάζογλου γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1899. Κόρη του σπουδαίου βιολιστή Δημήτρη Μαρωνίτη ή Χιωτάκη, ανεβαίνει στο πάλκο σε ηλικία 11 ετών. Το 1922 με την Μεγάλη Καταστροφή και το κάψιμο της Σμύρνης εγκαθίσταται στην Κοκκινιά και συνεχίζει να τραγουδάει συμβάλλοντας κι αυτή στην μεταφορά του αρχαίου Ιωνικού πολιτισμού στην Παλιά Ελλάδα. Το 1924 γνωρίζεται με τον Ευάγγελο Παπάζογλου ή Αγγούρη και τρία χρόνια αργότερα παντρεύονται. Το 1929 η Αγγελική χάνει εντελώς την όρασή της. Ο Παπάζογλου, αν κι ήταν από τους πιο χαρισματικούς σμυρνιούς συνθέτες του ρεμπέτικου –έχει γράψει τραγούδια όπως το Βάλε με στην αγκαλιά σου, τον Ξέμαγκα, το Πέντε χρόνια δικασμένος, το Αργιλέ μου παινεμένε –δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη το επάγγελμά του και της ζήτησε να σταματήσει το τραγούδι. Ο ίδιος σταμάτησε να ηχογραφεί τραγούδια το 1936 αρνούμενος να συμμορφωθεί με τις επιταγές της λογοκρισίας κι εγκατέλειψε κάθε ενασχόληση με την μουσική το 1940, όταν κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο Ευάγγελος πέθανε το 1943 κι η Αγγελική σαράντα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1983, χωρίς ποτέ της να ξεχάσει τον άντρα της, τα τραγούδια του, τα βάσανά της και, φυσικά, την Σμύρνη.

Ο γιος τους, ο Γιώργης, συγκέντρωσε τις αφηγήσεις της σε έναν τόμο πολύτιμο, όχι μόνο για τους ειδικούς μελετητές της σύγχρονης ιστορίας και του λαϊκού πολιτισμού, αλλά για όλους όσους αγαπούν το λαϊκό τραγούδι και νιώθουν στην καρδιά τους ό,τι ονομάζανε οι παλιοί καημό της ρωμιοσύνης.

Στο πρώτο βιβλίο η Κυραγγέλα ανασταίνει την άκαυτη και την καμένη Σμύρνη: Οι γειτονιές, οι άνθρωποι και το ήθος τους, οι γιορτές, τα μαγαζιά, η συμβίωση με τους Τούρκους, τα τραγούδια και οι μουσικοί, η έλευση του Ελληνικού στρατού και η καταστροφή, ο ερχομός στην Ελλάδα. Ένας κόσμος χαμένος, πολύχρωμος και ζωντανός, εξιδανικευμένος, αλλά πιστευτός, ζωντανεύει μέσα από τα λόγια της. Το αποκορύφωμα είναι η περιγραφή της πυρκαγιάς της Σμύρνης. Το πώς δυο γυναίκες μόνες, η μάνα της και η ίδια, που μεταμφιέστηκε σε γριά για να μην δουν οι Τούρκοι ότι ήταν νέα και την καταστρέψουν, πορεύτηκαν μέσα στις φωτιές και τους καπνούς, κυριολεκτικά πάνω σε πτώματα, είναι από τις πιο συγκλονιστικές και αγριευτικές σελίδες που έχω διαβάσει. Και μετά το πλοίο της φυγής, η παλαιά πατρίδα που έγινε νέα, η εχθρότητα και η αθλιότητα των ντόπιων, οι δυσκολίες, το ρίζωμα.

Στο δεύτερο βιβλίο μεταφερόμαστε στα προσφυγικά του Πειραιά, ακούμε για τα δύσκολα προπολεμικά χρόνια, για τον πόλεμο και την Κατοχή, τα παράπονά της για τις συστηματικές κλοπές που υπέστη το έργο του συζύγου της μετά τον θάνατό του. Εδώ κυριαρχεί ο Ευάγγελος Παπάζογλου, αρχετυπικός ρωμιός, ακέραιος σε βαθμό αυτοκαταστροφής. Αλλεργικός σε εξουσίες κι αρχές, φύτρωνε πάντα εκεί που δεν τον έσπερναν, υπερασπιζόταν πάντα εκείνο που θεωρούσε δίκαιο, επιτίθονταν χωρίς ενδοιασμούς στους ισχυρούς, έπραττε το σωστό κι ας μην ήταν προς το συμφέρον του, κι ας τον σκότωνε. Και μαζί ερωτικός και τρυφερός, χιουμορίστας, πιστός φίλος, γενναιόδωρος άνθρωπος. Συγκλονιστικές είναι και οι σελίδες που περιγράφουν την σκληρή ζωή στις λαϊκές συνοικίες του Πειραιά κατά την διάρκεια της Κατοχής από την πλευρά της τυφλής χήρας: Η πείνα, τα συσσίτια, οι αρρώστιες, οι θάνατοι, η μαύρη αγορά, οι γερμανοτσολιάδες, το ΕΑΜ, η αφάνταστη για μας δυστυχία και σκληρότητα.

Η Κυραγγέλα αφηγείται την ζωή της παράλληλα με τα μεγάλα αυτά γεγονότα. Καλλίτερα: Η σύγχρονη ελληνική ιστορία φαίνεται να είναι μέρος της ζωής της Κυραγγέλας και αντίστροφα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το βιβλίο αυτό μας λέει την απόλυτη αλήθεια σχετικά με τα όσα συνέβησαν. Τόσο η Κυραγγέλα που μιλάει, όσο και ο Γιώργης καταγράφει και συνθέτει, δεν ενδιαφέρονται να λειτουργήσουν σαν ιστορικοί. Δεν προσπαθούν να φωτίσουν τα γεγονότα από όλες τις πλευρές. Καταγράφεται η εμπειρία της Αγγελικής, το αίσθημά της, η τοποθέτησή της απέναντι σε ό,τι την αγγίζει και την επηρεάζει, από τον βασιλιά και τον Βενιζέλο, μέχρι την γειτόνισσα και τον μητριό της. Έτσι μας προσφέρεται μια οπτική γωνία που συχνά λησμονούμε, αν δεν την έχουμε προσπεράσει εντελώς. Και μας δείχνει τον αντίκτυπο όλων αυτών των μεγάλων γεγονότων στις ζωές καθημερινών, απλών, φτωχών, μικρών ανθρώπων. Κι όλα αυτά σε μια ζεστή, λαϊκή και γεμάτη ιδιωματισμούς γλώσσα, που δεν διστάζει στη μια αράδα να είναι σκληρά ρεαλιστική και στην αμέσως επόμενη τολμηρά λυρική.

Ξέρω ότι μπορεί κάποιοι να το νομίσουν υπερβολικό, αλλά θα ήθελα να υπάρχει αυτό το βιβλίο σε κάθε σπίτι, ακριβώς δίπλα από τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Τόσο πολύτιμο είναι. Γι’ αυτό ψάξτε το.

To βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ταμιείου Θράκης και σε αποσπάσματά του στηρίχτηκε ο ομώνυμος πετυχημένος μονόλογος της Άννας Βαγενά.