Monthly Archives: Ιανουαρίου 2011

Σε πολύ α΄ ενικό

Αναρωτιέμαι:

Τι κάνεις όταν όλα όσα πίστεψες, όλα όσα αγωνίστηκες, όλα όσα ονειρεύτηκες, θεωρούνται ανεδαφικά, μη ρεαλιστικά, εκτός τόπου και χρόνου, ξεπερασμένα; Τι κάνεις όταν σε ιδεολογικό / βιωματικό επίπεδο βλέπεις ότι έχεις ηττηθεί;

Δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές. Μπορείς

  1. Να συνεχίσεις να μάχεσαι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα και για όσο πάει.
    Γίνεσαι, να πούμε, ένας ακόμα κατά φαντασίαν ιππότης, που παλεύει με τους ανεμόμυλούς του.
    Αναμφισβήτητα μια γενναία επιλογή.
    Και κάπως τραγική.
    Και πολύ, πολύ αστεία.
  2. Να προσαρμοστείς ηπίως ή αγρίως.
    Να βρεις σημεία σύγκλισης του παλιού σου εαυτού με την καινούργια πραγματικότητα και να τα κάνεις παντιέρα. Και, φυσικά, αν τέτοια δεν υφίστανται, μπορείς κάλλιστα να τα επινοήσεις. Όπως, για παράδειγμα, η διαβόητη Γενιά του Πολυτεχνείου -ή τουλάχιστον οι πιο τίμιοι από τους επιφανείς εκπροσώπους της.
    Ναι, είναι η επιλογή των ευέλικτων, των καπάτσων, των έξυπνων, των προσγειωμένων, των νικητών. Είναι η επιλογή που μπορεί να σου φέρει χρήμα και δόξα, επιτυχία και λάμψη. Η επιλογή ανθρώπων χωρίς σταθερές, με σκοτεινές ψυχές και τρίτες σκέψεις.
    Δεν είναι η δική μου.
  3. Να στραφείς προς τα μέσα αρνούμενος να παραδώσεις έστω κι ένα γιώτα ή μια τελεία από την παλιά κοσμολογία σου. Να στραφείς προς τα μέσα για ν’ αναστοχαστείς τα πράγματα ξεκινώντας από το πιο βασικό, το εγώ. Να στραφείς προς τα μέσα επιχειρώντας να κρατήσεις ζωντανή τη φλόγα που είχε/έχει νόημα για σένα.
    Είναι η επιλογή εμμονικών ανθρώπων, που προτιμούν να συρρικνωθούν παρά να παραδώσουν το ελάχιστο στη στιγμή ή το φιλοθεάμων κοινό. Είναι η επιλογή ανθρώπων, που δεν έχουν καμιά ευελιξία και προτιμούν να σπάσουν, παρά να μετακινηθούν έστω και μια μοίρα από την αρχική τους θέση.

……………………

Κάπως έτσι το Σημειωματάριο στρέφεται σταδιακά προς τα μέσα. Από την πολιτική στην κοινωνία κι από κει στον κύκλο μου κι ακόμα πιο στενά, στους λίγους ανθρώπους που παραμένουν δίπλα μου, πολλές φορές και σε δικό μου πείσμα, σε μένα.

Όπως είχα πει παλιότερα με άλλη αφορμή:

Τέτοια κείμενα σε καιρούς, όπως οι σημερινοί, είναι ό,τι πιο πολιτικό μπορώ να γράψω.

Advertisements

Friends: Time to move on

Αυτό το τραγουδάκι ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή:

Ώρα να προχωρήσουμε μπροστά -όπως ακριβώς το λένε τα λόγια

Με τις αντιφάσεις μας -όπως το δείχνουν οι εικόνες…

Βόλτα με την φωτογραφική μηχανή

Υπάρχουν πολλοί blogger που είναι πάντοτε έτοιμοι και απαθανατίζουν τα πάντα: Στον σκηνές στον δρόμο ενώ περπατάνε, πινακίδες ενώ οδηγούνε, τα πιάτα όταν πηγαίνουν για φαγητό μέσα, το μαγείρεμα όταν παρασκευάζουν οι ίδιοι το φαγητό τους.

Τους ζηλεύω –την αφοσίωση, το δόσιμο, την πίστη τους σε αυτό που κάνουν.

Ομολογώ ότι πολλές φορές πριν βγω έξω σκέφτομαι να πάρω την φωτογραφική μηχανή μαζί μου. Αλλά σχεδόν πάντα καταλήγω στο Την επόμενη φορά.

Το μετανιώνω. Σχεδόν μόλις στρίψω στην γωνία. Ξέρω ότι ακόμα κι αν το σκηνικό που θέλω να φωτογραφήσω μείνει σταθερό ως την επόμενη φορά (η οποία, ας μη γελιόμαστε, ακόμα δεν έχει έρθει), το παιχνίδισμα που κάνει το φως από το γύρισμα του ήλιου και την διάθλαση των νεφών, την υγρασία της ατμόσφαιρας, το αεράκι που φύσηξε, πώς να το πετύχεις; Κι ακόμα δυσκολότερα μπορείς να ανακαλέσεις εκείνο το αρχικό συναίσθημα που σε έκανε να θες να μετατρέψεις έναν τόπο, ένα δρώμενο, έναν κόσμο, σε εικόνα, που θα την φυλακίσεις για πάντα σε μια αντικείμενη αποθήκη αναμνήσεων.

……………

Αλλά εκείνη την φορά πήρα την φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Είχε χιονίσει λιγάκι και τα σύννεφα έκρυβαν τις κορφές και των πιο χαμηλών βουνών, κρύο κι υγρασία και ο αέρας ακίνητος, σε προετοίμαζε για μια συνέχεια.

Πήρα την μηχανή μαζί μου και πήγα για περπάτημα στην αγαπημένη μου γωνιά – δίπλα σχεδόν από το κέντρο των Ιωαννίνων, κάτω από την μύτη σας…

Μου αρέσουν αυτά τα δρομάκια, με το χώμα και τις πολλές στροφές που χάνονται πίσω από δέντρα και αρχαίους φράχτες.

Δέντρα γυμνά, σαν χέρια παραμορφωμένα, που να ζητάν ελεημοσύνη από τον ουρανό.

Σπίτια που ξεφυτρώνουν πίσω από το ποταμάκι, ανάμεσα στα δέντρα. Δεν έχουν κανένα αρχιτεκτονικό στολίδι, μόνο χρηστικές επεμβάσεις. Μ’ έναν τρόπο τ’ αγαπώ.

Συνάντησα το πιο όμορφο κανελί κατσικάκι. Στην άκρη του δρόμου μασούσε ασταμάτητα. Το πλησίασα αργά, μη μου φύγει, αλλά δεν νοιάστηκε καθόλου.  Θα έχει συνδυάσει τον άνθρωπο με την αγάπη – το αφεντικό του το αγαπάει, του χάρισε ένα μικρούλικο, γλυκόλαλο κουδουνάκι…

Ναι, θα συνεχίσω από εκεί, για λίγο ακόμα…

…και κάτω από έναν κορμό είδα ένα συνοφρυωμένο γατόνι. Μη το λυπάστε που είναι μόνο μες το κρύο και τον χιονιά. Πρόκειται για μεγάλο αλάνι!

Γιώργη, χιονίζει

Ήταν μια παράξενη Δευτέρα η σημερινή.

Τα πάντα κινούνταν στον γλυκό ρυθμό μιας μελωδίας, λίγο παιδικής, λίγο αθώας, σαφώς ερωτικής, με βάθος αναπάντεχο, όπως όλες οι παραμονές των Αναχωρήσεών μου. Μη γελιέστε όμως. Μέσα μου το ηφαίστειο κουφόβραζε / η λάβα αναζητούσε διέξοδο -σαν να έχουν σωρευτεί τα άλυτα ή μου φαίνεται;

Δυο τηλεφωνήματα χάραξαν τη σημερινή ημέρα.

Η Κατερίνα με πήρε νωρίς-νωρίς. Η είδηση ενός αναπάντεχου θανάτου σε απεμπλέκει από την μιζέρια της καθημερινότητας, σε κάνει να σκεφτείς / να νιώσεις ανάγκη για τα πιο καίρια της ζωής. Το είπα και συμφώνησε και κείνη. Τώρα όμως που τα σκέφτομαι, καταλαβαίνω πως καλά κι άγια τα καίρια και καλό είναι, πρέπει δηλαδή, να μην τα λησμονούμε, αλλά πώς να το κάνουμε: Τα καθημερινά και τα εφήμερα ζητούν κι αυτά επιτακτικά τα δικαιώματά τους. Πόσο μπορείς να τα αποφεύγεις; Για πόσο μπορείς να τα απωθείς;

Ο Γιώργης με πήρε αργότερα. Είχα αραδιάσει όλα τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι μου, η βαλίτσα έχασκε ορθάνοιχτη στο πάτωμα κι εγώ προσπαθούσα να βάλω σε τάξη τα χαρτιά μου. Είναι αυτό το χαρτομάνι που με κάνει να βαριέμαι τόσο τις μετακινήσεις: Βιβλία, φωτοτυπίες, δελτία, σημειωματάρια, τετράδια, σκόρπιες σελίδες και χαρτάκια με φράσεις τόσο δυσανάγνωστα γραμμένες, που κι εγώ πολλές φορές δυσκολεύομαι να καταλάβω -έτσι σκέφτομαι / απ’ αυτό το χάος παλεύω να βγάλω συμπέρασμα.

Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Έπινα τις τελευταίες γουλιές του καφέ και περιφερόμουν ανάμεσα στα πράγματα. Μετρούσα κάλτσες κι εσώρουχα κι έβαλα τις ζώνες πάνω απ’ τα πουκάμισα για να μην τις ξεχάσω πάλι. Μετά άρχισα να ψάχνω τον Παπαλάγκι. Ποτέ δεν μου άρεσε αυτό το βιβλίο -διδακτικό κι επιτηδευμένο το θυμάμαι-, αλλά ο Γιώργης είναι τόσο ενθουσιασμένος μαζί του που αγόρασε ακόμα δύο αντίτυπα (!) -τα μυστήρια της φύσεως. Τελικά το βρήκα (πιο καταχωνιασμένο θα πέθαινε) κι ανάμεσα στις κιτρινισμένες απ’ τη νικοτίνη του βιβλιοπωλείου σελίδες (μη ρωτάτε), ανακάλυψα ένα σημείωμα μιας συμμαθήτριάς μου απ’ το Λύκειο -αυτό κι αν είναι μυστήριο της φύσεως.

Μ’ αυτά και με τ’ άλλα άρχισα να καταλαγιάζω μέσα μου: Αν το καίριο μου έκλεισε το μάτι στο τηλεφώνημα της Κατερίνας, τώρα το διηνεκές χασκογελούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν χαλάρωσα -έχω έναν κόμπο εκ γενετής που δεν λύνεται με τίποτα, ρε παιδί μου. Απλώς με έναν τρόπο γαλήνεψα μέσα μου. Γελούσα. Όλα, φιλοσοφίες, θεολογίες, λογοτεχνίες και μουσικές, σινεμάδες, πρώην και μελλοντικές γκόμενες, κοινές και χωριστές μνήμες είχαν μπει στο μίξερ και η γλυκιά μάζα με κάλυπτε.

Τότε τράβηξα την κουρτίνα και κοίταξα έξω.

– Γιώργο, χιονίζει…

– Και τι κάνεις στο τηλέφωνο, ρε μαλάκα. Κλείστο και βγες έξω να τραβήξεις καμιά φωτογραφία!

Βγήκα στο μπαλκόνι και ο αέρας έφερε τις νιφάδες πάνω μου. Οι παντόφλες βράχηκαν, οι κάλτσες μούσκεψαν. Μπήκα μέσα κι έκλεισα την πόρτα.

Είχε πολλές δουλειές η μέρα, πολλές εκκρεμότητες να τακτοποιηθούν πριν φύγω. Τηλέφωνα, e-mail, συζητήσεις, φωνές. Αλλά τώρα που ετοιμάζομαι να την πέσω, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω γιατί, νομίζω ότι όλη η ουσία ήταν εκείνο το πεντάλεπτο, από τότε που παραμέρισα την κουρτίνα και κοίταξα, μέχρι που ξαναμπήκα μέσα…

Ο Μάνος Χατζιδάκις και το Facebook

Χτες βράδυ γυρίζοντας από την έξοδο, έκανα μια τελευταία βόλτα στα ιντερνετικά στέκια μου. Στάθηκα χαμογελώντας:

Κάποιος φίλος ανέβασε στο Facebook μερικά τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και μου είχαν έρθει ξαφνικά στο μυαλό οι απαγορεύσεις και οι προϋποθέσεις που έθετε για την χρήση και την αναπαραγωγή των τραγουδιών του. Στους Μύθους μιας Γυναίκας για παράδειγμα ζητούσε να μπαίνουν τουλάχιστον τρία σε συνέχεια, από το παρόν έργο. Μνημειώδης βέβαια είναι η Δυσάρεστη Προειδοποίηση που συνοδεύει τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς:

Γνωρίζοντας πως στα πνευματικά δικαιώματα και στον σεβασμό τους, η χώρα μας συναγωνίζεται την Ουγκάντα, το Αφγανιστάν και την Τουρκία του Εβρέν, προειδοποιώ όλους τους υποανάπτυκτους και με μειωμένη συνείδηση που πραγματοποιούν στον τόπο μα ελληνικά σήριαλς, γυρίζουν ελληνικές ταινίες «ποιότητος» ή μη, επιμελούνται τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά παιχνίδια, τοποθετούν μουσική στα ρολόγια των τηλεοπτικών σταθμών ωσότου αρχίσουν οι ειδήσεις, κι ακόμη, όσους μεταχειρίζονται μουσική στο ασανσέρ, στις καφετέριες, στα εστιατόρια και στα αναψυκτήρια, στις διαφημίσεις και στα σούπερ-μάρκετ, κι ακόμη, όσα υπουργεία διαφημίζουν ή τουριστικά ή βιομηχανικά ή αναπτυξιακά την ανέραστη Ελλάδα, προειδοποιώ πως αν μεταχειριστούν τμήμα ή ολόκληρα κομμάτια μουσικής μου, οποιασδήποτε μουσικής μου, θα μεταχειριστώ κάθε δυνατότητα που μου παρέχει ο Νόμος για να κυνηγήσω τους εξακολουθητικά ασυνείδητους που μεταχειρίζονται μουσική μου. Επί πλέον, θα απαιτήσω 500.000 δραχμές για κάθε τρίλεπτο –έως τρίλεπτο– που θα περιέχει μουσική μου, χωρίς την έγγραφη άδειά μου.

Είναι λυπηρό πως μόνο μια τέτοια «προειδοποίηση» είναι δυνατόν να ισχύει και ν’ αντιμετωπίζει την ασυδοσία του «καλλιτεχνικού» μας «κατεστημένου».

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Δεκέμβριος 1983

Τι έχει αλλάξει από τότε;

Σίγουρα όχι η ασυδοσία του «καλλιτεχνικού» μας «κατεστημένου». Μάλλον μεγάλωσε κι άλλο και συνδυάστηκε με πρωτοφανή ρηχότητα και προχειρότητα.

Ούτε βέβαια ο σεβασμός μας προς τα δικαιώματα του δημιουργού. Κι εδώ χειρότερα είναι τα πράγματα, δεδομένων και των διευκολύνσεων που μας παρέχει το διαδίκτυο.

Έπειτα ο Χατζιδάκις αναφέρεται στους υποανάπτυκτους με μειωμένη συνείδηση που ασχολούνται με τα ΜΜΕ. Τι ωραία περιγραφή αλήθεια! Σαν να το έγραψε μετά από το χτεσινοβραδινό ζάπινγκ.

Τα βάζει, τέλος ,για μια ακόμα φορά με τα Υπουργεία της ανέραστης Ελλάδας ή αλλιώς την «εθνικοφροσύνη», όπως την λέγανε πιο πριν –τον «πατριωτισμό» που μας λένε σήμερα.

Διότι πάντα έτσι συμβαίνει: Βαφτίζουν ως «εθνική αναγκαιότητα» και «πατριωτικό καθήκον» την πολιτική που θέλουν να σου επιβάλουν, δημιουργούν γύρω της μια ευσεβίστικη ατμόσφαιρα και απαιτούν σιωπή κι υπακοή. Όποιος ξεστρατίσει, μπάτσες. Και σήμερα και τότε και παλιότερα –φοβούμαι και στο μέλλον.

Τι άλλο πιο εμπνευστικό παράδειγμα θα μπορούσαμε να έχουμε σήμερα από το θάρρος του πολίτη Χατζιδάκι να τα βάζει μόνος με τον κρατικοποιημένο Αυριανισμό ή την νικηφόρα Αλλαγή ή πιο πριν τα συντηρητικά αντανακλαστικά ενός απαίδευτου κατεστημένου.

………………

Παρόλα αυτά το δίκτυο, οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, τα ιστολόγια διαμόρφωσαν/διαμορφώνουν όχι απλώς ένα διαφορετικό σκηνικό, αλλά έναν καινούργιο κόσμο. Έναν κόσμο που όσο κι αν οι σκεπτικιστές αρέσκονται να επισημαίνουν αδυναμίες και κινδύνους, τις δυνατότητές του ούτε τις έχουμε δει ακόμα, ούτε μπορούμε να τις φανταστούμε.

Αλήθεια, τι θα έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις για εκείνους που φτιάχνουν βιντεάκια με τα τραγούδια του και τα ανεβάζουν στον σωλήνα;

Για όσους τα κολλάνε στον τοίχο του Facebook;

Για μας που τα σχολιάζουμε στα blog;

Θα έθετε τις ίδιες απαγορεύσεις;

Θα μας κυνηγούσε ή, έστω, θα μας αποδοκίμαζε;

Θα μοίραζε ο ίδιος τα τραγούδια του μέσω του δικτύου;

Απάντηση δεν έχω. Δεν μπορώ να φανταστώ την στάση και τις αντιδράσεις του.

