Πέντε δίσκοι του Στ. Κραουνάκη

Η μετά από χρόνια ακρόαση του Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ αποδείχτηκε η αρχή μιας επιστροφής σε μουσικές και τραγούδια και που είχαν σφραγίσει την ύστερη εφηβεία μου. Μπορεί στη συνέχεια να τον απέρριψα και μάλιστα πολύ κατηγορηματικά, αλλά ποτέ δεν ξέχασα πόσο μεγάλη σημασία είχε για μένα τότε ο Σταμάτης Κραουνάκης.

Σκέφτομαι τώρα, που παλιά του LP, πότε κολλώντας, πότε πηδώντας, παίζουν σε ένα πικάπ που χάνει στροφές, ότι η σφοδρότητα των συναισθημάτων, και της αποδοχής και της απόρριψης, είναι η καλλίτερη απόδειξη της σχέσης που είχα δημιουργήσει ως ακροατής με τον συνθέτη Κραουνάκη.

Σκέφτομαι τώρα ότι αν δεν σκοτώσεις τους πατεράδες σου, αν δεν απογαλακτιστείς από την επιρροή τους, ποτέ δεν θα μπορέσεις να συνομιλήσεις μαζί τους δημιουργικά και ισότιμα.

Και τίποτα δεν ευνουχίζει αποτελεσματικότερα τον μύθο, τον όποιο μύθο, από την αταβιστική προσκόλληση πάνω του.

Με αυτές τις σκέψεις λέω σήμερα να σας μιλήσω για τους πέντε κραουνακικούς δίσκους που, μαζί με το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ, έγραψαν περισσότερο και βαθύτερα μέσα μου εκείνα τα χρόνια.

Δεν σας κρύβω ότι αισθάνομαι μια αμηχανία. Σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα κείμενά μου, δεν έχω να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις, ούτε καν αντικειμενικές πληροφορίες -άλλα μπλογκ και ιστότοποι είναι για να προσφέρουν ντάτα-, αλλά συναισθήματα, σπασμένες εικόνες, μυρωδιές, ατελείς εμπειρίες -είναι οι μουσικές που άκουγα σαν λυκειόπαιδο.

 

Σκουριασμένα Χείλια


Η ιστορία λέει ότι ο Κραουνάκης είχε ήδη βγάλει δυο δίσκους (Το σπίτι του Αγαμέμνονα σε ποίηση Π. Χρονά και Το όνειρο του Βασίλη του Γ. Μανιώτη) πριν από αυτή την εμβληματική ηχογράφηση. Αλλά δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτός εδώ είναι ο πρώτος του δίσκος. Εδώ για πρώτη φορά συνεργάζεται με την Μοσχολιού,  ηχογραφείται δικό του τραγούδι σε στίχους της Νικολακοπούλου – ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε τους στίχους σε δύο τραγούδια και ο Κ. Τριπολίτης στα υπόλοιπα.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1981, ένα μόλις χρόνο μετά τα Αρχοντορεμπέτικα που είχαν χαλάσει χρόνο, και, φυσικά, δεν είχε εμπορική επιτυχία. Λέω «φυσικά» γιατί, σε αντίθεση με τα Αρχοντορεμπέτικα, ετούτος ο δίσκος δεν παρέπεμπε σε ένα κοινό μουσικό βίωμα, δεν χάιδευε ακουστικές ευκολίες. Αντιθέτως αναζητούσε μια νέα τραγουδιστική γλώσσα -ακόμα και οι τίτλοι των τραγουδιών (Κόκκινο κουμπί, Συχνότητα, Ηλεκτρισμένα, Τζετ) το δήλωναν.Παρόλα αυτά, τα τραγούδια αγαπήθηκαν και από το κοινό της Μοσχολιού και από το κοινό του Κραουνάκη -αν υποθέσουμε βέβαια ότι τα δυο αυτά κοινά δεν ταυτίζονται. Και δικαίως. Τα τραγούδια είναι εξαιρετικά και συνεχίζουν να λειτουργούν υπόγεια.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά, πρέπει να υπογραμμίσουμε την καλλιτεχνική ποιότητα της Β. Μοσχολιού, που άφησε κάθε εμπορική καβάτζα, συνεργάστηκε με τον νεαρότατο κι άπειρο συνθέτη και τραγούδησε τα δύσκολα και κρυπτικά λόγια του Τριπολίτη.

 

Μαμά γερνάω


1988, τρία χρόνια μετά το Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ, δύο χρόνια μετά την Λυσιστράτη Βουτσινά-Λαζόπουλου-Κραουνάκη-Νικολακοπούλου, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο της Λεωφόρου Α΄ τα χρυσά παιδιά της δισκογραφίας συνεργάζονται με την Τ. Τσανακλίδου. Ο θεατρικός -μελοδραματικός ίσως- τόνος της Τσανακλίδου ταίριαξε απόλυτα με την διάθεση μιας εφηβείας που τριανταπεντάριζε και το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό. Ένας δίσκος που δεν πετάς / δεν ξεχνάς τίποτα. Πέρα από την Σουλτάνα τη Φωφώ, που είχε και μια παραπολιτική διάσταση τότε, το πασίγνωστο ομώνυμο ή το περίφημο Πάτωμα, έχουμε τραγούδια όπως οι Μοίρες, Γυφτάκι, Ζελατίνα.

 

Μήδεια


Η Μήδεια πρέπει να είναι ο λόγος που δεν μίσησα την αρχαία τραγωδία σαν μαθητής λυκείου. Από την μια είχαμε στο σχολείο και τα φροντιστήρια την φρικτή διδασκαλία της Αντιγόνης και του Οιδίποδα κι από την άλλη στο σπίτι άκουγα το Έρωτα Εσύ στον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι και στη συνέχεια ανακάλυψα κι αυτόν τον δίσκο του Κραουνάκη. Η μετάφραση του Γ. Χειμωνά δεν είχε καμιά σχέση φυσικά με εκείνες που αποστηθίζαμε για τις Εξετάσεις -ούτε σαν λογική, ούτε σαν δομή, ούτε σαν γλώσσα. Και σε συνδυασμό με τις μουσικές του Κραουνάκη και την απίστευτη ερμηνεία της Ε. Βιτάλη μου άνοιγαν μια χαραμάδα για έναν άλλο κόσμο που ακόμα, νομίζω, τον ψάχνω.

Θυμάμαι ότι μια συμμαθήτρια με απείθαρχο κατσαρό μαλλί, που μου άρεσε πολύ και η οποία ήθελε να σπουδάσει θέατρο, μου είχε πει σε ένα διάλειμμα πόσο πολύ της άρεσε η Βιτάλη. Την επομένη της έδωσα μια κασέτα με την Μήδεια. Πέρασαν μια-δυο μέρες, χωρίς να αναφέρει τίποτα. Δεν κρατήθηκα κι εγώ και την ρώτησα πώς της φάνηκε. «Βάρβαρο», μου απάντησε με δισταγμό – κι ήδη από τότε είχα καταλάβει πόσο πετυχημένος ήταν ο χαρακτηρισμός της. Γιατί ακριβώς αυτή την ατμόσφαιρα της βαρβαρότητας και του πρωτογονισμού ήθελε -και πέτυχε- να μας μεταδώσει τόσο ο συνθέτης, όσο και η τραγουδίστρια.

Για την ιστορία η παράσταση ανέβηκε το 1990 σε σκηνοθεσία Α. Βουτσινά και την Λ. Φωτοπούλου στον ομώνυμο ρόλο.

 

Δεν έχω ιδέα


Για ένα μυστήριο λόγο, όσο περισσότερο έμπαινε η «παρέα» μπροστά, όσο περιοριζόταν η ατομικότητα κι αυξανόταν η παρεΐστικη κοινωνικότητα, τόσο αυξάνονταν τα ντεσιμπέλ στις ερμηνείες και τις ενορχηστρώσεις -αυτή η πορεία κορυφώθηκε με το Όταν έρχονται οι φίλοι μου του ’95, δίσκος που σήμανε και το τέλος της μουσικής μου σχέσης με τον Κραουνάκη. Αλλά βρισκόμαστε ακόμα στα 1989, είναι η πρώτη εμφάνιση του Κ. Μακεδόνα σε τρία τραγούδια -μεταξύ των οποίων και το υπέροχο Ούτ’  ένας άνθρωπος. Έχουμε ακόμα την συμμετοχή της Μοσχολιού (τι τραγουδίστρια!) στο Τσάκισα, της Αρλέτας στο Τι τα θες και της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο Τραγούδι της Αλίκης. Που το άκουγα χτες και συνειδητοποίησα πόσο καλή, πραγματικά καλή δηλαδή, τραγουδίστρια υπήρξε η Αλίκη! Κι ακόμα ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε τον ίδιο τον συνθέτη να ερμηνεύει τραγούδια του. Τραγουδάει ακόμα και η Νικολακοπούλου δυο τραγούδια, το ένα εκ των οποίων, το Ανεβάσαμε μου κόλλησε και το μουρμούριζα όλο το Σαββατοκύριακο. Το τελευταίο του δίσκου, ο Καλαματιανός χωρίς μαντήλι, κόλλησε στην δίχρονη ανιψιά μου.

 

Εφημερία

Ίσως ο πιο προσωπικός του st/s Κραουνάκη (έτσι υπέγραψε τον συγκεκριμένο δίσκο) και σίγουρα ο πιο αγαπημένος μου.

Έγραψε ο ίδιος την μουσική και τους στίχους των 9 τραγουδιών και λέει και τα περισσότερα. Η Μοσχολιού τραγουδάει συγκλονιστικά την Γιαλαλαού και το Τσάκισα και συνοδεύει τον Σταμάτη σε δύο ακόμα τραγούδια, η Α. Παναγιωτοπούλου τραγουδάει τον Έλληνα και η Πωλίνα το Dabrulia Dance. Σκοτεινός δίσκος. Κυκλοφόρησε το 1990, μια εποχή που τα πάντα φαινόταν να καταρρέουν – το Κούρεμα του Σαββόπουλου, που κυκλοφόρησε την ίδια εποχή, έχει το ίδιο κλίμα απελπισίας και θυμού. Σήμερα, βέβαια, συνειδητοποιούμε ότι ούτε η απελπισία ήταν αρκετή, ούτε ο θυμός μεγάλος. Τσάτρα-πάτρα σουλουπώσαμε το ακίνητο και πορευτήκαμε στις χρυσές εποχές του Χρηματιστηρίου και των Ολυμπιακών Αγώνων. Για να φτάσουμε στο σήμερα. Και από αυτή την άποψη η Εφημερία είναι ακριβής: Από τη μια διαπιστώνει Ρουφιανιά κανονική κι εργολαβία κι από την άλλη το ρίχνει έξω με τα παλιοσαραβαλάκια αραγμένα στην ακρογιαλιά, αδυνατώντας να εστιάσει στο αδιέξοδο.

Οι στίχοι Μη ρωτάς που τριγυρνάω / ούτε ποιους χρεώνομαι / κάποιους θάχω ν’αγαπάω / να καταναλώνομαι από το τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το Εφημερία 13/5/90, έγιναν σύνθημα στα σχολικά μου τετράδια…

Advertisements

6 thoughts on “Πέντε δίσκοι του Στ. Κραουνάκη

  1. Academy 29/03/2011 στο 6:45 μμ Reply

    Είναι φοβερός ο Σταμάτης πρόσφατα τον θαύμαζα πάλι που ξανα-είδα το »Αυτή η νύχτα μένει».

    • fvasileiou 31/03/2011 στο 6:40 μμ Reply

      Η ταινία αυτή είναι μέσα στις 3 πιο αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες των τελευταίων 20 ετών.

  2. Belbo 02/04/2011 στο 9:04 μμ Reply

    Όπως ήθελα να σου γράψω και στο «Κυκλοφορώ» θεωρώ ότι είναι από τους 2-3 σημαντικότερους της γενιάς του ο Κραουνάκης, ίσως να τυποποιήθηκε λίγο υπερβολικά, αλλά πραγματικά εμπνευσμένος και ανανέωσε το Ελληνικό τραγούδι με την «παρέα» που λες κι εσύ, φιλικά,

    • fvasileiou 03/04/2011 στο 11:09 πμ Reply

      Αν ανανέωση είναι μπόλιασμα με καινούργια στοιχεία / δημιουργία κάτι καινούργιου, το οποίο θα αποτελεί αναφορά για τους επόμενους -αυτό δηλαδή που έκαναν ο Μ. Χατζιδάκις και ο Μ. Θεοδωράκης, τότε δεν είμαι σίγουρος ότι ο Κραουνάκης ανανέωσε το τραγούδι, αλλά μάλλον ανακαίνισε παλιές συνταγές.

  3. stam 30/07/2011 στο 2:45 μμ Reply

    Στην πραγματικοτητα στο οταν ερχονται οι φιλοι μου τελειωσα και γω με τη δισκογραφια.αλλα και η δισκογραφια με τον εαυτο της.παρ ολα αυτα πρεπει να σου χαρισω το πεθαινοντας στην αθηνα,ισως και την σπεραντζα,λεμε τωρα
    ευχαριστω πολυ .

    • fvasileiou 30/07/2011 στο 2:58 μμ Reply

      Μερικές φορές έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και προσπαθείς να καταλάβεις. Και η όλη φάση παραήταν σουρεαλιστική γιατί ήμουν στο Παρίσι, κάτι σαν ερωτευμένος, τα πρωινά πήγαινα στη βιβλιοθήκη, τα βράδια σε Jazz-club και σκεφτόμουν συνεχώς τις μουσικές σου -δηλαδή τον εαυτό μου. Για μένα είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας -δεν μπορώ παρά βιωματικά να αντιμετωπίσω αυτές τις μουσικές και συνεπώς ο όποιος έπαινος ή αποδοκιμασία είναι εκείνου που βλέπω σήμερα πως ήμουν τότε.
      Με αγάπη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: