Monthly Archives: Αύγουστος 2011

Γιάννης Αγγελάκας

Οι Τρύπες ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κι επιτυχημένα ελληνικά ροκ συγκροτήματα, που κατάφερε μάλιστα να επιβάλει την παρουσία του και να κάνει επιτυχία χωρίς να μπει στο mainstream τριπάκι, είμαι από εκείνους που πιστεύουν όμως ότι παρόλα αυτά η πιο συναρπαστική και πιο δημιουργική φάση της καριέρας του Γιάννη Αγγελάκα αρχίζει αμέσως μετά.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα, το εξαιρετικό soundtrack της ταινίας του Νικολαΐδη στην οποία συμμετέχει και ως ηθοποιός, αποδείχτηκε μια πρόγευση του τι μας επιφύλασσε στη συνέχεια. Η αριστουργηματική Ανάσα των λύκων και το Πότε θα φτάσουμε εδώ με το Ν. Βελιώτη μαζί με το Από δω και πάνω με τους Επισκέπτες είναι τρεις από τους πέντε καλλίτερους ελληνικούς δίσκους των τελευταίων 6-7 ετών.

Και δεν είναι μόνο αυτά, καθώς κατά την περίοδο αυτή σύστησε την altogethernow, την δική του δισκογραφική εταιρία κι έχει συνεργαστεί με ανθρώπους όπως ο Θ. Παπακωνσταντίνου και ο Ψαραντώνης.


Αυτό που με συναρπάζει στον Αγγελάκα, αυτό που τον ξεχωρίζει από όλους σχεδόν τους σύγχρονους δημιουργούς, είναι ότι έχει καταφέρει να φτιάξει μια γλώσσα, στιχουργική και μουσική γλώσσα, η οποία μιλάει απόλυτα και βαθιά στον σημερινό άνθρωπο. Με άλλα λόγια, δημιούργησε αυτό που ο Σεφέρης ονόμαζε «συμπερφωνημένα υπονοούμενα». Ο Αγγελάκας δεν καταφεύγει σε κλισέ ή νοσταλγικά σχήματα για να εκβιάσει την συνεύρεση με το κοινό του. Έχει δημιουργήσει έναν ευρύχωρο ποιητικό τόπο όπου μπορεί να συνομιλεί με τους ακροατές του. Είχαμε πολλά, πολλά χρόνια να ζήσουμε κάτι τέτοιο στον τόπο μας.

Πριν λίγες μέρες, την παραμονή της μεγάλης αυγουστιάτικης πανσελήνου είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τον Γ. Αγγελάκα με τους συνεργάτες του, Ντίνο Σαδίκη και Στάθη Αραμπατζή, κάτω από το γιοφύρι της Κόνιτσας. Με το φεγγάρι σχεδόν γεμάτο να αντανακλάται στα νερά του ποταμού και στα κουτάκια της μπύρας και τους πιτσιρικάδες να έχουν μαζευτεί όχι μόνο από τα Γιάννενα ή την Κόνιτσα, αλλά και από όλα τα γύρω χωριά όπου είχαν πάει για τον Δεκαπενταύγουστο, η εμπειρία ήταν συγκλονιστική.

Όπως υπαινίχθηκα και πιο πάνω η ορχήστρα που συνόδεψε τον Αγγελάκα αποτελούνταν από δύο μόλις όργανα: Κιθάρα (Αραμπατζής) και μπαγλαμά (Σαδίκης). Αποδείχτηκε έτσι για ακόμα μια φορά πως αν έχεις κάτι να πεις, αν σε ενδιαφέρει να εκφραστείς κι όχι το λάιφστάιλ, δεν χρειάζεσαι μέγαρα, μεγάλες ορχήστρες, λέιζερ, καπνογόνα και οθόνες. Το γυμνό τοπίο της Πίνδου και δυο απλά, φυσικά και λαϊκά όργανα είναι αρκετά. Η επιλογή των συγκεκριμένων οργάνων αποτελεί φυσικά μια ευθεία αναφορά στον Μάρκο Βαμβακάρη, ο οποίος φωνογράφησε τα περισσότερα τραγούδια του συνοδευόμενος με μπουζούκι και κιθάρα. Ο Αγγελάκας μάλιστα έπαιξε και τρία τραγούδια του Μάρκου δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο  από πού κρατάει η σκούφια του, και ότι ο Βαμβακάρης υπήρξε γενάρχης όχι απλώς και μόνο του λαϊκού τραγουδιού (το οποίο σήμερα σύρεται από Μέγαρον εις Οπεραν), αλλά καθετί αυθεντικού, ποιητικού και ταπεινού γέννησε αυτός το τόπος την τελευταία εκατονταετία.