Ξέρω όμως τα εξής:

  1. Ο Χατζιδάκις διέθετε γνήσια σοφία, αντίληψη της πραγματικότητας και βαθιά γνώση του τόπου και των ανθρώπων
  2. Ο Χατζιδάκις είχε μια σπάνια γενναιοδωρία
  3. Ο Χατζιδάκις αντιπαθούσε σφόδρα την οικειότητα. Δεν ήθελε να είναι οικείος, γνώριμος, κοντινός – επεδίωκε την απόσταση, να είναι ξένος και άγνωστος. Οι ίδιες οι μουσικές του, οι ενορχηστρώσεις του, οι σχέσεις του με τα λαϊκά είδωλα και τους διαμεσολαβητές των εφημερίδων, οι απαγορεύσεις που μνημονεύσαμε πιο πριν, το αποδεικνύουν. Ο Χατζιδάκις απαιτούσε από τον ακροατή να μοχθήσει για να τον προσεγγίσει και να τον γνωρίσει. Απεχθανόταν τους φίλους του σουξέ, εκείνους που αποζητούσαν τις θωπείες των εύκολων ρυθμών και προσπαθούσε να τους ξεφορτωθεί με κάθε τρόπο.

Αν κάποιος πραγματικά ενδιαφέρεται για τον Μάνο Χατζιδάκι, βάζει κι ακούει ολόκληρους τους δίσκους του, ακόμα και σήμερα…

Ο Τσιτσάνης κι ο αργιλές

Το ερώτημα για την σχέση του Β. Τσιτσάνη με το χασίσι είναι για τους φίλους του ρεμπέτικου ό,τι η σχέση του Σωκράτη με το κρασί για τους φιλοσόφους. Με μια διαφορά: Σε αντίθεση με τους φιλοσόφους, οι φιλορεμπέτες δεν αναζητούν και δεν προτείνουν κάποια απάντηση.

Αλλά μήπως είναι μόνο θέμα Τσιτσάνη; Οτιδήποτε έχει σχέση με σπουδαίους ανθρώπους που ακόμα έχουν μια σημασία για μας σήμερα, βρίσκεται σε ένα καθεστώς ιδιότυπης λογοκρισίας: Αν τολμήσεις και τα αγγίξεις, οι διάφοροι φίλοι κι οπαδοί του ή αγανακτισμένοι πολίτες θα σου την πέσουν ζητώντας σου τον λόγο. Κι όμως, η απομυθοποίηση είναι ο μόνος τρόπος για να ανανεωθεί ο μύθος αυτών των ανθρώπων και να διατηρηθεί επίκαιρο το νόημα του βίου και του έργου τους.

Ο Τσιτσάνης έχει γράψει μερικά από τα ωραιότερα και πιο διαφωτιστικά  χασικλίδικα τραγούδια: Η Δροσούλα, Τα πέριξ, Η Λιτανεία, Δηλητήριο στη φλέβα, το πολυτραγουδισμένο Βαπόρι απ’ την Περσία και φυσικά το Σ’ ένα τεκέ μπουκάρανε, το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε το 1937, είναι μόνο μερικά από αυτά. Παρόλα αυτά ο Τσιτσάνης αρνούνταν ότι έκανε χρήση ουσιών. Όταν τον ρωτούσαν πώς εμπνεύστηκε αυτά τα τραγούδια, απαντούσε αόριστα «είδα», «άκουσα», αλλά ποτέ «δοκίμασα».

Για παράδειγμα για την Δροσούλα αναφέρει:

«Ο Σιδέρης ήταν ένα άνθρωπος άγιος. Δεν είχε σχέση με τεκέδες. Όπως κι εγώ. Ήταν καλόκαρδος και πολύ ήσυχος άνθρωπος, σαν κορίτσι. Κι έτσι, κουβεντιάζοντας τακτικά με τον Σιδέρη για τους μάγκες και τα τέτοια, μού ‘λεγε: «Βρε Βασίλη, κάνε ένα τραγούδι για μένα να λέει για τον Σιδέρη». Και τού ‘λεγα: «Θα σου κάνω, ρε, τραγούδι, αλλά θα σε κάνω τεκετζή». Αυτά γινόντουσαν στη Θεσσαλονίκη το 1941 με ’42. Κι έτσι εγώ με την φαντασία μου έπλασα το μύθο του Σιδέρη και του τεκέ. Διότι τεκές του Σιδέρη δεν υπήρξε ποτέ στη Σαλονίκη, πράγμα άλλωστε πασίγνωστο.» (Κ. Χατζηδουλή, Βασίλης Τσιτσάνης. Η ζωή του, το έργο του, Νεφέλη 1980, σελ. 210-11)

Ακόμα πιο ερμητικός γίνεται όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για την Λιτανεία:

«Δεν χρειάζεται να με ρωτάτε όλοι σας πώς μου ήρθε και έγραψα τη Λιτανεία. Υπάρχουν και πράγματα που δεν εξηγούνται στη ζωή. Ζητάτε, λοιπόν, για όλα μια εξήγηση. Εγώ στο μυαλό μου έχω εικόνες, που όταν μού ‘ρθει τις κάνω τραγούδια, τις ζωγραφίζω πάνω στο μπουζούκι και τις κάνω έργα. Έτσι έγινε και με το τραγούδι αυτό. Τό ‘γραψα στην Κατοχή στη Θεσσαλονίκη κάτω από τραγικές συνθήκες». (ο.π., σελ. 214-5)

Έχει γράψει όμως κι ένα ωραίο καμηλιέρικο ο Τσιτσάνης, που με κανένα τρόπο δεν χωράει στην κατηγορία είδα-άκουσα κι έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Σε λαχτάρισα αργιλέ μου:

Σε λαχτάρησα, αργιλέ μου,
να σε πιω μες στον τεκέ μου!
Μα τεκές πια δεν υπάρχει,
πω πω πω τι έχω πάθει!

 

Σένα είχα, αργιλέ μου,
πρώτο μάγκα στον τεκέ μου!
Και σου κάναν υποκλίσεις
και ο μάγκας κι ο ντερβίσης!

 

Μόλις έπεφτε η νύχτα
μπλόκα, τσίλιες, καρδιοχτύπια!
Ταχτικά σ’ απολογία
μας καλούσ’ η αστυνομία!

 

Οι τεκέδες ήταν όλοι
πέντε, κι έξω από την πόλη!
Πέντε τάληρα η τσίκα
στη σειρά κι η πιτσιρίκα!

 

Τώρα γράμματα-κορώνα
η ζωή με τη βελόνα!
Τ α σκληρά στη γκαρσονιέρα
με το θάνατο παρέα!

Τώρα, αργιλέ μου,
έφυγες απ’ τον τεκέ μου.
Κι απ’ την καταφρόνια,
μπήκες στα σαλόνια

…………..

Η λογοκρισία που επιβλήθηκε το 1937 δεν ασχολήθηκε μόνο με τον στίχο, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά και με την μουσική (να κι άλλος ένας τομέας που ο ρόλος του Τσιτσάνη αξίζει να μελετηθεί σε βάθος και χωρίς προκαταλήψεις). Και βέβαια δεν ήταν μονοσήμαντη – δεν αφορούσε μόνο την ηχογράφηση ή την εκτέλεση ορισμένων τραγουδιών. Ήταν βαθύτερη, ήταν συνολικότερη και διεκδικούσε την συνολική ανακατασκευή της κοινωνικής ηθικής κι εν τέλει της συλλογικής -και της προσωπικής- μνήμης. Έτσι η χασισοποσία από έκφραση μαγκιάς κατάντησε στίγμα ανομολόγητο. Συνεπώς, ο εξοβελισμός του μαύρου και της σημασίας/λειτουργίας των τεκέδων στην ιστορία και την μνήμη του ρεμπέτικου τραγουδιού δεν ήταν μόνο η φυσική συνέπεια αλλά και το ζητούμενο. (Για το θέμα αυτό διαφωτιστικό είναι το βιβλίο του Κ. Βλυσίδη, Όψεις του Ρεμπέτικου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2004).

Μέσα σε αυτό το σκηνικό φαίνεται ότι η θέση του Βασίλη Τσιτσάνη ήταν σύνθετη: Από τη μια με πράξεις και με τον δημόσιο λόγο του διέδωσε και δικαίωσε και προώθησε αυτή την πολιτική και την ηθική. Ήταν πάντα πρόθυμος να ξανααφηγηθεί τις παλιές ιστορίες με τρόπο που θα ικανοποιεί το κοινό της κάθε εποχής. Αλλά στην τέχνη του ήταν γρανίτης. Σε συνεντεύξεις και στις «εξομολογήσεις» του μπορεί να έλεγε αυτά που πίστευε ότι ήταν σωστό και συμφέρον, αλλά στα μαγαζιά έπαιζε το Μη χειρότερα, Θεέ μου / έσπασα τον αργιλέ μου ή έγραφε τραγούδια που νοσταλγούσαν τις παλιές εποχές των τεκέδων. Αυτή η διττή στάση εξυπηρετούσε και την ιδιαίτερη θέση και ρόλο στην ιστορία του ρεμπέτικου που διεκδικούσε για τον εαυτό του. Και που, φυσικά, την είχε ήδη κατακτήσει.

