Monthly Archives: Ιουλίου 2011

Μάνος Χατζιδάκις: Ο Νεοναζισμός δεν είναι οι Άλλοι

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ιδιαίτερα θορυβημένος από την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων, των νεοναζιστικών ομάδων και των εθνικιστικών ιδεών κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’90 – ο ίδιος είχε ζήσει στο πετσί του και τον ναζισμό και την εθνικοφροσύνη και τον φασισμό και τον λαϊκισμό και την ιδεολογική βία. Έτσι τον Φεβρουάριο 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, αφιέρωσε την συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λιστ και Μπάρτον εναντίον του Νεοναζισμού. Κατέγραψε τις σκέψεις και τις ανησυχίες του στο κείμενο που ακολουθεί και προοριζόταν για το πρόγραμμα της συναυλίας, αλλά σε μια προσπάθεια να ευαισθητοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι συμπολίτες μας δημοσιεύτηκε και στην Ελευθεροτυπία. Μετά τα γεγονότα της Νορβηγίας και, κυρίως, μετά τις ερμηνείες που  δόθηκαν και δίνονται, θεώρησα απαραίτητο να ανεβάσω αυτό το παλιό κείμενο. Όχι βέβαια γιατί πιστεύω ότι ο Χατζιδάκις κατέχει την υπέρτατη αλήθεια ή ότι ο λόγος του είναι Ευαγγέλιο. Αλλά γιατί, νομίζω, ότι το κείμενο αυτό αποτελεί μια στέρεα βάση, μια εξαιρετική αφετηρία, για να προβληματιστούμε και να συζητήσουμε.

Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις».

Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητου σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων.

Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε.

Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

—————

Ένα σπάνιο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι

Περισσότερα για τον Μάνο Χατζιδάκι στη σελίδα Μουσική

Δυο κορμιά

Σου είπα: «Τα σώματά μας δηλώνουν ότι βρισκόμαστε σε διαφορετική φάση».

Δεν είπες τίποτα. Με κοιτούσες κατάματα και τα φρύδια σου σάλεψαν λίγο σε μια έκφραση που θα μπορούσε να δηλώνει απορία.

«Εγώ είμαι σκυμμένος μπροστά, προς το μέρος σου, εσύ κάθεσαι βαθιά πίσω στην καρέκλα σου, όσο πιο μακριά μου μπορείς».

Μου είπες: «Απλώς έχω φάει πάρα πολύ και δεν μπορώ να πιέσω το στομάχι μου».

Τα χείλη μου τραβήχτηκαν προς τα αριστερά. Ήταν ένδειξη αμηχανίας; Πικρό χαμόγελο; Δυσπιστία;

Με κοίταξες για μια στιγμή, έπιασες την καρέκλα σου, την έσυρες πιο κοντά στο τραπέζι και έσκυψες προς το μέρος μου. Οι αγκώνες σου ακούμπησαν στο τραπέζι, τα φλυτζάνια και τα κουταλάκια έτριξαν. Μια τούφα μαλλιών έφυγε από το αφτί σου κι έπεσε πάνω στο μάγουλο, έκρυψε το μάτι σου.

Τρία με τέσσερα εκατοστά η απόσταση πλέον ανάμεσα στα πρόσωπά μας.

στα μάτια μας.

στα χείλια μας.

Σκέφτηκα να απλώσω το χέρι και να χαϊδέψω τα μαλλιά σου. Απλώς σου χαμογέλασα.

Πήρες βαθιά ανάσα κι έσπρωξες πάλι πίσω την καρέκλα σου. Κάθισες και πάλι βαθιά πίσω, άπλωσες τα πόδια μπροστά και σταύρωσες τα χέρια σου στο στήθος.

«Τώρα πέρασες στην άμυνα», σκέφτηκα.

Είπα: «Έχεις όρεξη για παγωτό;»

Σκηνικό εκλογών

Οι υπουργοί χειροκρότησαν όρθιοι τον ΓΑΠ όταν εισήλθε στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου. Το κλίμα στα Δελτία Ειδήσεων της ΝΕΤ και του Mega εορταστικό. Ο Πρωθυπουργός πανηγύρισε για την χθεσινή απόφαση της Συνόδου Κορυφής κι επιτέθηκε στην αντιπολίτευση που αντιπολιτεύεται και δεν υπερψηφίζει την πολιτική του. Δημοσιογράφοι με πνιχτά χαμόγελα μας πετάν δισεκατομμύρια, ποσοστά, επιτόκια, μονάδες βάσης, επί τοις εκατό, ομόλογα και CDS, δάνεια, κουρέματα, στα μούτρα λες και είναι σερπαντίνες.

Το σκηνικό είναι έτοιμο. Τα φώτα άναψαν. Οι παλιάτσοι ένας-ένας βγαίνουν στη σκηνή. Το βλέπουμε.

Αυτοί που φαίνεται να απουσιάσουν, και να απουσιάζουν πεισματικά, είναι οι θεατές. Η πλατεία είναι άδεια.

Η Κυβέρνηση αναζητά ακροατήριο, φαν που θα χειροκροτούν και θα επιδοκιμάζουν. Οι πολίτες, στην καλλίτερη περίπτωση για εκείνη, είναι δύσπιστοι και διστακτικοί.

Και είναι φυσιολογικό.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι όλες οι δεσμεύσεις που ανέλαβε ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση από την αρχή της θητείας τους, δεν τηρήθηκαν και όλοι οι στόχοι που τέθηκαν, απέτυχαν. Πιο πολύ, νομίζω, πάνω μας βαραίνει η πραγματικότητα. Πραγματικότητα που δεν μπορεί να μακιγιαριστεί από τα χαμόγελα των τηλεπερσόνων, τα χειροκροτήματα των υπουργών, τα πανηγυρικά tweet των λιγοστών οπαδών.

Και εν τέλει είναι ανησυχητικό που απλά ερωτήματα (τι θα γίνει με την ανεργία, την παιδεία, την υγεία, πόσο θα πέσει ακόμα το βιωτικό επίπεδο του μέσου πολίτη και πότε θα αρχίσει να ανεβαίνει ξανά και, βέβαια, ποιες είναι αυτές οι εμπράγματες εγγυήσεις που έχει δώσει ο κύριος ΓΑΠ στους δανειστές «μας» και για πόσα χρόνια ακόμα η Τρόικα θα μας ελέγχει και θα μας επιβάλλεται και ένα σωρό άλλα παρόμοια και γιατί ο κύριος Πρωθυπουργός αισθάνεται σε κάθε δημόσια εμφάνισή του την ανάγκη να μας διαβεβαιώνει ότι δεν είναι μειοδότης ή προδότης) όχι μόνο δεν απαντώνται, αλλά δεν τίθενται καν. Δεν έχω δε καμιά αμφιβολία, ότι οι οπαδοί του αποτυχημένου και με την βούλα πλέον Μνημονίου, που θα τύχει να διαβάσουν ετούτες τις γραμμές, θα ανατριχιάσουν με το «λαϊκιστικό» μου θράσος, που τολμάω να αναρωτιέμαι δημοσίως για τέτοια ζητήματα.

.

Το σκηνικό έχει στηθεί. Όλα φαντάζουν έτοιμα. Η ρητορική της κυβέρνησης και των φιλικών της ΜΜΕ δείχνουν ότι οδεύουμε σε εκλογές πολύ σύντομα.

Το πρόβλημα βέβαια είναι πως ό,τι κι αν αποφασίσει ο λαός, όσες φορές και να ψηφίσει, όσες κυβερνήσεις κι αν αλλάξει, η πολιτική της χώρας για τα επόμενα 30-40 χρόνια θα είναι η ίδια: Η λιτότητα που αποφάσισε χθες η Σύνοδος Κορυφής.

Game of Thrones

Η σειρά ξεκινάει με την επίσκεψη του βασιλιά των Westeros, Robert Baratheon, στον φίλο του Eddard Stark. Ο βασιλιάς υποψιάζεται ότι κάποια συνωμοσία εξυφαίνεται εναντίον του και του ζητάει να αφήσει την βορινή πατρίδα του για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει και αυτή την κρίση. Παράλληλα, στον βορρά της χώρας μια αδιευκρίνιστη, μυθική απειλή αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της, ενώ πέρα από τη Στενή Θάλασσα ο εξόριστος πρίγκιπας Viserys Targaryen παντρεύει την αδερφή του Daenerys με τον φύλαρχο των βάρβαρων πολεμιστών Dothraki, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια συμμαχία που θα του επιτρέψει να διεκδικήσει τον Σιδηρούν Θρόνο.

Με δυο λόγια, το GOT προσφέρει όλα εκείνα τα στοιχεία που αγαπούμε στα σήριαλ του HBO -πολύπλοκες, ενήλικες ιστορίες, ρεαλιστικοί χαρακτήρες, οικογενειακά δράματα, παραβολές για την σημερινή πολιτική κατάσταση, ίντριγκες, παρασκηνιακές συγκρούσεις για την εξουσία, και φυσικά βία, σεξ, γυμνό- σε μια LOTR συσκευασία. Έχουμε δηλαδή βασιλιάδες και πριγκίπισσες, πολεμιστές, νάνους, βαρβάρους, ξωτικά, εξωτικά τοπία, μυθικά κάστρα, σκοτεινά δάση, παραμυθένια σκηνικά και κοστούμια -η απόλυτη ενήλικη αγορίστικη φαντασία.

Δυο είναι οι αναφορές των παραγωγών, αλλά και των περισσότερων κριτικών, όταν μιλούν για το Game of Thrones: Η πρώτη, όπως ανέφερα και πιο πάνω είναι Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, η άλλη οι Sopranos, η σειρά θρύλος, το ορόσημο τόσο για την σύγχρονη τηλεόραση, όσο και για το ίδιο το HBO. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ποιοτικές αμερικάνικες σειρές φιλοδοξούν να αποτελέσουν τον διάδοχο των Σοπράνος -έτσι οι Mad Men διαφημίστηκαν ως οι Sopranos διαφημιστές, ενώ το Boardwalk Empire ως οι Sopranos την εποχή της ποτοαπαγόρευσης.

Όμως, πέρα από διαφημιστικά κόλπα και υπερβολές των φαν, πόσο βάση έχει η σύγκριση με τον Άρχοντα ή τους Σοπράνος;

Αν αγαπήσατε την τριλογία του Peter Jackson για την κλειστοφοβική της ατμόσφαιρα, την οπτική πανδαισία των σκηνικών και των κουστουμιών, τον μαγικό κόσμο που δημιούργησε, το Παιχνίδι των Θρόνων θα σας αφήσει απολύτως ικανοποιημένους. Ναι, είναι τηλεοπτική σειρά, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το LOTR σε αυτό το επίπεδο -παίζει να είναι η ακριβότερη τηλεοπτική παραγωγή όλων των εποχών. Και δεν μπαίνει καν στην διαδικασία να τον μιμηθεί. Μπορεί να εμπνέεται, μπορεί να το έχει ως πρότυπο, αλλά δεν αντιγράφει. Δεν χρειάζεται να αντιγράψει άλλωστε, αφού και αυτό στηρίζεται σε μια εξίσου δυνατή ιστορία, έχει ένα εξίσου σταθερό λογοτεχνικό υπόβαθρο.

Εκεί που ο Άρχοντας δεν πιάνεται είναι οι επικές, μεγάλης κλίμακας μάχες. Όχι, δεν είδαμε κάτι τέτοιο στον πρώτο τουλάχιστον κύκλο της σειράς – μόνο καλοχορογραφημένες μονομαχίες.

Πάνω-κάτω τα ίδια ισχύουν και στη σύγκριση με τους Sopranos: Στο GOT οι συγκρούσεις για την εξουσία είναι αιματηρές, βίαιες, αλλά και εγκεφαλικές, στρατηγικές, συναρπαστικές. Όμως, τουλάχιστον κατά την δική μου αντίληψη, δεν διαθέτει τον αρχετυπικό μύθο των Sopranos, τον γιο που καταδυναστεύεται από την μητέρα -κάποια στιγμή θα πρέπει να γράψω κάτι για αυτό το θέμα.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η σειρά είναι δεύτερη σε καμιά περίπτωση. Νομίζω ότι δεν θα πέσουμε πολύ έξω, αν πούμε ότι ένα τηλεοπτικό φαινόμενο γεννήθηκε πριν από 2 μήνες, ότι κάτι αλλάζει στην ιστορία της τηλεόρασης. Μπορεί τα Ελλαδικά κανάλια να παίζουν ολημερίς κι ολονυκτίς φτηνιάρικα τουρκοσπορίτικα σαπούνια, βρωμερά ριάλιτι και ειδήσεις χωρίς νέα, αλλά, φαίνεται, ότι ο υπόλοιπος κόσμος κινείται σε εντελώς διαφορετική τροχιά. Φαίνεται ότι σε άλλες χώρες δεν υποτιμούν τον μέσο τηλεθεατή -τον μέσο πολίτη δηλαδή. Φαίνεται ότι σε άλλες χώρες τα κανάλια έχουν ή προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα κοινό εντελώς διαφορετικό από εκείνο στο οποίο απευθύνονται τα ηθαγενή…

Το sex και το γυμνό έχουν μια ιδιαίτερη θέση στη σειρά. Σε κάθε επεισόδιο έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε ολόγυμνα νεαρά κορμιά, συνήθως διακριτικά ενταγμένα στην υπόθεση, αλλά και ανέμελα τοποθετημένα στο background. Γενικά το ΗΒΟ, το οποίο είναι συνδρομητικό, θεωρείται στις ΗΠΑ τολμηρό κανάλι -στην δε συνείδηση των πουριτανών, τσοντοκάναλο.

Παρόλα αυτά η τόλμη του είναι περιορισμένη -παραλίγο να γράψω ευνουχισμένη. Όπως παρατηρεί η G. Bellafante, είναι αποκαλυπτικό για την αμερικάνικη κοινωνία το γεγονός ότι όλες οι σειρές που έχουν τολμηρές σκηνές, με εξαίρεση το Californication, αναφέρονται σε ένα πραγματικό ή μυθικό παρελθόν. Με άλλα λόγια, ακόμα και ο προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος αμερικανός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το sex στην καθημερινότητά του, το πετάει εκτός.

Είναι επίσης ενδεικτικό η απουσία ερωτισμού. Ναι, το GOT δείχνει γυμνό, δείχνει σκηνές σεξ, οι οποίες όμως δεν έχουν ίχνος αισθησιασμού. Το sex στον κόσμο του Game of Thrones είναι καταρχήν μέσο εξουσιασμού και κατάκτησης της εξουσίας (ενδεικτική η περίπτωση της Daenerys) και όχι ηδονής και έκφρασης αγάπης.

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στο σήριαλ της χρονιάς, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε τους εξαιρετικούς ηθοποιούς. Ο Sean Bean είναι σπαρακτικός σαν Ned Stark, ο παλαιός πολεμιστής που ακολουθεί τον αρχαίο κώδικα τιμής. Η Michelle Fairley δημιουργεί το εκπληκτικό πορτραίτο της Catelyn, της συζύγου του, μιας γυναίκας που στην αρχή μένει εσκεμμένα στη σκιά του άντρα της, αλλά όταν οι συνθήκες το απαιτούν δεν διστάζει να αναλάβει δράση. Ο M. Addy εξαιρετικός στον ρόλο του βασιλιά, ενώ η Lena Headey παίζει με δύναμη και σταθερότητα την βασίλισσα. Ο Peter Dinklage παίζει τον νάνο αδελφό της, Tyrion. Και είμαι σίγουρος ότι κάποιοι από τους αυριανούς μεγάλους σταρ συμμετέχουν στη σειρά σαν παιδιά, όπως ο Kit Harington ή η Emilia Clarke.

Ο ΓΑΠ και οι αμαρτίες των άλλων

Ο κ. ΓΑΠ στη σημερινή του συνέντευξη στην Καθημερινή επαναλαμβάνει μια δήλωση, την οποία κάνει όποτε του δίνεται η ευκαιρία σχεδόν από τότε που εξελέγη Πρωθυπουργός:

«Πήρα στις πλάτες μου αμαρτίες άλλων για να μη ζήσει η χώρα μία τραγωδία», διατείνεται.

Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο κ. ΓΑΠ εμφανίζεται μπροστά μας σαν ένα είδος Χριστού. Ένας αγαπητικός πρίγκιπας/Θεός που κατέβηκε από το Καστρί/Ουρανό για να πάρει τις αμαρτίες μας με την εκλογή/σταύρωσή του και να μας σώσει.
Ή, τέλος πάντων, ένα είδους Σίμωνα Κυρηναίου -θυμάστε, ο άσχετος περαστικός, που του φόρτωσαν τον σταυρό, όταν είδαν ότι ο εξασθενισμένος Ιησούς δεν μπορούσε να τον κουβαλήσει μέχρι την κορυφή του Γολγοθά.

Θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο αστείο, αν δεν ήταν τόσο εξοργιστικό.

Η τροϊκανή Κυβέρνηση του κυρίου ΓΑΠ 20 μήνες τώρα συστηματικά ενοχοποιεί κάθε επαγγελματική ομάδα, κάθε κοινωνική τάξη, κάθε πολίτη της χώρας για την σημερινή κατάσταση, αλλά ο κ. Πρωθυπουργός επιμένει να πουλάει το παραμύθι της δικής του προσωπικής αθωότητας.

Και όμως.

Το 1981, τον καιρό της ηρωικής «αλλαγής», κατέλαβε την οικογενειακή έδρα της Αχαΐας και έκτοτε είναι -επί 30 χρόνια!- βουλευτής.

Κι από το 1985 που ο μπαμπάς του τον έκανε Υφυπουργό Πολιτισμού συμμετέχει σε όλες τις Κυβερνήσεις του Πασόκ και ήταν μάλιστα Υπουργός Εξωτερικών επί 8 χρόνια.

Η απορία που γεννιέται λοιπόν είναι εύλογη:

Όταν ο αντιπρόεδρός του τα έτρωγε μαζί με τους άλλους, ο σημερινός Πρωθυπουργός πού στο καλό ήτανε;

Ή όταν το Πασόκ δημιουργούσε, όπως μας ενημέρωσε χθες ο κ. Λοβέρδος, την «κακή νοοτροπία» εκείνος τι έκανε;

Και όταν αργότερα ανέλαβε την αρχηγία του κόμματός του γιατί άσκησε, όπως πάλι μας είπε ο κ. Λοβέρδος, «δημαγωγική και υπερβολική αντιπολίτευση»;

Και, εν πάσι περιπτώσει, σε ποιους νομίζει ότι απευθύνεται όταν τα λέει όλα αυτά;

.

Δυστυχώς για την χώρα ο κύριος ΓΑΠ δεν έχει αντιληφθεί ότι η κοινωνία έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα και νομίζει ότι πουλώντας αγανάκτηση («έφτασαν στο σημείο να αμφισβητούν τον πατριωτισμό μου») και ψευτοτσαμπουκαλίκια ή με δημοψηφίσματα-σκόνη στα μάτια θα τυφλώσει τους πολίτες και θα τους εκτονώσει. Νομίζει, προφανώς, ότι ο λαός αγανακτεί γιατί θα πάει 10 μέρες διακοπές και όχι 15 – δεν έχει αντιληφθεί ότι η ανατροπή της πολιτικής του είναι πλέον ζήτημα επιβίωσης για την Μεσαία Τάξη.

Τον περιμένουν πολλές και δυσάρεστες εκπλήξεις.

Σημειώσεις για ένα Μυθιστόρημα που έμεινε στο Α΄ Κεφάλαιο

1. Γνωριστήκαμε στο μετρό του Παρισιού. Κι ήταν παράξενο, αφού απεχθάνεσαι τους υπόγειους και προτιμάς τα λεωφορεία που συστηματικά τα αποφεύγω. Πιάσαμε κουβέντα –ήταν η πρώτη σου φορά στο Παρίσι, μου είπες τι είδες, σου είπα τι μου αρέσει, ανταλλάξαμε τηλέφωνα κι όλα έδειχναν ότι θα έμενες ένα απρόσωπο νούμερο αποθηκευμένο στο κινητό μου μέχρι που θα αποφάσιζα να σε σβήσω. Σου τηλεφώνησα δυο μέρες αργότερα. Είχα περάσει ένα δωδεκάωρο στη Βιβλιοθήκη  κι έψαχνα αιτία να μην γυρίσω σπίτι και χωθώ κάτω από τα σεντόνια. Μαγικά μπορούσες και ήθελες. Πήγαμε στα jazz στέκια της Rue de Lombards, που δεν είχες ξαναπάει. Μου είπες ότι σου άρεσαν πολύ κι έφυγες νωρίς για να προλάβεις το τελευταίο Λεωφορείο. Δεν σε πίστεψα.

 

2. Γυρίζοντας σπίτι έπιασα τον εαυτό μου να βρίσκει πάνω σου χαριτωμένα εκείνα που σε άλλες με εκνευρίζουν.

Φυσούσε παγωμένος υγρός αέρας / Υγρασία και θολή ατμόσφαιρα / Το σακάκι μου ανοιχτό / Η ανάσα μου μύριζε Bordeaux / Τα τζαμαρίσματα σφύριζαν στ’ αυτιά μου. Χαμογελούσα.

Δεν μπόρεσα να το αξιολογήσω. Δεν με καταλάβαινα.

Απλώς το επόμενο πρωί που μόλις μου έστειλες μήνυμα, παράτησα τη δουλειά κι ήρθα να σε βρω. Περπατήσαμε τη Champs-Élysées, χαζέψαμε την πόλη ψηλά απ’ την αψίδα, μπαινοβγαίναμε στα καταστήματα, παγωτό χωνάκι που έσταξε στην μπλούζα μου –είχε ήλιο και ζέστη.

Αράξαμε στο ποτάμι χωρίς να μιλάμε.

 

3. Στις γιορτές και τις επετείους είμαι εκείνος που κουβαλάει τη φωτογραφική μηχανή –αν μ’ εννοείς. Έχω χιλιάδες φωτογραφίες με χαμογελαστά πρόσωπα, αλλά ελάχιστες με μένα. Φωτογραφίζω επίσης και παλιά σπίτια, βουνά, καμιά φορά τα σύννεφα. Όταν περπατούσαμε στον Κήπο του Λουξεμβούργου προσπάθησα να φωτογραφήσω τα λουλούδια, αλλά αισθανόμουν ανόητος. Ανόητος, ή μάλλον άβολα, αισθάνομαι κι όταν με φωτογραφίζουν, γι’ αυτό και το αποφεύγω.

Τώρα, εσένα σου αρέσει να ποζάρεις, να σε φωτογραφίζουν, να συλλέγεις τον εαυτό σου σε χίλιες δυο στάσεις κι εκφράσεις, σε κάθε δυνατό φόντο. Και σε κάθε φωτογραφία είσαι διαφορετική κι αυτό το λατρεύω. Δεν είσαι σαν εκείνους που έχουν σε όλες τις φωτογραφίες την ίδια φάτσα, την ίδια έκφραση, λες και κόλλησαν το ίδιο πρόσωπό τους σε διαφορετικά σκηνικά. Να χαμογελούσες και πιο συχνά! Εντάξει, ούτε κι εγώ φαίνομαι να χαμογελάω, αλλά να ξέρεις ότι προσπαθώ. Τραβάω τους μύες του προσώπου μου όταν βλέπω να ανάβει το κόκκινο φωτάκι της μηχανής και προσπαθώ να δείχνω και λίγο δόντι. Πίστεψέ με, ασχέτως αποτελέσματος η προσπάθεια είναι φιλότιμη. Ενώ εσύ ούτε καν προσπαθείς. Πιάνεις το χέρι μου και με κοιτάς στα μάτια τόσο σοβαρά, που μου θυμίζεις παιδί απορροφημένο στο παιχνίδι του. Σου κάνω γκριμάτσες, σουφρώνω τη μύτη, βγάζω τη γλώσσα, στραβώνω το στόμα, αλλά όχι, έχεις μάθει καλά τα κολπάκια μου πλέον και η έκφρασή σου δεν αλλάζει. Απλώς με κοιτάζεις. Ή γέρνεις το κεφάλι σου πάνω μου. Ή στέκεσαι δίπλα μου με τα χέρια σηκωμένα και πατώντας στις μύτες.

 

4. Τα μάγουλά σου μυρίζουν νικοτίνη / Το σάλιο σου έχει γεύση νικοτίνης / Τα μαλλιά σου ποτίζουν με νικοτίνη τα μαξιλάρια,  τα δάχτυλά μου που μπλέκονται μέσα τους.

 

5. Μακάρι να έμενες δυο μέρες παραπάνω στο Παρίσι. Δυο μέρες θα ήταν αρκετές –μη ρωτάς γιατί, αυτή την αίσθηση έχω. Αυτή την αίσθηση είχα και όταν σε αποχαιρετούσα στην Cardinal Lemoine. Χείλια με γεύση Côtes du Rhône / Φοιτητές που τελείωναν τα μαθήματα / Το Παρίσι σαν να πηγαίνει πίσω, να γίνεται ασπρόμαυρο. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί. Αίσθηση (συνείδηση μήπως;) λειψού αποχαιρετισμού.

Έμεινα ακόμα 10 μέρες διαβάζοντας, πίνοντας κρασιά, ακούγοντας τζαζ, τραβώντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

 

6. Στο Λονδίνο για 4 μέρες. Σε μια προσπάθεια να ξανακερδηθούν εκείνες οι δυο.

 

7. Περπατήσαμε στην Oxford Street, κατηφορίσαμε στη Regent, προχωρήσαμε στην  Piccadilly. Μπήκαμε σε ένα sex-shop, ξεφυλλίσαμε τα βιβλία, σου έδειξα τα εσώρουχα που μου αρέσουν, περιεργαστήκαμε τα βοηθήματα. Χάζεψα μαζί σου βιτρίνες –ένα είδος τουρισμού που μόνο με σένα ευχαριστιέμαι. Με ρώτησες για τις πρώην μου και μου είπες για τον δικό σου. Μου εξήγησες την σχέση με τους γονείς σου και σου είπα μια παλιά πρόσφατη ιστορία. Φάγαμε πάπια στην Chinatown / Προσπάθησες να με πείσεις να πιω pimps / Θυμηθήκαμε τα wine bar και τα παγκάκια του Παρισιού.

Ούτε και σένα σου αρέσει το Λονδίνο.

Ούτε και μένα.

 

8. Με ρώτησες γιατί χώρισα με τις πρώην μου.

Σου είπα: Γιατί χωρίζουν τα ζευγάρια;

Μου απάντησες: Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Σκέφθηκα: Ίσως, και σου είπα τα καθέκαστα.

