Monthly Archives: Απριλίου 2011

Ο Γιάννης Τσαρούχης για την Ανάσταση

Να προστρέχουμε τέτοιες μέρες σε παλιές αυθεντίες αναζητώντας κάποιο νόημα -ή αίσθημα- για όσα γιορτάζουμε είναι συνήθεια πολλών. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένα καλό αποκούμπι. Η ζεστασιά που αναδύεται από τον χαμένο κόσμο που περιγράφει δίνει παρηγοριά κι ελπίδα στον σύγχρονο αναγνώστη. Ίσως και κάποια ουσία.

Δεν ξέφυγα από αυτόν τον κανόνα. Ψάχνοντας κάτι άλλο είναι η αλήθεια, έπεσα χτες πάνω στα δυο κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη για το Πάσχα και την Ανάσταση, το «Σκόρπιες σκέψεις για την τέχνη και την Ανάσταση» από τον τόμο Εγώ ειμί πτωχός και πένης και την «Αναστάσιμη συνομιλία» με τον Ματθαίο Μουντέ από το Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. Από αυτό το τελευταίο αποφάσισα να αντιγράψω μερικά αποσπάσματα για πολλούς λόγους, που κάποιοι είναι αυτονόητοι (πχ η επαφή με ένα σημαντικό μέρος του νεοελληνικού πολιτισμού μάλλον ξεχασμένο πια· και φυσικά ο καίριος λόγος του Τσαρούχη ), κάποιοι μπορούν να εξηγηθούν (ας πούμε η διαφορά ύφους και ήθους ανάμεσα στον «ευσεβή» ερωτώντα Μουντέ και τον παιγνιώδη αγνωστικισμό του Τσαρούχη, που όμως είναι βαθιά, καταγωγικά και συνειδητά μπολιασμένος από αυθεντική λαϊκή ευσέβεια· ή η πρόωρη διάγνωση των αιτιών της σημερινής κρίσης -στην κρίση των αξιών αναφέρομαι· ή στην αδυναμία κατανόησης και την φοβία του Ζωγράφου απέναντι στον επερχόμενο καινούργιο κόσμο κτλ) και κάποιοι, φυσικά, βαθιοί και ανεπίγνωστοι σε μένα:

(…) Στη δουλειά σας την εκθαμβωτική, αλλά και στη ζωή σας, νιώθετε να παλιώνουν οι αξίες της Ρωμιοσύνης που είναι και αξίες του λαού μας;

Μια φορά συναντάμε τα πράγματα, όπως λέει ο Νίτσε. Μια φορά μας μιλάει ο έρωτας, η σελήνη. Όλα τ’ άλλα είναι ανιαρό διάλειμμα. Για να μου ξαναμιλήσει η Ανάσταση του Χριστού και η Λαμπρή και να αρθώ στο ύψος των αναμνήσεών μου, χρειάζεται ψυχική αγνότης και συγκέντρωση. Ένας καλλιτέχνης άλλωστε πρέπει να καλλιεργεί πάντα αυτή την αγνότητα, όπως ένας αθλητής τη φόρμα του. Τις αξίες της Ρωμιοσύνης μέσα μου τις αφήνω ελεύθερες να ζήσουν ή να πεθάνουν. Τους δίνω τις καλλίτερες συνθήκες επιβίωσης προσπαθώντας να είμαι αληθινός και ουσιαστικός. Απεχθάνομαι τη φαρισαϊκή συντήρηση των μορφών που δεν έχουν αντίκρυσμα ουσίας.

Εν τούτοις πάντοτε βάφω αυγά, όπου κι αν βρίσκομαι, και γενικά ό,τι μπορώ να διατηρήσω ό,τι έμαθα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου το συντηρώ γιατί και μια κουταμάρα να είναι, όταν γίνεται επί πολλούς αιώνες παίρνει αξία και δίνει δύναμη. Κάνω κόλλυβα για τους πεθαμένους, νηστεύω τις μεγάλες μέρες. Όλα αυτά δίνουν καλή φόρμα, χωρίς να τους δίνω και υπέρμετρη αξία γιατί ξέρω πως άλλα είναι τα μεγάλα καθήκοντα του ανθρώπου -«ταυτα ποιείν κακείνα μη αφιέναι». Πρωτιμώ τη συντηρητικότητα από τη χυδαιότητα του δήθεν ελεύθερου στοχαστή. Απεχθάνομαι τις περιττές ελευθερίες όσο μεγάλες και αν είναι.

(…) Μιλήστε μου για τη ζεστασιά και την ακτινοβολία της γιορταστικής ατμόσφαιρας στο έργο σας.

Όχι ειδικά μόνο το Πάσχα, αλλά γενικά όλη η Εκκλησία απ’ τις μικρές ως τις μεγάλες τελετές, μας μαθαίνει πώς να κάνουμε μεγάλο αποτέλεσμα με μικρά μέσα. Το ανθρώπινο σώμα κινούμενο απλά, η ανθρώπινη φωνή και η μεγάλη ποίηση φυσικά, δημιουργούν εντυπώσεις καταπληκτικές, πολύ ανώτερες από κάθε υπερθέαμα με πολύπλοκα μηχανοκίνητα μέσα. Αυτό το υπέροχο θέατρο φωνής που είναι η Εκκλησία (με τη φωνή ως μέσον έκφρασης) είναι για μένα ένα καλό παράδειγμα πώς να φτάνει κανείς σε συγκλονιστικά αποτελέσματα με την πίστη, την αυτοσυγκέντρωση και την ευλάβεια. Φυσικά όπως σε όλα τα καλά πράγματα υπάρχει και η παραποίηση. Αλλά ο νους μας δεν πρέπει να πηγαίνει πάντα στο κακό.

Μιλήστε μου για την «προσωπική» χαρά της Λαμπρής και την «απρόσωπη» κατήφεια του καιρού μας.

Θίγετε ένα γενικότερο θέμα της εποχής μας. Την καταστροφή προαιώνιων συνηθειών που ένωναν λαούς «επί το αυτό». Τα προαιώνια έθιμα καταστρέφονται από βίαιες κατοχές ξένων συμφερόντων. Κατοχή δεν είναι μόνο αυτή που γίνεται με στρατιώτες και με τανκς, αλλά κάθε βιασμός από τα διάφορα μονοπώλια που εισάγει νέες συνήθειες και μανίες. Το αυτοκίνητο, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το τηλέφωνο ακόμα, κατάλληλα για επιχειρήσεις και διαφημίσεις, δίνουν μια ενότητα όπως την επιθυμούν οι επιχειρήσεις αυτές και όχι όπως έχει αποκρυσταλλωθεί από πειθαρχίες αιώνων, έστω κι αν οι πειθαρχίες αυτές είναι παράλογες και συχνά άδειες. Αφήνω που δεν είναι πάντοτε ούτε παράλογες, ούτε άδειες.

Οι ελευθερίες που υπάρχουν σήμερα, οι ευκολίες εκδρομής με το αυτοκίνητο ή και με το αεροπλάνο, χωρίς να το καταλαβαίνουμε φτωχαίνουν τον άνθρωπο και πλουταίνουν μόνον τους εμπόρους. Η ανάγκη της φυγής από τον εαυτό μας και τον τόπο μας δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι ο εαυτός μας βρίσκεται σε τέτοια ακαταστασία που τον αποφεύγουμε. Βέβαια και η Εκκλησία και οι εορτές «αλλοτριώνουν» τον άνθρωπο, για να μεταχειρισθώ έναν όρο της εποχής μας, αλλά η παλαιότης, η «πατίνα» είναι πράγματα δυναμωτικά που δεν γίνονται επί παραγγελία! Μη θίγεται τα καλώς κείμενα. Παραλίγο να πω και τα κακώς κείμενα. Σ’ αυτόν τον κόσμο που υποφέρουμε από έλλειψη ουσιαστικής ελευθερίας, μας βασανίζουν ένα σωρό ψεύτικες και περιττές ελευθερίες που δυστυχώς θεωρούνται αναπόφευκτες. Η χαρά της Λαμπρής έχει αναχωρήσει με άλλες πολλές χαρές, διωγμένη από τις περιττές ενοχλητικές ελευθερίες, που είναι γνωστό ποιον ωφελούν. Δυστυχώς λίγοι καταλαβαίνουν σε τι παγίδα έχουν πέσει νομίζοντας ότι είναι ελεύθεροι. Σταματώ γιατί μερικοί μπορεί να με εκλάβουν ως ιεροκήρυκα.

Η μαγεία της Ορθοδοξίας – συνυφασμένη με τη στάση σας ως καλλιτέχνη και με τη δουλειά σας…

Δεν συμφωνώ με τη λέξη μαγεία. Ορθοδοξία είναι φως και συνδυασμός της λογικής με την ενστικτώδη γνώση. Όταν λέμε Ορθοδοξία εννούμε σήμερα την αντίθεσή της με τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό, ενώ τα αντίθετά της είναι άλλα αντίθετα και επικίνδυνα. Δεν παραγνωρίζω τις διαφορές που έχουν οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες. Αλλά ο ύπουλος εχθρός του ορθόδοξου είναι ο μονοφυσιτισμός, που σαν διηθητικός ιός μπαίνει παντού από τα παράθυρα και τους πόρους. Η Κυριακή προσευχή το λέει καθαρά: «Ως εν ουρανώ και επί της γης». Και η ίδια η ενσάρκωση του Χριστού δείχνει φανερά πως ούτε η γη είναι καταραμένο έργο του Σατανά όπως πιστεύουν οι μονοφυσίτες, ούτε το ανθρώπινο σώμα βρωμερό δημιούργημα του διαβόλου. (…)

Μιλήστε μας για το φθαρτό και το άφθαρτο στοιχείο της Ορθοδοξίας.

Μη μου ζητάτε πράγματα ανώτερα των δυνάμεών μου. Πρέπει να είμαι Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τουλάχιστον για να απαντήσω σε τέτοια μεγάλα ερωτήματα. Μπορώ να πω εν τούτοις ότι και τα πιο άφθαρτα πράγματα γίνονται φθαρτά αν δεν τα ζωογονεί η πίστη. Θίγετε ένα θέμα μορφής και ουσίας. Ο Χριστός απλοποιεί νομίζω το πρόβλημα δίνοντας συγχώρεση σε όλους τους αμαρτωλούς, στην πόρνη, στους τελώνες και στο ληστή, όχι όμως και στους Φαρισαίους. Όποιος είναι Φαρισαίος φθείρει όχι μόνο την Ορθοδοξία αλλά και το κάθε τι που αγγίζει. Φαρισαίος και μονοφυσίτης. Να μελετηθεί για επεξηγήσεις η Σύνοδος της Χαλκηδόνος.

Πρέπει να ξεπεράσει κανείς τον τυφλό φανατισμό και να συλλάβει τα άφθαρτα στοιχεία της Ορθοδοξίας. Αλλά το μεγάλο της οικοδόμημα δεν αποτελείται μόνο από δόγματα και μοναστικούς κανονισμούς. Τόχτισαν ποιητές, μουσικοί, ζωγράφοι, κεντηστάδες, χρυσικοί και καλαϊτχήδες, χτίστες και αρχιτέκτονες. Όλοι αυτοί με τον τρόπο τους εκφράσανε το συνδυασμό του πνεύματος με τη σάρκα, τη θεϊκή ισορροπία ανάμεσα στα δυο, που αποτελεί την ουσία του ορθόδοξου χριστιανισμού. Όλοι αυτοί οι μυημένοι σ’ αυτή την ισορροπία. (…)

Ευχηθείτε μια ευχή αναστάσιμη για τους αναγνώστες μας.

Πάλι θέλετε να γίνω Μητροπολίτης και να δίνω ευχές. Τι ευχή να δώσω; Τους εύχομαι να καταλάβουν βαθιά το «Χριστός Ανέστη», που μέσα στη σιβυλλική ερμητικότητά του τα λέει όλα.

Χριστός Ανέστη!

Δεν χρειάζονται και πολλά λόγια:

Αυτή την δύσκολη περίοδο, που στις προσωπικές δυσκολίες συσσωρεύονται και τα πολιτικοοικονομικά αδιέξοδα αυτό που είναι (για τους πιστούς) ή συμβολίζει (για τους υπόλοιπους) η Ανάσταση του Χριστού είναι το πιο επίκαιρο, ζεστό και αισιόδοξο μήνυμα.

Χριστός Ανέστη!

Ο χρόνος στο σώμα

Ο χρόνος δεν είναι ένας ταλαντούχος γλύπτης. Δεν κόβει τα περιττά, δεν σκαλίζει προσεκτικά τις λεπτομέρειες, δεν δίνει μορφή στο άμορφο υλικό. Τις περισσότερες φορές φαίνεται να μην έχει καν ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Πιο πολύ μοιάζει με άτακτο παιδί που γλίστρησε μέσα σε εργαστήριο αγγειοπλαστικής και που για χάρη αστεϊσμού κολλάει εδώ κι εκεί κομμάτια λάσπης πάνω στους αμφορείς, τους τραβάει για να ξεχειλώσουν, βυθίζει τα δάχτυλά του στον μαλακό πηλό και τον χαράζει.

Μιλάς κι εσύ, θα μου πείτε, που ακόμα χωράς μέσα στα εφηβικά σου παντελόνια, που για καλό ή για κακό δεν απέκτησες μπάκα και που όσοι σε γνωρίζουν μοιάζουν να αιφνιδιάζονται στ’ αλήθεια όταν ακούν την ηλικία σου: «Δεν φαίνεσαι πάνω από τριάντα», μου είπε η Έλενα ενώ περπατούσαμε στον κήπο του Λουξεμβούργου κι ο Γιάννης με την γνωστή του υπερβολή μ’ έκανε συνομήλικό του, εικοσιπεντάρη δηλαδή!

Να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω πώς να αντιδράσω σε κάτι τέτοια. Χαμογελάω νομίζω αμήχανα, κατεβάζω τα μάτια και σκύβω ελαφρά το κεφάλι. Και δεν λέω τίποτα ελπίζοντας ο συνομιλητής μου να σταματήσει εκεί τις φιλόφρονες διαπιστώσεις.

Και σαν τι να πω, δηλαδή;

Ευχαριστώ;

Μου φαίνεται χωρίς νόημα και λίγο ανόητο. Βλέπετε, πιστεύω απόλυτα, νιώθω απόλυτα, αυτό που ο Μάκβεθ λέει στα ελληνικά του Γ. Χειμωνά:

Είμαστε νέοι όμως

έχουμε την ηλικία του κόπου

Κι αφού αυτή η ηλικία γράφεται έτσι κι αλλιώς εντός μου, στην καρδιά, το μυαλό και την ψυχή μου, πόση σημασία έχει αν η πρόσοψη παραμένει ακόμα σε καλή κατάσταση;

Ποιος, αλήθεια, θέλει να είναι ένας Ντόριαν Γκρέι; / Ποιος πιστεύει ότι ευτυχία είναι να κλειδώνεις στην ντουλάπα την κούραση -την φρίκη- της πράξης και της εμπειρίας που φέρνει ο χρόνος, ακόμα κι αν απουσιάζει το ηθικοπλαστικό και μελοδραματικό φινάλε του Wilde;

Φυσικά και δεν προσπαθώ να το παίξω υπεράνω.

Φυσικά και δεν προσπαθώ να προτάξω την υποτιθέμενη ανωτερότητα ενός αφηρημένου πνεύματος εις βάρος του χθαμαλού σαρκίου.

Ξέρω, βιώνω, την σημασία που έχει το κάλλος και η νιότη τόσο για τον σχηματισμό της αυτοεικόνας και της αυτοεκτίμησής μας, όσο και στην διαμόρφωση του ειδώλου που έχουν οι άλλοι για μας.

Και μην πάτε μακριά:

Κι εγώ τρέχω στα γυμναστήρια -ή μάλλον προσπαθώ να τρέξω, αφού ο ελεύθερος χρόνος μου έχει αίφνης μειωθεί-, διαλέγω με προσοχή τον κουρέα μου -Χρήστο, δεν σ’ αποχωρίζομαι με τίποτα!-, σπαταλάω χρόνο για να διαλέξω ποια ρούχα θα αγοράσω ή τι θα φορέσω για να βγω, κοιτάζομαι στον καθρέφτη κάθε φορά που μπαίνω σε ασανσέρ, έχω το ζελέ μου, το άρωμά μου, τα αξεσουάρ μου κοκ.

Αυτό όμως που δεν μπορώ να κάνω, που αρνούμαι να κάνω, είναι να κυνηγήσω το φάντασμα μιας νεότητας, που κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρξε ποτέ. Ή που ό,τι και να κάνω δεν θα επιστρέψει. Ή που αν επιστρέψει, δεν θα είναι η παλιά νεότητα που έζησα. Ή που ακόμα κι αν είναι η παλιά νεότητα που έζησα, δεν την θέλω, γιατί δεν θέλω να περάσω πάλι την ίδια διαδικασία.

Όλα αυτά είναι όχι μόνο μάταια, αλλά κουραστικά και περίπλοκα. Κι εμένα μου αρέσουν, επιζητώ, τις πολύ απλές καταστάσεις και σχέσεις. Όσο θλιβερό κι αν είναι, όσο κι αν με μελαγχολεί μερικές φορές, το βρίσκω ευκολότερο και απλούστερο να φαίνομαι ό,τι είμαι. Να μην χρειάζεται να ελιχθώ ή να εξηγήσω το οτιδήποτε. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να πιω τις ποσότητες αλκοόλ που κατέβαζα στα είκοσι ή τα εικοσιπέντε μου. Και τα χέρια μου δεν θα ξαναγίνουν ποτέ λιγνά κι εύθραυστα, χέρια Τιραμόλα, όπως ήταν τότε. Το σώμα μου έχει γεμίσει με τρίχες και ο καθρέφτης μού αποκαλύπτει το τσαλάκωμα του καιρού στα μούτρα μου. Κι όσο κι αν το χαίρομαι και το φχαριστιέμαι, ένα φιλί δεν μου ανοίγει πλέον τους ουρανούς. Και ξέρω τι μ’ αρέσει και τι όχι στο σεξ και μπορώ να διακρίνω τι επιθυμεί η σύντροφός μου, οπότε οι πολλοί πειραματισμοί ανήκουν στο παρελθόν.

Το κυριότερο: Τα τελευταία δύο-δυόμιση χρόνια η ζωή μου μπήκε επιτέλους σε μια ρώτα. Που μπορεί να μην είναι εκείνη που ονειρευόμουν σαν παιδί ή σαν έφηβος ή σαν νεαρός ενήλικος, αλλά αν το δεις διαφορετικά ίσως τελικά εκεί να με οδηγούσαν εξαρχής δίχως να τ’ αντιληφθώ η καταγωγή μου και η τέχνη που έμαθα.

Βλέπω τα χέρια μου τώρα να χοροπηδούν πάνω στα πλήκτρα του laptop και θυμάμαι το δέος με το οποίο αντίκριζα τα χέρια των μεγαλύτερών μου όταν ήμουν πολύ μικρός. Κυρίως τα χέρια του παππού με το μαλακό και ζαρωμένο και ξεχειλωμένο δέρμα τους, που το τράβαγα κι έφτιαχνα σχήματα και βουναλάκια που εξαφανίζονταν στο λεπτό.

Τα χέρια μου δεν έχουν γίνει ακόμα υλικό για παιδικά παιχνίδια – ούτε, φυσικά, έχουν καμιά σχέση με κείνα του πεντάχρονου πιτσιρικά των αρχών της δεκαετίας του ’80. Είναι κάπου στη μέση -μήπως τελικά εμείς να είμαστε οι πραγματικοί μεσήλικες;

Μάλλον αυτό θα είναι. Γιατί παρά το vertigo που με πιάνει όταν σκέφτομαι το βάθος των χρόνων που έζησα, έχω την αγωνία να μάθω τι θα συμβεί στο τέλος. Κι όσο κι αν αγχώνομαι, όταν αναλογίζομαι τον καιρό που σπατάλησα ψάχνοντας εδώ κι εκεί, δεν διστάζω να βγω για λίγο από την λεωφόρο και να μπω στον σκοτεινό παράδρομο για ν’ ανακαλύψω τι κρύβεται εκεί. Κι η μελαγχολία που μου προκαλούν τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος στο σαρκίο μου εξαφανίζεται αμέσως κάθε φορά που διαπιστώνω τι είναι ακόμα ικανό αυτό να κάνει…

Το Πάθος και η Εμπιστοσύνη

Πέστε μου, σας παρακαλώ πολύ:

Είναι η ενηλικίωση μια διαδικασία τελείωσης; Και αν ναι, σε τι συνίσταται αυτή η τελείωση;

Το σίγουρο είναι ότι η εποχή μας λατρεύει τη νεότητα, υποκλίνεται μπροστά της και της χαρίζει τον κόσμο όλο -της νεότητας, επαναλαμβάνω, στην αφηρημένη έννοια κι όχι αναγκαστικά στους νέους σαν ξεχωριστά πρόσωπα ή συλλογικότητες.

Κι αν λατρεύεις τη νεότητα, αν την θεωρείς κορύφωση κι απαύγασμα της ανθρώπινης φύσης, τότε την διαδικασία που την υπερβαίνει και την τελειώνει μοιραία την θεωρείς παρακμή.

Αυτό βέβαια κανείς δεν το δηλώνει ρητά. Γιατί τότε θα έπρεπε να συμπεριλάβει και τον εαυτό του στους παρηκμασμένους, τους ενηλίκους. Αντ’ αυτού πολύ βολικά επεκτείνουμε τα όρια της νεότητας, για να συμπεριλάβουμε εαυτούς: Νέος ο δεκαπεντάχρονος, νέος ο εικοσάρης, νέος ο τριαντάρης και, φυσικά, πάνω απ’ όλους ο πενηντάρης, που είν’ ένας νέος της εποχής. Όλοι ανήκουμε, είμαστε μέρος της ακριβής νεότητας -τι κι αν δεν μπορούμε να ξενυχτήσουμε ή να πιούμε όπως πριν, τι κι αν δεν κατανοούμε αυτή την ηλίθια καινούργια μουσική κι αν τα κουρέματα ή τα ρούχα που φοράει το φοιτηταριό μας φαίνονται κάπως -εκτός από νέοι, όλοι έχουμε δικαίωμα στη γνώμη!

Σκέφτομαι ότι σαν ενηλικιωμένος νέος κι εγώ ότι δυο πράγματα έχω χάσει από την εποχή της μετεφηβικής νεότητάς μου:

Το πάθος και την εμπιστοσύνη.

Παθιαζόμουν με ιδέες, ανθρώπους, συνήθειες, τραγούδια, ταινίες, παθιαζόμουν υπέρ και παθιαζόμουν κατά.

Είναι παράξενο, αλλά την εποχή ακριβώς που αρχίζεις και αμφισβητείς το σπίτι σου, που διακρίνεις τα τρωτά και τα λάθη στο οικογενειακό σου περιβάλλον, που οι γονείς παύουν να είναι αυθεντίες και γεμίζουν με ελαττώματα, ακριβώς τότε αποδεχόμαστε ή απορρίπτουμε πράγματα και θαύματα με απίστευτη τυφλότητα. Γιατί, ναι, το πάθος δεν είναι μόνο ενέργεια, δυναμικότητα, χαρά και ζεστασιά, είναι και αδυναμία διάκρισης, αχρωματοψία.

Για σκεφτείτε, σε τι ολοκληρωτισμό θα ζούσαμε αν κυβερνιόμασταν από νέους ή νεαρά μυαλά:

Στα είκοσι ήξερα επακριβώς ποιο είναι το σωστό και το λάθος, το καλό και το κακό, το ωραίο και η μαλακία – στα τριανταπέντε μου διακρίνω αποχρώσεις, δυνατότητες κι αδυναμίες αντικειμενικές κι υποκειμενικές, η σκέψη μου είναι τρισδιάσταση κι όχι γραμμική και για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πια να είμαι καλός ή κακός, αν ζω δίκαια ή άδικα, απλώς προσπαθώ με όσες δυνάμεις έχω κάθε δεδομένη στιγμή.

Και η εμπιστοσύνη.

Πρώτα η στον ίδιο μας τον εαυτό. Στις δυνάμεις και τις δυνατότητές μας. Που σημαίνει απ’ τη μια όνειρο κι ελπίδα και αυτοπεποίθηση, απ’ την άλλη όμως λειψή, αν όχι παραμορφωμένη, εικόνα για τον κόσμο και τον εαυτό σου. Κάθε χρόνος που περνάει τα όνειρα -πες τα και ψευδαισθήσεις- φυλλορροούν και είναι στα τριάντα που αίφνης καλείσαι να νιώσεις άνετα κι ωραία και χαρούμενος όπου είσαι και με όσα έχεις.

Αλλά είναι μαζί και κοινωνικότητα και ανεμελιά και δύναμη να αφήνεις τον εαυτό σου στον άλλον και την στιγμή. Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται δεν είναι καχύποπτος, αλλά, όπως λέγαν οι αρχαίοι, είναι καλός καγαθός.

Που σημαίνει αθώος.

Αυτή η αθωότητα, γαμώτο, πώς χάνεται; Μου έρχονται τώρα στο μυαλό χίλιες εμπειρίες, γκόμενες, φίλοι, συνάδελφοι, δάσκαλοι, άνθρωποι που με πούλησαν και με πρόδωσαν, ψαλίδισαν την εμπιστοσύνη μου και μηδένισαν την αθωότητά μου. Όπως κι εγώ θα πούλησα και πρόδωσα -πουλάω και προδίδω- άλλους -δεν έχει σημασία αν έγινε εν αγνοία, αδυναμία ή ασυνείδητα. Έγινε. Και όλοι κάτι χάσαμε και όλοι κάτι κερδίσαμε από αυτό -είναι κι αυτό μέρος της διαδικασίας της ενηλικίωσης, του παιχνιδιού της ζωής, φαντάζομαι.

Ξέρω.

Και καταλαβαίνω, αυτή τη στιγμή που είμαι σε ένα σπίτι με τα κάδρα κατεβασμένα και κουτιά παντού τριγύρω, ότι μπροστά μας ταυτόχρονα ανοίγει και κλείνει κάτι -γιατί, λοιπόν, να κυνηγάμε χίμαιρες;

Στο κάτω-κάτω της γραφής, η καθημερινότητα αποδεικνύει ότι έχουμε άφθονο αυτό ακριβώς που μας δόθηκε με φειδώ:

Χρόνο.

Ώστε φτάσαμε σ’ αυτή την ηλικία!

Την περασμένη εβδομάδα ήρθε στη Λευκωσία για τρεις παραστάσεις ένας τραγουδοποιός από την Ελλάδα. Ένας συνομήλικος τραγουδοποιός.

Αποφασίσαμε, λοιπόν, με τους εδώ φίλους να πάμε και γιατί μας αρέσουν κάποια τραγούδια του και για να βγούμε από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Με συνομήλικους φίλους.

Η παράσταση καθυστέρησε αρκετά και η αρχική χαρά υποχώρησε και μεταβλήθηκε σε αδημονία και στο τέλος σε κόπωση -μέχρι να χαμηλώσουν τα φώτα και να βγουν οι μουσικοί στη σκηνή, το πρώτο μπουκάλι είχε σχεδόν τελειώσει.

Και τότε ήρθε το σοκ.

Στη σκηνή ανέβηκε ένας κύριος τριανταπεντεφεύγα / σαρανταπαρακάτι και όχι ο συνομήλικός μας!

Το σοκ έδωσε τη θέση του στον κανιβαλισμό. Φαρμακερές ατάκες άρχισαν να εκτοξεύονται, αλλά το δέος μας το περιέγραψε με ακρίβεια ένας άλλος φίλος:

«Ώστε φτάσαμε σ’ αυτή την ηλικία που οι άλλοι λένε για μας: Μα πώς έσπασε έτσι! Ή καλά κρατιέται αυτός…»

………………………

Αναρωτιέμαι αν υπήρξα ποτέ νέος -αν διέθετα ποτέ τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στη νεότητα σήμερα και όχι φυσικά με την ηλικιακή έννοια.

Γιατί καχύποπτος καθώς είμαι με όλα τα trend και τα είδωλα του πλήθους, στάθηκα πάντα κριτικά κι αποστασιοποιημένος απ’ ό,τι εκλαμβάνεται ως νεανικότης σήμερα. Πρέπει να ήμουν 20 ή 21 όταν ο Η. Λιούγκος μου έδωσε ένα demo με το ανέκδοτο τότε Όσο περνάει ο καιρός, γιατί «μιλάει για τους σαραντάρηδες» κι εγώ «ήμουνα σαν σαραντάρης και θα καταλάβαινα». Φίλοι, που αργότερα τους το έλεγα, θεώρησαν αυτή τη φράση μεγάλη κακία και φαρμακερό καρφί, αλλά εγώ ήξερα/ξέρω ότι δεν το είπε έτσι ο Ηλίας…

Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, βέβαια, θα πούμε ότι απλώς η δική μου νεότητα υπήρξε κάπως διαφορετική. Ήμουν ένα παιδί που την έβρισκε αλλιώς κι όχι ένας μετεμψυχωμένος σαραντάρης, μια real life εκδοχή του Big ή του Seventeen Again. Παραξενεύτηκα κι εγώ όταν άρχισα να γίνομαι ο «κύριος Βασιλείου» κι ακόμα περισσότερο όταν μια όμορφη φωνούλα άρχισε να φωνάζει «θείε Φώτη».

Ναι, φτάσαμε σ’ αυτή την ηλικία που είμαστε «κύριοι» και γινόμαστε «θείοι» και «μπαμπάδες».

Ή όπως το είπε ο Δ. Σαββόπουλος:

πάει καιρός που οι δικοί μας

σκηνοθετούσαν τη γιορτή μας

κι είμαστε εμείς που πρέπει τώρα

να υψώσουμε της γιορτής τα δώρα…

– Γιατί;

.

…μετά τη χαρά έρχεται η Μεγάλη Λύπη

.

– Για να τη νιώσεις

         βαθύτερα.-

Ζώντας το αδιέξοδο

Ας ξεκινήσω με μια προσωπική εμπειρία:

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μου στην Ελλάδα συνάντησα έναν καλό μου φίλο που είχαμε καιρό να τα πούμε. Αν μου ζητούσατε να σας περιγράψω τον Γιώργο με δυο λόγια, θα σας έλεγα πως είναι το εντελώς αντίθετο από την καρικατούρα Ελλαδίτη ,που έχουν κατασκευάσει τελευταία οι πολιτικοί και οι στρατευμένοι αρθρογράφοι. Δυναμικός, επινοητικός, δραστήριος, εγκατέλειψε καριέρα στην Αγγλία για να αρχίσει μια επιχείρηση –να προσφέρει– στην Ελλάδα.

Αφού, λοιπόν, είπαμε πού βρίσκονται οι ζωές μας, χαλαρωμένοι από το καλό φαγητό και το κρασί, καθίσαμε βαθιά στις καρέκλες μας κι αρχίσαμε να κάνουμε σχέδια για το μέλλον –τι να κάνουμε, πού να πάμε, τι να δούμε. Κι ο χρόνος κυλούσε όμορφα κι απαλά, ώσπου αίφνης ο Γιώργος αναστέναξε:

«Μόνο να μη μας φάει και μας η μιζέρια…»

Σας τα λέω όλα αυτά γιατί νομίζω ότι περιγράφουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την κατάσταση που βιώνει ο μέσος Ελλαδίτης τον τελευταίο χρόνο.

Τα μέτρα που έλαβε και λαμβάνει η Κυβέρνηση πνίγουν την επιχειρηματικότητα, εκτοξεύουν την ανεργία, καταβαραθρώνουν το επίπεδο διαβίωσης. Διαλύουν εν τέλει τις ίδιες τις δομές και τα θέσμια της κοινωνίας. Και, το χειρότερο, αποδεικνύονται παντελώς αναποτελεσματικά. Ή, για να ακριβολογήσουμε, επιταχύνουν και μεγιστοποιούν την Κρίση, αντί να την θεραπεύσουν. Είναι ενδεικτικό ότι οι φωνές εντός κι εκτός της Ελλάδας που κάνουν λόγο για χρεωκοπία ελεγχόμενη ή μη όχι μόνο δεν έχουν κοπάσει, αλλά πολλαπλασιάζονται. Και ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών ανασκευάζοντας προηγούμενες δηλώσεις του τοποθετεί πλέον το τέλος της Κρίσης στο απώτατο κι απροσδιόριστο μέλλον. Ακόμα και οι συζητήσεις που γίνονται αυτή την εποχή στην Ε.Ε. –οι «μάχες» που δίνει ο κ. Παπανδρέου– στοχεύουν στην σταθεροποίηση της σημερινής κατάστασης κι όχι στην υπέρβασή της.

Η απουσία ρεαλιστικής αντιπρότασης επιτείνει το αίσθημα αδιεξόδου. Ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Α. Σαμαράς, κατά καιρούς έχει προτείνει κάποια ενδιαφέροντα επιμέρους μέτρα, αλλά ο ευρύτερος εναλλακτικός σχεδιασμός απουσιάζει από τον πολιτικό του λόγο. Η αντιπαράθεση Κυβέρνησης κι Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα εστιάζεται στο μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, δεν αφορά την ουσία και την γενικότερη φιλοσοφία της, η οποία καθορίζεται κι επιβάλλεται από την Τρόικα.

Επιπλέον, τα κόμματα της Αριστεράς έχουν αυτοεγκλωβιστεί σε έναν αδιέξοδο ριζοσπαστισμό, ο οποίος ούτε πείθει, ούτε συγκινεί. Η άνοδος των δημοσκοπικών ποσοστών του κόμματος του κ. Γ. Καρατζαφέρη, ενός πολιτικού ο οποίος έχει διακριθεί για τους επικοινωνιακούς του ελιγμούς και τις ιδεολογικές ακροβασίες, δεν είναι παρά ακόμα ένα σύμπτωμα της αποσύνθεσης του πολιτικού συστήματος, όπως διαμορφώθηκε από την Μεταπολίτευση και μετά.

Για να είμαστε δίκαιοι, είναι πολύ δύσκολο να διατυπωθεί πειστική κυβερνητική αντιπρόταση, καθώς η δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η κυβέρνηση Γ. Α. Παπανδρέου –το διαβόητο Μνημόνιο– δεσμεύει όχι μόνο τη νυν, αλλά και κάθε επόμενη Κυβέρνηση σε βάθος πολλών ετών. Με άλλα λόγια, αν δεν βρεθεί κάποια λύση, τα επόμενα πολλά χρόνια στην Ελλάδα οι πολιτικοί θα ρητορεύουν και θα τσακώνονται στα μπαλκόνια και τα τηλεπαράθυρα για το «μείγμα της πολιτικής», εκλογές θα γίνονται, τα κόμματα θα εναλλάσσονται στην εξουσία, αλλά η ασκούμενη πολιτική θα παραμένει η ίδια, εκείνη που κάθε φορά θα υπαγορεύει η Τρόικα.

Τελικά, η κατανόηση του αδιεξόδου μπορεί να δημιουργεί απελπισία στον λαό, αλλά είναι και η μόνη αχτίδα αισιοδοξίας αυτή την στιγμή. Όπως και να το κάνουμε, η Δημοκρατία για να λειτουργήσει χρειάζεται ενήμερους και συνειδητοποιημένους πολίτες. Αυτοί οι ενημερωμένοι πολίτες, όπως θα ήταν και αναμενόμενο, αποστασιοποιούνται από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς. Θετικό όμως είναι ότι δεν παραμένουν σε μια παθητική άρνηση, αλλά αναζητούν τρόπους παρέμβασης στα κοινά και έκφρασης της δυσφορίας και της απελπισίας τους. Το κίνημα «Δεν πληρώνω», πολίτες δηλαδή που αρνούνται να καταβάλουν το αντίτιμο των διοδίων και των εισιτηρίων των ΜΜΜ μετά την τελευταία δραματική τους αύξηση, καταφέρνει να συσπειρώσει χιλιάδες πολίτες από διαφορετικές αφετηρίες και προορισμούς. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που το πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο της Ελλάδας θορυβήθηκε τόσο πολύ κι επιχειρεί με κάθε τρόπο να το δυσφημίσει.

Αλλά για αυτό, κάποια επόμενη φορά…

—————-

Γράφτηκε για την εφημερίδα Αλήθεια της Λευκωσίας.