——————

Για τον Τσιτάνη δες: Τσιτσάνης-Τσαρούχης: Ζεϊμπέκικο και Οι Χριστίνες του Μάρκου και του Τσιτσάνη

10+1 αγαπημένα CD παραδοσιακής μουσικής

1. ‘Κούγω τον άνεμο κι αχάει. Ηρωικά και Ιστορικά τραγούδια της Ηπείρου με τον Σάββα Σιάτρα


Το CD αυτό ανήκει στην αξιόλογη σειρά του Αρχείου Ελληνικής Μουσικής που μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να παρουσιάσει συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια και μουσικές από όλες σχεδόν τις περιοχές του Ελληνισμού. Κάποιες φορές οι δίσκοι αυτοί έχουν έναν ακαδημαϊσμό, χάνουν σε καλλιτεχνική αυθορμησία, τον αυτοσχεδιασμό που είναι τόσο απαραίτητος για μια μουσική που μεταφέρεται προφορικά από γενιά σε γενιά. Αυτός ο δίσκος δεν υποφέρει από αυτά τα προβλήματα. Το αντίθετο. Έχοντας τον Σάββα Σιάτρα στο τιμόνι και σπουδαίους δεξιοτέχνες, όπως Στ. Καψάλη και τον Ν. Δάμο στο κλαρίνο ή τον Κ. Φιλιππίδη στο Λαγούτο και τον Β. Φάκο στο βιολί, το ταξίδι στην ιστορία και τους ρυθμούς της ηπειρωτικής γης αποδεικνύεται συναρπαστικό. Ο Σιάτρας είναι σπουδαίος τραγουδιστής. Η σπάνια φωνή του έχει τεράστιες δυνατότητες κι ο ίδιος καταφέρνει να είναι εκφραστικός χωρίς να εκπίπτει στον εύκολο συναισθηματισμό. Και το υλικό του δίσκου του ταιριάζει γάντι: Ιστορικά τραγούδια, κλέφτικα, παραλογές, μικρές και μεγάλες ιστορίες της Ηπείρου. Η μουσικολογική έρευνα καθώς και τα εξαιρετικά σχόλια που συνοδεύουν κάθε τραγούδι είναι του Γ. Κωνστάντζου.

2. Πετρολούκας Χαλκιάς: Μοιρολόγια και γυρίσματα


Ένας ορχηστρικός δίσκος από τον σημαντικότερο εν ζωή κλαρινιτζή, τον Πετρολούκα Χαλκιά. Τα 6 κομμάτια του δίσκου δεν υπάρχουν λόγια να τα περιγράψουν. Κυριολεκτικά, ένα κτήμα ες αεί.

3. Χρόνης Αηδονίδης: Τ’ αηδόνια της Ανατολής


Όταν κυκλοφόρησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 δημιούργησε ένα μεγάλο ρήγμα στις συνειδήσεις. Στα ραδιόφωνα κυριαρχούσε μια χαζοπόπ, ένα επιτηδευμένα σκοτεινό ελληνικό «ροκ» και «λαϊκά»-ξηροκάρπια για να συνοδεύουν τα ουίσκια στα μεγάλα κέντρα. Αυτός ο δίσκος όμως διεκδίκησε με τρόπο επιθετικό ίσως την προσοχή μας. Ή, για να ακριβολογήσω, ένα κομμάτι από τον γνόφο της ψυχής μας. Τραγούδια από την Θράκη και τη Μικρά Ασία, τραγούδια από την Ανατολική Ρωμυλία, χορευτικά κι αργά, εξαγνιστικά, ψαλτάδικα  τραγουδισμένα αγγελικά από τον Μεγάλο Χρόνη Αηδονίδη. Στο δίσκο συμμετέχει ο Γ. Νταλάρας και ο Ross Daly.

Δομνα Σαμίου: 4. Τα Πασχαλιάτικα. Ανοιξιάτικα τραγούδια του Θανάτου και της Ανάστασης

5. Της Κυρα-Θάλασσας

6. Ιστορικά και Κλέφτικα τραγούδια

7. Παραλογές

8. Τραγούδια της Ξενιτιάς


Το λέω εξαρχής: Τρέφω μεγάλο θαυμασμό, μεγάλη αγάπη για την Δόμνα Σαμίου. Σαν τραγουδίστρια με συγκλονίζει και οι δίσκοι της είναι οι πιο ολοκληρωμένες δουλειές για την παραδοσιακή μουσική. Ολοκληρωμένες από κάθε άποψη: Οι τραγουδιστές, οι ενορχηστρώσεις, τα κείμενα και το οπτικό υλικό που συνοδεύουν τα CD αυτά. Κι επιπλέον: Η Σαμίου δεν διστάζει να εντάσσει στους δίσκους τις ηχογραφήσεις που έκανε όταν κατέγραφε και συγκέντρωνε το υλικό της γιατί «αποδίδουν μοναδικά την ατμόσφαιρα και το ύφος του τραγουδιού». Οι δίσκοι αυτοί, όπως φανερώνουν και οι τίτλοι τους, δεν περιέχουν μουσικές και τραγούδια από μια περιοχή της Ελλάδας, όπως οι προηγούμενοι, αλλά περιέχουν τραγούδια από διαφορετικές περιοχές με ενιαίο θέμα. Αποκαλύπτεται έτσι όχι μόνο το εύρος των τραγουδιστικών δυνατοτήτων της Δόμνας και των συνεργατών της και της έρευνάς της, αλλά και ο πλούτος και η ποικιλία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και ταυτόχρονα το ενιαίο ιδεολογικό-πολιτισμικό πλαίσιο.

9. Ψαραντώνης: Ριζίτικα


Ο Νίκος Ξυλούρης τραγουδώντας τα Ριζίτικα στις ενορχηστρώσεις σημάδεψε όχι μόνο τον ήχο της κρητικής μουσικής, αλλά όρισε και μιαν εποχή. Πέρα από την πολιτικοποιήση, που πολλές φορές είναι εύκολη για να μην πω κραυγαλέα, η φωνή και ο τραγουδιστικός τρόπος του είχε όλο εκείνο το φως, την αυτοπεποίθηση, την αισιοδοξία, που χαρακτήριζαν το ’70. Μου αρέσει εκείνος ο δίσκος. Αλλά αγαπώ περισσότερο τούτες εδώ τις εκδοχές του αδερφού του, του Ψαραντώνη. Κι εδώ υπάρχει μαχητικότητα, το ανυπότακτο φρόνημα των βουνών της Κρήτης, αλλά υπάρχει και πολύ, πολύ σκοτάδι. Οι ιστορίες δεν έχουν καλό τέλος. Και το μόνο που μένει είναι η ψυχή, που λαχταρά να πετάξει στα νέφη σαν τον σταυραετό.

10.Παναγιώτης Λάλεζας: Κλέφτικα


Νομίζω ότι δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ότι ο Π. Λάλεζας είναι ο καλλίτερος τραγουδιστής παραδοσιακών τραγουδιών της νεώτερης γενιάς. Επαγγελματίας από τα 12 του χρόνια, ανδρώθηκε στα πανηγύρια και τις κομπανίες του Μοριά, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό. Ο Λάλεζας είναι διαβασμένος μουσικός, γνωρίζει την παράδοση, αλλά και την σύγχρονη πραγματικότητα, σεμνός και προικισμένος με μια καταπληκτική φωνή-βάλσαμο ψυχής. Αυτός ο δίσκος, που περιέχει 13 αργά, καθιστικά αφηγηματικά τραγούδια, που αναφέρονται σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ελλάδας, είναι ο πιο αγαπημένος μου. 

 

+ Νίκος Γράψας: Μια κόρη από την Αμοργό και άλλες Βυζαντινές μπαλάντες


Αν και δεν ήθελα να υπάρχουν δίσκοι με διασκευές σε αυτή τη λίστα (γι’ αυτό απουσιάζουν οι Mode Plagal ή ο εξαιρετικός δίσκος του Αλκίνοου με τα Κυπριακά), δεν μου πήγαινε η καρδιά να αφήσω έξω αυτόν εδώ τον δίσκο -έναν από τους πιο αγαπημένους μου της δεκαετίας του ’90. Ο Γράψας επέλεξε 13 πολύστιχα αφηγηματικά  παραδοσιακά τραγούδια από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου (Μικρασία, Δωδεκάνησα, Πόντο, Ρούμελη κτλ) και τα παίζει με έναν εντελώς ιδιόμορφο/προσωπικό τρόπο. Τα όργανα είναι παραδοσιακά (ταμπουράδες, διάφορες λύρες, νέι, λαγούτα, κρουστά) αλλά χρησιμοποιούνται με τρόπο πρωτότυπο, που ανακαινίζει και τον ήχο, αλλά και το ίδιο το τραγούδι: Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τραγούδια των ανθρώπων της παλαιάς κοινότητας, αλλά του ατόμου της σύγχρονης πόλης.