Έχετε ξαναδεί να παίζουν έτσι τον μπαγλαμά;

Advertisements

Μαρκήσιος Ντε Σαντ, Η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ

Στα 1795, πέντε χρόνια μετά την αποφυλάκισή του και έξι πριν φυλακιστεί ξανά από τον Βοναπάρτη, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ δημοσίευσε το έργο του Η φιλοσοφία στην κρεβατοκάμαρα (για κάποιον περίεργο λόγο οι Έλληνες μεταφραστές προτιμούν την γαλλική λέξη boudoir -τέλος πάντων).

Η υπόθεσή του είναι απλή:

Διαδραματίζεται εξολοκλήρου στην κρεβατοκάμαρα της κυρίας Ντε Σεντ-Ανζ, μιας 26χρονης λιμπερτίνας, η οποία μυεί στα μυστικά της σεξουαλικότητας την δεκαπεντάχρονη φίλη της Ευγενία. Στο έργο της την συνδράμουν ο 36χρονος ομοφυλόφιλος Ντολμανσέ και ο αμφισεξουαλικός αδερφός και εραστής της, ιππότης Ντε Μιρβάλ. Όλα διαδραματίζονται σε ένα και μόνο εικοσιτετράωρο*, στην διάρκεια του οποίου η Ευγενία μεταμορφώνεται από αθώο κορίτσι σε διεστραμμένη προσωπικότητα, η οποία διατάζει και επιβλέπει τον βιασμό της μητέρας της και την καταστροφή της μήτρας της σε μια απαράμιλλη λογοτεχνική απεικόνιση του συνδρόμου της Ηλέκτρας.

Η εκπαίδευση που υφίσταται η Ευγενία δεν της παρέχει δεξιότητες ή γνώσεις αλλά από τη μια την απελευθερώνει από τις παραδοσιακές αξίες, συνήθειες, τρόπους ζωής, της αλλάζει την ψυχολογία και, εν τέλει, την αντίληψη που έχει για τον κόσμο, τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Από την άλλη, το κορίτσι υφίσταται μια διαδικασία μύησης, ένα βάπτισμα που την εντάσσει σε μια ιδιαίτερη κοινότητα ανθρώπων, σε έναν τρόπο ζωής που πάντα ένιωθε ότι υφίσταται, αλλά δεν τον είχε συνειδητοποιήσει.

Στη Φιλοσοφία στην κρεβατοκάμαρα έχουμε δηλαδή την κλασική θεματική του de Sade: Σε ένα περιορισμένο και απάνθρωπο περιβάλλον ο αθώος διαφθείρεται και τρομοκρατείται από τους διεστραμμένους. Και εδώ, όπως και στα άλλα έργα που ο «θεϊκός» Μαρκήσιος  έγραψε εκείνη την περίοδο παίζει με τα όρια της πορνογραφίας. Οι περιγραφές του εστιάζουν στα σώματα, τα γεννητικά όργανα, στις ακραίες (και βίαιες) σεξουαλικές σκηνές, στο αχαλιναγώγητο πάθος, αλλά η γλώσσα του είναι πάντα ελεγχόμενη και κλασικίζουσα. Αυτό το σημείο έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση του έργου και της φιλοσοφίας, της στάσης ζωής, του Ντε Σαντ: Ο Μαρκήσιος, αν και φαίνεται να μάχεται την παραδοσιακή ηθική, τις αξίες, τον τρόπο ζωής, την κατανόηση του κόσμου, της κοινωνίας και του σώματός μας, επιδίωκε να ενταχθεί στην λογοτεχνική παράδοση, την λογοτεχνική ιστορία της χώρας του και του δυτικού κόσμου κατ’ επέκταση. Δεν ήταν μηδενιστής, ήθελε να κερδίσει την αθανασία, γι’ αυτό και θρήνησε τόσο την (υποτιθέμενη) απώλεια των 120 ημερών στα Σόδομα, το έργο που θεωρούσε ως το αριστούργημά του.

Όμως οι φιλοδοξίες του Μαρκησίου δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο του έργου, ο Sade φιλοδοξούσε να παρουσιάσει ένα νέο αξιακό κώδικα, μια διαφορετική ηθική φιλοσοφία, αντίστροφη της παραδοσιακής. Έτσι το έργο του είναι γραμμένο σε διαλογική μορφή, παραπέμποντας ευθέως στους αρχαίους φιλοσοφικούς διαλόγους.

Όπως ίσως θα περίμενε κανείς, στο έργο αυτό, όπως και στα άλλα που συνέγραψε ο συγγραφέας δικαιολογεί και δικαιώνει την διαστροφή και την βιαιότητα ενώ επιτίθεται και καταδικάζει κάθε αρετή. Αλλά το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Ο Bataille έχει απόλυτο δίκιο όταν παρατηρεί ότι «δεν υπάρχει μεγαλύτερη ματαιοπονία από το να πάρουμε τον Sade κατά γράμμα, στα σοβαρά. Απ’ όποια πλευρά και αν τον εξετάσουμε, μας έχει εκ των προτέρων ξεφύγει» (Η λογοτεχνία και το Κακό, μτφρ. Ελένη Βαρίκα, Πλέθρον 1979).

Η ανακολουθία της σκέψης του Μαρκησίου είναι καταφανής στην Φιλοσοφία στην κρεβατοκάμαρα. Από τη μια οι ήρωές του διακηρύσσουν την αθεΐα τους κι από την άλλη δεν μπορούν να αγνοήσουν τον Θεό και ηδονίζονται με τις βλασφημίες και τις ιεροσυλίες τους -συμπεριφέρονται με άλλα λόγια σαν μικρά παιδιά που δοκιμάζουν την υπομονή του κηδεμόνα τους. Και η Φύση που ανακηρύσσεται ως μέτρο των πάντων,  όταν δεν συναινεί στις ορμές και τα όρια των ηρώων, παρακάμπτεται και βιάζεται. Εν τέλει, σκοτώνοντας τον Θεό ο Sade, σκοτώνει και οτιδήποτε θεϊκό υπάρχει στη φύση και τον άνθρωπο. Έτσι το έργο του διερευνά τα όρια ενός κόσμου χωρίς Θεό: Βασανιστήρια, ακρωτηριασμοί, βιασμοί, παιδεραστία, δολοφονίες, κτηνωδία, υποταγή των πάντων στην άνευ όρων και ορίων επίτευξη της ατομικής ηδονής -το έργο του Μαρκησίου δικαιώνει απόλυτα την ντοστογιεφσκική ρήση: Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται.

Η λατρεία του Κακού, του χυδαίου, του διαστροφικού, του βρώμικου είναι ίσως η μοναδική σταθερά στο έργο του Μαρκησίου και είναι αυτό  και το όριο της σκέψης του. Και όχι μόνο γιατί το Κακό -και ειδικά στο δυϊστικό σύμπαν του Σαντ- χρειάζεται το Καλό για να υπάρξει -όπως ακριβώς η αθεΐα του έχει ανάγκη από τον Θεό.

Το πρόβλημα είναι ότι το Κακό καταστρέφει και τους ίδιους τους ήρωές του. Όσο εκείνοι το αγαπούν, όσο του παραδίδονται τόσο εκείνο τους αποδομεί και τους εξαθλιώνει. Έτσι οι ήρωές του Sade ξεκινάν ως τρομακτικοί gothic βασανιστές για να καταλήξουν σε γκροτέσκο φιγούρες δειλών και θλιβερών γεροπαραλυμένων…

.

* Σημειώνει ο T. Airaksinen, The Philosophy of the Marquis De Sade, Routledge 1995, την παράξενη αίσθηση του χρόνου την οποία είχε ο Μαρκήσιος. Ας μη μας παραξενεύει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την προσπάθεια για επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τον χρόνο που επιδίωξαν οι Γάλλοι Επαναστάτες: Μια από τις πρώτες πράξεις τους ήταν να καταστρέψουν τα ρολόγια και να θεσπίσουν νέο χρονολογικό σύστημα.

 

 

Ch. Bukowski: Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας

Ανακάλυψα τον Μπουκόφσκι στο Λύκειο, στα ράφια της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μαζί με την Μαφάλντα και τον Φόρστερ. Πρώτα διάβασα τον Άνθρωπο για όλες τις δουλειές, πιθανότατα γιατί στο εξώφυλλο πόζαραν δυο υπέροχα πόδια σε έναν δερμάτινο καναπέ -δεν έχει σημασία: Λάτρεψα αυτόν τον συγγραφέα από τις πρώτες σελίδες. Κι ενώ οι συμμαθητές μου διάβαζαν το Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις ή το Να έχεις ή να είσαι και απαραιτήτως τα άρθρα του Πλωρίτη στο ΒΗΜΑ της Κυριακής για να γράφουν καλές εκθέσεις, εγώ έτρεχα κάθε Σάββατο στην Βιβλιοθήκη για να ανανεώσω τον δανεισμό ή να πάρω κάποιο άλλο Μπουκοφσκικό βιβλίο. Αργότερα, που μπορούσα, τα αγόρασα, πιο μετά τα αγόρασα και στα αγγλικά, τώρα άρχισα να τα αγοράζω και για το kindle και γενικά τα έχω διαβάσει δεκάδες, δεκάδες φορές. Κι αν η άποψή μου για τον συγγραφέα έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια, το έργο του το περιέχω -πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς…

Η άποψή μου δεν έχει αλλάξει για τις Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής τρέλας (αρχικός αγγλικός -σαφέστερος- τίτλος: Erections, Ejaculations, Exhibitions and General Stories of Ordinary Madness· σήμερα τα διηγήματα κυκλοφορούν σε δυο τόμους, The Most Beautiful Woman In Town και Tales of Ordinary Madness): Αποτελεί μαζί με τα South of No North, Women, Ham on Rye, Post Office και Factotum την κορύφωση του αφηγηματικού έργου του Μπουκ. Όπως όλα τα έργα του Μπουκόφσκι, πεζά και ποιητικά, έτσι και τα διηγήματα αυτής της συλλογής ξεκινάν από εμπειρίες που ο ίδιος έχει ζήσει, αλλά δεν μένουν εκεί. Διά της ποιήσεως αίρονται και αποκαλύπτουν την τραγωδία του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου.

Τέσσερα τα βασικά χαρακτηριστικά του βιβλίου και γενικά του μπουκοφσκικού έργου:

1. Το αλκοόλ. Τα γραπτά του Μπουκόφσκι αναδίδουν αναθυμιάσεις μπύρας, ουίσκι και κρασιού. Οι ήρωές του πίνουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, μόνοι, με παρέα, σε σπίτια, παγκάκια ή μπαρ, πίνουν μέχρι τελικής πτώσης ή ανόδου -πάρτε όπως το θέλετε. Φυσικά υπάρχουν και τσιγάρα, αλλά όχι γάρα, όχι μπάφοι και εννοείται όχι χάπια ή πρέζα. Έχει μια σημασία αυτό, καθώς προσδιορίζει την γενιά, αλλά και την ιδεολογία του ποιητή.

2. Οι σεξουαλικές σκηνές. Ανενοχικές, χαλαρές, χωρίς δράμα και κορυφώσεις, αλλά με χιούμορ και μια σαφήνεια που κάποιοι μπορούν να την θεωρήσουν χυδαιότητα. Λέγεται συχνά ότι ο Μπουκόφσκι θα μπορούσε να ήταν πορνογράφος. Κάποια από τα πρώτα του διηγήματα άλλωστε δημοσιεύτηκαν σε ανδρικά περιοδικά. Όμως η πορνογραφία επιμένει στα όργανα και επιμένει στην πράξη -όσοι έχετε διαβάσει τον Μεγάλο Ανατολικό του Εμπειρίκου ή έστω την πορνολογοτεχνία που κυκλοφορεί εν αφθονία στο διαδίκτυο, καταλαβαίνετε τι εννοώ. Στον Μπουκόφσκι τέτοιες εμμονές δεν βρίσκουμε, αλλά θα βρούμε άλλου τύπου πληροφορίες -διαβάζουμε πχ στο περίφημο The most beautiful Woman In Town:

She kissed with abandon but without haste. I let my hands run over her body, through her hair. I mounted. It was hot, and tight. I began to stroke slowly, wanting to make it last. Her eyes looked directly into mine.

Αυτό το απόσπασμα κάποιους, σε κάποιες εποχές μπορεί να σκανδαλίσει -κατανοητό. Αλλά απέχει πολύ από την πραγματική πορνογραφία.

3. Ρομαντισμός. Ακόμα και όσοι δεν έχουν διαβάσει Μπουκόβσκι, θα το κατάλαβαν από τις παραπάνω αράδες: Ο φίλος μας είναι αθεράπευτα ρομαντικός. Αναζητεί την ομορφιά, όχι την προφανή, αλλά μια βαθύτερη, κι όταν την βρίσκει κολλάει. Είναι ένας ρομαντισμός που πολλούς θα τους ξενίζει, δεν είναι ροζ, δεν έχει εύκολο συναισθηματισμό, αλλά είναι ουσιαστικός και θεμελιακός. Εν τέλει, τα μεθύσια, τα γαμήσια, οι μαγκιές, η προκλητικότητα, είναι το κάλυμμα μιας μελαγχολικής ευαισθησίας που παραμένει εκεί, για όσους είναι διαθέσιμοι και πρόθυμοι να την ανακαλύψουν.

4. Και, τέλος, το μπουκοφσκικό έργο είναι η χαρτογράφηση του μεγάλου, του απύθμενου υπαρξιακού κενού του νεώτερου Δυτικού πολιτισμού. Ποιος ο σκοπός της ζωής; Πώς ορίζεται η ευτυχία; Γιατί να προσπαθήσει κανείς και για τι; Τι είναι επιτυχία; Ερωτήματα, στα οποία σερβίρονται αρκετές παραλλαγές της ίδιας απάντησης, η οποία όμως δεν μπορεί να καλύψει έναν άνθρωπο που επιλέγει να κοιτάξει κάτω από το χαλί· έναν άνθρωπο που δεν χαζεύει αποχαυνωμένος τις σκιές στον τοίχο της σπηλιάς, αλλά στρέφει το κεφάλι του προς τα πίσω. Και αντικρίζει την τραγική πεζότητα του σύγχρονου lifestyle. Έτσι επιλέγει την τραγωδία της σπατάλης, του ξοδέματος του εαυτού του σε μια προσπάθεια να διαφυλάξει την ακεραιότητά του.

Φτηνά ξενοδοχεία, πόρνες, μεθύσια, καυγάδες και νταηλίκια, δουλειές του ποδαριού, τζόγος, απλές αλλά δυνατές ιστορίες, χιούμορ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός, διάλογοι απίστευτης δύναμης: Οι Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας, πέρα από ένα εξαιρετικό βιβλίο, αποτελούν και μια εξαιρετική εισαγωγή στο μπουκοφσκικό έργο.

Ο Marco Ferreri γύρισε την ομώνυμη ταινία που ποτέ δεν μου άρεσε στηριγμένη σε δυο διηγήματα της συλλογής με τον Ben Gazzara στον κεντρικό ρόλο.

———————–

Τσαρλς Μπουκόβσκι: Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών

Αυγουστιάτικα μπουρίνια

Εδώ, στα μέρη μου, μόλις περάσει ο Δεκαπενταύγουστος τα μεσημέρια ο ουρανός συννεφιάζει, αέρας σηκώνεται, χοντρές ψιχάλες αρχίζουν να στάζουν απ’ τον ουρανό. Τα βράδια δροσερά και υγρά, με το φεγγάρι μισοκρυμμένο πίσω από τα σύννεφα να θυμίζει φτηνό θρίλερ του ’50. Οι παλιοί το λένε μερομήνια – για μένα είναι μια υπενθύμιση ότι παρά τις ζέστες, την ξηρασία, την αφόρητη φωταψία, ο χειμώνας με τις υγρές, μικρές, κρύες και δημιουργικές μέρες του είναι πάντα εδώ. Πλησιάζει.

Με την αγάπη που έχω για τον χειμώνα και ό,τι αυτός σημαίνει, θα νόμιζε κανείς ότι τα μπουρίνια θα ήταν ένα ευφρόσυνο πανηγυράκι για μένα. Αμ πώς! Δυστυχώς, όπως όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή, έτσι και ο χειμώνας δεν ήρθε ποτέ στο χαλαρό, αμιγής μέσα στην παγωμάρα του, χωρίς προϋποθέσεις: Ο χειμώνας έφερνε μαζί του το σχολείο.

Όταν η επιλογή ήταν ανάμεσα στο καλοκαίρι και το σχολείο, το πράγμα ήταν ξεκάθαρο: Το μίσος μου για το σχολείο ήταν σαφώς μεγαλύτερο από την αντιπάθειά μου για το καλοκαίρι. Έτσι κάθε χρονιά λίγο μετά το Πάσχα ξεκινούσα να μετράω αντίστροφα, να προσμένω το καλοκαίρι, δηλαδή το τέλος του σχολείου. Μετά τον Δεκαπενταύγουστο όμως τα διλήμματα ήταν μεγαλύτερα, συγκλονιστικότερα. Εντός μου λάμβανε χώρα πραγματική τιτανομαχία: Η αγάπη μου για τον χειμώνα εναντίον του μίσους μου για το σχολείο. Η αγαλλίαση που μου έφερνε η πτώση της θερμοκρασίας, ο ήχος της βροχής στη σκεπή, το βαρύ παλτό που φορούσα κάθε πρωί, απέναντι στην καθημερινή αγωνία για το σχολείο και ό,τι το συνιστούσε: μαθήματα, μελέτη, πειθαρχία, κανόνες, καθηγητές, διάλειμμα, συμμαθητές, διαγωνίσματα, βαθμοί, φροντιστήρια κτλ. Αγωνία -κι εδώ είναι το μεγαλύτερο ζόρι- που μου ήταν πολύ δύσκολο να την επικοινωνήσω με τους άλλους.

Μου άρεσε, βλέπετε, το διάβασμα. Αλλά (φυσικά!) όχι το διάβασμα για το σχολείο ή το φροντιστήριο.

Για ακατανόητους λόγους οι μεγάλοι, εκτός από τους γονείς μου βέβαια, δεν φαίνονταν να αντιλαμβάνονται αυτή την χονδροειδή διαφορά. Γείτονες, θείοι, νονοί, φίλοι πιστεύανε ακράδαντα πως λάτρευα το σχολείο, την μελέτη και οτιδήποτε είχε σχέση με αυτά. Όπως επίσης ήταν όλοι πεπεισμένοι ότι ήμουν άριστος μαθητής. Βέβαια η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Ήδη πριν αρχίσει καλά-καλά η χρονιά έψαχνα τρόπους να γλιτώσω από το σχολείο -σκηνοθετούσα αρρώστιες κι ατυχήματα, επεξεργαζόμουνα περίπλοκα σχέδια δραπέτευσης ή απλώς προσπαθούσα να ξυπνήσω επιτέλους για να γλιτώσω από τον φρικτό κι επαναλαμβανόμενο εφιάλτη του σχολείου -τέτοιο βασανιστήριο δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να είναι πραγματικό…

Christos Tsiolkas, The Slap (Το χαστούκι)

Το μπάρμπεκιου πάρτι του Έκτορα και της Aisha διακόπτεται απότομα όταν ο Χάρης χαστουκίζει τον μικρό Hugo, ένα ανυπόφορο τρίχρονο αγόρι, που απειλούσε τον επτάχρονο γιο του με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Οι γονείς του μικρού κάλεσαν την αστυνομία, δημιουργήθηκε μεγάλη ταραχή και οι παριστάμενοι χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα: Κάποιοι βρήκαν απολύτως δικαιολογημένη την πράξη του Χάρη ή θεώρησαν υπερβολική την αντίδραση των γονιών του μικρού (αστυνομία, μήνυση, δικαστήρια) και κάποιοι ένιωσαν τόσο μεγάλη αποστροφή από την πράξη και τον δράστη, που εύχονταν την ολοκληρωτική καταστροφή του.

Στο εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου τίθεται το ερώτημα Whose side are you on? και πράγματι ο αναγνώστης δεν μένει απαθής θεατής των γεγονότων, αλλά μπαίνει στο τριπάκι να το απαντήσει, να πάρει θέση. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πλεονεκτήματα της γραφής του Τσιόλκα: Ο αφηγητής, ο συγγραφέας, δεν παίρνει θέση. Εκθέτει με ευαισθησία, πάθος και καθαρότητα τις διαφορετικές οπτικές 8 προσώπων που ήταν παρόντες στο περιστατικό και αφήνει τους αναγνώστες να τους αγαπήσουν ή να τους μισήσουν –ναι, η γραφή του πετυχαίνει να δημιουργήσει στον αναγνώστη τόσο ισχυρά συναισθήματα.

Παρά το γεγονός όμως ότι ο ξυλοδαρμός ενός ανηλίκου από έναν ενήλικο βρίσκεται στην αφετηρία και την καρδιά του μυθιστορήματος, παρότι ο αναγνώστης ταυτίζεται με τους ήρωες και παίρνει θέση για το περιστατικό, η κακοποίηση των ανηλίκων δεν είναι το κεντρικό θέμα του Τσιόλκα. Οι σχέσεις, η οικογένεια και, κυρίως, τι συγκροτεί και τι σημαίνει ταυτότητα είναι τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα. Ελληνοαυσταλός δεύτερης γενιάς ο ίδιος, αριστερός κι ομοφυλόφιλος, ξέρει πολύ καλά τους διχασμούς και τις αμφιθυμίες που βιώνουν οι ήρωές του, την ακροβασία τους ανάμεσα στις παλιές και τις νέες πατρίδες, σχέσεις, συνήθειες.

Η αυστραλέζικη κοινωνία παρουσιάζεται διχασμένη, ανάμεσα στους ντόπιους και τους μετανάστες. Η προηγούμενη γενιά, των ανθρώπων που άφησαν τις πατρίδες τους, είχαν έντονη συνείδηση της διαφοράς τους τόσο από τους ντόπιους, όσο και από τους μετανάστες άλλων εθνοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μανώλης, ο πατέρας του Έκτορα, όχι μόνο αναζήτησε ελληνίδα για να παντρευτεί, αλλά ζήτησε πληροφορίες για την οικογένειά της και για το χωριό της ακόμα. Η νεώτερη γενιά είναι –ή μάλλον, θέλει να δείχνει– ενταγμένη στην αυστραλέζικη κοινωνία –δεν είναι μόνον ο Έκτορας που παντρεύτηκε την Ινδή Aisha, αλλά όλοι σχεδόν οι γάμοι της γενιάς του είναι μεικτοί. Η νεώτερη γενιά φαίνεται αφομοιωμένη, χωνεμένη, αλλά και ένα χαστούκι αρκεί για να φανερωθούν οι διαφορές και τα χάσματα. Έτσι η οικογένεια του Έκτορα και της Aisha κλυδωνίζεται, δοκιμάζεται σοβαρά. Εκείνος νιώθει την υποχρέωση και την ανάγκη να υποστηρίξει τον πρώτο του ξάδερφο, όχι γιατί επιδοκιμάζει αναγκαστικά την πράξη του, αλλά γιατί μεγάλωσαν μαζί, είναι σαν αδέρφια, είναι οικογένεια. Η Aisha από την άλλη μένει στο πλευρό της Rosie, της μητέρας του Hugo, παλιάς της φίλης, όχι γιατί δεν βλέπει τον βαθύτατα προβληματικό τρόπο με τον οποίο μεγαλώνει τον γιο της, αλλά γιατί την θεωρεί οικογένειά της. Δύο (τουλάχιστον) εκδοχές της οικογένειας συνυπάρχουν στο βιβλίο του Τσιόλκα, αντίθετες, αντίπαλες κι αντιμαχόμενες. Το μόνο τους κοινό στοιχείο είναι και οι δυο, όλες, απαιτούν τυφλή πίστη κι αφοσίωση από τα μέλη τους.

Το βιβλίο του Τσιόλκα έχει κερδίσει πολλά βραβεία κι έχει γίνει ένα από τα μεγαλύτερα μπεστσέλερ της εποχής μας. Μάλιστα αυτή την εποχή γυρίζεται και σήριαλ, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας άλλος γνωστός μας ελληνοαυστραλός, ο Alex Dimitriades, ο οποίος πρωταγωνιστούσε στην κινηματογραφική διασκευή του πρώτου μυθιστορήματος του Τσιόλκα, το Head On της Ana Kokkinos.

House MD: Ο έκτος κύκλος

Εύστροφος, παρατηρητικός, μεγαλοφυής, παντογνώστης, πεισματάρης, υπεροπτικός, αλαζόνας, προβοκάτορας, άθεος, εξαιρετικός μουσικός και βέβαια διαβόητος χαπάκιας, κωλόπαιδο και κουλ την ίδια στιγμή, ο Δρ. Gregory House είναι ίσως ο πιο συναρπαστικός τηλεοπτικός χαρακτήρας της τελευταίας δεκαετίας.

Είναι τόσο συναρπαστικός, ώστε οι πέντε προηγούμενες σεζόν περιστρέφονταν αποκλειστικά γύρω από τον κεντρικό ήρωα: Οι ιατρικές υποθέσεις τον προκαλούσαν σε διανοητικό επίπεδο, ενώ ο Wilson, η Cuddy, και οι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, μόνιμοι ή γκεστ, τον δοκίμαζαν σε συναισθηματικό επίπεδο.

Ο ναρκισσισμός του House, με άλλα λόγια, διέπει ολόκληρη τη σειρά -δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο άλλο σήριαλ που να ασχολείται με τόσο εμμονικό τρόπο αποκλειστικά και μόνο με τον κεντρικό της ήρωα.

Η έκτη σεζόν -ευτυχώς!- δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Ο ήρωάς μας έρχεται αυτή τη φορά αντιμέτωπος με τον πιο ισχυρό αντίπαλο, τον ίδιο του τον εαυτό. Το πρώτο, διπλό, επεισόδιο της σεζόν βρίσκει τον House έγκλειστο σε ένα κέντρο αποκατάστασης κατά την διάρκεια της αποτοξίνωσης. Ο γιατρός γίνεται ασθενής, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό: Πρέπει να συνειδητοποιήσει την αρρώστια του, την εξάρτησή του, πρέπει να ζητήσει να αλλάξει. Και το αίτημα για αλλαγή διατυπώνεται με 4 απλές και γι’ αυτό συγκλονιστικές λέξεις: «Θέλω να γίνω ευτυχισμένος». Η ανάγκη του για ευτυχία είναι τόσο ισχυρή, ώστε νικάει τον ναρκισσισμό του. Αποδέχεται ότι δεν είναι υπεράνθρωπος, ζητάει την βοήθεια του ψυχιάτρου Darryl Nolan και ακολουθεί τις συμβουλές του.

Ουσιαστικά ο Gr. House στην 6η σεζόν αποδέχεται ότι δεν είναι αυτάρκης, ότι έχει ανάγκη τους άλλους, τους φίλους του, ότι ο θωρακισμένος και αυτοτροφοδοτούμενος εγωισμός του όχι μόνο δεν παράγει ευτυχία, αλλά τον κάνει δυστυχισμένο. Με άλλα λόγια, ο Υπεράνθρωπος δεν είναι ένας χαρούμενος, πλήρης, ευτυχισμένος άνθρωπος, αλλά ένας μνησίκακος και φθονερός Υπόγειος -για να θυμηθούμε τον Νίτσε και τον Ντοστογέφσκι.

Η παραδοχή αυτή έχει δύο (φυσιολογικές) συνέπειες: Ο House από τη μια νιώθει την ανάγκη και διεκδικεί την ανθρώπινη επαφή και την φιλία: Συγκατοικεί με τον Wilson, παλεύει να μαζέψει πάλι την παλιά του ομάδα, έρχεται πιο εύκολα σε επαφή με τους ασθενείς και δείχνει εμπράκτως το ενδιαφέρον του για εκείνους. Από την άλλη ερωτεύεται και ομολογεί τον έρωτά του και πληγώνεται.

Σε αυτό το σημείο ο House (η σειρά) διολισθαίνει στην απλοϊκή μεταφυσική του Κάρμα: Κάνει το καλό αναμένοντας κάποια έμπρακτη αμοιβή γι’ αυτό. Σε ανθρώπινο επίπεδο, αυτό φανερώνει το πεπερασμένο της απολύτου λογικής, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, καθιστά δηλαδή τον ήρωά μας ακόμα πιο συμπαθητικό στον θεατή. Σε μια ευρύτερη οπτική, αυτός ο (απλοϊκός) προβληματισμός και η συνεπαγόμενη λύση που δίνουν οι δημιουργοί της σειράς, φανερώνουν τα αδιέξοδα του δυτικού ανθρώπου.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, και ο έκτος κύκλος ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τον κεντρικό ήρωα. Το σχεδόν αναφέρεται σε δυο επεισόδια που περιστρέφονται, το πρώτο γύρω από τον Wilson, δείχνοντάς μας όχι μόνο την συναισθηματική του νοημοσύνη και το μέγεθος της συμπόνιας του, αλλά και ότι η διαγνωστική του ικανότητα και η ευφυΐα του δεν υστερεί του Χάουζ. Το άλλο μας περιγράφει ένα κρίσιμο 24ωρο της Cuddy, μιας δυναμικής γυναίκας, διευθύντριας ενός μεγάλου Νοσοκομείου, που δεν της αρκεί να είναι μόνο εξαιρετική γιατρός και μάνατζερ, αλλά παλεύει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της μητρότητας και ταυτόχρονα να παραμένει σέξι και ποθητή.

Φυσικά υπάρχουν εξελίξεις και δραματικές πλοκές που αφορούν και τους άλλους χαρακτήρες, τον Foreman, την Δεκατρία, τον Chase και την Cameron, τον Taub…

Ο έκτος κύκλος του House MD είναι ένας από τους καλλίτερους της σειράς -πιθανόν ο πιο συναρπαστικός. Όλη η ομάδα, παραγωγή, σκηνοθέτες, συγγραφείς, μοντέρ, ηθοποιοί, έχουν δουλέψει σκληρά και με επιτυχία -δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιον. Μόνο στον Hugh Laurie θέλω να αναφερθώ κλείνοντας αυτό το σημείωμα. Γιατί καταφέρνει να παίζει επί 6 χρόνια τον ίδιο χαρακτήρα χωρίς να τον τυποποιήσει σε γκριμάτσες και τικ, αλλά κάθε φορά, σε κάθε επεισόδιο να μας τον αποκαλύπτει από την αρχή, φρέσκο και συναρπαστικό. Σπουδαίος!

————————-

Sherlock Holmes vs House MD

Manu Chao

Πρέπει να ήταν άνοιξη του 1999 όταν ο αδελφός μου, και τότε συγκάτοικος, έφερε σπίτι το Cladestino.

Με τον αδερφό μου δεν ακούγαμε τότε την ίδια μουσική.

Ή, για να το πω πιο σωστά, ακούγαμε διαφορετικές μουσικές: Εγώ άκουγα σταθερά και φανατικά παλιά ρεμπέτικα κι ήμουν σε μια φάση εξερεύνησης της jazz και απόρριψης εκείνης της μουσικής που ονομάζουμε έντεχνο / Εκείνος άκουγε μέταλ, πιθανόν και λίγο ποπ -τέλος πάντων, τις μουσικές του δεν τις άντεχα. Κάθε CD που έφερνε στο σπίτι ήταν και μια καινούργια δοκιμασία για μένα, γι’ αυτό και κοιτούσα με αντιπάθεια τα γκόθικ εξώφυλλά τους.

Αλλά ετούτο εδώ που κρατούσε τώρα δεν είχε στο εξώφυλλο τύπους με στενά τζιν και έντονο eyeliner. Αυτό είχε έναν τύπο με την κιθάρα του να παίζει μπροστά σε μια ανοιχτή θάλασσα κι από πίσω τρεις νεαρούς αγκαλιασμένους να χαμογελούν ξέγνοιαστα και ζεστά.

Κι έπειτα το άκουσα -ομολογώ: Στα κλεφτά.

Κι ερωτεύτηκα τον ήχο: Οι ρυθμοί, οι μουσικές, οι ενορχηστρώσεις, οι γλώσσες περιέγραφαν έναν κόσμο ανοιχτό και δεκτικό, δοτικό, που λαχταρούσα κι επιδίωκα. Μια μουσική σαν κορίτσι που κάθεται με σταυρωμένα τα πόδια στο γρασίδι με το μπουκάλι την μπύρα δίπλα της.

Νομίζω ότι ποτέ δεν είπα στον αδερφό μου πόσο πολύ μου άρεσε ο Manu Chao. Νομίζω ότι άκουγα το CD κλεφτά, όταν εκείνος δεν ήταν στο σπίτι. Κι όταν τελείωσε η συγκατοίκησή μας, φρόντισα να του το κατακρατήσω και να το έχω στη δισκοθήκη μου μαζί με το Esperanza, το RBSS, το Mexico και τα άλλα δισκάκια του Manu (έτσι νόμιζα, δηλαδή, γιατί όταν επέστρεψα την τελευταία φορά από το Νησί, διαπίστωσα ότι η θήκη ήταν άδεια, χωρίς το CD…)

…Είναι καλοκαίρι. Οι πλατείες έχουν αδειάσει και γέμισαν οι παραλίες. Ερωτευόμαστε και τραγουδάμε και πίνουμε και χορεύουμε -ξεγνοιάζουμε. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ξεχνάμε.