Monthly Archives: Μαΐου 2011

Απουσία…

Είναι η πρώτη φορά στα τρεισήμισι χρόνια του Σημειωματάριου που λείπω για τόσο μεγάλο διάστημα. Ακόμα και στις διακοπές, ακόμα και στα ταξίδια, τις αργίες, μεγάλες και μικρές μέρες, πάντα έβρισκα τρόπο -και διάθεση- να ποστάρω. Αυτός ο Μάιος όμως ήθελα να είναι λίγο διαφορετικός. Ήθελα να είναι ο τελευταίος Μάιος για ορισμένα πράγματα. Έτσι πήρα την απόφαση να απομονωθώ όσο περισσότερο γίνεται για να αφοσιωθώ στη δουλειά μου. Από τις 3 Μαΐου λοιπόν μένω σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα, μόνος, με τέσσερις κούτες βιβλία και χειρόγραφες σημειώσεις, έναν υπολογιστή χωρίς σύνδεση στο ίντερνετ, και -πρέπει να το παραδεχτώ!- πολλά, πάρα πολλά, περισσότερα από όσα μπορείτε να φανταστείτε, κόμιξ!

Φίλοι μου λένε πόσο τυχερός είμαι, ότι ζηλεύουν και τα ρέστα.

Φαντάζομαι -το ξέρω δηλαδή- ότι είμαι τυχερός. Πόσοι από μας μπορούν να αφοσιωθούν για ένα, ενάμιση μήνα σε μια καθαρά πνευματική/διανοητική εργασία; Πόσοι μπορούν να αποκοπούν από το περιβάλλον και τους ανθρώπους τους, με την βεβαιότητα ότι όλα θα συνεχίσουν να λειτουργούν στην εντέλεια, όλοι είναι ασφαλείς και εντάξει κι ότι θα μπορέσουν μόλις τελειώσουν να ενταχθούν και πάλι στον μικρόκοσμό τους; [Βέβαια όλο αυτό το σχήμα κρύβει πολλές θυσίες, που δεν είμαι σίγουρος ότι τις συνειδητοποιούν όλοι όσοι μακαρίζουν την τύχη μου…]

Στάθηκα για λίγο μπροστά στον καθρέφτη σήμερα. Σήμερα που επέστρεψα στον «πολιτισμό» μετά από βδομάδες απουσίας. Τα μαλλιά και τα γένια μου έχουν μακρύνει. Έχω πάρει και λίγο χρώμα από τα μπάνια -έχω κάνει ήδη καμιά εικοσαριά. Αλλά βέβαια δεν είναι αυτές οι αλλαγές που μετράνε, οι εξωτερικές, οι φυσικές και αναμενόμενες, αλλά οι εσωτερικές και αναπάντεχες. Τις οποίες εμείς οι ίδιοι μπορεί να μην τις αντιλαμβανόμαστε ή, αν αντιλαμβανόμαστε, να μην τις αξιολογούμε όπως οι άλλοι…

Κι έπειτα έφτιαξα καφέ, άνοιξα τον υπολογιστή και μπήκα στη σελίδα διαχείρισης του Σημειωματάριου, καθρέφτης κι αυτό, αλλά άλλου είδους. Περιηγήθηκα στα σχόλια, τον πίνακα ελέγχου, τα στατιστικά -έχετε επιστρέψει ποτέ κάπου μετά από μεγάλη απουσία; Σε ένα δικό σου μέρος, που το νοσταλγούσες όταν ήσουν μακριά, και τώρα που επέστρεψες σου φαίνεται ίδιο, οικείο, δικό σου, αλλά και διαφορετικό, αλλαγμένο, ξένο; Που ψάχνεις να βρεις εκείνες τις γωνιές που δεν άλλαξαν καθόλου ή έχουν αλλάξει λίγο, για να πιαστείς από κει και να ξεκινήσεις; Γιατί τελικά ποτέ δεν επιστρέφουμε σε κάτι, πάντα καινούργιες αρχές κάνουμε είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι / είτε θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή.
Αυτό.

Σκεφτόμουνα να γράψω μια-δυο σκέψεις, που μου γεννήθηκαν διαβάζοντας τις χθεσινές εφημερίδες. Ξεκίνησα δηλαδή να το γράφω, αλλά σταμάτησα. Το διέγραψα. Το πέταξα. Μετά από μια τέτοια απουσία -η οποία δεν τελείωσε, αλλά μπορεί να συνεχιστεί- δεν είχα καμιά όρεξη να αναρτήσω κείμενα για την «κατάσταση» ή την «πραγματικότητα». Θέλω, νομίζω, να κάνω αυτό που κατά βάση και ουσιαστικά είναι το blogging για μένα:  Πολύ δημόσια και ταυτοχρόνως πολύ προσωπική επικοινωνία. Για τα υπόλοιπα έχουμε καιρό.

Ασυνάρτητη Επαρχία

Όταν για πρώτη φορά πέταξα από τα Γιάννενα και είδα την πόλη μου από ψηλά, υπέστην ένα μικρό σοκ. Είχα συνηθίσει τις στοιχισμένες και καλοζυγισμένες βορειοευρωπαϊκές πόλεις, και η θέα αυτής της μικρής , πολύχρωμης και υγρής σαν μουχλιασμένη κουρελού πόλης, με έκανε να τα χάσω.

Σκέφτομαι συχνά εκείνη την στιγμή της αποκάλυψης τώρα που τις περνώ τις μέρες μου αυτο-εξόριστος κι αποκλεισμένος από το internet και τους φίλους, σε ένα μικρό χωριό της Θεσπρωτίας. Τα πρωινά που πηγαίνω για κολύμπι σε κάποιον από τους εκατοντάδες μικροκολπίσκους της ακτής, τα απογεύματα που τρέχω σε δημοσιές ή σε χωματόδρομους.

Και προσπαθώ να καταλάβω αν αυτή η γη που με περιέχει και την περιέχω είναι όμορφη ή όχι. Ή μήπως είναι κιτς και βλαχομπαρόκ;

Απάντηση δεν έχω.

Νιώθω μια απέραντη τρυφερότητα για αυτόν τον τόπο -τον αγαπάω, πώς το λένε;- και δεν μπορώ να τον κρίνω. Ακόμα και η απορία έχει καταλαγιάσει, καθώς περνούν οι μέρες. Ζω, καθώς φαίνεται, αυτό που ο Σαββοπουλος τόσο ωραία όρισε ως άθλια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία καθετί μισοχωμένο μες τη γη και είναι αρκετό.

Γι’ αυτό ετούτη η ανάρτηση περιέχει άθλιες και ασυνάρτητες φωτογραφίες που τράβηξα τις τελευταίες μέρες με το κινητό, κουνημένες και κακοκαδραρισμένες. Κι όμως όλες είναι στιγμές που η πραγματικότητα με ξεπέρασε κι έπρεπε να την αντικειμενικοποιήσω εικονοποιώντας την για να την χωνέψω:

Η καραμέλα της συναίνεσης

Όσοι είδαν το χθεσινοβραδινό δελτίο του Mega έγιναν μάρτυρες ενός πρωτοφανούς θεάματος:

Οι κκ. Πεταλωτής και Παναγιωτόπουλος έριζαν για το ποιος είναι πιο συναινετικός από τον άλλον!

Ένα οικτρό θέαμα, που θα είχε κάποιο νόημα αν παρακολουθούσε το δελτίο ο κ. Όλι Ρεν ή κάποιο από τα μέλη της Τρόικας που θέλει να γίνουμε ακόμα πιο υπάκουα παιδιά. Διότι για τους Έλληνες πολίτες, τους Έλληνες ψηφοφόρους, αν μου επιτρέπετε, αυτή η φαρσοκωμωδία στερούνταν λογικής, ειρμού, στόχευσης -στερούνταν αστείου τελικά.

Γιατί οι έξωθεν πιέσεις που μας γίνονται τα τελευταία εικοσιτετράωρα για να συναινέσουμε είναι, αν δεν κάνω λάθος, πρωτοφανείς για τη χώρα -και μιλάμε για μια χώρα που κυβερνήθηκε από δοτούς βασιλιάδες και Αγγλικά, Γαλλικά και Ρωσικά κόμματα. Ναι, ακόμα και κείνα τα χρόνια δεν θυμάμαι ξένους αξιωματούχους να υπαγορεύουν στους ντόπιους φύλαρχους έτσι, δημόσια, τι να κάνουν. Ακόμα και τότε είχαν την διακριτικότητα να τα πουν κατ’ ιδίαν ή έστω σε μια επιστολή.

Και επιτέλους τι σημαίνει συναίνεση;

Έχουμε φτάσει ήδη σε ένα σημείο που όλα τα κόμματα, πλην της παραδοσιακής αριστεράς, λίγο-πολύ συμφωνούν στα όσα πρέπει να γίνουν. Πασόκ, Νέα Δημοκρατία_, Λάος, Μπακογιάννη, Κουβέλης δεν διαφωνούν ότι πρέπει να πωληθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις, να συγχωνευτούν οι οργανισμοί, να μειωθούν οι προσλήψεις, να ανοίξουν τα κλειστά και τα «κλειστά» επαγγέλματα, να στηριχτούν οι τράπεζες, να ελαστικοποιηθεί η αγορά εργασίας, να πωληθεί ακόμα και δημόσια γη. Μπορεί να διαφωνούν στον τρόπο ή στις προτεραιότητες που τίθενται, αλλά αυτό είναι το μοναδικό, το λιγοστό αεράκι πολυφωνίας που μας έχει μείνει. Πιστεύει ο κ. Ρεν και όσοι εκπροσωπεί τέλος πάντων ότι αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που έχει η Ελλάδα;

Πέραν του απαράδεκτου και προσβλητικού χαρακτήρα που έχει το τελεσίγραφο αυτό είναι και εντελώς άστοχο.

Αν νομίζουν εκεί στις Βρυξέλες πως στην Ελλάδα είμαστε 3-4 φατρίες που αλληλοσπαρασσόμαστε για την εξουσία κι ότι αρκεί να βάλουν τους φυλάρχους να καπνίσουν την πίπα της ειρήνης για να στοιχηθούν γύρω τους υπάκουα οι ιθαγενείς, κάνουν μεγάλο λάθος. Ίσως από μακριά να μοιάζουμε έτσι, αλλά πραγματικά δεν είμαστε.

Ας διαβάσουν λοιπόν οι χαρτογιακάδες των Βρυξελλών τις τελευταίες έρευνες της Ελλαδικής κοινής γνώμης, για να διαπιστώσουν πόσο χαμηλή είναι η επιρροή του κομματικού (και συνδικαλιστικού και μηντιακού) συστήματος στην Κοινωνία. Για να δουν ότι η Κοινωνία, ο Κυρίαρχος Λαός, ο μόνος δηλαδή που δικαιούται να επιβάλει συναινέσεις σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, αποκόβεται από τα κόμματα με ταχύτατους ρυθμούς.

Πράγμα που σημαίνει ότι:

Ακόμα κι αν συμφωνήσει ο Σαμαράς, η Μπακογιάννη, ο Καρατζαφέρης κι ο Κουβέλης με τον ΓΑΠ, ακόμα κι αν στην παρεούλα τους μπουν τελικά η Παπαρήγα με τον Τσίπρα, κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι οι διαμαρτυρίες θα παύσουν, θα σταματήσουν να δημιουργούνται κινήματα «Δεν Πληρώνω», ο κοσμάκης θα κάτσει υπάκουα στο σπίτι του και θα περιμένει τον φοροεισπράκτορα να του χτυπήσει την πόρτα.

Και για να μιλήσω για τον εαυτό μου:

Υπάρχει περίπτωση να σταματήσω να επικρίνω το νέο Μνημόνιο και τις συνέπειές του επειδή θα το ψηφίσουν 180, 250 ή 673 Βουλευτές;

Όχι, βέβαια!

Υπάρχει περίπτωση να σταματήσω να αντιπολιτεύομαι επειδή ο Σαμαράς, η Ντόρα, ο Καρατζαφέρης, ο Κουβέλης και όποιος άλλος, θα στηρίξει το Μνημόνιο;

Όχι, βέβαια!

Γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι σε μια τέτοια (τραγική) περίσταση, που τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναγκαστούν να γίνουν συμπολίτευση, το ακριβώς αντίθετο θα συμβεί.

Ήδη το κομματικό σύστημα λειτουργεί σαν φερετζές του Μνημονίου. Αν επισημοποιηθεί το πολίτευμα της ΓΑΠευόμενης Τροϊκοκρατίας, αν όλοι εκεί μέσα στη Βουλή καθιστούν συμπολίτευση και δεν υπάρχει κανείς να συντονίσει ή να εκπροσωπήσει την αντιπολίτευση, τότε εδώ έξω τίποτα δεν θα κρατάει τους υπολοίπους, όσους θίγονται (και είναι σχεδόν όλοι), όσους φτωχοποιούνται (και είναι πάρα, πάρα πολλοί). Δεν χρειάζεται να το παίξει κανείς μάντης, βλέπουμε τι κατάληξη έχει και η μικρότερη διαμαρτυρία. Βλέπουμε με τι προθυμία οι πολίτες στοιχίζονται πίσω από κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής, είτε αυτό είναι η δημιουργία ενός ΧΥΤΑ, είτε η πληρωμή των διοδίων, είτε οτιδήποτε άλλο.

Ό,τι έχει να γίνει πάντως, πρέπει να γίνει γρήγορα. Χρόνος πια δεν υπάρχει. Η Κυβέρνηση, το κομματικό κατεστημένο γενικότερα, μοιάζει με παίχτες που ενώ άκουσαν το σφύριγμα της λήξης παραμένει στο γήπεδο και κοιτάζονται μεταξύ τους…

Αν χαίρομαι για κάτι, είναι που έμεινα στη σιωπή

Καθόμασταν στα σκαλιά της Νομαρχίας πάνω-πάνω και τα γόνατά μας αγγίζονταν. Μπροστά μας το συντριβάνι και τα παγκάκια, το άγαλμα του Βενιζέλου και οι τρεις λεύκες που θυσιάστηκαν για να φτιαχτεί το υπόγειο γκαράζ. Πιο πίσω η απεραντοσύνη της Πίνδου.

Θυμάμαι ότι όλα ήταν γαλάζια -ο ουρανός, η λίμνη, τα βουνά, τα σύννεφα, οι σκεπές, οι άνθρωποι, τα περίπτερα, τα λουλούδια στα παρτέρια, οι πελαργοί στο καμπαναριό της Αγια-Μαρίνας, το καυσαέριο στις εξατμίσεις, οι κάδοι των σκουπιδιών, οι βιτρίνες, τα τετράδια κάτω από την μασχάλη, ο σκοπός που σφύριζε ο λαχειοπώλης που μας προσπέρασε, η γαλήνη που μου έδινε η παρουσία σου δίπλα μου, η μικρή ευτυχία που είχα κατακτήσει…

Αγκάλιασες τα γόνατά σου σαν να κρύωνες

– Κρυώνεις;

– Όχι.

Τότε γιατί οι μικρές, καστανές τριχίτσες στα μπράτσα σου ήταν ανασηκωμένες;

Έβαλα το χέρι μου πάνω από τους ώμους σου, σε τράβηξα κοντά μου κι έμεινες εκεί. Μου φάνηκε το σωστό πράγμα να κάνω και σε αγκάλιασα, αλλά τώρα αισθανόμουν άβολα. Το χέρι μου να μουδιάζει. Κι όπως έγειρες το κεφάλι σου τα μαλλιά σου μου γαργαλούσαν τη μύτη.

Είχες κλείσει τα μάτια ή κοιτούσες μπροστά το τίποτα;

Εγώ κοιτούσα το μάρμαρο της σκάλας. Τις μικρές πετρούλες, τους κόκκους σκόνης που στέκονταν πάνω τους. Ένιωθα τη στιγμή να με συντρίβει: Κάτι μεγάλο συντελούνταν εκείνη την ώρα, κάτι φούντωνε, κάτι ορθωνόταν μέσα μου, ανάμεσά μας, γύρω μου, το αισθανόμουν, αλλά δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Ήθελα κάτι να πω, αλλά δεν ήξερα -κι ούτε που έμαθα- τι λένε οι άνθρωποι σ’ αυτές τις περιπτώσεις κι έτσι σιώπησα.

Ανασηκώθηκες και με φίλησες στο πηγούνι -εκείνη τη μικρή λουρίδα δέρματος ανάμεσα στα χείλη και τα γένια μου. Ένα φιλί χωρίς σάλιο, χωρίς σάρκα, ένα φιλί-αέρας, μαύρο πέπλο που με σκέπασε, αποκάλυψη μιας ψυχρής αλήθειας που ποτέ δεν με εγκατέλειψε.

Χαμογέλασες μελαγχολικά. Για την ακρίβεια, θυμάμαι πως προσπάθησες να χαμογελάσεις – δεν ήταν ένα χαμόγελο που βγήκε από την καρδιά σου, αλλά ένα που κατασκευάστηκε από τη λογική σου. Σαν την αγκαλιά μου ένα πράμα.

Αλλά ήσουν όμορφη.

Μου άρεσες.

Σηκώθηκες όρθια και κατέβηκες ένα σκαλοπάτι. Οι λαγόνες σου ήταν ακριβώς απέναντι από το πρόσωπό μου. Και νομίζω ότι θα μπορούσα να χαζεύω για ώρες αυτό το κομμάτι του κορμιού σου, αλλά γύρισα το κεφάλι προς το πρόσωπό σου, ύψωσα τα μάτια και θέλω να πιστεύω πως χαμογέλασα στραβά.

– Πάμε καμιά βόλτα;

– Πάμε, είπα και σηκώθηκα και μου έπιασες το χέρι και κατεβήκαμε έτσι τα σκαλιά κι αργά-αργά κατηφορίσαμε προς τον μώλο.

Διαλυθήκαμε και οι δυο μέσα στο απέραντο γαλάζιο…

 

Σκέψεις με αφορμή την συνέντευξη του sir Β. Μαρκεζίνη

Η (αιφνιδιαστική) εισβολή του sir Βασίλειου Μαρκεζίνη στα ελλαδικά πράγματα τα τελευταία δύο χρόνια και το (αναμφίβολο) πουσάρισμά του από συγκεκριμένα Μέσα Ενημέρωσης έχει δημιουργήσει (εύλογες) απορίες και ερωτήματα κι έχει συντελέσει στη διακίνηση διαφόρων σεναρίων –κάποιων εντελώς παρανοϊκών.

Τα γράφω αυτά από την αρχή για να δείξω ότι κατανοώ όσους αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα τον sir Μαρκεζίνη. Νομίζω όμως ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ούτε τόσο ευεξήγητα όπως άλλες φορές (θυμάστε, για παράδειγμα, το περσινό τηλεοπτικό διάγγελμα του κ. Βγενόπουλου διά του Σκάι και του Αλ. Παπαχέλα;) Για παράδειγμα: Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης προτείνει την άσκηση μιας εξωτερικής πολιτικής που βρίσκεται στον αντίποδα εκείνης που ακολούθησαν οι περισσότερες ελληνικές Κυβερνήσεις (και δη οι εκσυγχρονιστικές του Κώστα Σημίτη και η Μνημονιακή του κυρίου ΓΑΠ) και την οποία είχαν πολεμήσει με σφοδρότητα τα Μέσα που σήμερα τον φιλοξενούν. Προτείνει, για παράδειγμα, μια διαφορετική, μη-φοβική αντιμετώπιση της Τουρκίας και την δημιουργία νέων συμμαχιών από την χώρα μας (και ο νοών νοείτω).

Με άλλα λόγια, πέραν της εύλογης απορίας «πού το πάει ο Μαρκεζίνης;» ή «πού το πάει το Mega με τον Μαρκεζίνη;» έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο με περγαμηνές, πραγματικά διακεκριμένο στο εξωτερικό και κορυφαίο στην επιστήμη του, ο οποίος μας λέει κάτι. Και μάλιστα κάτι που ακούγεται διαφορετικό. Δεν πρόκειται για έναν μεγαλοκάτι που αίφνης θέλει να το παίξει και ηγήτορας, αλλά κάποιον που δεν διστάζει να πει «μπορεί να κάνω και λάθος». Γι’ αυτό προτιμώ να συζητήσω τα όσα λέει και όχι να τους γυρίσω την πλάτη ή να τα απαξιώσω.

.

Η συνέντευξη ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.

Ο sir Μαρκεζίνης υπογράμμισε εξ αρχής ότι δεν αντιμετωπίζουμε μια μόνο κρίση, την οικονομική , αλλά πέντε (μεταναστευτική, μειονοτική, εξωτερική, εμπιστοσύνης προς το κράτος και τους θεσμούς). Τοποθέτησε δε την αρχή τους όχι φυσικά στο 2004 ή το 2007, ούτε στην Μεταπολίτευση ή το 1981, αλλά στο 1965. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν συμφωνώ απολύτως μαζί του, από την άλλη όμως το ’65 έφερε την Χούντα, η Χούντα τη Μεταπολίτευση, εκείνη τον Ανδρέα και πάει λέγοντας.

Θα ήθελα να σταθώ όμως στα όσα υποστήριξε για τον τρόπο που θα βγούμε από την κρίση.

Το αξίωμα στο οποίο στηρίχτηκε το σκεπτικό του είναι το εξής:

Δεν μπορούν να μας βγάλουν από την κρίση εκείνοι που την δημιούργησαν.

Όπως εξήγησε μάλιστα, θεωρεί συνυπεύθυνες τις κυβερνήσεις των τελευταίων 15 ετών –με άλλα λόγια ολόκληρο το κομματικό σύστημα, πλην κάποιων εξαιρέσεων τις οποίες δεν κατονόμασε. Ο Μαρκεζίνης, όπως και πολλοί άλλοι βέβαια, προσδοκά την ανάδειξη νέων ηγετών, οι οποίοι θα κουβαλούν μια επιτυχημένη πορεία στο κοινωνικό γίγνεσθαι στην πλάτη τους. Αυτοί, που δεν θα σέρνουν τις αμαρτίες του παρελθόντος, ούτε θα εξαρτάται το μέλλον τους από τις δημοσκοπήσεις και τα μικροσυμφέροντα, θα μπορέσουν να πάρουν τις επιβεβλημένες αποφάσεις, οι οποίες, φυσικά, είναι πάντα, πάντα δύσκολες. Βέβαια όλοι ξέρουμε ότι το πολιτικό μας σύστημα είναι καλά οχυρωμένο και είναι πρακτικά και θεωρητικά αδύνατο να ξεπηδήσει μια νέα πηγή και το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο ομιλητής. Έδωσε όμως και τη λύση:

Με μαζική συμμετοχή στις εκλογές, και όχι σε λευκό και άκυρο –εδώ έφερε σαν παράδειγμα και τις πρόσφατες τοπικές εκλογές, που παρά την συντριπτική αποχή όλοι κατάφεραν να νικήσουν στο τέλος. Ο Μαρκεζίνης πρότεινε το «επιλεκτικό μαύρισμα», που σημαίνει καταψήφιση των μεγάλων κομμάτων, εκτός πια κι αν συμμετέχει κάποιος άξιος, αδιάφθορος κτλ υποψήφιος.

Με λίγα λόγια ο sir Β. Μαρκεζίνης σαν λύση προκρίνει το χάος: Τον κατακερματισμό του κομματικού συστήματος και διά αυτού την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος.

Γιατί, για σκεφτείτε, αν από τις επόμενες εκλογές δεν προκύψει αυτοδυναμία και θα έχουμε μια Βουλή έξι, εφτά, οχτώ κομμάτων, και με δεδομένο ότι το ΚΚΕ και ο Σύριζα δεν θα μετάσχουν σε κυβερνητικό σχήμα, θα πρέπει για να συγκροτηθεί κυβέρνηση να συμπράξουν τα δυο μεγάλα κόμματα ή μέρος τους. Μια τέτοια Κυβέρνηση, ακόμα και αν δεν αποτελείται αποκλειστικά από «προσωπικότητες», θα είναι πιο εύκολο να κληθούν για να την υπηρετήσουν διάφοροι τεχνοκράτες. Άνθρωποι με μια εξειδικευμένη γνώση, θα κληθούν να εφαρμόσουν στη χώρα εκείνο που ήδη εφαρμόζουν στις επιχειρήσεις τους ή διδάσκουν στα αμφιθέατρα. Όπως καταλαβαίνετε, κάτι τέτοιο θα σημάνει και το τέλος της πολιτικής και, αν όλα πάνε καλά, μια νέα αρχή της.

Όλα αυτά βέβαια συνεπάγονται και την διάλυση των σημερινών κομμάτων. Ούτως ή άλλως τα μεγάλα κόμματα έχουν πάψει προ πολλού να λειτουργούν σαν παρατάξεις, πεδίο δηλαδή συνάντησης, συζήτησης και συνεργασίας ανθρώπων με κοινές καταβολές, στόχους και ιδέες, αλλά με διαφορετικές απόψεις. Τα μεγάλα κόμματα είναι περίκλειστες συντεχνίες, οι οποίες κυβερνιούνται εκ περιτροπής από φατρίες στο όνομα του εκάστοτε Αρχηγού.

Τα κόμματα, για να το πω διαφορετικά, είναι μικρογραφίες του Ελληνικού Συστήματος, συναντά κανείς εκεί τις ίδιες παθογένειες και την ίδια κρίση –δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και το Πασόκ και η Νέα Δημοκρατία_ είναι χρεωκοπημένα.

Το χάος τελικά είναι η λύση που προκρίνει όχι μόνο sir Βασίλειος Μαρκεζίνης, αλλά και πολλοί άλλοι, από άλλες αφετηρίες και στοχεύσεις. Η κρίσιμη διαφορά είναι σε ποιο χάος επιδιώκει και προσβλέπει ο καθένας μας. Γιατί άλλο χάος θέλω εγώ, άλλο εκείνοι που επενδύουν στη βία, κι άλλο ο Μαρκεζίνης.

Το πρόβλημα με το χάος, βέβαια, έγκειται στο ότι, σαν μια άμορφη και αδιαμόρφωτη κατάσταση που είναι, δεν μπορείς να προβλέψεις τι τάξη θα δημιουργήσει στο τέλος. Ο Μαρκεζίνης ποντάρει στις εκλογές. Βάζει δηλαδή τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του παλιού συστήματος εγγύηση και θεματοφύλακες του καινούργιου συστήματος που θα γεννηθεί – ένα είδος ελεγχόμενου χάους…

.

Τελικά είμαστε τόσο απελπισμένοι που πιστεύουμε ότι η καταστροφή είναι η λύση ή είμαστε τόσο αισιόδοξοι, που προσδοκούμε την μετά χάους Ανάσταση;

Boardwalk Empire

Το πιο αναμενόμενο σήριαλ της χρονιάς. Μετρήστε λόγους:

HBO, Μαφία, δημιουργός ο T. Winter (σεναριογράφος των Sopranos), εκτελεστικός παραγωγός και εκ των σκηνοθετών ο Tim Van Patten (κ αυτός από το team των Sorpanos). Βάλτε τώρα και τον Martin Scorsese στο blender και καταλαβαίνετε γιατί είχαμε όλοι λυσσάξει -ναι, λυσσάξει- για να δούμε αυτό το σήριαλ.

Το Boardwalk Empire ξεκινά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1920 στην Atlantic City, λίγα λεπτά πριν επιβληθεί επισήμως η ποτοαπαγόρευση. Ο Nucky Thompson, ο επί των οικονομικών του Δήμου, βγάζει έναν θερμό λόγο υπέρ της απαγόρευσης στην Ένωση Γυναικών. Η πόλη έξω γιορτάζει την αλλαγή του χρόνου και την σωτηρία τους από το αλκοόλ. Στα μπαρ οι σαμπάνιες και το ουίσκι ρέουν άφθονα, ενώ στις σουίτες των ξενοδοχείων τα αφεντικά της πόλης υπολογίζουν τα κέρδη που θα τους αποφέρει η ποτοαπαγόρευση. Μόλις τελειώσει την ομιλία,  ο Nucky πηγαίνει στη συντροφιά τους…

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, τα γνωστά (και αγαπητά θέματα) της μαφιόζικης μυθολογίας ξεδιπλώνονται: Η άνοδος του ταλαντούχου νέου Jimmy Darmody, η φαινομενικά αδύναμη Margaret Schroeder, που σταδιακά επιδεικνύει τα ταλέντα και τις αντοχές της, ο ανίκανος Ellia Thompson που διατηρεί την εξουσία επειδή είναι αδελφός του Nucky κτλ.

Και μαζί εμφανίζονται και γνωστοί, αγαπητοί χαρακτήρες, όπως ο νεαρός Al Capone και ο νεαρότερος Lucky Luciano. Η ίδια η σειρά άλλωστε στηρίζεται και αναπλάθει πραγματικά γεγονότα. Ο Nucky Thompson βασίζεται στον Nucky Johnson, που έλυνε και έδενε για λογαριασμό των Ρεπουμπλικάνων όχι μόνο στο Atlantic City, αλλά σε όλη την Πολιτεία.

Ακολουθώντας τον Nucky η σειρά δεν μένει στο πλαίσιο της φαμίλιας, της συμμορίας, του εγκλήματος. Αλλά επιχειρεί να εντάξει αυτή τη μικρή, σκοτεινή και υπόγεια ιστορία στην επίσημη πολιτική ιστορία του Έθνους. Ο Nucky συζητά με γερουσιαστές και υποψήφιους προέδρους, σχεδιάζει στρατηγικές, αναλαμβάνει διευθετήσεις και εξυπηρετήσεις.

Δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο βέβαια. Η αμερικάνικη τηλεόραση -με πρώτο το HBO- τα τελευταία χρόνια μας έχει συνηθίσει σε εξαιρετικές ιστορικές σειρές, οι οποίες λειτουργούν ως σχόλιο της σημερινής πολιτικής κατάστασης. Θυμηθείτε το Rome ή το Deadwood του HBO ή το πιο πρόσφατο The Tudors. Αντιθέτως, και σε αυτή την παράμετρο, όπως και πολλές ακόμα, περιμέναμε περισσότερα από αυτή τη σειρά…

Ξεκινάμε με τα καλά, τα οποία κάθε άλλο παρά λίγα είναι:

Η ιστορία έχει ενδιαφέρον. Και καθώς ξεδιπλώνονται όλες οι παράμετροι και οι υποπλοκές, αντιλαμβάνεσαι την φιλοδοξία των δημιουργών της σειράς, που επέλεξαν να αφηγηθούν μια ιστορία για το έγκλημα την εποχή της ποτοαπαγόρευσης όχι στη Νέα Υόρκη ή το Σικάγο, αλλά στο Atlantic City, τουριστικό θέρετρο της εποχής, το Las Vegas της εποχής της Jazz, στο οποίο κατέληγαν και ξεκινούσαν οι συμμορίες τόσο της Νέας Υόρκης, όσο και του Σικάγο.

Η παραγωγή είναι σπουδαία. Πλούσια και άψογη. Σκεφτείτε ότι κατασκευάστηκε από την αρχή η προβλήτα της Atlantic City για να βολτάρουν οι ήρωές μας. Κοστούμια εποχής και δεκάδες κομπάρσοι να τα φοράνε. Εξαιρετικό soundtrack.

Και πολύ καλές ερμηνείες:

Ο Steve Buscemi, στην αρχή μου φάνηκε χλωμό αντίγραφο του Tony Soprano. Αλλά είχα άδικο. Γιατί ο Nucky δεν είναι μαφιόζος, είναι ένας διεφθαρμένος πολιτικός. Τετραπέρατος αλλά και υπόγειος: Δεν του αρέσει να βγαίνει μπροστά, αλλά προτιμά να κινεί τα νήματα από τις κουίντες. Party animal, εραστής, αλλά με κάτι μέσα βαθιά του που μένει πάντα ανικανοποίητο. Και ο Buscemi είναι εξαιρετικός στο ρόλο του.

Η Kelly Macdonald είναι ταυτόχρονα και εύθραυστη και δυνατή και πονηρή και αθώα και ερωτική και μαμά και θύμα και θύτης -μα πώς τα καταφέρνει;

Ο Michael Pitt παίζει τον Jimmy, εκπρόσωπο της νέας γενιάς εγκληματία που σέρνει η ουρά της ποτοαπαγόρευσης. Μου θυμίζει έντονα τον ΝτεΝίρο -κι αυτό δεν είναι ποτέ κακό (το πόσο καλό μπορεί να είναι, βέβαια, το συζητάμε)

Εντυπωσιακή η ερμηνεία και του Michael Shannon  σαν εμμονικού και θρησκόληπτου πράκτορα Van Alden, ο οποίος στοχοποιεί τον Nucky.

Ο πρώτος κύκλος του Boardwalk Empire είναι από κείνους που παρακολουθείς με ενδιαφέρον, αλλά και με κάποια απόσταση. Δεν κολλάς, δεν παραμιλάς, δεν γίνεται αρρώστια -όπως οι Sopranos ή το Dexter ή το 24 ή οι Tudors.

Είναι φανερό ότι κάτι του λείπει -τι όμως; Ο εντοπισμός του είναι το μεγάλο στοίχημα των παραγωγών.

Κατά την γνώμη μου, το βασικό πρόβλημα της σειράς είναι η απόσταση. Στο Boardwalk Empire παρακολουθείς μόνο τα επεισόδια, τις εξελίξεις, τις κινήσεις των ηρώων, δεν ταυτίζεσαι μαζί τους, με τα προβλήματα και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν.

Και δεν υπάρχει απόσταση μόνο ανάμεσα στη σειρά και τον θεατή, αλλά και ανάμεσα στην πραγματικότητα του σήριαλ και την δική μας πραγματικότητα. Αποτυχαίνει δηλαδή το Boardwalk Empire εκεί που είχαν πετύχει τα άλλα δράματα κοστουμιών της HBO, να λειτουργήσει σαν παραβολή για το σήμερα. Έτσι όταν ο Nucky συμμετέχει σε συνέδρια και μυστικές συζητήσεις, παρότι ανταλλάσσει χειραψίες με Προέδρους και απλούς ψηφοφόρους, έχουμε την βεβαιότητα ότι βλέπουμε κάτι παλιό, κάτι που γινόταν τότε – δεν αφορά τα δικά μας.

Αλλά ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία του σήριαλ είναι ότι δεν έχει έναν κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο θα αρθρωθούν οι πλοκές και οι εξελίξεις. Και όταν λέω άξονα, εννοώ μια μεγάλη ιδέα. Για παράδειγμα: Οι Sopranos διερεύνησαν (με τρόπο μοναδικό) τη σχέση γιου και μάνας. Το 24 βρίσκεται αιωνίως μπροστά στο δίλημμα: Να υπηρετήσω το ατομικό μου συμφέρον ή το γενικό. Το Mad Men διερευνά την διάσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι. Και πάει λέγοντας. Μέσα στα πολυτελή σκηνικά και τα κοστούμια, τους βοηθητικούς και την ακρίβεια της αναπαράστασης, κάπου εκεί παράπεσαν οι ιδέες. Ας ελπίσουμε ότι οι δημιουργοί θα επανορθώσουν στη β’ σεζόν.

Και δυο λόγια για τον Σκορσέζε.

Πρώτα τα αυτονόητα: Ο Scorsese είναι από τους σημαντικότερους ζώντες σκηνοθέτες σήμερα. Έχει γυρίσει μερικά αριστουργήματα (Taxi Driver, Raging Bull, The King of Comedy, Cape Fear, The Good Fellas) τα οποία συγκαταλέγονται στις αγαπημένες μου ταινίες. Κατά την γνώμη μου παραμένει δεξιοτέχνης, αλλά το σινεμά δεν είναι μόνο η κίνηση της κάμερας ή η γωνία λήψης.

Το γεγονός ότι αυτός ο σπουδαίος σκηνοθέτης του κινηματογράφου ενεπλάκη τόσο ενεργά σε μια τηλεοπτική παραγωγή, δείχνει πόσο έχουν αλλάξει σήμερα σε σχέση με 10-15 χρόνια πριν. Δείχνει επίσης τις προοπτικές τόσο της τηλεόρασης όσο και του σινεμά -αλλά ας μην ανοίξουμε αυτή την κουβέντα.

Ο Σκορσέζε λοιπόν είναι εκτελεστικός παραγωγός και σκηνοθέτησε τον πιλότο, που σημαίνει ότι δημιούργησε και την όλη ατμόσφαιρα της σειράς. Για την σκηνοθεσία του αυτή βραβεύτηκε, αλλά εμένα όχι μόνο δεν με εντυπωσίασε, αλλά κάποιες στιγμές με κούρασε. Για παράδειγμα, τα traveling. Και χειρότερα, τα αργά traveling. Μπορεί να διαρκούν μόνο μερικά δευτερόλεπτα, τα οποία όμως μοιάζουν αιώνας στην τηλεόραση.

Παράδειγμα: Ξέρουμε ότι μέσα στο σπίτι υπάρχει ένα πτώμα. Η κάμερα όμως αργά-αργά, πολύ αργά, ξεκινάει από μακριά, μας δείχνει το σπίτι, πλησιάζει, αργά, κεντράρει στο παράθυρο, πολύ αργά, πάντα αργά, πλησιάζει, κολλάει στο τζάμι, αργά, και μας δείχνει το πτώμα. Θυμίζει τους συγγραφείς που σπαταλάνε 4 σελίδες για να σου περιγράψουν το κάδρο στον τοίχο -την εποχή του Προυστ είχε και νόημα και χρηστικότητα ίσως. Σήμερα;

Με τρεις λέξεις: Πολύ καλή σειρά, όχι όμως τόσο καλή όσο την περίμενα.

Δημοκρατία χωρίς Λαό

Ο κ. Παπαχελάς ξεκίνησε το χθεσινό του άρθρο με την μελαγχολική (για τον ίδιο) διαπίστωση ότι ο κύριος ΓΑΠ χάνει τις «διασυνδέσεις στο εξωτερικό», που ήταν και το «μεγάλο πολιτικό ατού» του. Σύμφωνα με τον κ. Παπαχελά αυτό οφείλεται  «κυρίως στον τρόπο διοίκησης, τη δυνατότητα επιβολής του κ. Παπανδρέου στους υπουργούς του και το κόμμα και την έλλειψη αποφασιστικότητας».

Το ερώτημα βέβαια και προς τους ξένους και προς τους Έλληνες (πρώην) υποστηρικτές του κυρίου ΓΑΠ, όπως ο ίδιος ο κ. Παπαχελάς, είναι: Τώρα τον μάθανε τον ΓΑΠ; Τόσα χρόνια υπουργός, δεν ξέρανε τον τρόπο με τον οποίο διοικούσε ή την δυνατότητα… επιβολής του; Στο κάτω-κάτω της γραφής προεκλογικά αυτά ακριβώς μας διαφήμιζαν όταν μιλούσαν για την «εμπειρία» του και μας καλούσαν να τον ψηφίσουμε.

Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε.

Σωστά, απαντώ, και προχωρώ.

Στη συνέχεια ο κ. Παπαχελάς, κι αφού μας αναφέρει στο παρεμπιπτόντως ότι μέσα στον 1,5 χρόνο της Πρωθυπουργίας του ο κύριος ΓΑΠ κατάφερε να ξεχαρβαλώσει εντελώς το Υπουργείο Εξωτερικών, εκφράζει την βαθύτερη, πραγματική και γνήσια αγωνία του, η οποία βεβαίως αφορά τους ξένους που μας παρατηρούν:

Οι ξένοι που μας παρατηρούν αρχίζουν να απελπίζονται γιατί συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να επενδύσουν πολιτικά κάπου συγκεκριμένα για την επόμενη μέρα ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας. Καταλαβαίνουν ότι το κράτος νοσεί και δεν μπορεί να σηκώσει τέτοιο βάρος, ενώ και η αντιπολίτευση τους προκαλεί απορίες και ανασφάλεια. Το επόμενο διάστημα θα πιέσουν ασφυκτικά τον κ. Παπανδρέου να αλλάξει τρόπο διακυβέρνησης και αν αυτό δεν συμβεί, είναι λογικό να σκεφθούν πως μόνη λύση είναι ένας μεγάλος κυβερνητικός συνασπισμός.

Το άρθρο του κ. Παπαχέλα σε μια πρώτη ματιά τα έχει σχεδόν όλα: Επισκόπηση της σημερινής κατάστασης, σχολιασμό ενός σημαντικού θέματος που δεν απασχολεί τα άλλα ΜΜΕ γιατί θεωρούν ότι δεν πουλάει, περιγραφή των απόψεων «των ξένων που μας παρατηρούν», κριτική διερεύνηση των προοπτικών, συγκεκαλυμμένη πρόταση.

Μόνο ένα πράγμα λείπει -στη δική μου συνείδηση, τουλάχιστον:

Ο Κυρίαρχος Λαός.

Στην ανάλυση του κ. Παπάχελα για τα μελλούμενα (και -φευ!- για τα παρελθόντα…) ο Λαός δεν παίζει κανένα ρόλο. Μόνο τι θα πει, αν θα πει ο κύριος ΓΑΠ, ο κ. Σαμαράς ή ο Παπακωνσταντίνου, και, κυρίως, τι θα αποφασίσουν οι «ξένοι που μας παρατηρούν». Που σημαίνει ότι άπαξ κι αποφασίσουν, έχουν και τον τρόπο να πραγματοποιήσουν τις αποφάσεις (δεν λέω: επιβάλουν).

Προσοχή: Εγώ δεν αναφέρομαι σε συνωμοσίες σκοτεινών παραγόντων -Θεός φυλάξοι! Εγώ απλώς σχολιάζω όσα γράφει και όσα παραλείπει ο έγκριτος δημοσιογράφος κ. Παπαχέλας. Οι εκτιμήσεις του κ. Παπαχελά μπορεί να είναι λανθασμένες και εν πάσι περιπτώσει, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η παντελής απουσία του Λαού από τον σχεδιασμό των εξελίξεων. Λες και ζούμε σε μια Φεουδαρχία, που δούκες και αρχιδούκες, ντόπιοι και ξένοι, συσκέπτονται σε κλειστά δωμάτια για να αποφασίσουν και όχι σε μια Δημοκρατία, όπου ο Λαός είναι ο μόνος κυρίαρχος.

Αλλά ο κ. Παπαχελάς θεσμικά είναι ένας δημοσιογράφος και τίποτα παραπάνω και τα όσα λέει και γράφει χαρακτηρίζουν τον ίδιο και αποκαλύπτουν το ήθος και την ποιότητά του.

Το πρόβλημα είναι ότι ανάλογη νοοτροπία επιδεικνύει και ο πρωθυπουργός ΓΑΠ.

Η αποκάλυψη ότι συζητούσε την παράδοση της χώρας στο ΔΝΤ, ενώ στο Λαό έταζε Λεφτά Υπάρχουν για να πάρει τις εκλογές, στην πραγματικότητα δεν συγκλόνισε κανέναν από μας. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κύριος ΓΑΠ αντιμετωπίζει τον λαό και τις Δημοκρατικές διαδικασίες σαν το αναγκαίο κακό για να πετύχει τους στόχους του. Θυμηθείτε την κροτίδα που πέταξε στις Περιφερειακές εκλογές ότι δήθεν θα προκηρύξει Βουλευτικές, αν δεν του αρέσουν τα αποτελέσματα. Ή την μπαρούφα ότι θα βάλει, λέει, στο Σύνταγμα διάταξη που θα απαγορεύει την πώληση δημόσιας γης.

Μοιάζει λοιπόν ο κύριος ΓΑΠ με εκείνον τον παλαιού τύπου πατέρα, ο οποίος για να ξεφορτωθεί το παιδί του τού τάζει σοκολάτες και παιχνίδια για μετά, ενώ ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρόκειται ποτέ να του τα αγοράσει. Γιατί ξέρει ότι ο μικρός ποτέ δεν θα τον καλέσει να λογοδοτήσει.

Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν ονομάζεται «σύγχρονη αντίληψη»…