Με άκουγες σιωπηλή καθισμένη βαθιά στην καρέκλα σου. Κάποια στιγμή σταύρωσες τα χέρια σου στο στήθος και το θεώρησα αμυντική στάση. Άρχισες να μου λες τα δικά σου.

Σου είπα: Όλες οι ιστορίες είναι μία: Πρόβλημα γλώσσας.

Δεν σε έπεισα.

Με ρώτησες πώς βλέπω τον εαυτό μου σε πέντε χρόνια.

Σου απάντησα.

 

9. Με χαιρέτησες στη στάση του μετρό της Leicester. Γύρω μας μεθυσμένοι, ξεκώλια, μεταμφιεσμένοι, μουσουλμάνες με μπούργκες, πλαστικά ποτήρια, φωνές και μουσικές, πολύχρωμα φώτα νέον. Όλη η Ευρώπη μεταβλήθηκε σε ατραξιόν, πουλάει αίσθηση σε Γιαπωνέζους και Αμερικάνους τουρίστες κι εμείς θέλουμε λίγο τόπο να ζήσουμε. Ο κόσμος καταρρέει και ψάχνουμε ψηλαφιστά για ένα σημείο που θα δίνει την ψευδαίσθηση της σταθερότητας, που μπορεί να είναι η οικογένεια, οι έρωτες, οι φίλοι, η επανάσταση, η δουλειά, η θρησκεία –ό,τι γουστάρει ο καθένας– για να συνεχίσουμε. Η δύνη μας ρούφηξε για να ξεβράζει τον καθένα μας εκεί που του πρέπει κι όπως ακούμπησαν εκεί, μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα μάγουλά μας, ήταν η τελευταία προσπάθεια να αντισταθούμε στον χρόνο.

 

10. Σου είπα κάτι πριν κατέβω τα σκαλιά –μην το ξεχάσεις. Δεν ζητάω τίποτα / Δεν υπόσχομαι τίποτα / Δεν δίνω τίποτα. Αλλά είμαστε εδώ για να νικάμε –να παλεύουμε έστω– τον χρόνο και τον χώρο.

Περιμένοντας το θαύμα…

Χτες και σήμερα περπάτησα στο κέντρο της Αθήνας μετά από αρκετό καιρό.

Πέρασα πολύ ώρα στο Σύνταγμα σήμερα το πρωί, μίλησα με ανθρώπους, διάβασα τα πανό και τα γκραφίτι. Μετά περπάτησα ως την Ομόνοια με μια σύντομη στάση στο Metropolis της Πανεπιστημίου. Κλειστά καταστήματα, κατεβασμένα ρολλά, λουκέτα. Τα περίπτερα άδεια από εφημερίδες και περιοδικά. Κίνηση στους δρόμους περιορισμένη κι ας απεργούν τα ταξί. Μια γυναίκα μαυροφορεμένη μας διέσχυσε λέγοντας πεινάω, πεινάω, πεινάω. Δεν ζητιάνευε -προχωρούσε και μιλούσε, δεν φώναζε. Και ζητιάνοι με χαρτόνια που γράφαν την ίδια λέξη: Πεινάω. Και πολλοί που ψάχνουν τα σκουπίδια. Όχι ρακοσυλλέκτες ή πρεζάκια, αλλά άνθρωποι που χθες ήταν μικρομεσαίοι. Έντονη η παρουσία της Αστυνομίας παντού. Μέσα σε αυτό το μετα-αποκαλυπτικό (ή μήπως προ-;) τα σπασμένα μάρμαρα δεν με ενόχλησαν. Ίσα-ίσα που ταιριάζουν απόλυτα με την εν γένει ατμόσφαιρα.

…θυμήθηκα το Waiting for a miracle του L. Cohen.

(When you’ve fallen on the highway
and you’re lying in the rain,
and they ask you how you’re doing
of course you’ll say you can’t complain)