Monthly Archives: Δεκέμβριος 2010

Η ώρα των ευχών

Μπροστά σε μια χρονιά που έχει προεξοφληθεί από όλους -ειδικούς και ανειδίκευτους, πολιτικούς κι επιχειρηματίες, κυβερνώντες κι αντιπολιτευόμενους, ντόπιους και ξένους, αισιόδοξους κι απαισιόδοξους- ότι θα είναι η χειρότερη, τα πολλά λόγια είναι περιττά:

Καλή Χρονιά!

Υγεία, δύναμη, υπομονή και να μην πέσουμε στην ανάγκη τους!

Advertisements

Παλιά γράφαμε κασέτες…

Στον φίλο μου Γιώργο Α.

Στην αρχή υπήρχε η δισκοθήκη των γονιών μου: Εκείνοι οι τεράστιοι LP δίσκοι βινυλίου, που η δικιά μου γενιά θυμάται σαν όνειρο και οι εικοσάρηδες φαντασιώνονται. Δεν ήταν μεγάλη, ούτε είχε ιδιαίτερη ποικιλία: Σε γενικές γραμμές κινούνταν από τον Τσιτσάνη μέχρι τον Τουρνά. Δεν είχαμε LP με ξένη μουσική, ούτε με παραδοσιακά. Μόνο κάτι παμπάλαια σαρανταπεντάρια με Latin και παλιά ροκ, τα οποία σπανιότατα έβαζα.

Στο Γυμνάσιο, αν θυμάμαι καλά, η ενασχόλησή μου με την μουσική ήταν περιορισμένη: Άκουγα ό,τι παιζόταν κι επέλεγα χωρίς συνειδητά κριτήρια. Γενικά, από τους δίσκους των γονιών μου μόνο τα παλιά λαϊκά μου άρεσαν πολύ: Ένας δίσκος του Τσιτσάνη με επανεκτελέσεις των πρώτων του τραγουδιών, Το Ξεκίνημα –έχει εκδοθεί αυτός ο δίσκος σε CD; –, το Μινόρε της Αυγής, το Θέλω να τα πω του Άκη Πάνου.

Και φυσικά υπήρχε το ραδιόφωνο και τα σπίτια των συμμαθητών: Παπακωνσταντίνου και Αλέξια, Μηλιώκας, Χαριτοδιπλωμένος, Κατσιμιχαίοι, τα Latin του Νταλάρα, Καρβέλας και Βίσση, σπανιότατα Πάριος, ποτέ Πανταζής και Δημητρίου.

Στο Λύκειο με έπιασε αυτή η δίψα να ακούσω και να μάθω μουσικές. Τα κριτήριά μου τότε άρχισαν να διαμορφώνονται.  Άκουγα σχεδόν τα πάντα, διάλεγα, πέταγα τα περισσότερα και προχωρούσα. Ανακάλυψα μαζί με τους άλλους τα «παλιά καλά τραγούδια» -ξέρετε τώρα, Πλέσσα και δροσερό Νέο Κύμα, τραγούδια και τρόπους που πλέον απεχθάνομαι.

Αλλά η μεγάλη μου αγάπη ήταν ο Σταμάτης Κραουνάκης. Θεέ μου, πόσο μου αγαπούσα τους δίσκους του! Το στιλ του! Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν η Λεωφόρος Β΄. Κι αυτά τα έχω απορρίψει –ή, πιο σωστά, τα βλέπω με κριτική ματιά, αν και κάπου βαθιά-βαθιά μέσα μου, έχω μια τρυφερότητα για δίσκους όπως η Εφημερία, το Μαμά, γερνάω, τα Σκουριασμένα Χείλια.

Κάπου εδώ όμως γεννήθηκε και το πρόβλημα:

Πώς έχεις, πώς ακούς όλους τους δίσκους που θες, όταν δεν έχεις λεφτά να τους αγοράσεις;

Εκείνη την παλιά και σκοτεινή προ-torrentz και you tube εποχή, παιδιά μου, είχαμε τις κασέτες.

Με τους φίλους γινόταν συνεννοήσεις: Πάρε εσύ τον καινούργιο του Κραουνάκη κι εγώ θα πάρω της Τσανακλίδου. Έπειτα γράφαμε σε κασέτα τον δίσκο για τον φίλο μας και ήμασταν ωραίοι!

Και οι κασέτες στοιβάζονταν: Σαρανταπεντάλεπτες, ωριαίες, χρωμίου ή απλές, TDK, Raks και BASF.

Και δεν ήταν μόνο αυτό.

Υπήρχε εκείνο το κορίτσι στο φροντιστήριο, που πολύ μου άρεσε. Είχε καστανά μαλλιά, στρογγυλό πρόσωπο και φωτεινά μάτια, λεπτά χείλη και φακίδες. Κατά συνέπεια, η πρόταση μου ήρθε αυτόματα:

«Δεν έχεις ακούσει την Γιαλαλαού; Να σου γράψω μια κασέτα;»

Έτσι άρχισαν τα compilation. Για κορίτσια που μου άρεσαν, για φίλους, συγγενείς, για ταξίδια, διακοπές ή πάρτι, για τους πάντες και τα πάντα. Στο σπίτι είχα μονίμως ένα απόθεμα από διάφορες άδειες κασέτες, έτοιμες να γεμίσουν για κάθε περίσταση.

Και πόσο δημιουργικό ήταν αυτό το γέμισμα!

Δεν πέταγες τραγούδια μέσα, όπως κάνεις στο στικάκι ή το mp3. Επέλεγες αυστηρά, έβαζες κάτω τα γούστα του άλλου και τα δικά σου, πρόσεχες και την σειρά, να μην ακούγονται ξεκάρφωτα τα τραγούδια, κι έφτιαχνες ένα ενιαίο σύνολο. Τουλάχιστον, αυτό ήταν το δικό μου ζητούμενο.

……………

Τα θυμήθηκα όλα αυτά γιατί τις προάλλες ο φίλος μου ο Γιώργος, με τον οποίο για χρόνια είχαμε χαθεί, μου έστειλε με mail το τραγούδι που αγαπάει πιο πολύ αυτές τις μέρες.

Ο Γιώργος έχει μια ιδιαίτερη θέση στην προσωπική μου μουσική ιστορία. Είναι ο άνθρωπος που τότε, παλιά, θα ήμουν-δεν θα ήμουν 19 χρονών, μου σύστησε την ακριβή jazz και το φτηνό ουίσκι. Κι επιπλέον είναι εκείνος που έβαζε εξώφυλλα στις κασέτες του και μου επέβαλε να βάζω κι εγώ σε κείνες που του έδινα.

Όπως καταλαβαίνετε, πολλοί καινούργιοι κόσμοι μου ανοίχτηκαν με αυτόν τον τρόπο. Δεν ήταν μόνο το αλκοόλ ή οι συγκοπτόμενοι ρυθμοί της jazz, αλλά η πρόκληση να συνδυάσω το οπτικό με το ακουστικό, την μουσική με τα εικαστικά.

Σιγά την ανακάλυψη, θα μου πείτε και δικαίως. Αλλά για μένα έχει μεγάλη σημασία. Ήταν σαν αυτά τα παιδαγωγικά παιχνίδια που σε διασκεδάζουν και σε μαθαίνουν ταυτόχρονα.

Τα CD, τα mp3, τα φλασάκια σκότωσαν τις κασέτες.

Κανονική γενοκτονία.

Και πρέπει να σας πω ότι δεν λυπάμαι καθόλου –είναι πιο εύχρηστα, πιο ανθεκτικά, έχουν καλλίτερο ήχο. Δεν έχω καμιά νοσταλγία για κείνη την εποχή. Εγώ ο ίδιος έβαλα σε κούτες τις κασέτες μου και τις πέταξα –κράτησα ελάχιστες και πολύ συγκεκριμένες.

Τις παράξενο όμως: Τις μουσικές, ακόμα και κείνες που έχω απορρίψει και πλέον αποστρέφομαι, τις κουβαλάω ακόμα μέσα μου. Τις νιώθω να σπαρταράνε εντός μου. Κι αυτό, το ξέρουμε όλοι, είναι που έχει μεγαλύτερη σημασία και είναι πιο ουσιαστικό. Έτσι με τον Γιώργο και με τους άλλους φίλους μπορούμε να ανταλλάσουμε μουσικές στο myspace, τον σωλήνα, το Facebook, τα mail, φυσικά…

Τριλογία: Το Σπαθί των Πάγων

Παραμονή Χριστουγέννων στο Μίκυ Σίτι. Ο Μίκυ και ο Γκούφυ ετοιμάζονται να υποδεχτούν τους φίλους τους, όταν ένας θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Αλαφιασμένοι πετάγονται έξω να δουν τι συμβαίνει κι αντικρίζουν έναν κοντοπίθαρο μυταρά με μακριές ξανθές κοτσίδες και μουστάκια να κείτεται δίπλα σε μια ασημένια λεκάνη. Ο ξένος ψελλίζει κάτι ακατάληπτα λόγια για την Ουλουλάνδη, την πατρίδα του, που βρίσκεται σε άλλη διάσταση και για τον δυνάστη τους, τον Πρίγκιπα της Ομίχλης. Ο ίδιος διέσχισε πολλές διαστάσεις με αυτή την λεκάνη, που στην πραγματικότητα είναι ένας διαστημικός μεταφορέας, αναζητώντας τον Αλφ, τον μυθικό ήρωα που είχε κατανικήσει τον Σκοτεινό Πρίγκιπα αιώνες πριν. Κι ενώ ο Μίκυ και ο Γκούφυ προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, από ένα λάθος μεταφέρονται μαζί με τον Μποζ –έτσι λέγεται ο Ούλος μας– στην χιονισμένη Ουλουλάνδη. Εκεί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους κατοίκους.

Ήρθε λοιπόν η ώρα, φίλοι μου, να βγω για τα καλά από την ντουλάπα και δημόσια να ομολογήσω ότι, ναι, μου αρέσουν τα κόμιξ, τα Μικυμάους, κι ότι ακόμα συνεχίζω να τα διαβάζω.

Μόνο που το Σπαθί των Πάγων δεν είναι ένα οποιοδήποτε Μικυμάους. Γραμμένη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Τριλογία του Massimo De Vita είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά εικονογραφημένα ντισνεϊκά αφηγήματα. Ο De Vita έχει βάλει στο μπλέντερ του ισχυρές δόσεις Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, πριν ο P. Jackson τον μεταφέρει στο σινεμά, Star Wars, θρύλους παλιούς και σύγχρονους, όπως του Κόναν ή του Βασιλιά Αρθούρου, και έχει φτιάξει ένα μυθικό κόσμο που στη συνέχεια πολλοί ντισνεϊκοί συγγραφείς και σχεδιαστές προσπάθησαν να μιμηθούν ή να αναπαράγουν, αλλά χωρίς κανένας να αγγίξει την τελειότητα του Σπαθιού. Ίσως γιατί κανένας δεν ακολούθησε τόσο ευλαβικά τον βασικότερο ίσως κανόνα της παρωδίας: Ο De Vita δεν γελοιοποιεί τα μοτίβα του φανταστικού, αλλά τα χρησιμοποιεί. Στόχος του δεν είναι να κοροϊδέψει το πρωτότυπο, αλλά να φτιάξει την δική του εκδοχή, η οποία είναι σαφώς λιγότερο σκοτεινή και περίπλοκη, αλλά εξίσου συναρπαστική με το πρωτότυπο. Σε αυτό συμβάλλει και το σκίτσο του. Πλαστικό και εύκαμπτο, ακροβατεί πετυχημένα ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παραμυθένιο.

Κεντρικό πρόσωπο της Τριλογίας δεν είναι ο Μίκυ, αλλά ο Γκούφυ. Η αφέλειά του και η τάση να παίρνει πολύ στα σοβαρά πράγματα που σε μας φαίνονται ασήμαντα ή και γελοία, είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά που σώζουν την κατάσταση. Έτσι, ο σοβαρός και ρεαλιστής ποντικός αρκείται στον ρόλο του δευτεραγωνιστή. Ο Massimo De Vita όμως μας συστήνει και μια σειρά από νέους συναρπαστικούς χαρακτήρες. Ήδη αναφερθήκαμε στον Μποζ, μια μείξη Αστερίξ και Φρόντο. Ο ψιλόλιγνος Γιορ με την μακριά, λευκή γενειάδα του, παραπέμπει εμφανισιακά στον Πανοραμίξ και είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του μεσαιωνικού πανεπιστήμονα-μάγου. Ο Πρίγκιπας της Ομίχλης είναι μια ευθεία αναφορά στο Star Wars και τον Darth Vader.

Το Σπαθί των Πάγων κυκλοφόρησε σε αυτοτελές τόμο δυο φορές στα ελληνικά, το 1990 και το 2009. Διαβάζω όμως ότι, όπως κάθε επιτυχημένη τριλογία που σέβεται τον εαυτό της, το Σπαθί απέκτησε και τέταρτο μέρος, το οποίο αγνοώ αν δημοσιεύτηκε σε κάποιο από τα περιοδικά που κυκλοφορούν. Ελπίζω όμως κι εύχομαι οι εκδόσεις Ακτίνα σύντομα να προχωρήσουν σε μια πλήρη έκδοση, αντάξια του έπους. Κάτι μου λέει ότι δεν είμαι ο μόνος που θα γουστάρει τρελά…

Οι Χριστίνες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη (updated)

Ο Τσιτσάνης είχε το συνήθειο να γράφει τραγούδια δανειζόμενος φράσεις ή θέματα παλιότερων τραγουδιών. Για παράδειγμα, ένα από τα πρώτα του τραγούδια, η Γερακίνα (1947), στηρίζεται σε παλιότερο δημοτικό, τσάμικο. Και το πασίγνωστο δίστιχο Με παρέσυρε το ρέμα / Μάνα μου δεν είναι ψέμα απαντάται στην Πλημμύρα (1935) του Μάρκου. Κι έχει γράψει και Αθηναίισσα, όπως και ο Ανέστος Δελιάς παλιότερα -τα παραδείγματα είναι αμέτρητα.

Μέρα που είναι, θυμήθηκα τις Χριστίνες.

Ο Μάρκος ηχογράφησε την Χριστίνα του το 1940. Ένα ωραίο ζεϊμπεκάκι, αλανιάρικο, όπως και η γκόμενα στην οποία αναφέρεται. Οι στίχοι φέρουν την υπογραφή του Κ. Μακρή, αλλά υποψιάζομαι ότι, όπως και στο Θά ΄ρθω να σε ξυπνήσω, παραχωρήθηκαν από τον Μάρκο για να διευθετηθεί κάποια οικονομική συναλλαγή.

Το τραγούδι ξεκινά με μάλλον υψηλή έκφραση:

Η φλογερή σου αυτή η ματιά

και το γλυκό σου γέλιο

μού ‘χουν ραΐσει την καρδιά -Χριστίνα μου

μ’ ‘εκαναν και σε θέλω.

Αλλά ευτυχώς, γρήγορα το τραγούδι προσγειώνεται σε πιο γήινα, καθημερινά, βαμβακαρικά πράγματα:

Έχεις μεγάλη τσαχπινιά

κι όλους μας φοβερίζεις

Και φτάνει στην τρίτη στροφή, που είναι κυριολεκτικά αριστουργηματική:

Ψαράδες και μανάβηδες

στην αγορά πειράζεις

σ’ αρέσουν οι χασάπηδες -Χριστίνα μου

και τους γλυκοκοιτάζεις.

Όπως καταλαβαίνετε, μετά από αυτό το συγκλονιστικό τετράστιχο, το ηθικοπλαστικό φινάλε -αναμενόμενο λίγο-πολύ- (κοίτα, τη γνώμη σου άλλαξε κτλ) καθόλου δεν ενοχλεί. Ίσα-ίσα, που μας επαναφέρει κιόλας.

Η Χριστίνα του Τσιτσάνη κινείται σε εντελώς άλλους δρόμους. Κι αυτό ζεϊμπέκικο, ηχογραφήθηκε είκοσι χρόνια μετά από εκείνη του Μάρκου, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το τραγούδι έχει υπερβολικά μελοδραματικά κουμπλέ, πνιγμένο στο σκοτάδι, την μοναξιά και τα δάκρυα. Ήταν ακόμα η εποχή που ο Τσιτσάνης προσπαθούσε να διαφοροποιήσει το δικό του λαϊκό τραγούδι από το ρεμπέτικο. Βέβαια, έχει βάλει κι αυτός σαν γύρισμα το «Χριστίνα μου», κάνοντας μιαν ευθεία αναφορά στον Μέγα Μάρκο.

Ήταν ένα μαύρο δειλινό

βαρύ, σκοτεινιασμένο

που έχασα τα μάτια μου τα δυο -Χριστίνα μου

κι ακόμα περιμένω. (…)

Έρημο το σπίτι κι αδειανό

ρήμαξ’ απ’ άκρη σ’ άκρη

τα παλιά σου γράμματα φιλώ -Χριστίνα μου

και πνίγομαι στο δάκρυ.

Το ρεφρέν είναι πιο χαλαρό και μου αρέσει η ομοιοκαταληξία:

Θα κάνω άνω-κάτω Περαία και Αθήνα

Για να σε βρω, Χριστίνα.

Οι Χρήστοι, μην παραπονιέστε. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο σπουδαία λαϊκά για σας, του Δερβενιώτη με τον Μπιθικώτση και ο πασίγνωστος του Τσιτσάνη (Παίξε Χρήστο το Μπουζούκι), που πρωτοτραγούδησε ο Πρόδρομος. Κάποια άλλη φορά όμως…

Καλά Χριστούγεννα!

Διψούσα γι’ αυτά τα Χριστούγεννα.

Δεν ήταν μόνο η φυσιολογική, η αναμενόμενη προσμονή για τις χαρές των εορτών του χειμώνα, φέτος είναι και κάτι παραπάνω:

Όπως και πολλοί άλλοι -δηλαδή όλοι μας λίγο-πολύ- περίμενα τα Χριστούγεννα για να μπορέσω να αφήσω την μιζέρια και την κατάθλιψη και την οργή των προηγούμενων μηνών για λίγο. Έστω και για δώδεκα μόνο μέρες να αποτινάξω από πάνω μου το γκρίζο, το μαύρο, το απέλπιδο, και να ντυθώ στα πολύχρωμα φωτάκια, όσο επιφανειακά κι αν είναι, να αγγίξω την ελπίδα που σημαίνει αυτή η γιορτή.

Κι είμαι εδώ, Παραμονή Χριστουγέννων, με τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο, το δέντρο φωτισμένο απέναντί μου και το τζάκι στη γωνιά να καίει σιωπηλά. Συννεφιά κι αέρας έξω, το σπίτι άδειο, μια μοτοσικλέτα πολύ μακριά μαρσάρει. Ήρθαν τρία-τέσσερα παιδάκια και μας είπαν τα κάλαντα και τα χαρτζιλικώσαμε λέγοντας και του χρόνου. Φίλοι μου στέλνουν τις ευχές τους στο κινητό ή στο μέιλ και ψάχνω κουράγιο να τους απαντήσω. Χαζεύω τα πρωτοσέλιδα των χριστουγεννιάτικων εφημερίδων και βλέπω τα ίδια: Πληροφορίες για πρόωρες εκλογές / Ανασχηματισμό / Νέα μέτρα / Διαφωνούντες και συμφωνούντες / Σενάρια χρεωκοπίας κι αναδιάρθρωσης / Στατιστικές για τα λουκέτα τις απολύσεις την ανεργία τον πληθωρισμό -έλλειψη έμπνευσης; Ή μήπως τελικά αυτό είμαστε;

Μόνο αυτό είμαστε;

Διψάω γι’ αυτά τα Χριστούγεννα, δεν σας το κρύβω. Από μια καθαρά εγωιστική ανάγκη να ξεκουραστώ, να ξεχαστώ, να ξελαμπικάρω. Θέλω μόνο δεντράκια και δώρα τυλιγμένα σε χρωματιστά χαρτιά, γλυκά, φαγητά, κόκκινα δυνατά κρασιά, παρεάκι, τζαζ και παλιά λαϊκά ν’ ακούγονται, αγκαλιές, ευχές, ανέμελες αφηγήσεις, το λευκό της μάγουλο στην άκρη των δαχτύλων μου.

Και ξέρετε κάτι;

Λίγο-πολύ θα τα καταφέρω και θα περάσω τέτοιες ακριβώς γιορτές. Γιατί είμαι από τους τυχερούς που έχω δουλειά κι είμαι καλά στην υγεία μου και οι άνθρωποί μου είναι κι αυτοί καλά και έχουν ακόμα τις δουλειές τους και παρά τις δυσκολίες ακόμα μπορούμε.

Αλλά υπάρχουν και οι άλλοι.

Και παρόλη την ανάγκη μου να ξεγνοιάσω, θα ήθελα να τους σκέφτομαι λίγο περισσότερο.

Στο κάτω-κάτω της γραφής τώρα που όλα διαλύονται και καταπέφτουν, αντιλαμβανόμαστε ξανά πως το μόνο που έχει αξία και στο τέλος και στην αρχή είναι οι Άνθρωποι.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε

Το Μη πετάξεις τίποτα διακρινόταν από μια επιτηδευμένη αισιοδοξία που συχνά καταντούσε αφελής στα λόγια, τις ιδέες, τις μουσικές. Ο Σαββόπουλος με τον Χρονοποιό επεχείρησε να διορθώσει αυτή την αφέλεια, να την ανατρέψει, να την μπολιάσει με σκεπτικισμό και σκοτάδι. Σε πολιτικό επίπεδο, για παράδειγμα, τις Ακτίνες του Βορρά, που διαδηλώνουν τον παιδικό του εθνικισμό, τον πιο παγκόσμιο, αντικαθιστά Το Τσακάλι, όπου ένας κουμπωμένος Σαββόπουλος διαπιστώνει:

Κι ας καλύψαμε δρόμο

Είμαστε έξω απ’ το χρόνο

Θέλει ακόμα κουπί.

Με αυτό το σκοτάδι ποτίστηκαν και τα τραγούδια που αναφέρονται σε πιο προσωπικά βιώματα του δημιουργού:

Στο Ταγκό Βουβό είχε επιχειρήσει να βυθομετρήσει την άγρια ομορφιά του έρωτα, κάτι που το πετυχαίνει στο Αηδόνι στην κερασιά.

Και η καθημερινότητα του ζευγαριού, όπως αποτυπωνόταν στο Ρεφραίν, σ’αγαπώ ήταν γλυκερή και μάλλον χαζοχαρούμενη, αλλά εδώ, στο Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε, ρεαλιστική, πειστική και, όπως ένας γάμος που κρατάει σχεδόν 4 δεκαετίες, ρουτινιασμένη και λυτρωτική μέσα στα αδιέξοδά της.

Σε ένα πράγμα έχει πάντως δίκιο ο Σαββόπουλος:

Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε.

Η ψυχανάλυση προσφέρει πειστικές εξηγήσεις του φαινομένου:

Η καθημερινότητα σπανίως επιτρέπει στα ζευγάρια να περνάνε περισσότερες από 3-4 ή 5 ώρες μαζί, ενώ χρονιάρες μέρες εγκλωβίζονται για εικοσιτετράωρα ολόκληρα ο ένας απέναντι στον άλλο / Όλοι έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό μας και τους άλλους / Οι προσδοκίες μας για έναν τέλειο εορτασμό σπανίως (δηλαδή ποτέ) δεν επιβεβαιώνεται / …

Οπότε τσακωνόμαστε.

Και τότε είναι ακριβώς όπως μας το λέει ο Σαββόπουλος:

Λάμπουν τα Χριστούγεννα στον καθρέφτη

Μπάλλες ασημένιες και χιόνι πέφτει

Κι εμείς μέσα στο σπίτι έχουμε εμφύλιο.

Μου αρέσει όμως το γύρισμα που κάνει:

Ενώ ξεκινάει περιγράφοντας μια αμοιβαία κατάσταση, ένα κοινό πρόβλημα, καταλήγει εντοπίζοντάς το καταρχήν στον εαυτό του και μάλιστα στην δημιουργική διαδικασία στην οποία βρισκόταν τότε:

Χριστούγεννα πάντα ειν’ επώδυνο

Να ξαναδώ το φως γυμνό

Να σπαρταρά το περιεχόμενο

Να ιδρώνω λες και ξεγεννώ.

Κράτα το χέρι μου

Ίσως μιλάει εδώ ο εγωκεντρικός καλλιτέχνης, αλλά ίσως να είναι και ένα καλό μάθημα προς όλους μας:

Να βρίσκουμε το ένα κάτι που έχουμε μέσα μας και μας κάνει να γινόμαστε κακοί με τους ανθρώπους που αγαπάμε κι αν δεν μπορούμε να το διορθώσουμε, τουλάχιστον ας είμαστε ειλικρινείς κι ας ζητάμε την βοήθειά τους.

Χιόνια!

Είναι ωραίο το κρύο, η βροχή, οι μακρές νύχτες, η ομίχλη, η παγωνιά, η υγρασία, και όλα μου αρέσουν. Αλλά, χωρίς αμφιβολία, βασιλιάς του χειμώνα είναι το χιόνι. Λευκό, υγρό, εύθραυστο, παγωμένο, μονωμένο, ανάλαφρο, συμπαγές, συνεκτικό, συμβολίζει όλα όσα μας προσφέρει, όλα όσα αγαπάμε στον χειμώνα.

Είναι μια γιορτή από μόνο του.

Αναρωτιέμαι, πόσο λυπημένος πρέπει, αλήθεια, να είναι κάποιος, για να μην χαρεί, όταν θα δει τις νιφάδες ανάλαφρα να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα.

Όταν ξυπνήσαμε την Πέμπτη, τα είδαμε όλα κάτασπρα. Την νύχτα έριχνε αυτό το λεπτό, σπυρωτό χιονάκι, που εδώ ονομάζουν σπίθα, και σιγά-σιγά τα κάλυψε όλα με ένα λεπτό στρωματάκι δύο περίπου εκατοστών. Όμως, κι αυτό το λίγο ήταν αρκετό για να αρχίσει η γιορτή: Τα σχολεία μείνανε κλειστά, μαθήματα στο Πανεπιστήμιο δεν έγιναν και μαθητές και φοιτητές, μαζί με όσους μπόρεσαν να ξεκλέψουν χρόνο από τις δουλειές και τις υποχρεώσεις τους, βγήκαν στον δρόμο για να πατήσουν και να πιάσουν το χιόνι.

Πήρα κι εγώ την φωτογραφική μου μηχανή κι αντί να κατευθυνθώ προς το κέντρο, προτίμησα να πάω προς τα έξω, σε μια όχι και τόσο γνωστή γωνιά, κάπως κρυμμένη, απομονωμένη, εκεί που τις άλλες φορές πηγαίνω για τρέξιμο.

Περπάτησα σχεδόν ένα δίωρο, μέχρι που η λεπτή λευκή φλούδα άρχισε να μαραίνεται. Και τράβηξα αρκετές φωτογραφίες, αλλά πάλι όχι όσες θα ήθελα. Βλέπετε, αμάθητα πλέον στο κρύο τα χέρια μου, ξύλιασαν, μάτωσαν -δεν βαριέστε: Όλα ήταν τόσο όμορφα!

Έτσι ετοιμαστήκαμε να γιορτάσουμε μια όψη των Χριστουγέννων.

Και για το τέλος, ο μικρός χιονάνθρωπος που έφτιαξε η μικρή Άννυ με την γιαγιά της: