Monthly Archives: Μαρτίου 2011

Ημερολογιακή καταγραφή: Επιστρέφοντας

Πλάκα-πλάκα πέρασε σχεδόν ένας μήνας!

Το σπίτι μύριζε κλεισούρα. Η υγρασία σχεδίασε παράδοξες φιγούρες στο υπνοδωμάτιο. Σκόνη στα τραπέζια.

Άλλαξα πουκάμισο βιαστικά και τηλεφώνησα στον Παναγιώτη: «Μα γιατί τηλεφωνείς; Σε περιμένουμε. Έλα!»

Πήγα.

Άραξα στον μεγάλο καναπέ και με ρώτησαν τι θα πιω. Ειλικρινά δεν με ένοιαζε τι, αρκεί να έπινα κάτι, και το άφησα πάνω τους. Τρία ποτήρια, ξηροκάρπια κι ένα μπουκάλι Μεταξά γέμισαν το τραπεζάκι μπροστά μου. Δεν τσουγκρίσαμε / Μουρμουρίσαμε ευχές / Ήπιαμε.

Και πρέπει να ήπιαμε κάμποσο, τελικά.

Είπαμε τα νέα μας. Που τελικά δεν ήταν και τόσο πολλά. Και ίσως-ίσως να μην ήταν και τόσο νέα. Τα δικά μου σίγουρα δεν ήταν τόσο συνταρακτικά όσο τα είχα στο μυαλό μου. Από τη στιγμή που τα βιώματα έγιναν αφήγηση, λέξη πάνω στη λέξη, ήχος, παύσεις, χρώμα, έχασαν και σε όγκο και σε βάρος. Ναι, απογοητεύτηκα. Και νόμισα ότι η στιγμή δεν τα σήκωνε, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, μάλλον απόκτησαν τις σωστές τους διαστάσεις.

Ξύπνησα με σένα στο μυαλό μου. Το κεφάλι βυθισμένο στο μαξιλάρι για να αποφύγω το φως που εισβάλλει από παντού, τα σκεπάσματα πεταμένα.

Κάνει ζέστη.

Στο γραφείο σχολίασαν το ξύρισμά μου -μα ξυρίζομαι, δεν ξυρίζομαι; Σίγουρα όχι πάντα, αλλά ούτε και τόσο σπάνια πια.

Κάναμε πλάκες, κανονίσαμε γιορτές, πολλά χαμόγελα -η μέρα το απαιτούσε.

Μεσημεριανό στη Στοά. Καλαμπούρια, μπύρα ΚΕΟ και πιάτα να πηγαινοέρχονται.

Μετά γύρισα στο γραφείο.

Θα δουλέψω μέχρι αργά το βράδυ.

 

Advertisements

Πέντε δίσκοι του Στ. Κραουνάκη

Η μετά από χρόνια ακρόαση του Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ αποδείχτηκε η αρχή μιας επιστροφής σε μουσικές και τραγούδια και που είχαν σφραγίσει την ύστερη εφηβεία μου. Μπορεί στη συνέχεια να τον απέρριψα και μάλιστα πολύ κατηγορηματικά, αλλά ποτέ δεν ξέχασα πόσο μεγάλη σημασία είχε για μένα τότε ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Σκέφτομαι τώρα, που παλιά του LP, πότε κολλώντας, πότε πηδώντας, παίζουν σε ένα πικάπ που χάνει στροφές, ότι η σφοδρότητα των συναισθημάτων, και της αποδοχής και της απόρριψης, είναι η καλλίτερη απόδειξη της σχέσης που είχα δημιουργήσει ως ακροατής με τον συνθέτη Κραουνάκη.

Σκέφτομαι τώρα ότι αν δεν σκοτώσεις τους πατεράδες σου, αν δεν απογαλακτιστείς από την επιρροή τους, ποτέ δεν θα μπορέσεις να συνομιλήσεις μαζί τους δημιουργικά και ισότιμα.

Και τίποτα δεν ευνουχίζει αποτελεσματικότερα τον μύθο, τον όποιο μύθο, από την αταβιστική προσκόλληση πάνω του.

Με αυτές τις σκέψεις λέω σήμερα να σας μιλήσω για τους πέντε κραουνακικούς δίσκους που, μαζί με το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ, έγραψαν περισσότερο και βαθύτερα μέσα μου εκείνα τα χρόνια.

Δεν σας κρύβω ότι αισθάνομαι μια αμηχανία. Σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα κείμενά μου, δεν έχω να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις, ούτε καν αντικειμενικές πληροφορίες -άλλα μπλογκ και ιστότοποι είναι για να προσφέρουν ντάτα-, αλλά συναισθήματα, σπασμένες εικόνες, μυρωδιές, ατελείς εμπειρίες -είναι οι μουσικές που άκουγα σαν λυκειόπαιδο.

 

Σκουριασμένα Χείλια


Η ιστορία λέει ότι ο Κραουνάκης είχε ήδη βγάλει δυο δίσκους (Το σπίτι του Αγαμέμνονα σε ποίηση Π. Χρονά και Το όνειρο του Βασίλη του Γ. Μανιώτη) πριν από αυτή την εμβληματική ηχογράφηση. Αλλά δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτός εδώ είναι ο πρώτος του δίσκος. Εδώ για πρώτη φορά συνεργάζεται με την Μοσχολιού,  ηχογραφείται δικό του τραγούδι σε στίχους της Νικολακοπούλου – ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε τους στίχους σε δύο τραγούδια και ο Κ. Τριπολίτης στα υπόλοιπα.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1981, ένα μόλις χρόνο μετά τα Αρχοντορεμπέτικα που είχαν χαλάσει χρόνο, και, φυσικά, δεν είχε εμπορική επιτυχία. Λέω «φυσικά» γιατί, σε αντίθεση με τα Αρχοντορεμπέτικα, ετούτος ο δίσκος δεν παρέπεμπε σε ένα κοινό μουσικό βίωμα, δεν χάιδευε ακουστικές ευκολίες. Αντιθέτως αναζητούσε μια νέα τραγουδιστική γλώσσα -ακόμα και οι τίτλοι των τραγουδιών (Κόκκινο κουμπί, Συχνότητα, Ηλεκτρισμένα, Τζετ) το δήλωναν.Παρόλα αυτά, τα τραγούδια αγαπήθηκαν και από το κοινό της Μοσχολιού και από το κοινό του Κραουνάκη -αν υποθέσουμε βέβαια ότι τα δυο αυτά κοινά δεν ταυτίζονται. Και δικαίως. Τα τραγούδια είναι εξαιρετικά και συνεχίζουν να λειτουργούν υπόγεια.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά, πρέπει να υπογραμμίσουμε την καλλιτεχνική ποιότητα της Β. Μοσχολιού, που άφησε κάθε εμπορική καβάτζα, συνεργάστηκε με τον νεαρότατο κι άπειρο συνθέτη και τραγούδησε τα δύσκολα και κρυπτικά λόγια του Τριπολίτη.

 

Μαμά γερνάω


1988, τρία χρόνια μετά το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ, δύο χρόνια μετά την Λυσιστράτη Βουτσινά-Λαζόπουλου-Κραουνάκη-Νικολακοπούλου, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο της Λεωφόρου Α΄ τα χρυσά παιδιά της δισκογραφίας συνεργάζονται με την Τ. Τσανακλίδου. Ο θεατρικός -μελοδραματικός ίσως- τόνος της Τσανακλίδου ταίριαξε απόλυτα με την διάθεση μιας εφηβείας που τριανταπεντάριζε και το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό. Ένας δίσκος που δεν πετάς / δεν ξεχνάς τίποτα. Πέρα από την Σουλτάνα τη Φωφώ, που είχε και μια παραπολιτική διάσταση τότε, το πασίγνωστο ομώνυμο ή το περίφημο Πάτωμα, έχουμε τραγούδια όπως οι Μοίρες, Γυφτάκι, Ζελατίνα.

 

Μήδεια


Η Μήδεια πρέπει να είναι ο λόγος που δεν μίσησα την αρχαία τραγωδία σαν μαθητής λυκείου. Από την μια είχαμε στο σχολείο και τα φροντιστήρια την φρικτή διδασκαλία της Αντιγόνης και του Οιδίποδα κι από την άλλη στο σπίτι άκουγα το Έρωτα Εσύ στον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι και στη συνέχεια ανακάλυψα κι αυτόν τον δίσκο του Κραουνάκη. Η μετάφραση του Γ. Χειμωνά δεν είχε καμιά σχέση φυσικά με εκείνες που αποστηθίζαμε για τις Εξετάσεις -ούτε σαν λογική, ούτε σαν δομή, ούτε σαν γλώσσα. Και σε συνδυασμό με τις μουσικές του Κραουνάκη και την απίστευτη ερμηνεία της Ε. Βιτάλη μου άνοιγαν μια χαραμάδα για έναν άλλο κόσμο που ακόμα, νομίζω, τον ψάχνω.

Θυμάμαι ότι μια συμμαθήτρια με απείθαρχο κατσαρό μαλλί, που μου άρεσε πολύ και η οποία ήθελε να σπουδάσει θέατρο, μου είχε πει σε ένα διάλειμμα πόσο πολύ της άρεσε η Βιτάλη. Την επομένη της έδωσα μια κασέτα με την Μήδεια. Πέρασαν μια-δυο μέρες, χωρίς να αναφέρει τίποτα. Δεν κρατήθηκα κι εγώ και την ρώτησα πώς της φάνηκε. «Βάρβαρο», μου απάντησε με δισταγμό – κι ήδη από τότε είχα καταλάβει πόσο πετυχημένος ήταν ο χαρακτηρισμός της. Γιατί ακριβώς αυτή την ατμόσφαιρα της βαρβαρότητας και του πρωτογονισμού ήθελε -και πέτυχε- να μας μεταδώσει τόσο ο συνθέτης, όσο και η τραγουδίστρια.

Για την ιστορία η παράσταση ανέβηκε το 1990 σε σκηνοθεσία Α. Βουτσινά και την Λ. Φωτοπούλου στον ομώνυμο ρόλο.

 

Δεν έχω ιδέα


Για ένα μυστήριο λόγο, όσο περισσότερο έμπαινε η «παρέα» μπροστά, όσο περιοριζόταν η ατομικότητα κι αυξανόταν η παρεΐστικη κοινωνικότητα, τόσο αυξάνονταν τα ντεσιμπέλ στις ερμηνείες και τις ενορχηστρώσεις -αυτή η πορεία κορυφώθηκε με το Όταν έρχονται οι φίλοι μου του ’95, δίσκος που σήμανε και το τέλος της μουσικής μου σχέσης με τον Κραουνάκη. Αλλά βρισκόμαστε ακόμα στα 1989, είναι η πρώτη εμφάνιση του Κ. Μακεδόνα σε τρία τραγούδια -μεταξύ των οποίων και το υπέροχο Ούτ’  ένας άνθρωπος. Έχουμε ακόμα την συμμετοχή της Μοσχολιού (τι τραγουδίστρια!) στο Τσάκισα, της Αρλέτας στο Τι τα θες και της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο Τραγούδι της Αλίκης. Που το άκουγα χτες και συνειδητοποίησα πόσο καλή, πραγματικά καλή δηλαδή, τραγουδίστρια υπήρξε η Αλίκη! Κι ακόμα ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε τον ίδιο τον συνθέτη να ερμηνεύει τραγούδια του. Τραγουδάει ακόμα και η Νικολακοπούλου δυο τραγούδια, το ένα εκ των οποίων, το Ανεβάσαμε μου κόλλησε και το μουρμούριζα όλο το Σαββατοκύριακο. Το τελευταίο του δίσκου, ο Καλαματιανός χωρίς μαντήλι, κόλλησε στην δίχρονη ανιψιά μου.

 

Εφημερία

Ίσως ο πιο προσωπικός του st/s Κραουνάκη (έτσι υπέγραψε τον συγκεκριμένο δίσκο) και σίγουρα ο πιο αγαπημένος μου.

Έγραψε ο ίδιος την μουσική και τους στίχους των 9 τραγουδιών και λέει και τα περισσότερα. Η Μοσχολιού τραγουδάει συγκλονιστικά την Γιαλαλαού και το Τσάκισα και συνοδεύει τον Σταμάτη σε δύο ακόμα τραγούδια, η Α. Παναγιωτοπούλου τραγουδάει τον Έλληνα και η Πωλίνα το Dabrulia Dance. Σκοτεινός δίσκος. Κυκλοφόρησε το 1990, μια εποχή που τα πάντα φαινόταν να καταρρέουν – το Κούρεμα του Σαββόπουλου, που κυκλοφόρησε την ίδια εποχή, έχει το ίδιο κλίμα απελπισίας και θυμού. Σήμερα, βέβαια, συνειδητοποιούμε ότι ούτε η απελπισία ήταν αρκετή, ούτε ο θυμός μεγάλος. Τσάτρα-πάτρα σουλουπώσαμε το ακίνητο και πορευτήκαμε στις χρυσές εποχές του Χρηματιστηρίου και των Ολυμπιακών Αγώνων. Για να φτάσουμε στο σήμερα. Και από αυτή την άποψη η Εφημερία είναι ακριβής: Από τη μια διαπιστώνει Ρουφιανιά κανονική κι εργολαβία κι από την άλλη το ρίχνει έξω με τα παλιοσαραβαλάκια αραγμένα στην ακρογιαλιά, αδυνατώντας να εστιάσει στο αδιέξοδο.

Οι στίχοι Μη ρωτάς που τριγυρνάω / ούτε ποιους χρεώνομαι / κάποιους θάχω ν’αγαπάω / να καταναλώνομαι από το τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το Εφημερία 13/5/90, έγιναν σύνθημα στα σχολικά μου τετράδια…

Για τα χάλια της Νέας Δημοκρατίας_

Μέχρι το 2007 οι εκλογές κρίνονταν στις μετακινήσεις των ψηφοφόρων ανάμεσα στα κόμματα. Το 2009 οι εκλογές κρίθηκαν από την αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από τα κόμματα –και κυρίως από το κόμμα της ΝΔ. Οι επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, θα παιχτούν στο ίδιο τερέν –εκτός πια κι αν συμβεί κάποιο μεγάλο θαύμα, αν αρχίσει, να πούμε, να βρέχει λεφτά.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τις εκλογές θα τις κερδίσει εκείνος που θα χάσει λιγότερους.

Με αυτό το δεδομένο, πριν από ένα χρόνο ο Αντώνης Σαμαράς φαινόταν να έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα:

Παλιά καραβάνα της πολιτικής, αλλά νεοεκλεγείς αρχηγός σε ένα κόμμα αμέσως μετά την μεγαλύτερη ήττα της ιστορίας του. Υιοθέτησε εξαρχής μια «φιλολαϊκή» πλατφόρμα έναντι σε μια Κυβέρνηση που παρέδωσε την χώρα στην Τρόικα. Εσωκομματική αντιπολίτευση δεν είχε να αντιμετωπίσει, πέραν από πληγωμένους εγωισμούς ανυπόληπτων εν πολλοίς καπεταναίων. Ετοιμόλογος, αθλητικός, ανθρώπινος –όπως και να τον μετρούσες, το μέλλον ήταν με το μέρος του.

Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά την εκλογή του στην προεδρία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ένα χρόνο μετά την υπογραφή του Μνημονίου και ενώ ομολογείται πανταχόθεν η αποτυχία του, δέκα μήνες μετά από το Συνέδριο, η Κυβέρνηση χάνει ψηφοφόρους και η Νέα Δημοκρατία_ όχι μόνο δεν κερδίζει, αλλά συνεχίζει κι αυτή να συρρικνώνεται.

Πόσοι άραγε στοιχηματίζουν ότι στις επόμενες εκλογές το κόμμα του θα πάρει μεγαλύτερο αριθμό ψήφων απ’ ό,τι στις προηγούμενες; Πόσοι πιστεύουν ότι θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός; Και, χειρότερα, πόσοι ελπίζουν ότι η ζωή τους θα βελτιωθεί μετά από μια πιθανή νίκη του;

Τα πεπραγμένα της υπό Α. Σαμαρά ΝΔ_ θα πρέπει να διδάσκονται σε σεμινάρια Λανθασμένης Πολιτικής Στρατηγικής, αλλά ένα ιστολόγιο δεν αποτελεί τον κατάλληλο χώρο για αναδρομές. Έτσι με δυο λόγια θα προσπαθήσω να συνοψίσω γιατί κατά την γνώμη μου δεν τραβάει η Αναγεννημένη Νέα Δημοκρατία_ του κ. Σαμαρά:

1.       Απουσία Φρέσκων Ιδεών. Ο κ. Σαμαράς είχε υποσχεθεί πιο καθαρό ιδεολογικό λόγο. Οι φίλοι τον χειροκρότησαν και οι αντίπαλοι αντέδρασαν έντονα σε αυτό, που δείχνει το ενδιαφέρον και την ανάγκη όλων των πλευρών για έναν διάλογο με πιο σαφείς και συγκεκριμένους όρους. Τελικά η υπόσχεση αυτή περιορίστηκε σε μια καταδίκη της ρητορικής του Μεσαίου Χώρου –θα μιλήσουμε πιο κάτω γι’ αυτό. Το κενό επιχειρήθηκε να καλυφθεί με τερτίπια όπως εκείνο της αλλαγής σήματος ή της πανηγυρικής μετακόμισης των γραφείων –πολιτική πενία, τέχνας επικοινωνιακάς κατεργάζεται. Το χειρότερο είναι ότι η ιδεολογική ταυτότητα της ΝΔ_ θόλωσε περισσότερο το τελευταίο διάστημα. Μην πάτε μακριά: Από το κατεξοχήν φιλοευρωπαϊκό, φιλοδυτικό κόμμα, η σημερινή Νέα Δημοκρατία_ στεγάζει τους περισσότερους ευρωσκεπτικιστές μετά ίσως το ΚΚΕ.

2.       Απουσία Εναλλακτικής Πρότασης Εξουσίας. Ας είμαστε δίκαιοι εδώ: Υπογράφοντας το Μνημόνιο ο κύριος ΓΑΠ και η Κυβέρνησή του παρέδωσαν στην Τρόικα τον σχεδιασμό της πολιτικής για τα επόμενα 15-20 χρόνια τουλάχιστον. Που σημαίνει ότι εκλογές θα γίνονται, εμείς θα διαφωνούμε μεταξύ μας και θα ψηφίζουμε, τα κόμματα θα εναλλάσσονται στην εξουσία, οι αποφάσεις όμως θα υπαγορεύονται σταθερά από την Τρόικα. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις είναι πολύ δύσκολο να διατυπωθεί διαφορετική πρόταση εξουσίας που να είναι και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Αυτό όμως δεν αναιρεί την αντίφαση, από τη μια να ασκείται κριτική με σκληρότατους όρους στην Κυβέρνηση κι από την άλλη να διαφωνείς απλώς και μόνο με το μείγμα και όχι με την ουσία της πολιτικής.
Στην πραγματικότητα, ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να κάνει αξιόπιστη αντιπολίτευση μόνο αν πατούσε γερά κι έγκαιρα στην προεκλογική πλατφόρμα του προκατόχου του. Η μόνη πιθανότητα να αποφεύγαμε το ΔΝΤ ήταν να λαμβάνονταν τα μέτρα εκείνα την επομένη των εκλογών. Αλλά η αγωνία του κ. Σαμαρά να διαφοροποιηθεί από το παρελθόν του κόμματος που ηγείται –από τα πεπραγμένα της κυβέρνησης που υπηρέτησε!– ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ουσιαστικά υποθήκευσε την αξιοπιστία του ως αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

3.       Απωθητικός Πολιτικός Λόγος. Στην αρχή μου φαινόταν αστείες κάποιες ποιητικές εξάρσεις στις ομιλίες του κ. Σαμαρά. Μετά όμως πάγωσα. Γιατί μετά εμφανίστηκε ο πολιτικός λόγος της Νέας Νέας Δημοκρατίας_, ο πολιτικός λόγος του κ. Φαήλου Κρανιδιώτη.
Είμαι από κείνους που πιστεύουν ότι ο Μεσαίος Χώρος δεν αποτελούσε, φυσικά, ποτέ ιδεολογία. Ο Μεσαίος Χώρος προσδιορίζει ανθρώπους που καταρχήν δεν έχουν ή δεν θέλουν να έχουν δεσμούς με την Δεξιά, το Κέντρο και την Αριστερά, όπως αυτοί οι χώροι εκφράστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα. Είναι γενικά άνθρωποι ανήσυχοι, θιασώτες των ανοιχτών κοινωνιών και των ατομικών δικαιωμάτων, που εμπνέονται από τα ιδανικά και τις προοπτικές της Δημοκρατίας Δυτικού τύπου. Και ρητορική του Μεσαίου Χώρου είναι ένας τρόπος για να συνομιλήσει κανείς με αυτό το δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι ακόμα κι αν την καταδικάσεις, ακόμα κι αν την αφαιρέσεις από το πολιτικό σου οπλοστάσιο, το κομμάτι εκείνο των ψηφοφόρων που άκουγαν την ρητορική του Μεσαίου χώρου και πείθονταν από αυτή, δεν θα πάψουν να υπάρχουν. Πολύ δε περισσότερο όταν αντικαθίσταται με έναν λόγο κι έναν τρόπο σκέψης που παραπέμπει σε κοινωνίες του 19ου αιώνα, αν όχι παλιότερες:
Όσοι διαβάσατε άρθρα του κ. Φ. Κρανιδιώτη θα σας έκανε εντύπωση ασφαλώς ότι συχνά-πυκνά χρησιμοποιεί την προσφώνηση «αδέλφια» κι όχι «συμπολίτες», «φίλοι» ή κάτι παρόμοιο. Τα τελευταία απευθύνονται στο σύγχρονο, εξατομικευμένο άνθρωπο, τον οποίο προφανώς ο κ. Φ. Κρανιδιώτης εχθρεύεται. Εκείνος συνομιλεί μόνο με τα «αδέλφια» του, με μέλη της ίδιας οικογένειας, της ίδιας φατρίας. Ο κ. Φαήλος Κρανιδιώτης και η Αναγεννημένη Νέα Δημοκρατία_, στον βαθμό που την εκφράζει και εκφράζεται μέσα από αυτά τα άρθρα, απευθύνονται στη φάρα τους και πολεμούν τους εκτός.
Ξέρω ότι η κριτική αυτή με κατατάσσει αυτόματα στους ντιντήδες.
Κι επειδή εγώ πίσω από το δάχτυλό μου δεν κρύβομαι, λέω:
Ντιντήδες ονομάζανε υποτιμητικά πριν από 50-60 χρόνια τους ομοφυλόφιλους. Ο κ. Φαήλος, λοιπόν, ανακαλεί αυτόν τον παλαιό και ξεχασμένο όρο για να στιγματίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Που προϋποθέτει ότι θεωρεί κι αυτούς αξιωματικά τους ομοφυλόφιλους ως γελοίους και κατώτερους.
Κι αναρωτιέμαι:
Ποιος κάνει ζημιά στη ΝΝΔ_, ποιος υποσκάπτει το κύρος και την εμβέλεια του πολιτικού της λόγου, ο κ. Χατζηγάκης, που οι Σαμαροφύλακες ζητούσαν την διαγραφή του επειδή δήλωσε πιστός του Μεσαίου Χώρου ή ο κ. Φαήλος και η αντιντιντηδική του μαχητικότης.

4.       Πολυδιάσπαση, Αποσυσπείρωση.Ο κ. Σαμαράς κατάφερε α) να δώσει ζωτικό χώρο στον κ. Καρατζαφέρη, β) να εξωθήσει την κ. Μπακογιάννη εκτός ΝΔ_ και γ) να συνεχίζει να λειτουργεί διασπαστικά στο κόμμα που του περίσσεψε –δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι ο μόνος ίσως χώρος που συνεχίζει να επικαλείται το Βατοπαίδι για να στιγματίσει πολιτικούς αντιπάλους είναι το Antinews. Κάπως έτσι φτάσαμε στην γελοιότητα να θεωρείται υπονομευτής όποιος κάνει λόγο για ευρύτερη συσπείρωση ή για μεγάλη Κεντροδεξιά.

Παρόλα αυτά κάποιοι φίλοι επιμένουν να λένε ότι η ΝΔ_ θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές κι ότι ο Σαμαράς θα είναι ο επόμενος Πρωθυπουργός. Είναι αλήθεια ότι έχουν δύο σοβαρά επιχειρήματα: 1. Την υπαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ από την σημερινή Κυβέρνηση και 2. Το γεγονός ότι ακόμα και ο κύριος Γ. Α. Παπανδρέου εξελέγη Πρωθυπουργός.

Τι να πω; Ίσως να είναι έτσι. Ίσως, παρά τα όσα ανέφερα πιο πάνω, το μέλλον να συνεχίζει να είναι με τον κ. Σαμαρά.

Αλλά κάποια στιγμή δεν πρέπει η σκέψη και η αγωνία μας να μην σταματάει το βράδυ των εκλογών, αλλά να πάει και στην επόμενη μέρα; Δεν πρέπει κάποια στιγμή να σκεφτούμε τι θα γίνει με μας;

O μύθος της παρέας. Ξανακούγοντας το «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ»

Καιρό τώρα σκεφτόμουνα αυτόν τον δίσκο.

Και γιατί δεν τον άκουγες, θα ρωτήσεις.

Γιατί είναι στριμωγμένος με άλλους παλιούς δίσκους σε ένα ντουλάπι στα Γιάννενα, που όταν πήγαινα, βαριόμουν να το ανοίξω. Γιατί δεν τον έχω κάνει mp3 και, κακά τα ψέματα, για αντικειμενικούς λόγους μπορώ να ακούω ψηφιοποιημένη μουσική. Και για έναν ακόμα λόγο: Είναι από τους δίσκους που ξέρω τόσο καλά, που περιέχω τόσο βαθιά μέσα μου, ώστε μπορώ να τους σκέφτομαι χωρίς να τους ακούω. Τέλος πάντων, η ψηφιοποίηση έγινε και το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ ήρθε μαζί μου στο Παρίσι.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1985 κι είχε μεγάλη επιτυχία. Τραγούδια όπως ο ομώνυμο, η Μαλάμω, ο Άδωνις, Η σωτηρία της ψυχής, παίζονταν για χρόνια στα ραδιόφωνα –ίσως εξακολουθούν ν’ ακούγονται καμιά φορά– και, φυσικά, γέμιζαν κασέτες με επιλογές –μη ξεχνάτε πως το ’80 η διακίνηση της μουσικής γινόταν κατά κύριο λόγο με κασέτες.

Αλλά εγώ τότε ήμουν – δεν ήμουν δέκα χρονών, που σημαίνει ότι μπορεί να άκουγα τα τραγούδια, μπορεί και να τα ψιθύριζα, αλλά μέχρις εκεί. Η πραγματική μου σχέση με την μουσική, και με τον συγκεκριμένο δίσκο, ξεκίνησε 7-8 χρόνια αργότερα.

Μια δεκαετία σχεδόν αργότερα!

Αν σας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ένα παιδί 17 χρονών ανακάλυψε έναν παλιό δίσκο, η απάντηση είναι απλή: Γιατί κυνηγούσα έναν μύθο. Ή μάλλον δύο μύθους.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η μουσική είναι του Στ. Κραουνάκη, οι στίχοι της Λ. Νικολακοπούλου και η ερμηνεία της Αλ. Πρωτοψάλτη. Οι τρεις τους γνωρίζονταν από παλιά, αλλά αυτή είναι η πρώτη τους συνάντηση στη δισκογραφία, η οποία θα εξελιχθεί σε μακρόχρονη και επιτυχημένη συνεργασία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 Κραουνάκης, Νικολακοπούλου και Πρωτοψάλτη δέσποζαν στην ελληνική μουσική σκηνή. Οι δίσκοι που υπέγραφαν μαζί ή με άλλους και οι μουσικές παραστάσεις που ανέβαζαν κατατάσσονταν από κοινό και κριτικούς ανάμεσα στα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς.

Ακούγοντας λοιπόν το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ ψηλαφούσα την αρχή την αρχή της κοινής τους καλλιτεχνικής πορείας.

Και ταυτοχρόνως παραμυθιαζόμουνα κι εγώ με τον κοινό νεοελληνικό μύθο, ή καλλίτερα το κοινό τοτέμ της παρέας.

Και λέω καλλίτερα τοτέμ, γιατί ο χαρακτήρας του μύθου είναι κατεξοχήν γόνιμος και δημιουργικός. Είναι μια αφετηρία, μια αφορμή, ένα μάθημα, ένας δρόμος, που σε ωθεί να κάνεις πράγματα.

Το ταμπού αντιθέτως σε κρατάει καθηλωμένο. Στέκει ψηλά και απαιτεί να το λατρεύεις. Κάθε απιστία, κάθε δηλαδή απόπειρα πρωτότυπης δημιουργίας, αποτελεί αμφισβήτηση του κύρους, της δύναμης και της εξουσίας του. Είναι αμαρτία και πατάσσεται. Το ταμπού ευνουχίζει.

Σήμερα πιστεύω ότι η συνεργασία του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου κατά κύριο λόγο οφειλόταν στην ανάγκη τους να εντάξουν εαυτούς σε τούτο τον ευρέως διαδεδομένο μύθο.

Είναι αλήθεια ότι είχαν κοινές αναφορές και συντεταγμένες. Μια όμως από αυτές, η σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου, ήταν να καταστούν οι νέοι Χατζιδάκις και Γκάτσος. Έτσι αυτοπροβάλλονταν, έτσι τους βλέπαμε κι εμείς τότε.

Κάποια στιγμή βέβαια το προσωπείο σπάει: Η συνεργασία αυτή κράτησε περίπου 15 χρόνια και η μεγάλη της διάρκεια αποδεικνύει πόσο καλά ριζωμένος είναι ο μύθος της παρέας μέσα μας / μέσα τους.

Θυμάμαι ότι ο Χατζιδάκις μετά τον θάνατο του Γκάτσου είπε σε κάποιον δημοσιογράφο που τον ρώτησε σχετικά ότι έχασε «τον συνομιλητή του».

Μου είχε κάνει από τότε εντύπωση η επιλογή αυτής της λέξης: Συνομιλητής.

Νομίζω ότι ο Χατζιδάκις συνειδητά ήθελε να διαφοροποιήσει την δική του σχέση με τον Γκάτσο από όσους συναγελάζονταν κάτω από την ομπρέλα της παρέας και την ελαφρότητα που έχει ο συγκεκριμένος όρος.

Η συνομιλία απαιτεί συγκέντρωση, προσπάθεια, ετοιμότητα. Κι εκεί που η παρέα ζητάει χαλαρότητα, η συνομιλία προϋποθέτει σφίξιμο. Ιδέες δημιουργούνται και ιδέες καταστρέφονται κατά την διάρκεια μιας συζήτησης. Εν τέλει, η συνομιλία είναι μια οδυνηρή διαδικασία, στην οποία προσέρχεται κανείς με καλά οχυρωμένος σε ένα εγώ που συγκρότησε με κόπο, μόνο και μόνο για να φύγει χωρίς αυτό –θυμηθείτε τους Πλατωνικούς διαλόγους. Θυμηθείτε ότι ο Χατζιδάκις έλεγε ότι ο Γκάτσος ήταν δάσκαλός του, στην αρχή τουλάχιστον.

Αναρωτιέμαι αν η κρίση που περνάμε θα μας οδηγήσει στο να αποκαθηλώσουμε –έστω, να τοποθετήσουμε στη σωστή τους διάσταση– αυτόν και τους παρόμοιους μύθους ή αν θα βγουν κι αυτοί αλώβητοι. Που σημαίνει ότι οι μόνοι που θα τραυματιστούνε είμαστε εμείς. Θα δούμε.

Ο δίσκος πάντως ακούγεται ευχάριστα και σήμερα. Αν σας αρέσουν τα μελαγχολικά ακούσματα. Γιατί ακόμα και τα σουξέ, ακόμα και αυτή η πρώτη εκδοχή της Μαλάμως, είναι μελαγχολική. Ήταν η εποχή που τραγουδοποιοί θέλανε να κάνουν έργα, κύκλους τραγουδιών και το ενιαίο μουσικό ύφος των δίσκων ήταν βασικό ζητούμενο. Βέβαια, αν μου επιτρέπετε μια παρέκβαση, η μελαγχολία του Μ. Χατζιδάκι σκεπάζει μια τραγικότητα, ενώ του Κραουνάκη μια ελαφρότητα –αλλά αυτό είναι σχόλιο που ίσως το κάνουμε μια επόμενη φορά. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι πως ο δίσκος διατηρεί την αξία του.

Και δεν εννοώ μόνο τα πολύ γνωστά τραγούδια, αλλά και τα υπόλοιπα. Ο δίσκος ξεκινάει με τους Τρεις αγγέλους, που ίσως να είναι και οι τρεις βασικοί συντελεστές του δίσκου. Το Μαρόκο, τα Μπουλούκια, ο Γιώργος, που διαβάζει με τρυφερότητα την ιστορία ενός νταβατζή, η Επιλύχνιος Ευχαριστία, που διασκευάστηκε τουλάχιστον δυο φορές ακόμα για κραουνακικούς δίσκους (ως Τραγούδι του Δημήτρη στο Τρίτο Στεφάνι και ως Δική σου εικόνα στον δίσκο που ο συνθέτης έβγαλε σε συνεργασία με τους Stereo Nova).

Ο Στ. Κραουνάκης στις συνθέσεις του ανακαλεί με όμορφο τρόπο τους ελαφρούς συνθέτες προηγούμενων εποχών και ο ελειπτικός λόγος της Λ. Νικολακοπούλου δεν υπήρξε ποτέ πιο σαφής. Η δε Πρωτοψάλτη τραγουδάει χαμηλόφωνα, ψιθυριστά, με τρόπο εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τις μετά-Ηφαίστειο ερμηνείες της. Τις ενορχηστρώσεις έκανε ο συνθέτης σε συνεργασία με τον Ν. Κούρο.

——————-

Δες και Παρέες

Τζαμάροντας στον Σικουάνα

Το Παρίσι δικαίως θεωρείται μια από τις μητροπόλεις της jazz.

Η σχέση της γαλλικής πρωτεύουσας με αυτό το είδος της μουσικής δεν είναι μια παλιά ιστορία. Ξεκινάει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 20 και την επόμενη δεκαετία έχουμε ήδη τις πρώτες παρισινές μπάντες. Το απόγειο βέβαια ήρθε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σημαντικότεροι τζαζίστες επισκέφτηκαν το Παρίσι, ενέπνευσαν αλλά και εμπνεύστηκαν από τους Γάλλους συναδέλφους τους.

Η jazz είναι πανταχού παρούσα και σήμερα στην πόλη:

Τα café, οι brasserie, τα καταστήματα ρούχων, τα βιβλιοπωλεία, οι φούρνοι, τα ξενοδοχεία, παντού ακούς jazz σαν υπόκρουση. Ειλικρινά, αμφιβάλλω αν υπάρχει σήμερα πόλη στις ΗΠΑ που η μουσική αυτή να έχει τόσο έντονη παρουσία.

 

Κι επειδή, όπως πλέον θα ξέρετε, η jazz μου αρέσει πάαααρα πολύ, εκμεταλλεύομαι όσο μπορώ -και λίγο παραπάνω, είναι η αλήθεια- τα ταξίδια μου στο Παρίσι για να ακούσω όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί, κακά τα ψέμματα, το αίσθημα που σου δημιουργεί η ζωντανή μουσική είναι εντελώς άλλο από αυτό των CD.

Αν με ρωτήσετε, νομίζω πως το καλλίτερο που μπορεί να ακούσει κανείς είναι jam sessions, που είναι ανοιχτές παραστάσεις αυτοσχεδιασμού.

 

 

Αυτές οι βραδιές ξεκινάν με κάποιο μουσικό σχήμα, το οποίο στο πρώτο μέρος παίζει τα δικά του ζεσταίνοντας την ατμόσφαιρα και μετά λειτουργεί σαν οικοδεσπότης. Καλούν στη σκηνή όσους από το κοινό θέλουν και μπορούν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους. Και τότε θα δεις με έκπληξη τον διπλανό σου, που μπορεί να είναι ένας κουστουμαρισμένος γιάπις, κάποιος ταλαιπωρημένος σαραντάρης ή ένας 17χρονος που παλεύει να βολέψει το πατίνι του (!) κάτω από το τραπέζι, να εμφανίζει από το πουθενά ένα σαξόφωνο ή ένα κλαρινέτο και να πετάγεται στη σκηνή. Σχηματίζονται έτσι στα γρήγορα ορχήστρες που παίζουν ένα ή δύο τραγούδια και μετά διαλύονται για να δώσουν την θέση τους στους επόμενους.

Τα τζαμαρίσματα με δυο λόγια είναι συμπύκνωση και μαζί κορύφωση του ταλέντου και της δεξιοτεχνίας του μουσικού, με προφανές αποτέλεσμα η ενέργεια και το πάθος που μεταδίδουν στο κοινό ετούτοι οι ερασιτέχνες μουσικοί να είναι δυσπερίγραπτα.

 

Παρισινές σημειώσεις

Περπατάω στην  St. Germain και σιγοτραγουδώ το παλιό τραγουδάκι του Cole Porter:

I love Paris in the springtime.
I love Paris in the fall.
I love Paris in the winter when it drizzles,
I love Paris in the summer when it sizzles.

και σκέφτομαι ότι δεν έχει καμιά ποιητική υπερβολή -τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι, τουλάχιστον για μένα: Αγαπώ το Παρίσι όλες τις εποχές, με όλους τους καιρούς και με όλες τις διαθέσεις. Δεν έχει καμιά σημασία που αυτή τη φορά το πρόγραμμά μου είναι τρομερά φορτωμένο, που είμαι αναγκασμένος να περνάω τις μέρες μου σε μια βιβλιοθήκη. Αρκεί που νιώθω την πόλη να είναι γύρω μου.

Αρκεί που έχω τις νύχτες δικές μου.

Κάθε φορά που συναντάω έναν γείτονα, με χαιρετάει: Bonjour, Bonjuar, Buon appetite, μου ευχήθηκε μια κυρία χτες που με είδε να μασουλάω ένα σάντουιτς. Δεν έχουμε συστηθεί, δεν ξέρουν τίποτα για μένα, ούτε εγώ γι’ αυτούς -δεν έχει σημασία. Είναι μια ανθρώπινη στιγμή, επικοινωνία, τυπική, χαλαρή και ευγενική, χωρίς πάθος, ένταση και βάθος -είναι μια όμορφη στιγμή, που στην Ελλάδα -νομίζω και στην Κύπρο- δεν το έχουμε πια στις πόλεις. Μόνο στα χωριά επιβιώνει – νομίζω ότι το θεωρούμε και δείγμα χωριατιάς να χαιρετάς έναν άγνωστό σου. Αναρωτιέμαι πότε το χάσαμε εμείς αυτή την συνήθεια και, τελικά, συνήθεια. Πότε και γιατί δημιουργήθηκε αυτό το χάσμα στην συνείδησή μας και στη σχέση μας με τον άλλο. Πότε και γιατί εν τέλει ταυτίσαμε την αστική ζωή με την αποξένωση, τον απομονωτισμό και την μοναχικότητα. Και κυρίως αν θα μπορέσουμε κάποια στιγμή να το υπερβούμε. Αν θα μπορέσουμε κάποια στιγμή να ανταλλάξουμε μια καλημέρα – να συναντηθούμε.

Είναι οι Γάλλοι αγενείς;

Αυτό ήταν το ερώτημα που μας απασχόλησε χθες το βράδυ. Αφορμή ήταν το υφάκι της σερβιτόρας, όταν τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν έτοιμα να παραγγείλουν.

Νομίζω ότι αυτό που εκλαμβάνουμε εμείς ως αγένεια είναι ένας γενικότερος τρόπος συμπεριφοράς. Δεν εμπεριέχει δηλαδή τίποτα το προσωπικό, ούτε έχει σχέση με την αγωγή του ατόμου -όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Ελλάδα. Όπως θα καταλάβατε, η άποψή μου ήταν απολύτως μειοψηφική. Ακόμα και ο Αλέξης συμφώνησε με την γενικότερη άποψη και μετά μου ψιθύρισε διακριτικά ότι μπορούσε να φανταστεί την γκαρσόνα να εφαρμόζει την δυναμικότητά της και σε άλλα πεδία. Είχε την ατυχία όμως να τον ακούσει η Έλενα, η οποία καθόταν απέναντί μας και αμέσως απόρησε πώς είναι δυνατόν σε μας τους άντρες να μας αρέσουν οι bitches. Λέω «είχε την ατυχία», γιατί ο καημένος προσπαθούσε όλο το βράδυ να την ψήσει, αλλά εκείνο το βλέμμα απορίας ανάμεικτης με αηδίας που του πέταξε, έδειξε ότι όλες οι προσπάθειές του θα κατέληγαν μάταιες. Αλλά αυτά ίσως τα πούμε την επόμενη φορά…

Απέναντι στους Γνωρίζοντες

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μου στην Ελλάδα έπεσα πάνω σε Γνωρίζοντες:

Άνθρωποι που, όταν συζητάς μαζί τους για την καθημερινότητα και την κρίση, σου πετάνε στη μάπα στοιχεία, νούμερα, στατιστικά, μελέτες, αποφάνσεις, συμβάντα αρχαία και πρόσφατα.

Δεν μιλάνε για τον εαυτό τους, το πώς τα βγάζουν έξω, την αγωνία που προφανώς θα έχουν για το πώς θα αγοράσουν καινούργια παπούτσια στα παιδιά τους τον Σεπτέμβριο ή πώς θα περπατήσει ο επόμενος χειμώνας, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο που τους στερούν στην τελική.

Κατανοώ απολύτως την απόφαση, που είναι και βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, να θυσιαστεί κάποιος υπηρετώντας μια μεγάλη ιδέα, έναν ευρύτερο στόχο. Κατανοώ δηλαδή ότι πολλοί συμπολίτες μας, φίλοι μας, θεώρησαν πως το Μνημόνιο κάτι τέτοιο θα είναι, όταν υπογράφτηκε πέρσι, και έσπευσαν να το υποστηρίξουν. Έχει όμως πλέον αποδειχτεί πως τα πράγματα δεν είναι έτσι: Οι θυσίες που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται είναι μάταιες. Προοπτική / χρονοδιάγραμμα εξόδου δεν υπάρχει –το ομολόγησε τις προάλλες ο ίδιος ο Υπουργός του Μνημονίου Παπακωνσταντίνου. Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε πλέον είναι να σταθεροποιηθεί κάπως η κατάσταση – να σταθεροποιηθεί αυτή η σημερινή κακή κατάσταση δηλαδή.

Φύτεψαν όμως τόσο επιδέξια και τόσο βαθιά την ενοχή στην κοινωνία και στον καθένα από μας, που ουσιαστικά μας έχουν στερήσει την δυνατότητα να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας. Στην τελική, η οργή για το «Μαζί τα φάγαμε» ήταν επιφανειακή. Αφορούσε μόνο το μικρό μας εγώ απέναντι στον πελώριο Αντιπρόεδρο. Αποδεχτήκαμε, βλέπετε, ασμένως την κυβερνητική λογική των «προκλητικών προνομίων» και των «προνομιούχων ομάδων».

Και αυτή η ρητορική της Κυβέρνησης και των παπαγάλων της απελευθέρωσε μια τεράστια ποσότητα κοινωνικής μνησικακίας. Εύκολα κατηγορούμε τον γείτονα και τον γνωστό μας, αλλά δεν συλλογιστήκαμε πως το ότι έχει καλλίτερο ίσως αυτοκίνητο από εμάς κι εξοχικό δεν τον καθιστά ούτε πλούσιο, ούτε προκλητικό.

Ταυτόχρονα η Κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της μας έκαναν να ξεχάσουμε τους πραγματικά προκλητικούς και τους πραγματικά πλούσιους: Εκείνους με τις πουράκλες που αγοράζουν και πουλάνε ομάδες, εφημερίδες, θάλασσες και δρόμους, που κουμπαριάζουν με υπουργούς και πρωθυπουργούς, που σπονσοράρουν βραδιές στο Μέγαρο, φωτογραφίζονται με πλατιά χαμόγελα στα πάρτι, όσους διαχειρίστηκαν τα πακέτα Ντελόρ και ΚΠΣ –όλοι αυτοί τι υφίστανται; Ποιες είναι οι συνέπειες της Κρίσης που ζουν στο πετσί τους;

Όλους αυτούς γιατί δεν τους αγγίζει ο Μνημονιακός Σοσιαλισμός του κυρίου ΓΑΠ;

…Δεν αποποιούμαι, φυσικά, της ευθύνης του μέσου πολίτη – την δικιά μου την ευθύνη, αν θέλετε. Αλλά δεν μπορεί να φταίνε και να την πληρώνουν μόνο οι χειροκροτητές κι όχι όσοι ρητόρευαν μπροστά ή όσοι αποφάσιζαν από πίσω τριάντα χρόνια τώρα.

———————–

Για τους γνωρίζοντες έχει μιλήσει ο Κ. Τριπολίτης στο Ανεμολόγιο:

Κάτω οι σημαίες στις λεοφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν, λέει, τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα ‘χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες.

Αλλά και γι’ αυτό το θέμα πρώτος μίλησε ο Μεγάλος Μπάμπης Μπακάλης:

Ώστε έτσι λοιπόν, κυρία μου, σε άλλους πας ορίζοντες
και μου λες πως έχουν γνώμη μόνο οι γνωρίζοντες

Την κατέχεις βλέπω φίνα την εγκυκλοπαίδεια
Μπράβο θάρρος, μπράβο θράσος, μπράβο σου αναίδεια!