Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2011

Το παιδί με το ταμπούρλο

Ζοῦσε κάποτε στὸν κόσμο τὸν ἀγιάτρευτο

Στα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου η ομορφιά και το καλό στον κόσμο αναφέρονται πάντα σε ένα παρελθόν, το οποίο αντιδιαστέλλεται από το σκοτεινό και άσχημο παρόν:

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα (…)

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα (…)

Κάποτε, σε χρόνο ανύποπτο ο Γκάτσος τοποθετούσε την αλλαγή, που συνήθως την περιέγραφε με την δριμύτητα και το αναπόφευκτο των φυσικών φαινομένων:

Με βασιλικό γιαρέμ γιαρέμ και δυόσμο

στόλισε ο Θεός γιαρέμ γιαρέμ τον κόσμο

μά ‘ρθε συννεφιά γιαρέμ γιαρέμ και μπόρα

κι έπεσε κακό γιαρέμ γιαρέμ στη χώρα

Παράλληλα όμως υπάρχει στα τραγούδια του και η προσδοκία για μια ουσιαστική αλλαγή του κόσμου:

Μα θα ‘ρθούνε άλλα χρόνια

μ’ όνειρα κι οράματα

.

ἕνα ἀγόρι ξεχασμένο κι ἀπροστάτευτο

Οι συλλογικότητες, πέραν του λαού, που όμως έχει μια μεταφυσική διάσταση, δεν συγκινούσαν τον Γκάτσο. Μόνο στο Νυν και Αεί, τον δίσκο που κυκλοφόρησε μετά την πτώση της Χούντας, βρίσκουμε δυο τραγούδια που αναφέρονται με έναν τρόπο σε συλλογικές προσπάθειες. Το Ήρθε ο καιρός αποτελεί προσκλητήριο εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι/ και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά –/(…) ήρθε ο καιρός ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη Το δεύτερο, Ο δράκος, περιγράφει μια συλλογική προσπάθεια να γκρεμιστεί ένας τύραννος, η οποία κάθε άλλο παρά ηρωική είναι: Είχαμε ένα δράκο/ μα σαν τα σκυλιά/ σκάψαμε ένα λάκκο/ στην ακρογυαλιά./ Για να πέσει μέσα/ με τρικλοποδιά. Γρήγορα όμως η ελπίδα ότι είχε φτάσει ο κατάλληλος καιρός για αλλαγές διαψεύστηκε κι ο ποιητής δυο χρόνια αργότερα, στην Ελλαδογραφία, αναρωτιέται:

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι
πότε θα ‘ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι

Αυτό που όμως που συγκινούσε τον Γκάτσο ήταν η προσωπική προσπάθεια, ο ατομικός αγώνας, η μορφή του επαναστάτη. Ήδη στην Μυθολογία, τον πρώτο ολοκληρωμένο κύκλο τραγουδιών που έγραψε, συναντάμε Έναν ευαίσθητο ληστή, και στους Αντικατοπτρισμούς τον περίφημο Κεμάλ. Ο επαναστάτης περιγράφεται επίσης στα Δόκανα, το Κοίτα με στα μάτια, τον Σταυρό και φυσικά στο Παιδί με το ταμπούρλο.

.

τί ψυχὴ βασανισμένη νά ‘ταν ἄραγε

Οι επαναστάτες του Γκάτσου δεν λειτουργούν με βάση το προσωπικό τους συμφέρον. Το αντίθετο, οι ίδιοι προέρχονται μάλλον από ένα ασφαλές κι ευνοημένο περιβάλλον. Θυμηθείτε ότι ο Κεμάλ ήταν ένας νεαρός πρίγκιπας της Ανατολής. Κι ο ευαίσθητος ληστής λέει στη μάνα του ότι τους κακούς εσύ μονάχα τους ακούς/ κι ο νους σου δεν τους πιάνει, δεν έχει δηλαδή προσωπική εμπειρία.

Το ίδιο και το παιδί με το ταμπούρλο: Κι αυτό φαίνεται πως ανατράφηκε σε ένα προνομιακό περιβάλλον. Η δυστυχία του κόσμου, ο πόλεμος, δεν τον άγγιζε, αλλά τον μικρό η γειτονιά του δεν τον κράταγε, τους δρόμους πήρε και περπάταγε κι έτσι, όπως και ο αφηγητής στα Δόκανα έμαθε την αλήθεια.

Ας θυμηθούμε εδώ πως κάπως έτσι αρχίζει και η ιστορία του Ντέμιαν του Χ. Χέσσε. Ο Εμίλ Σίνκλερ, ο ήρωας του βιβλίου, ζει σε ένα φωτεινό ξέφωτο ενός κατά τ’ άλλα σκοτεινού κόσμου. Κι εκείνος νιώθει μια ακατανίκητη έλξη από τα «αποκρουστικά, τα άγρια και φριχτά πράγματα που γίνονταν ολόγυρά του, στο διπλανό δρόμο, στο γειτονικό σπίτι». Τι ψυχές βασανισμένες!

.

Τί τὰ θέλει τὰ βιβλία καὶ τὰ γράμματα

Στην πραγματικότητα βέβαια απορούμε για την επιλογή του αγοριού, μόνο και μόνο επειδή δεν καλοεξετάζουμε τις άλλες επιλογές. Θα μπορούσε ο μικρός να σπουδάσει και να γίνει ένας ακόμα επιστήμονας ή να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις και να πλουτίσει. Επιλογές αυτονόητες κι εύλογες και, μπροστά στην προδιαγεγραμμένη θυσία, εύκολες. Ο Γκάτσος όμως τις μετράει διαφορετικά: Τι τα θέλει τα βιβλία και τα γράμματα/ σ’ όλους έρχονται μια μέρα τα γεράματα/ τι τα θέλει τα παλάτια τα μαλάματα/ η ζωή κυλάει με δάκρυα και με κλάματα. Η κατά κόσμον επιτυχία ούτε την φθορά σταματάει, ούτε τον πόνο μαλακώνει. Μια ζωή που ακολουθεί την γραμμικότητα που επιβάλλει ο αστικός καθωσπρεπισμός και οι συνήθεια, είναι ζωή ξοδεμένη, ζωή χωρίς νόημα.

.

Νύχτα μέρα περπατοῦσε ἀσταμάτητα

Ο Γκάτσος αποφεύγει να αναφερθεί στη βία που ασκεί ο επαναστάτης. Ο Ευαίσθητος ληστής είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που αναφέρεται με θετικό τρόπο στη βία, ή μάλλον την δικαιολογεί: Εκεί ο νέος χρησιμοποιεί το σπαθί του για να υπερασπιστεί αδύνατους κι αδικημένους. Ο Κεμάλ πολεμάει το άδικο με τα κηρύγματά του και ο γκατσικός τυμπανιστής πορεύεται σε έναν άγριο κόσμο παίζοντας μουσική. Η μουσική του ταμπούρλου δεν είναι απλώς ένα δώρο άξιο για τον Νεογέννητο Βασιλιά, αλλά και μια δύναμη αναγέννησης του κόσμου.

.

ἔτσι πέρασε στὴ χώρα τοῦ ἀμίλητου

Πάντα, σε όλα τα τραγούδια του Γκάτσου, ο νέος πληρώνει με το αίμα του την αποκοτιά του. Ο θάνατός του είναι πάντα βίαιος κι οδυνηρός, τιμωρία για τον επαναστάτη και παραδειγματισμός για τους υπόλοιπους που γοητεύονται απ’ το παράδειγμά του. Και η αδικία συνεχίζει να υπάρχει. Η ρωγμή που τα παιδιά κατάφεραν, γρήγορα θεραπεύεται από τους κρατούντες.
Η θυσία τους όμως ήταν μάταιη;

Όπως ο Κεμάλ, έτσι κι ο μικρός τυμπανιστής, ανελήφθη στους ουρανούς:

Έτσι πέρασε στη χώρα του αμίλητου
και τ’ αγρίμια του άλλου κόσμου γίναν φίλοι του.

Ταμ-ταμ ταμ-ταμ της γης ο κόρφος δεν τον χώρεσε
ταμ-ταμ ταμ-ταμ στον ουρανό βαθιά προχώρησε
ταμ-ταμ ταμ-ταμ ταμπούρλο πια δεν ακουγότανε
ταμ-ταμ ταμ-ταμ μα πάντα πόλεμος γινότατε.

Αν σε κοινωνικό επίπεδο το αποτέλεσμα του αγώνα των παιδιών είναι μηδαμινό, αν η Ιστορία δεν αλλάζει ρότα με την θυσία των αμνών, τουλάχιστον εκείνοι δικαιώθηκαν μετά θάνατον. Κέρδισαν την ζωή, αφού πρώτα την θυσίασαν, όπως λέει και το Ευαγγέλιο.

…………………

Οι στίχοι γράφτηκαν αρχικά πάνω σε μια μελωδία του Δ. Μούτση. Τελικά τους μελοποίησε με σεβασμό ο Γ. Χατζηνάσιος και τους τραγούδησε η Ν. Μούσχουρη στην Ενδεκάτη Εντολή.

Οι στίχοι και αυτού του τραγουδιού βρίσκονται στον τόμο Όλα τα τραγούδια που επιμελήθηκε η Αγαθή Δημητρούκα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Δες ακόμα για το Δάκρυ με το δάκρυ, τον Χειμωνιάτικο Ήλιο, το Blue.

Advertisements

Η ελλαδική κρίση

Πολλοί φίλοι εδώ με ρωτούν με αγωνία για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Πέρα από την έγνοια που έχουν για συγγενείς και φίλους που μένουν εκεί, διακρίνω την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο η κρίση να πλήξει και την Κύπρο.

Δεν έχουν κι άδικο: Ό,τι ακούς στη γειτονιά σου, πάντεχε και στα δικά σου, λέει μια παροιμία.

Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει πραγματικός λόγος ανησυχίας. Πρώτον, γιατί η κυπριακή οικονομία, παρά τα προβλήματα και τις αδυναμίες της, παραμένει ισχυρή και δεύτερον, εξαιτίας της φύσης της ελλαδικής κρίσης, η οποία δεν είναι μόνο, και πιθανόν μάλιστα δεν είναι πρωτίστως, οικονομική.

Τα οικονομικά δεδομένα είναι βέβαια συντριπτικά και καταθλιπτικά. Η Ελλάδα βυθίζεται σε όλο και μεγαλύτερη ύφεση, οι φόροι αυξάνονται, οι μισθοί μειώνονται, επιχειρήσεις κλείνουν, η φανερή ανεργία άγγιξε το 14% τον περασμένο Νοέμβριο και αυξάνεται συνεχώς μέρα τη μέρα. Όπως λένε πολλοί ειδήμονες, το πρόγραμμα διάσωσης που εκπόνησαν από κοινού ΔΝΤ και ΕΕ και συνυπέγραψε η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου (το περίφημο Μνημόνιο) απέτυχε παταγωδώς. Έτσι, το αίσθημα του αδιεξόδου, της μη προοπτικής, η προσδοκία ενός χειρότερου αύριο εμπεδώνεται όλο και περισσότερο.

Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει δυο ακόμα παραμέτρους της κρίσης: Την χρεωκοπία των αξιών και των αρχών του μεταπολιτευτικού κράτους και τις δυσλειτουργίες και την αναποτελεσματικότητα της Πρωθυπουργοκεντρικής Κοινοβουλευτική Δημοκρατίας.

Η σταδιακή επικράτηση στο δημόσιο και ιδιωτικό ήθος μιας αυθορμησίας που δεν λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν και δεν ευθύνεται για τίποτα –ο περίφημος χαβαλές– διάβρωσε και κατέστρεψε ό,τι είχε καταφέρει να διασωθεί από την επταετή δικτατορία. Ταυτόχρονα καίριες θέσεις του κράτους, των επιχειρήσεων, της κοινωνίας ανέλαβαν άνθρωποι που δεν λογαριάζουν τίποτα πέρα από το στενό ατομικό τους συμφέρον και δεν δίσταζαν προσαρμόζουν τους κανόνες, τις αξίες, ακόμα και την ηθική, ώστε να το διασφαλίζουν και να το υπηρετούν.

Τα αποτελέσματα αυτών των πρακτικών και λογικών τα ψηλαφούμε σε κάθε έκφανση του ελλαδικού βίου: Πολιτικοί που ψεύδονται αναίσχυντα, μεγαλοεπιχειρηματίες χωρίς κανένα αίσθημα κοινωνικής ευθύνης, ΜΜΕ που εξαπατούν και δεν ενημερώνουν, συνδικαλιστές που υπηρετούν τα συμφέροντα του κύκλου τους κι όχι του κλάδου τους, δικαστές που απονέμουν δικαιοσύνη ανάλογα με το πορτοφόλι των διαδίκων, γιατροί που περιθάλπουν μόνο αν χρηματιστούν, ιεράρχες που αντιμετωπίζουν την Εκκλησία σαν φέουδο, πανεπιστήμια που παραμορφώνουν αντί να μορφώνουν, πολίτες που αδιαφορούν για τον πλησίον τους –αλήθεια, πού να στραφεί ο Ελλαδίτης αυτή την ώρα της δοκιμασίας; Από πού να αντλήσει κουράγιο κι αισιοδοξία. Μη σας κάνει εντύπωση λοιπόν η έξαρση της βίας και του τραμπουκισμού που παρατηρείται τον τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα. Η απελπισία και η απόγνωση πώς αλλιώς να εκφραστούν;

Κατά την γνώμη μου, οι Κύπριοι δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται «εξαγωγή» της ελλαδικής κρίσης ή κάποιο «φαινόμενο ντόμινο», παρά μόνο το σαράκι της φυλής. Ή αλλιώς τον εαυτό τους.

—————-

Το κείμενο γράφτηκε για την εφημερίδα Αλήθεια της Λευκωσίας

Φ. Δεληβοριάς: Ο Αόρατος Άνθρωπος

Οι δίσκοι του Φοίβου Δεληβοριά, για μένα τουλάχιστον, έχουν πάντα ένα ενδιαφέρον.

Δεν τους περιμένω πλέον με αγωνία – δεν ενθουσιάζομαι. Δεν έχω πια την φαντασίωση ότι βρισκόμαστε μπροστά στον Σαββόπουλο της γενιάς μας -ο Δεληβοριάς σε αντίθεση με τον Σαββόπουλο δεν ταυτίζεται με τους ανθρώπους της γενιάς του, αλλά τους παρακολουθεί απ’ έξω. Συν την διαφορά στην ποιητική, την μουσική, τον δημιουργικό οίστρο κτλ. Παρόλα αυτά, ο Φοίβος είναι ένας ενδιαφέρων, οξυδερκής, ευαίσθητος καλλιτέχνης, που δεν τον προσπερνάς εύκολα.

Μου έκανε εντύπωση όμως και κάτι ακόμα: Σε μια εποχή που διάφοροι άνθρωποι του τραγουδιού, έντεχνοι και μη, ελλείψει ενδιαφέροντος και κοινού προσπαθούν να εκβιάσουν ακροατές διανέμοντας τα CD από εφημερίδες, περιοδικά ή το δίκτυο, ο Δεληβοριάς επιμένει να επικοινωνεί την δουλειά του με τον παραδοσιακό τρόπο: Βγάζει τον δίσκο και καλεί όσους ενδιαφέρονται να τον αγοράσουν. Επιδεικνύει, με άλλα λόγια, μια εμπιστοσύνη τόσο στον εαυτό του όσο και στο κοινό του δυσεύρετη κι ευχάριστη.

Ο Αόρατος Άνθρωπος περιγράφεται τόσο από τον ίδιο τον δημιουργό όσο κι από εκείνους που τον διαφημίζουν ως μια στροφή στην καριέρα του. «Ένιωσα μια διαφορετική διάθεση απέναντι στη μουσική και γενικότερα στη ζωή.Αισθάνθηκα την ανάγκη για μεγαλύτερη εξερεύνηση του ήχου μου», είπε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ. Και συμπλήρωσε πως «οι ιστορίες είναι δουλεμένες κι έχουν αφηγηματική μορφή». Αλλά το ίδιο πράγμα δεν συνέβαινε και στους προηγούμενους δίσκους του; Το Μέλλον από το Παρελθόν από τον Καθρέφτη μια ερωτική ιστορία δεν αφηγείται; Και το ΟΚ του Έξω δεν λέει με σαρκαστικό τρόπο ό,τι και το Θά ‘θελα νά ‘μουν εκεί;

Με άλλα λόγια δεν κατανοώ αυτό το άγχος του Φοίβου κάθε φορά να μας πείθει ότι ο καινούργιος του δίσκος δεν έχει σχέση με τους προηγούμενους / είναι κάτι περισσότερο από τα καινούργια τραγούδια του Δεληβοριά. Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν είναι συνθέτης με την έννοια που ήταν πχ ο Χατζιδάκις, ο οποίος ενώ ηχογραφούσε έναν λαϊκό δίσκο, ανέβαζε μια μουσική παράσταση και δούλευε ταυτοχρόνως ένα σύνθετο αυτοβιογραφικό και ιστορικά τοποθετημένο έργο. Ο Φοίβος είναι είναι αυτό που λέμε τροβαδούρος, τραγουδοποιός, συνεχίζει μια μεγάλη παράδοση, που στον τόπο μας ξεκίνησε ο Μάρκος και την συνέχισαν άνθρωποι όπως ο Σαββόπουλος, ο Πορτοκάλογλου ή η Αρλέτα, η οποία συμμετέχει στον δίσκο. Κατά την γνώμη μου, δεν έχει κανένα λόγο να αυτοσυστήνεται κάθε φορά διαφορετικά, να προσπαθεί να επιδεικνύει ένα διαφορετικό προσωπείο. Το «Φοίβος Δεληβοριάς, τραγουδοποιός» είναι αρκετό και περιεκτικό -τουλάχιστον για μένα.

Το ερώτημα όμως παραμένει: Συνιστά ο Αόρατος Άνθρωπος μια αλλαγή στην πορεία του Δεληβοριά, όπως, για παράδειγμα, Η Ανάσα των Λύκων για τον Αγγελάκα;

Η δική μου απάντηση είναι όχι.

Ο Αόρατος Άνθρωπος έχει σαφώς διαφορετικό ήχο από τους προηγούμενους: Ο Φοίβος πειραματίζεται, εξερευνά, όπως λέει ο ίδιος, ντύνει τα τραγούδια του με άλλα ρούχα, αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά. Έχουμε και εδώ τον γνωστό μας Φοίβο, με την αναγνωρίσιμη μελαγχολία, τις ίδιες εμμονές, παρόμοιες ανησυχίες, οικείες γωνίες λήψης και αφήγησης -χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι ούτε καλό, ούτε κακό.

Προσωπικά, στον Αόρατο Άνθρωπο όπως και σε όλους τους δίσκους του Δεληβοριά βρίσκω 2-3 τραγούδια που πραγματικά μου αρέσουν πολύ, κάποια που τα ακούω ευχάριστα, χωρίς να μου λένε και τίποτα, κάποια άλλα που με ενοχλούν. Δυστυχώς, ένα από αυτά τα τελευταία είναι και η συμμετοχή της Αρλέτας, το Ωροσκόπιο. Κι εγώ βαριέμαι -ή και χλευάζω- τους ανθρώπους που ασχολούνται με άστρα και ζώδια, αλλά αυτή η εμμονή πια με τις γκόμενες ,που είναι κολλημένες με την αστρολογία (σε κάθε δίσκο πετάει και κάτι γι’ αυτές), δεν την κατανοώ.

Αγαπημένο μου τραγούδι το Μηδέν Εισερχόμενα -νομίζω δεν χρειάζεται να εξηγήσω το γιατί. Το Μπολερό, το οποίο συνεχίζει την παράδοση της Μπόσα νόβα του Ησαΐα με έναν τρόπο, επίσης μου αρέσει. Κι άλλα τραγούδια, όπως Η άλλη καρδιά, το Καταφύγιο, η Αμφιβολία, έχουν ενδιαφέρον…

Και μόνο που, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, κυκλοφορεί ένας δίσκος για τον οποίο μπορούμε να συζητήσουμε, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε, εμένα μου είναι αρκετό. Πολύ δεν περισσότερο, που τον συγκεκριμένο μπορούμε να τον ακούσουμε ξανά και ξανά ολόκληρο, κι όχι μόνο 1-2 κομμάτια…

Χάνοντας τον χρόνο

Οι συγγενείς μου αναρωτιούνται γιατί χάνω τον χρόνο μου σε σχέσεις των πέντε βδομάδων ή μόνος και δεν παντρεύομαι επιτέλους να νοικοκυρευτώ.

Οι φίλοι μου αναρωτιούνται γιατί χάνω τον χρόνο μου κάνοντας πράγματα από ψυχαναγκασμό και δεν αρχίζω επιτέλους να ασχολούμαι με όσα με γεμίζουν.

Οι συνεργάτες μου αναρωτιούνται γιατί χάνω τον χρόνο μου μπλογκάροντας, τουιτάροντας, φεϊσμπουκάροντας και δεν ασχολούμαι περισσότερο με την καριέρα μου.

Κι εγώ αναρωτιέμαι για όλα τα παραπάνω και για μερικά ακόμα.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα της γενιάς μου:

Στόχοι πολλοί, θολοί, μπερδεμένοι, αναβλητικότητα, προτεραιότητες μπερδεμένες και ασταθείς -με δυο λόγια πολλοί από μας δεν ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε. Μερικοί από τους πιο αξιόλογους ανθρώπους που έχω γνωρίσει, τα καλλίτερα μυαλά, έχουν συντριβεί εκεί, γύρω στα 35 με 40, μέσα στους αδιέξοδους λαβύρινθους που δημιούργησαν.

Δεν σας το κρύβω:

Ο φόβος μην πάθω τα ίδια είναι ο μεγαλύτερος που έχω. Έτσι παλεύω να κρατώ τις ισορροπίες -αυτό που οι άλλοι ονομάζουν χάσιμο χρόνου.

Στον αρχαίο κόσμο η μονάδα μέτρησης της αξίας, της ουσίας του βίου ήταν ευρύτατη, ξεπερνούσε ακόμα και τα όρια της ανθρώπινης ζωής: Για τους αρχαίους δεν αρκούσε να ζει κανείς καλά καγαθά. Θα έπρεπε να έχει γεννηθεί σε καλή καγαθή οικογένεια, σε καλό καγαθό γένος, σε καλή καγαθή πόλη. Το ήθος των προγόνων, κοντινών κι απώτατων, φορτωνόταν στους ώμους κάθε νεογέννητου, το οποίο θα έπρεπε να καθορίζει τις ιδέες, τις αξίες, την δράση, την ζωή του σύμφωνα με αυτές.

Ο Χριστιανισμός έφερε μια εντελώς διαφορετική λογική: Ο ληστής πάνω στον Σταυρό μετανοεί (αλλάζει δηλαδή μυαλά, απόψεις) κι έτσι τα κακουργήματά του συγχωρούνται και είναι ο πρώτος που μπαίνει στον Παράδεισο με τον Χριστό. Αυτό το πανίσχυρο παράδειγμα μπολιασμένο με το κήρυγμα του Χριστού ότι ο άνθρωπος δεν καθορίζεται, ούτε εξαρτάται από τις αμαρτίες των πατέρων του, διέβρωσε το οικογενειακό ήθος κι έθος κι απελευθέρωσε το άτομο. Το παιδί πια δεν είναι προορισμένο από την γέννησή του να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του. Μπορεί να ξεφύγει, να ακολουθήσει άλλη ζωή, να μιμηθεί άλλο παράδειγμα, κάθε παιδί μπορεί πλέον να γίνει από άγιος μέχρι διάβολος -οι δυνατότητες που ανοίχτηκαν είναι πλέον απεριόριστες.

Ακούγεται ίσως παράξενο, αλλά η αυθορμησία που τόσο επαινείται στις μέρες μας και που χαρακτηρίζει ίσως την εποχή μας, εκεί ακριβώς έχει τις ρίζες της. Σήμερα καθένας έχει την δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος, μόνος του την ζωή του. Περισσότερο: Ο καθένας μπορεί να εκμεταλλευτεί την κάθε στιγμή του βίου του, όπως επιθυμεί -αυτό το πιστεύουν, νομίζω, όλοι πλέον κι όχι μόνο οι Χριστιανοί. Μπορεί ο καθένας μας μέσα σε μια στιγμή να ανατρέψει τις προβλέψεις και τα προγνωστικά και τα πεπραγμένα του και να διαμορφώσει κάτι καινούργιο, διαφορετικό, καλλίτερο. Με άλλα λόγια, σήμερα μέσα σε μια στιγμή μπορεί κανείς να κερδίσει ολόκληρη την ζωή. Και φυσικά μπορεί και να την χάσει.

Σε όλους όσους αναρωτιούνται, στον ίδιο μου τον εαυτό προπάντων, άλλη απάντηση δεν έχω. Περιμένω όμως, ελπίζω στη στιγμή που θα αποδείξει ότι δεν έχανα τον χρόνο μου…

James Ellroy: Το αίμα δεν σταματάει ποτέ

Πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα το τελευταίο μέρος της τριλογίας του J. Ellroy Αμερικάνικος υπόκοσμος, σε μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη. Είχαν προηγηθεί το Αμερικάνικο Ταμπλόιντ, που παρακολουθεί τα γεγονότα της ανάδειξης του JFK στην Προεδρία των ΗΠΑ μέχρι την δολοφονία του και το Αμερικάνικο Ταξίδι Θανάτου, που ξεκινά την επομένη της δολοφονίας και τελειώνει με εκείνες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι. Τώρα, στο Αίμα δεν σταματάει ποτέ ο Ellroy αφηγείται τα γεγονότα της περιόδου 1968-72, μέχρι τις παρυφές δηλαδή του Watergate, το οποίο ο συγγραφέας δηλώνει ότι βαριέται, καθώς έχουν γραφτεί πάρα πολλά γύρω από αυτό και οι πρωταγωνιστές του βρίσκονται ακόμα εν ζωή, που σημαίνει ότι δεν μπορεί να τους αναπλάσει λογοτεχνικά.

Η τριλογία του Ellroy είναι ίσως το πιο επιβλητικό λογοτεχνικό επίτευγμα των καιρών μας. Τα βιβλία ξεπερνούν τις 2.000 σελίδες –Το αίμα δεν σταματάει ποτέ αριθμεί μόνο του 823 πυκνές σελίδες. Η πλοκή είναι δαιδαλώδης, τα γεγονότα πολλά και πυκνά, τα πρόσωπα δεκάδες, το πεδίο δράσης τεράστιο. Η υπόθεση των τριών βιβλίων είναι πολύ δύσκολο να συνοψιστεί σε λίγες αράδες, αλλά χρειάζεται πολλές σελίδες.

Ο Αμερικάνικος Υπόκοσμος δεν ασχολείται την επίσημη ιστορία. Οι επιφανείς της εποχής, ο JFK, o RFK, o MLK, βρίσκονται στο δεύτερο ή το τρίτο πλάνο της αφήγησης. Οι πρωταγωνιστές του Ellroy είναι βρώμικοι μπάτσοι, έμποροι ναρκωτικών, ρατσιστές, νταβατζήδες, δολοφόνοι, βίαιοι κι εμμονικοί άντρες που συχνά λειτουργούν υπό την επήρεια ναρκωτικών και αλκοόλ ή υπό εκβιασμό. Αυτοί χειραγωγούνται και χειραγωγούν την Μαφία, τον  Χάουαρντ Χιουζ και τον κύριο Χούβερ –το τρίγωνο του κακού στην ελλροϊκή ανάγνωση της ιστορίας.

Τα Παιδιά της Μαφίας θέλουν να επεκτείνουν τις δουλειές τους και να ξεπλένουν ανενόχλητα τα κέρδη τους. Ο «Δράκουλας» Χάουαρντ Χιουζ πηδάει ανήλικες στάρλετ, ζει με ναρκωτικά, φοβάται τα μικρόβια και το σπέρμα των μαύρων και κάνει συνεχώς μεταγγίσεις με αγνό αίμα Μορμόνων. Ο «Γκέι» Έντγκαρ Χούβερ εκπροσωπεί το απόλυτο κακό. Κινητήρια δύναμή του ο φόβος και ο φθόνος για τους Κόκκινους, τους ομοφυλόφιλους και τους μαύρους. Παθιασμένος κουτσομπόλης, μαζεύει στοιχεία για επώνυμους κι ανώνυμους, καταγράφει συνομιλίες, εκβιάζει, μηχανορραφεί. Κι όταν δεν συμμετέχει ο ίδιος στις συνομωσίες, δεν κάνει τίποτα για να τις αποτρέψει, ακόμα κι αν στόχος τους είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος.

Το αίμα δεν σταματάει ποτέ, ολοκληρώνει ένα μεγαλύτερο έργο, αλλά μπορεί να διαβαστεί κι από μόνο του, αυτοτελώς. Ο συγγραφέας μάλιστα στην αρχή συνοψίζει τα βασικά γεγονότα του προηγούμενου βιβλίου.

Όπως και τα προηγούμενα στο Αίμα ακολουθούμε τρεις άνδρες: Τον Ουέην Τέντροου Τζούνιορ, πατροκτόνο κι εραστή της μητριάς του, συνεργάτη της Μαφίας και του Χάουαρντ Χιουζ, μάγειρα πρέζας και συνεργό στη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ο Ντουάιτ Χόλλυ, πρώην δικηγόρος, εργάζεται για το Γραφείο κι αναλαμβάνει τις πολύ βρώμικες δουλειές του κυρίου Χούβερ με τον οποίο έχει μια περίπλοκη σχέση εξάρτησης. Ο Ντον Κράτσφιλντ, νεαρός ιδιωτικός ντετέκτιβ και μπανιστιρτζής, με εξαφανισμένη μητέρα και μπέκρα πατέρα, με σκοτεινές εμμονές που τον σπρώχνουν στο κέντρο των γεγονότων, αποτελεί διάφανο alter ego του ίδιου του συγγραφέα.

Πιο πίσω βρίσκονται ο Μαρς Μπόουεν, μαύρος αστυνομικός και καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος που αναλαμβάνει να διεισδύσει στις οργανώσεις των μαύρων για λογαριασμό του Χόλλυ και του Γραφείου. Ο Σκοττ Μπένετ, βρώμικος μπάτσος, δολοφόνος μαύρων, που δραστηριοποιείται στη Νεγρούπολη του Λ.Α. Και δυο γυναίκες: Η Κάρεν Σιφάκις, αριστερή ακτιβίστρια που απεχθάνεται την βία, και η Τζόαν Κλάιν, η Κόκκινη Θεά, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέθοδο και μέσο για να πετύχει τους σκοπούς της –και οι δυο ερρωμένες του Ντουάιτ Χόλλυ.

Προσθέστε σε αυτά: Το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων, την άνοδο του Νίξον, την προσπάθεια των Παιδιών να ανοίξουν καζίνο στην Δομινικανή Δημοκρατία, αντικαστρικούς εξτρεμιστές, το κυνήγι ενός θησαυρού, οιδιπόδεια συμπλέγματα, βουντού, ναρκωτικά, κουτσομπολιά για διασημότητες της εποχής, την Κου-Κλουξ-Κλαν, συνομωσίες και προδοσίες, αυτοβιογραφία κι έχετε μια ιδέα για το περιεχόμενο του βιβλίου.

Το Αμερικάνικο Ταξίδι Θανάτου είναι από κάθε άποψη η κορύφωση της Τριλογίας – το Αίμα δεν σταματάει ποτέ το ιδανικό τέλος της. Αν στα προηγούμενα βιβλία θεμελίωσε και δικαιολόγησε την άποψή του ότι η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα, εδώ περιγράφει τις συνέπειες της ενοχής της. Ο Τέντροου κι ο Χόλλυ αναζητούν εξιλέωση για τα εγκλήματά τους, αλλάζουν στρατόπεδο, συμμαχούν με τους Κόκκινους, φτάνουν ακόμα και στην αυτοθυσία, αλλά το αποτέλεσμα είναι αμφισβητούμενο: Στην καλλίτερη περίπτωση έσωσαν την ψυχή τους, η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι. Στο ελλροϊκό σύμπαν το τέλος έρχεται, αλλά δεν φέρνει την κάθαρση. Δεν υπάρχει τάξη, ποτέ δεν υπήρξε, για να αποκατασταθεί στο φινάλε. Αξίζει όμως να παλεύει κανείς, γιατί, πώς να το κάνουμε, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Ναι, παρά τον μηδενισμό και την απαισιοδοξία του, ο Ελλρόυ κρύβει μέσα του και πίστη και αισιοδοξία –τουλάχιστον μια μορφή πίστης κι αισιοδοξίας.

Για τον τρόπο γραφής του James Ellroy έχουν ήδη γραφτεί πολλά και στο μέλλον θα γραφούν ακόμα περισσότερα. Το στακάτο, βίαιο στιλ του, από το οποίο απουσιάζει κάθε ρητορισμός ή καλλιέπεια, μπολιασμένη με την αργκό της εποχής, είναι επίτευγμα από μόνο του κι έχει θαυμαστές και μιμητές σε όλον τον κόσμο. Η φράση του Ellroy είναι σύντομη και σαφής –σπανίως ξεπερνά τις 5 λέξεις στο πρωτότυπο. Κι όμως, αυτές οι σύντομες, καθαρές φράσεις, η μια δίπλα στην άλλη, δημιουργούν ένα περιστροφικό αποτέλεσμα, που ζαλίζει και μπερδεύει. Ο συγγραφέας παρεμβάλει στην αφήγησή του αποσπάσματα από εκθέσεις των Αρχών, υποκλεμμένες συνομιλίες, αποσπάσματα από εφημερίδες και περιοδικά, ημερολογιακές καταγραφές των πρωταγωνιστών. Αυτό το υλικό, δεν φανερώνει μόνο την συγγραφική δεξιοτεχνία του Ελλρόυ, αλλά φωτίζει τα γεγονότα από διαφορετικές γωνίες.

Η μετάφραση του Αποστολίδη είναι έξοχη. Καταφέρνει και μεταφέρει στα Ελληνικά το αίσθημα του πρωτότυπου, κι αυτό, πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου αυτονόητο, όταν έχεις να κάνεις με τέτοια κείμενα. Η ποιότητα των εκδόσεων Άγρα είναι γνωστή σε όλους μας, γι’ αυτό μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα πολλά τυπογραφικά λάθη. Φαντάζομαι ότι θα διορθωθούν στην προσεχή ανατύπωση.

Άκη Πάνου: Κλε

Συνηθίζουμε να κολλάμε σε ορισμένα ονόματα επίθετα, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να τα δικαιολογήσουμε. Το «σπουδαίος», «μεγάλος», «σημαντικός» από στόμα σε στόμα καθιστά το πρόσωπο και κυρίως το έργο του, από αντικείμενο μελέτης και κριτικής, σε ιερό τοτέμ που κανένας δεν το αγγίζει. Και, φυσικά, δεν αγγίζεται κι απ’ αυτό.

Λοιπόν, αυτές τις μέρες μου έχει κολλήσει ένα τραγουδάκι του Άκη Πάνου, από τον δίσκο του Μάθημα πρώτον, το Κλε.

Είναι σπουδαίο τραγούδι; Είναι σημαντικό; Είναι μεγάλο; Είναι αριστούργημα; Σε αυτά τα ερωτήματα απαντήσεις δεν έχω.

Προσέξτε όμως πώς πιάνει ο Πάνου το θέμα του:

Αυτός που κλέ- για να ταϊ- κουτσουβελάκια
απ’το Θεό κι από εμέ- συγχωρεμέ
αυτός που κλέ- γι’ αποταμί- σε μασουράκια,
παλιοκοπρί- αηδιαστί και σιχαμέ-.

Αυτός που κλέ-γιατί δε βγαί- με το τιμίως,
είναι αθώ- σου λέει κλέ- γιατί πεθαί-
αυτός που κλέ-για να τα κρύ-και υπογείως,
όταν ψοφί- κι οι κολασμέ- δεν τον εθέ-.

Αυτός που κλέ- ένα καρβέ- κι ύστερα τρέχει
κύριε Πρό- δεν είναι κλέ- σεσημασμέ-
πέντ’ έξι μη- ένα ψωμί… δικαίως έχει
φασκελωμέ- την κοινωνί- τη χαλασμέ-.

Παρουσιάζει με εκπληκτική σαφήνεια το διττό ήθος μιας ποινικά και ηθικιστικά κολάσιμης πράξης. Ο Άκης Πάνου δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά αναζητά το κρυφό τους νόημα. Όπως ο τρελός δεν είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που χρήζει βοηθείας, αλλά κάποιος που αποτραβήχτηκε μέσα του, για να διασώσει την ακεραιότητά του, έτσι και η κλοπή δεν είναι ενός είδους. Αυτή που γίνεται για να επιβιώσει κάποιος ή για να διασώσει την αξιοπρέπειά του, όχι μόνο δεν μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι με την κλοπή που αποσκοπεί στην αποταμίευση και τον πλουτισμό, αλλά δικαιώνεται με κάθε τρόπο και με κάθε μέτρο, ανθρώπινο και θείο.

Ο Πάνου δεν χάνεται σε νομικιστικούς μαιάνδρους. Δεν αντικειμενικοποιεί την πράξη ώστε να οδηγηθεί στην εύκολη καταδίκη ή την επιδοκιμασία. Στρέφει τον φακό στον αυτουργό, με χειρουργικό φως φωτίζει τα κίνητρά του, που δεν αφήνει περιθώρια σε σκιές, νομικισμούς, φαιδρές δικαιολογίες και μετάθεση ευθυνών. Εντελώς διαφορετική από των βολεμένων πολιτικών, δημοσιογράφων, μπλόγκερ, κάθε είδους δημοσιολογούντων, που με περισσή ευκολία καταδικάζουν, για παράδειγμα, την Πολιτική Ανυπακοή και την χαρακτηρίζουν ως καρμιριά ή δεν ξέρω τι άλλο, χωρίς να κάνουν τον κόπο να εξετάσουν τα κίνητρα και τους στόχους της.

Ο λόγος του Άκη Πάνου είναι λιτός και βαθύς, διάφανος και στιβαρός, διαπεραστικός σαν φαλτσέτα. Η όποια αξία του συγκεκριμένου τραγουδιού, αλλά και του έργου του ολόκληρου, βρίσκεται στο σημείο αυτό: Είναι από κείνους τους αρχαίους ανθρώπους, που το ναι τους είναι ναι και το όχι τους, όχι.

Σας βάζω την ζωντανή ηχογράφηση από το Επειγόντως, απ’ όπου και η εξής ιστορία ενδεικτική του ήθους του ανδρός:

Ενώ βρισκόταν στο πάλκο ο Άκης, μπήκε, λένε, γνωστός εφοπλιστής και παράγοντας με την κομπολόγα, το περίστροφο και την συνοδεία του. Μόλις τον είδε, ο Πάνου διέκοψε αυτό που παίζανε κι έδωσε σύνθημα να πούνε το Κλε.

—————

Δες και το: Πες μου παππού του Άκη Πάνου

Τα τραγούδια του Άκη Πάνου μπορείς να τα βρεις και στο μπλογκ που είναι αφιερωμένο στο έργο του.

10 Αγαπημένα Soundtrack

Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις:

Μου αρέσει η μουσική, μου αρέσουν οι ταινίες και μου αρέσουν οι μουσικές που ντύνουν τις ταινίες.

Όλο και πιο συχνά CD με μουσική που γράφτηκε για τον κινηματογράφο ή που συμπεριελήφθηκε σε κάποιο φιλμ μπαίνουν στο player μου. Και δεν σας κρύβω ότι μερικές ταινίες τις έχω δει μόνο και μόνο γιατί μου άρεσε η μουσική τους. Έτσι λοιπόν το βασικό κριτήριο της λίστας είναι αν μου αρέσει ολόκληρο το CD κι όχι μόνο το βασικό θέμα της ταινίας. Γι’ αυτό κι απουσιάζουν πασίγνωστα και πολυαγαπημένα θέματα, όπως του Indiana Jones ή του James Bond.

Και όπως πάντα, η σειρά δεν είναι αξιολογική, αλλά σχεδόν τυχαία:

Mary Poppins


Εσύ που χαμογελάς ειρωνικά βλέποντας πάνω-πάνω στη λίστα αυτό το παλιό χολυγουντιανό μιούζικαλ, πες μου την αλήθεια: Δεν έχεις ποτέ σιγοτραγουδήσει το Supercalifragilisticexpialidocious;

 

28 Days Later του John Murphy

Ωραία ταινία, ωραίο μουσικό θέμα, πολύ καλό CD. Το In the House – In a Heartbeat ένα τετράλεπτο, αλλά πραγματικό, αριστούργημα

 

Batman Returns του Danny Elfman

Το έχω πει ξανά και ξανά: Το Batman Returns του Burton είναι η αγαπημένη μου bat-ταινία. Η οποία τυχαίνει να έχει κι ένα φοβερό soundtrack. Έχω κάνει πολλά ταξίδια με αυτό το CD, παιδιά.

 

Everyone Says I Love You


Μου αρέσει αυτό το δισκάκι. Οι ταινίες του Allen συνήθως περιέχουν μουσικές από την δισκοθήκη του δημιουργού τους, η οποία έχει μεγάλο εύρος σε τζαζ και κλασική μουσική. Εδώ όμως τραγουδούν οι ίδιοι οι ηθοποιοί, πολλοί εκ των οποίων, όπως ο E. Norton, η J. Roberts και ο ίδιος ο Allen, δεν έχουν κανένα, μα κανένα χάρισμα. Το αποτέλεσμα όμως είναι τόσο feel-good, που σου φτιάχνει την διάθεση.


Pulp Fiction


Αν εξαιρέσουμε το OST του Inglurious Basterds, το οποίο έμοιαζε πιο πολύ με ένα best of του Moriccone, όλα τα υπόλοιπα τα έχω λιώσει. Είναι οι μουσικές -μα πού πάει και τα ξεθάβει όλα αυτά!-, είναι και οι διάλογοι από τις ταινίες, είναι η όλη ταραντινική ατμόσφαιρα. Το Pulp Fiction μπαίνει στη λίστα όχι γιατί είναι αναγκαστικά καλλίτερο από πχ το Jackie Brown, αλλά γιατί είναι το πρώτο καθαρά ταραντινικό άλμπουμ -το Reservoir Dogs θυμίζει πιο πολύ μια συναγωγή τραγουδιών. Και φυσικά έχει και την Μισιρλού!

 

In Bruges του Carter Burwell

Αυτή η μελαγχολική, μικρή ταινία του Martin McDonagh εκτός από εξαιρετική φωτογραφία, υπνωτικούς ρυθμούς, καλή ιστορία και εξαιρετικές ερμηνείες από τους C. Farrel, R. Fiennes και Br. Gleeson, έχει και τη μαγική μουσική του Burwell. Μελαγχολική, πεσιμιστική και όμορφη, όπως και η μικρή βελγική πόλη. Όπως και οι πρωταγωνιστές της.

 

Dead Man του Neil Young

Μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες του Jarmusch και αναμφισβήτητα εκείνη που έχει το πιο ωραίο soundtrack. Ένας καουμπόι, νεκρός ή ζωντανός δεν έχει και τόση σημασία, διασχίζει μια ασπρόμαυρη Άγρια Δύση. O Iggy Pop στο ρόλο μιας γριάς, ο R. Mitchum στον τελευταίο του ρόλο και οι αξέχαστες κιθάρες του Young.

 

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford των Nick Cave και Warren Ellis

Ίσως το καλλίτερο soundtrack των τελευταίων πολλών χρόνων: Ποιητικό, βαθύ, απέριττο. Σπουδαίο.

 

Sweet Movie του Μάνου Χατζιδάκι

Από όλα τα sountrack του Χατζιδάκι (και είναι πολλά, ακόμα κι αν δεν μετρήσουμε όσα έγραψε για τον «παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο», τα οποία είχε αποκηρύξει) το Sweet Movie είναι το πιο αγαπημένο μου. Πέρασα τα μεσημέρια ενός ολόκληρου καλοκαιριού -το ’90 ήτανε ή το ’91;- ακούγοντάς το ασταμάτητα από μια παλιά κασέτα. Κι από τότε δεν το έχω αποχωριστεί ποτέ. Παρεμπιπτόντως, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω δει την ταινία του Makavejev ακόμα.

 

The Godfather II των N. Rota και C. Coppola

Εντάξει, δεν διεκδικώ δάφνες πρωτοτυπίας όταν λέω ότι το δεύτερο μέρος της saga του Coppola είναι μια από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών και μια από τις πιο αγαπημένες μου και ότι η μουσική της επίσης είναι πολύ πολυαγαπημένη. Αλλά, όπως συμβαίνει και στον έρωτα, έτσι κι εδώ τα κλισέ κρύβουν τις μεγαλύτερες αλήθειες.