O μύθος της παρέας. Ξανακούγοντας το «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ»

Καιρό τώρα σκεφτόμουνα αυτόν τον δίσκο.

Και γιατί δεν τον άκουγες, θα ρωτήσεις.

Γιατί είναι στριμωγμένος με άλλους παλιούς δίσκους σε ένα ντουλάπι στα Γιάννενα, που όταν πήγαινα, βαριόμουν να το ανοίξω. Γιατί δεν τον έχω κάνει mp3 και, κακά τα ψέματα, για αντικειμενικούς λόγους μπορώ να ακούω ψηφιοποιημένη μουσική. Και για έναν ακόμα λόγο: Είναι από τους δίσκους που ξέρω τόσο καλά, που περιέχω τόσο βαθιά μέσα μου, ώστε μπορώ να τους σκέφτομαι χωρίς να τους ακούω. Τέλος πάντων, η ψηφιοποίηση έγινε και το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ ήρθε μαζί μου στο Παρίσι.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1985 κι είχε μεγάλη επιτυχία. Τραγούδια όπως ο ομώνυμο, η Μαλάμω, ο Άδωνις, Η σωτηρία της ψυχής, παίζονταν για χρόνια στα ραδιόφωνα –ίσως εξακολουθούν ν’ ακούγονται καμιά φορά– και, φυσικά, γέμιζαν κασέτες με επιλογές –μη ξεχνάτε πως το ’80 η διακίνηση της μουσικής γινόταν κατά κύριο λόγο με κασέτες.

Αλλά εγώ τότε ήμουν – δεν ήμουν δέκα χρονών, που σημαίνει ότι μπορεί να άκουγα τα τραγούδια, μπορεί και να τα ψιθύριζα, αλλά μέχρις εκεί. Η πραγματική μου σχέση με την μουσική, και με τον συγκεκριμένο δίσκο, ξεκίνησε 7-8 χρόνια αργότερα.

Μια δεκαετία σχεδόν αργότερα!

Αν σας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ένα παιδί 17 χρονών ανακάλυψε έναν παλιό δίσκο, η απάντηση είναι απλή: Γιατί κυνηγούσα έναν μύθο. Ή μάλλον δύο μύθους.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η μουσική είναι του Στ. Κραουνάκη, οι στίχοι της Λ. Νικολακοπούλου και η ερμηνεία της Αλ. Πρωτοψάλτη. Οι τρεις τους γνωρίζονταν από παλιά, αλλά αυτή είναι η πρώτη τους συνάντηση στη δισκογραφία, η οποία θα εξελιχθεί σε μακρόχρονη και επιτυχημένη συνεργασία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 Κραουνάκης, Νικολακοπούλου και Πρωτοψάλτη δέσποζαν στην ελληνική μουσική σκηνή. Οι δίσκοι που υπέγραφαν μαζί ή με άλλους και οι μουσικές παραστάσεις που ανέβαζαν κατατάσσονταν από κοινό και κριτικούς ανάμεσα στα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς.

Ακούγοντας λοιπόν το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ ψηλαφούσα την αρχή την αρχή της κοινής τους καλλιτεχνικής πορείας.

Και ταυτοχρόνως παραμυθιαζόμουνα κι εγώ με τον κοινό νεοελληνικό μύθο, ή καλλίτερα το κοινό τοτέμ της παρέας.

Και λέω καλλίτερα τοτέμ, γιατί ο χαρακτήρας του μύθου είναι κατεξοχήν γόνιμος και δημιουργικός. Είναι μια αφετηρία, μια αφορμή, ένα μάθημα, ένας δρόμος, που σε ωθεί να κάνεις πράγματα.

Το ταμπού αντιθέτως σε κρατάει καθηλωμένο. Στέκει ψηλά και απαιτεί να το λατρεύεις. Κάθε απιστία, κάθε δηλαδή απόπειρα πρωτότυπης δημιουργίας, αποτελεί αμφισβήτηση του κύρους, της δύναμης και της εξουσίας του. Είναι αμαρτία και πατάσσεται. Το ταμπού ευνουχίζει.

Σήμερα πιστεύω ότι η συνεργασία του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου κατά κύριο λόγο οφειλόταν στην ανάγκη τους να εντάξουν εαυτούς σε τούτο τον ευρέως διαδεδομένο μύθο.

Είναι αλήθεια ότι είχαν κοινές αναφορές και συντεταγμένες. Μια όμως από αυτές, η σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου, ήταν να καταστούν οι νέοι Χατζιδάκις και Γκάτσος. Έτσι αυτοπροβάλλονταν, έτσι τους βλέπαμε κι εμείς τότε.

Κάποια στιγμή βέβαια το προσωπείο σπάει: Η συνεργασία αυτή κράτησε περίπου 15 χρόνια και η μεγάλη της διάρκεια αποδεικνύει πόσο καλά ριζωμένος είναι ο μύθος της παρέας μέσα μας / μέσα τους.

Θυμάμαι ότι ο Χατζιδάκις μετά τον θάνατο του Γκάτσου είπε σε κάποιον δημοσιογράφο που τον ρώτησε σχετικά ότι έχασε «τον συνομιλητή του».

Μου είχε κάνει από τότε εντύπωση η επιλογή αυτής της λέξης: Συνομιλητής.

Νομίζω ότι ο Χατζιδάκις συνειδητά ήθελε να διαφοροποιήσει την δική του σχέση με τον Γκάτσο από όσους συναγελάζονταν κάτω από την ομπρέλα της παρέας και την ελαφρότητα που έχει ο συγκεκριμένος όρος.

Η συνομιλία απαιτεί συγκέντρωση, προσπάθεια, ετοιμότητα. Κι εκεί που η παρέα ζητάει χαλαρότητα, η συνομιλία προϋποθέτει σφίξιμο. Ιδέες δημιουργούνται και ιδέες καταστρέφονται κατά την διάρκεια μιας συζήτησης. Εν τέλει, η συνομιλία είναι μια οδυνηρή διαδικασία, στην οποία προσέρχεται κανείς με καλά οχυρωμένος σε ένα εγώ που συγκρότησε με κόπο, μόνο και μόνο για να φύγει χωρίς αυτό –θυμηθείτε τους Πλατωνικούς διαλόγους. Θυμηθείτε ότι ο Χατζιδάκις έλεγε ότι ο Γκάτσος ήταν δάσκαλός του, στην αρχή τουλάχιστον.

Αναρωτιέμαι αν η κρίση που περνάμε θα μας οδηγήσει στο να αποκαθηλώσουμε –έστω, να τοποθετήσουμε στη σωστή τους διάσταση– αυτόν και τους παρόμοιους μύθους ή αν θα βγουν κι αυτοί αλώβητοι. Που σημαίνει ότι οι μόνοι που θα τραυματιστούνε είμαστε εμείς. Θα δούμε.

Ο δίσκος πάντως ακούγεται ευχάριστα και σήμερα. Αν σας αρέσουν τα μελαγχολικά ακούσματα. Γιατί ακόμα και τα σουξέ, ακόμα και αυτή η πρώτη εκδοχή της Μαλάμως, είναι μελαγχολική. Ήταν η εποχή που τραγουδοποιοί θέλανε να κάνουν έργα, κύκλους τραγουδιών και το ενιαίο μουσικό ύφος των δίσκων ήταν βασικό ζητούμενο. Βέβαια, αν μου επιτρέπετε μια παρέκβαση, η μελαγχολία του Μ. Χατζιδάκι σκεπάζει μια τραγικότητα, ενώ του Κραουνάκη μια ελαφρότητα –αλλά αυτό είναι σχόλιο που ίσως το κάνουμε μια επόμενη φορά. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι πως ο δίσκος διατηρεί την αξία του.

Και δεν εννοώ μόνο τα πολύ γνωστά τραγούδια, αλλά και τα υπόλοιπα. Ο δίσκος ξεκινάει με τους Τρεις αγγέλους, που ίσως να είναι και οι τρεις βασικοί συντελεστές του δίσκου. Το Μαρόκο, τα Μπουλούκια, ο Γιώργος, που διαβάζει με τρυφερότητα την ιστορία ενός νταβατζή, η Επιλύχνιος Ευχαριστία, που διασκευάστηκε τουλάχιστον δυο φορές ακόμα για κραουνακικούς δίσκους (ως Τραγούδι του Δημήτρη στο Τρίτο Στεφάνι και ως Δική σου εικόνα στον δίσκο που ο συνθέτης έβγαλε σε συνεργασία με τους Stereo Nova).

Ο Στ. Κραουνάκης στις συνθέσεις του ανακαλεί με όμορφο τρόπο τους ελαφρούς συνθέτες προηγούμενων εποχών και ο ελειπτικός λόγος της Λ. Νικολακοπούλου δεν υπήρξε ποτέ πιο σαφής. Η δε Πρωτοψάλτη τραγουδάει χαμηλόφωνα, ψιθυριστά, με τρόπο εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τις μετά-Ηφαίστειο ερμηνείες της. Τις ενορχηστρώσεις έκανε ο συνθέτης σε συνεργασία με τον Ν. Κούρο.

——————-

Δες και Παρέες

Advertisements

9 thoughts on “O μύθος της παρέας. Ξανακούγοντας το «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ»

  1. apos 17/03/2011 στο 8:49 μμ Reply

    Πραγματικά ένας πολύ αγαπημένος δίσκος. Έχουμε και κοινά βιώματα, αγαπημένε μου φίλε, και σε πολλά θα συμφωνήσω μαζί σου.
    Βέβαια ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα μπορούσε ο Κραουνάκης και η Νικολακοπούλου να γίνουν οι νέοι Χατζιδάκις και Γκάτσος. Ο καθένας είναι αυτό που είναι.
    Για το «συνομιλητής» δεν το θυμόμουν. Η αλήθεια είναι ότι ο Χατζιδάκις ήταν πολύ προσεκτικός στις λέξεις που χρησιμοποιούσε. Και «συνομιλητές» δεν έβρισκες πολλούς τότε.
    Ας μην πούμε για σήμερα. Αστο καλύτερα.

    • fvasileiou 18/03/2011 στο 2:10 μμ Reply

      Και όμως, η Νικολακοπούλου μετά τον θάνατο του Γκάτσου και του Χατζιδάκι είχε δηλώσει ότι εκείνοι παίρνουν πια την θέση τους.

      Σήμερα έχουμε περάσει πλέον και το στάδιο των παράλληλων μονολόγων και ουρλιάζουμε ταυτόχρονα. Ακόμα και στα μπλογκ…

      • Кроткая 18/03/2011 στο 2:49 μμ Reply

        έχει δηλώσει τέτοιο πράγμα;
        εχμ, δεν εχει ορια η αμετροέπεια.

        • fvasileiou 22/03/2011 στο 2:37 πμ Reply

          Αν θυμάμαι καλά σε συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία…

  2. mahler76 18/03/2011 στο 11:52 πμ Reply

    κοίτα, δεν ξέρω αν συνειδητά οι 3 τους ήθελαν να φτιάξουν ένα μύθο «παρέας», προσωπικά με καλύπτουν τα τραγούδια για να το σκεφτώ όλο αυτό.

    • fvasileiou 18/03/2011 στο 2:12 μμ Reply

      Τα τραγούδια είναι ωραία. Μου κόλλησαν κι ένα δυο-χτες και τα σιγοτραγουδούσα μέσα στην καλή χαρά φορώντας το πράσινο καπέλο μου και κατεβάζοντας μπύρες -St. Patrick’s day γαρ 😉

  3. kitsosmitsos 21/03/2011 στο 5:32 μμ Reply

    Όμορφα τραγούδια που έχουν κάτι να πουν, δεν είναι όλα έτσι.

    • fvasileiou 22/03/2011 στο 2:38 πμ Reply

      Κάτι είπαν και κάτι εξέφρασαν και ίσως ακόμα να εκφράζουν…

  4. R.D. 01/06/2016 στο 2:48 μμ Reply

    Πολύ ωραίο το κείμενό σου γι’ αυτό το δίσκο.

    Κι εγώ τον άκουσα μικρός για πρώτη φορά σε κασέτα, στο εξοχικό κάποιων φίλων των γονιών μου, όπου το έβαζα κάθε μέρα και το άκουγα. Μετά από χρόνια το ξανα-ανακάλυψα, όπως κι εσύ, φοιτητής πια στην Πάτρα, από μια φίλη που με «μύησε» σε αυτόν τον κόσμο. Είναι πολύ ιδιαίτερος δίσκος και πράγματι πολύ μελαγχολικός.

    Όλα τα τραγούδια μ’ αρέσουν, αλλά κυρίως βάζω την «Κιβωτό» και την «Άνοιξη» το ένα μετά το άλλο με αυτή τη σειρά, όταν βρίσκομαι σε μία συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι πράγματι και οι 3 συντελεστές συγχρονίστηκαν τη δεδομένη χρονική στιγμή στον καλύτερο εαυτό τους. Ο Κραουνάκης δωρικός και μεστός, χωρίς τις υστερικές κραυγές των επόμενων δίσκων (ήδη στο Ανθρώπων έργα η μουσική υστερούσε πολύ). Η Πρωτοψάλη ζεστή και γλυκιά, χωρίς την τραχύτητα που απέκτησε η φωνή της στην συνέχεια. Τέλος η Νικολακοπούλου, πάντα αφαιρετική και εύστοχη, χάρισε μια από τις καλύτερες στιγμές έμπνευσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: