Καφές

Άρεσε πολύ στη σχωρεμένη τη γιαγιά μου. Σήκωνε το φλιτζάνι με τ’ ασθενικά χεράκια της και ρουφούσε με θόρυβο την πρώτη γουλιά. Το ακουμπούσε αργά-αργά στο τραπέζι και με απαλή φωνή έλεγε:

«Στην πέτρα να φυτρώνει!»

Μια απλή, καθημερινή ιεροτελεστία —ιεροτελεστία όμως, χωρίς αστεία. Με παρέα ή χωρίς, με κουβεντούλα, μια παλιά εφημερίδα ή μοναχικά, η ώρα του καφέ όριζε τη μέρα, έδινε χρώμα και ρυθμό, ήταν μια στιγμή ειρήνης στον καθημερινό αγώνα. Μικροχαρά κυριολεκτικά: Και μικρή και χαρά. Και όλοι είχαν συνείδηση της διττής φύσης του καφέ, γι’ αυτό και είναι τόσο εξωφρενικό ένα περιστατικό ή κάποιος να μην σ’ αφήνει να πιεις έναν καφέ με την ησυχία σου. Σαν άνθρωπος.

Φυσικά, για κείνους τους ανθρώπους, καφές = ελληνικός.

.

Όταν ήμουν 20 χρονών, που δοκίμαζα και κόλλαγα κι απέρριπτα, μου φαινόταν εξωφρενικό που οι παππούδες μου έπιναν ένα είδος καφέ, χειμώνα καλοκαίρι, σε όλη τους τη ζωή. Που αποστρέφονταν κάθε αλλαγή στον καφέ τους και θέλανε να τον πίνουν πάντα ίδιο κι απαράλλαχτο. Θυμάμαι επισκέψεις που οι γυναίκες μαζεύονταν όλες στην κουζίνα και η καθεμιά έφτιαχνε τον καφέ του άντρα της, όπως του άρεσε και τον ήξερε, για να τον φχαριστηθεί.

Εμμονή στο όμοιο, στο ίδιο, στο αεί επαναλαμβανόμενο.

Τώρα που έχω κολλήσει στον εσπρέσο, ξέρω ότι η δύναμη του καφέ δεν είναι η καφεΐνη, αλλά αυτή ακριβώς η σταθερότητά του: Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο φλιτζάνι, από το ίδιο χαρμάνι και το ίδιο χέρι, ο ίδιος καφές -όσο πιο ίδια είναι όλα αυτά, τόσο το καλλίτερο. Για να σκαλώνει πιο πολύ ο χρόνος πάνω του.

 

Ναι, δεν πίνω ελληνικούς πια. Όταν έμενα στην Αθήνα, είχα πάντα σκούρο ελληνικό από ένα γιαννιώτικο καφεκοπτείο που το έψηνε λίγο παραπάνω κι έφτιαχνα καμιά φορά, όταν το απαιτούσε η παρέα και η διάθεση. Ξέρω ότι είναι μερακλήδικος, ότι απαιτεί να ασχοληθείς μαζί του: Το νερό που θα βάλεις, η φωτιά που θα ψηθεί, το πότε και πώς θα τον ανακατέψεις, πόση ώρα θα τον ψήσεις, από πιο ύψος θα τον ρίξεις στο φλιτζάνι -όλα παίζουν ρόλο κι όλα μετράνε στο αποτέλεσμα.

Τώρα τελευταία που βρίσκομαι στα πέριξ και περνάω από το εργαστήριο του θείου μου στην Ηγουμενίτσα, ανακάλυψα και μια άλλη διάσταση:

«Θα πιούμε καφέ;»

«Να πιούμε», του είπα.

Δεν πολυήθελα. Απ’ τη μια βιαζόμουνα να προλάβω την αγορά, απ’ την άλλη η ιδέα του ελληνικού δεν με ενθουσίαζε. Αλλά τον αγαπάω τον θείο μου και έβλεπα ότι ήθελε να με φιλέψει κάτι, να μιλήσουμε λιγάκι, να πιούμε μαζί ένα καφέ.

Τον ακολούθησα στο μικρό κουζινάκι και τον είδα να βάζει προσεκτικά νερό στο φλιτζάνι και μετά τον καφέ. Άναψε το γκαζάκι και το ακούμπησε. Ανακάτεμα, ψιλοκουβέντα κι ο καφές ήταν έτοιμος. Πήρε δυο φλιτζάνια κι έριξε πρώτα στο ένα και μετά στο άλλο και ξανά στο πρώτο και πάλι στο δεύτερο μοίρασε και μια τρίτη φορά το περιεχόμενο και μου πρόσφερε το ένα.

Σκεφτείτε τώρα πώς ετοιμάζω το εσπρέσο μου: Βάζω τον καφέ στην υποδοχή, ζεσταίνω το φλιτζάνι και πιέζω το κουμπί. Κι αν έχω μουσαφίρη, θα επαναλάβω την διαδικασία. Νομίζω ότι είναι κι αυτό που μου αρέσει στο εσπρέσο, πέρα από την δύναμη της γεύσης του.

Το κάθε εσπρέσο βγαίνει μόνο του, αυτόνομο, δεν έχεις να ζυγίσεις, δεν έχεις να μοιράσεις τίποτα. Η κοινωνικότητα που υπονοεί και υποδηλώνει είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του ελληνικού, που στα χωριά ακόμα στον σερβίρουν σε δίσκο με δαντέλα, ένα ποτήρι με παγωμένο νερό και, συχνά, με γλυκό από δίπλα. Σε αναγκάζει να σταθείς, να ραχατέψεις, να σταυρώσεις τα πόδια σου, να πεις ένα «άντε γεια μας» και μετά να πιεις την πρώτη γουλιά. Και, φυσικά, είναι αδύνατο να τον πιεις περπατώντας: Ανακατεύεται ο ντελβές και γίνεται χάλια.

Γίνονται προσπάθειες να τον εκσυγχρονίσουν, δεν λέω. Τον σερβίρουν διπλό ή σε μεγάλη κούπα λες και είναι φίλτρου («κουπάτος»: από τους φριχτούς νεολογισμούς της δεκαετίας του ’90, σίγουρα ο πιο φριχτός), αλλά αυτός έχει στυλώσει τα πόδια του στις γειτονιές με τους ασβεστωμένους τενεκέδες. Δεν φαίνεται να χωράει στους καιρούς μας, αφού δεν είναι ούτε αρκούντως νευρικός, ούτε προσαρμοστικός ή καινοτόμος, αλλά ούτε και χαλαρός και κουλ. Κι αυτό, φυσικά, δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό. Απλώς έτσι είναι.

Γιατί, τελικά, κάθε εποχή, κάθε γενιά έχει τον δικό της καφέ. Ο ελληνικός έδωσε την θέση του στον φραπέ, που κυριάρχησε στους ταβλαδόρους,τους συνδικαλιστές και τα καμάκια της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Και μετά ήρθε το εσπρέσο και το καπουτσίνο των 90s των κατά φαντασίαν ημεδαπών γιάπι.

Αναρωτιέμαι η γενιά της Κρίσης τι θα πίνει…

 

 

 

 

Advertisements

28 thoughts on “Καφές

  1. kitsosmitsos 04/06/2011 στο 11:50 πμ Reply

    Ωδή στον καφέ θα μπορούσε να λέγεται!
    Πάντως εξακολουθώ να προτιμώ τον ελληνικό ως πρώτο καφέ της ημέρας. Χειμώνα-καλοκαίρι. Τόσο για την ιεροτελεστία που περιγράφεις όσο και για το άρωμά του.

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 4:48 μμ Reply

      Φαντάσου, εγώ που δεν πίνω ελληνικό, πόση εντύπωση μου έκανε εκείνο το ωραίο φλιτζάνι… τούρκικου καφέ, που είχες στην ανάρτηση για την Πόλη! 🙂

  2. hfaistiwnas 04/06/2011 στο 12:18 μμ Reply

    Είναι απόλαυση, προσωπικά πίνω ανάλογα τη διάθεση και τον καφέ.. ελληνικό, φραπέ, νες ζεστό, φίλτρου, σπάνια κάτι άλλο..
    Η γενιά της κρίσης.. θα πίνει τα «κατακάθια» που έχουνε αφήσει οι παλιότεροι..

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 4:47 μμ Reply

      Αν κρίνω κι από μας κι από τους προηγούμενους, και η γενιά της κρίσης θα βρει τον καφέ που θα της ταιριάξει και θα τον απολαμβάνει -ως προς αυτό είμαι αισιόδοξος 😀 😀 😀

  3. hkalant 04/06/2011 στο 12:45 μμ Reply

    Ωραίο κείμενο.

    Απ’ όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο άρχισα να πίνω ελληνικό, συνέχισa με nescafe, frappe, freddo και μετά ανακάλυψα τον cappuccino. Και κόλλησα.

    Τον ελληνικό τον έχω βαρεθεί κι εγώ – για να μη σου πω ότι έχω βαρεθεί και τις διαφημίσεις του Λουμίδη!

    Όσον αφορά τον espresso, μια φορά ήπια (γύρω στο Πάσχα) και ξενύχτησα. Από τότε δεν τον ξανακούμπησα.

    Γενικά πάντως ο καφές αποτελεί παρεάκι (ειδικά τώρα με την εξεταστική και το διάβασμα) και δύσκολα κόβεται.

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 4:44 μμ Reply

      Φοιτητής είναι η περίοδος που δοκιμάζεις -ανάμεσα στα άλλα- καφέδες. Κι εγώ ξεκίνησα με στιγμιαίους καφέδες -μου άρεσε ο Nescafe Select, θυμάμαι. Στη συνέχεια όμως τους απέρριψα και πίνω καφέδες της… ώρας.

      Έχω ακούσει και άλλους να λένε παρόμοιες εμπειρίες με το εσπρέσο. Πρέπει να σου πω ότι εμένα αυτός ο καφές δεν με πειράζει καθόλου. Μπορώ να πιω και το βράδυ ένα φλιτζάνι και μετά να κοιμηθώ κανονικά.

  4. Σοφία 04/06/2011 στο 1:03 μμ Reply

    Για μένα που μου αρέσει πολύ ο καφές το κείμενό σου ήταν όαση….
    Σε μια στιγμή της ημέρας μάλιστα που αναρωτιόμουν αν θα ήταν καλό(για τα νεύρα μου)να φτιάξω άλλη μια κούπα…
    Τον τελευταίο χρόνο έχω κολλήσει με τον γαλλικό, αγοράζω από ένα καφεκοπτείο που τον ετοιμάζει μπροστά μου.
    Τον πίνω με λίγο ή πολύ γάλα, ανάλογα τη διάθεση…
    Τις προάλλες που ξέμεινα πήγα να τον αγοράσω λες και πήγαινα για τη δόση μου.
    Και την πήρα…τη δόση του καφέ….με παρέα αλλά και μόνη τον έχω ανάγκη!
    Μου αρέσει ν’ ακούω την καφετιέρα να γουργουρίζει…
    Μεγάλη ιστορία τελικά ο καφές, ό,τι καφές και να είναι.

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 4:39 μμ Reply

      Έχω πιει μια φορά στη ζωή μου καφέ με γάλα. Ήμασταν φοιτητές και είχαμε αράξει στο κυλικείο και ένας καθηγητής μας θέλησε να μας κεράσει. Μας ρώτησε τι καφέ θέλουμε και τελικά έφερε σε όλους καφέ φίλτρου με γάλα! Σηκώθηκα, που λες, να πάρω άλλον και μου είπε «πιες τον, θα σου κάνει καλό». Τον μισοήπια πάνω στην κουβέντα, αλλά τι τό ‘θελα; Με έπιασε ένας τρομερός πόνος στο στομάχι, λες και προσπαθούσα να χωνέψω πέτρες. Οπότε από τότε φανατικά και μόνο ο καφές μου είναι σκέτος.

  5. apos 04/06/2011 στο 2:31 μμ Reply

    O καφές είναι ανάγκη, είναι συντροφιά, αλλά και η παρέα που έχεις μαζί σου: το τσιγάρο για κάποιους, το iPhone, οι κολλητοί, οι περαστικοί, το «πρόσωπο», το ταξίδι..

    Κάπως έτσι το έβλεπα πάντοτε. Και για να είμαι ειλικρινής: αμετανόητος οπαδός του φραπέ.

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 4:35 μμ Reply

      Ο φραπές είναι ο μοναδικός καφές που δεν τον αντέχω. Μετά την δεύτερη γουλιά αρχίζουν να τρέμουν τα χέρια μου. Σκέψου, όταν έμενα στο Παγκράτι, αράζαμε με τους φίλους στον Λέντζο κι εγώ έπαιρνα φρέντο! 😛

  6. γρηγόρης στ. 04/06/2011 στο 5:44 μμ Reply

    Φανατικός ομοίως του καφέ κι αδυναμία με τον ελληνικό καφέ [πάντα από καφεκοπτείο] τα λουκουμάκια με άρωμα τριαντάφυλλο ή γλυκό καρύδι.

    • fvasileiou 04/06/2011 στο 5:53 μμ Reply

      Βλέπω πως ο ελληνικός καφές αντέχει!

      Νομίζω ότι ο καφές είναι, Γρηγόρη, σαν τον κιμά: (πρέπει να) κόπτεται παρουσία του πελάτου!!

  7. ΗΛΙΑΣ 06/06/2011 στο 9:05 μμ Reply

    Σαν φοιτητής έπινα ότι και όλοι οι άλλοι: φραπέ και νες ζεστό.
    Σαν εργαζόμενος ξεκίνησα τα καπουτσίνο (το εσπρέσο ποτέ δεν το άντεξα.)
    Τώρα σαν κουρασμένος μεσήλικας όταν μπορώ να πιω ένα καφέ και να τον ευχαριστηθώ τον θέλω ελληνικό και να τον φτοιάξω μόνος μου.
    Να τον μυρίζω πάνω στο μπρίκι καθώς ζεσταίνεται, να του φτιάχνω το καιμάκι όπως θέλω και να ρουφάω δυνατά την πρώτη γουλιά.
    Και αν είναι δυνατόν να έχω ησυχία. Να μην μου μιλάει κανένας.

    • fvasileiou 07/06/2011 στο 12:12 μμ Reply

      Κουρασμένος ΟΚ. Αλλά μεσήλικας;;;; Στα 33 σου;;;;

      • ΗΛΙΑΣ 07/06/2011 στο 12:34 μμ Reply

        Κλεισμένα 34 στα 35.
        Νομίζω ειμαι ακριβώς στην μέση.

  8. antonis karas 07/06/2011 στο 12:04 μμ Reply

    «…ξέρω ότι η δύναμη του καφέ δεν είναι η καφεΐνη, αλλά αυτή ακριβώς η σταθερότητά του: »
    ενδιαφέρουσα διαπίστωση.
    επιπλέον σκεφθείτε ότι ο ελληνικός και ο εσπρέσσο περιέχουν και τα αντιοξειδωτικά που καθιστούν τον καφέ ελιξήριο νεότητας . Ακολουθεί ο φίλτρου με λιγώτερα και με μηδενικά ο στιγμιαίος.
    επίσης υπάρχει ιδιαιτερότητα στο ψήσιμο του καφέ, όταν γίνεται η διαδικασία στο σπίτι και ο καφές ψήνεται σε ….σούβλα που διαπερνάει ένα μεταλλικό κουτί που περιέχει τα σπυριά του καφέ.
    μετά ακολουθεί ο χειροκίνητος μύλος ,και το τελευταίο στάδιο είναι το μπρίκι.
    στον μύλο αυτό οι επόμενες γενιές άλεθαν το ρύζι για να το κάνουν ριζάλευρο για παιδικές κρέμες.
    μετά άρχισαν να κυκλοφορούν οι τυποποημένες κρέμες.
    όλα αυτά είναι μία σειρά ενεργειών που κάνουν ακόμη πιό ενδιαφέρουσα την «σταθερότητα» και την τελετουργία του καφέ.

    • fvasileiou 07/06/2011 στο 12:16 μμ Reply

      Σε αυτόν τον μύλο άλεθαν καβουρδισμένα ρεβύθια στην Κατοχή και τα έπιναν αντί για καφέ.

      Βλέπω ότι όλοι λίγο-πολύ σαν φοιτητές πίναμε στιγμιαίους καφέδες. Γιατί εκείνη την εποχή που υπάρχει πολυτέλεια χρόνου καταφεύγουμε στις γρήγορες λύσεις;

  9. carlito 08/06/2011 στο 12:39 μμ Reply

    Εγώ ξεκίνησα με φραπέ όπως πιστεύω οι περισσότεροι. Σαν φοιτητής λοιπόν και μένοντας πρώτη φορά σε δικό μου σπίτι, με συγκάτοικο,το κουτάκι το τσίγκινο έδινε και έπαιρνε στο σπίτι. Στις καφετέριες βέβαια έπαιζε πολύ φρέντο. Κάτι απογεύματα χειμωνιάτικα πέρα από τον ζεστό νες δοκίμασα και πρώτη φορά τον ελληνικό.
    Πλέον μετά από 10 χρόνια η κατάσταση είναι ως εξής: Τον χειμώνα capuccino , με εξαιρέσεις λόγων ξενυχτιού τον espresso και μερικές μελαγχολικές που παραγγέλνω ελληνικό. Βλέπεις στη δουλειά έχουμε κλασσικό πατροπαράδοτο καφετζή με τον δίσκο τον τσίγκινο. Και φτάνοντας το καλοκαίρι καταλήγουμε αυστηρά σε Freddo Espresso μέτριο προς γλυκό. Καλησπέρα!

    • fvasileiou 08/06/2011 στο 7:44 μμ Reply

      Έχετε καφετζή συλλεκτικό! Του αξίζει ένα ποστ φίλε μου 😉

      Στην υγειά σου!

  10. Maria Arnaoutaki 18/06/2011 στο 9:42 μμ Reply

    Σου γράφω την απάντηση, όση ώρα περιμένω να γίνει ο καφές μου. Χεχε 🙂 To ποστ σου μου άρεσε πολύ! Τις έχω κάνει πολλές φορές αυτές τις σκέψεις. Αγαπώ τον καφέ για πολλούς λόγους, κυρίως διότι σηματοδοτεί στιγμές και ξεκινήματα (της ημέρας, του διαβάσματος…) Μου αρέσει να δοκιμάζω καφέ όταν πηγαίνω στο εξωτερικό και να παρατηρώ τις συνήθειες των ανθρώπων εκεί. Μετά την επίσκεψη μου στην Πορτογαλία, όπου εκεί πίνουν πολύ συχνά και μετά το φαγητό ένα είδος καφέ που μοιάζει με εσπρέσο και κάνει 0,50€, πίνω κι εγώ εδώ εσπρέσο. Φραπέ, φρεντοτσινο και όλα τα άλλα σε -τσινο -ικο κλπ ούτε τα αγγίζω. Δεν ξέρω έχω την αίσθηση ότι είναι «προσβολή» προς τον καφέ. 😛 Ο εσπρέσο μου αρέσει γιατί είναι αυθεντικός και έχει ένα άρωμα που σε ξυπνάει. Στο Λύκειο ξεκίνησα με νες ζεστό και έπινα πολύ ελληνικό στην τρίτη Λυκείου. Ο ελληνικός μου θυμίζει διάβασμα, αλλά από τότε που ήρθα στην Αθήνα τον έχω σταματήσει. Άσε που δεν βρίσκω την επωνυμία «Δανδάλης» που έχουμε κάτω στην Κρήτη (πολύ ωραία γεύση. Ο χειρότερος καφές που έχω πιει είναι ο Ιρλανδικός.

    Παιδικές αναμνήσεις… καφές, γλυκό του κουταλιού και κουλουράκια «βουτήματα». Μετά μας τον έλεγαν κιόλας οι γιαγιάδες μας. Στο χωριό μου όταν τον ζητούσαν έλεγαν στο καφενείο… «Πιάσε ένα Έλληνα».

    • fvasileiou 18/06/2011 στο 9:55 μμ Reply

      Για να πεις τον καφέ νομίζω ότι πρέπει να ξέρεις καλά τον άλλον και να έχεις αίσθηση του χιούμορ.
      Είχα μια συμμαθήτρια στο Λύκειο που παρίστανε ότι έλεγε τον καφέ. Πήγαινα σπίτι της, η μάνα της μου έψηνε καφέ (πώς να τον έπινα τότε;), τον ρουφούσα σιγά, σιγά και στο τέλος αναποδογύριζα το φλιτζάνι. Η Ουρανία είχε εξαιρετικό χιούμορ, ρίχναμε τρομερό γέλιο κάθε φορά 🙂

  11. Maria Arnaoutaki 18/06/2011 στο 10:26 μμ Reply

    «Βλέπω ένα Μ και μια πόρτα. Κι ένα πουλί» «Πού είναι καλέ;» Να, να εδώ, νέα θ’ ακούσεις» 😛 Xαχα!

    • fvasileiou 18/06/2011 στο 10:37 μμ Reply

      Βλέπω είσαι έτοιμη για καφετζού. Βάλε ένα σκέτο να ψήνεται κι έρχομαι 🙂 😀 😛

  12. Maria Arnaoutaki 18/06/2011 στο 10:44 μμ Reply

    Εφτασέεεεε! xD

  13. ΕΛΕΝΑ.Χ. 23/08/2011 στο 3:23 μμ Reply

    Aς κάνουμε και μια μικρή ιστορική αναδρομή… Ο καφές πρωτοεμφανίστηκε στην Αιθιοπία και αργότερα στις αραβικές χώρες…
    Στη Γαλλία, έκανε την εμφάνισή του, όταν ο ολλανδός βασιλιάς έκανε δώρο στο βασιλιά Λουδοβίκο( δε θυμάμαι, ποιος απ’όλους τους Λουδοβίκους ήταν), αρκετούς κόκκους καφέ…
    Τον 18ο αιώνα, εμφανίστηκαν στη Γαλλία τα πρώτα καφέ και σταδιακά δημιουργήθηκε η »κουλτούρα του καφέ». Το »Cafe Procope», στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, ήταν το πρώτο της πόλης, με θαμώνες, πολιτικούς, φιλοσόφους, γενικά ανθρώπους της διανόησης, όπως ο Ντιντερό, ο Βολταίρος και ο Ρουσώ…
    Να τονίσουμε κι ότι αρχικά ο καφές ήταν δημοφιλής στη μεσαία τάξη και ότι η σοκολάτα ρόφημα θεωρούνταν τότε, ως πιο αριστοκρατικό ρόφημα( το κακάο εκείνη την εποχή ήταν πανάκριβο).

    Η κουλτούρα του καφέ, γνώρισε φυσικά μεγάλες δόξες στη Βιέννη, ιδιαίτερα τα χρόνια κοντά στο τέλος του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου( Fin de siecle)… Εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσε κι ένα ανέκδοτο, ότι ο Peter Altenberg, δήλωνε διεύθυνση κατοικίας, τη διεύθυνση του καφέ στο οποίο σύχναζε( Cafe Central, Wien l), ενδεικτικό, του πόσο σημαντικά ήταν τα καφέ στην κοινωνική ζωή της πόλης… Λειτουργούσαν ως χώροι συγκέντρωσης, στους οποίους ανακαλύπτονταν ταλέντα, ιδέες, και δημιουργούνταν φιλίες ή έχθρες…

    Τον Σεπτέμβρη, η »Αίγλη»του Ζαπείου, ετοιμάζει μια σειρά εκδηλώσεων με θέμα την ευρωπαϊκή »cafe culture».. Πιστεύω πως θα έχει ενδιαφέρον…

    • fvasileiou 23/08/2011 στο 5:06 μμ Reply

      Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία του καφέ – μια ιστορία που ενώνει τους λαούς και τις κουλτούρες και δεν τις χωρίζει.
      Σ’ ευχαριστώ, Έλενα.

  14. ΕΛΕΝΑ.Χ. 23/08/2011 στο 3:29 μμ Reply

    Όσον αφορά στον καφέ ως ρόφημα, δεν ξέρω, αν έχετε ακούσει για τον »Κόπι Λούβακ», που κοστίζει πάνω από 400 ευρώ το κιλό…!
    Είναι ένα σπάνιο είδος καφέ που »παράγεται» από ένα ζώο(!), τη Μοσχογαλή της Σουμάτρας… Αυτό το ζώο, μασουλάει τους άγουρους καρπούς καφεόδεντρων. Αυτοί περνούν μέσα από το πεπτικό του σύστημα και το περίβλημά τους, χωνεύεται…Οι κόκκοι όμως, μένουν αναλλοίωτοι και μαζεύονται μέσα από τα περιττώματα…

    • fvasileiou 23/08/2011 στο 5:07 μμ Reply

      Όχι, δεν είχα ακούσει για το Κόπι Λούβακ και για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω αν θέλω να το δοκιμάσω 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: