Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2011

The Best Is Yet To Come

Μου έχει κολλήσει από το πρωί.

Το σφυρίζω διορθώνοντας χειρόγραφα, το βάζω να παίζει δυνατά όταν σηκώνομαι για να γεμίσω την κούπα με καφέ, το ανέβασα στο facebook, το τιτίβισα στο twitter, προσπάθησα ακόμα και να το πλασάρω στην τρίχρονη ανιψιά μου, που ήρθε εδώ μέσα για μια αγκαλίτσα:

Είναι το The Best is yet to come του Cy Coleman και της Carolyn Leigh με τον Franky (φυσικά!) από τον δίσκο It might as well be swing του 1964, που παίζει ο Count Basie και η ορχήστρα του, ενώ την παραγωγή έχει κάνει ο Quincy Jones. Ο δίσκος είναι ένας από τους καλλίτερους του Sinatra κι έχει και άλλα στανταράκια, μεταξύ των οποίων και το Fly me to the moon.

(Μη με ρωτήσετε πώς και γιατί, ειλικρινά δεν ξέρω να σας πω).

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις

Με αυτά τα λόγια αρχίζει η Παράγκα του Διονύση Σαββόπουλου:

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις

όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα

Σκεφτόμουν ότι αυτός είναι ο πρώτος, ο αναγκαίος όρος όχι μόνο για να συζητήσουμε και να συνεννοηθούμε, αλλά και για να δούμε κατά πού πάμε, να κινηθούμε. Να κοιτάξουμε προς την ίδια κατεύθυνση.

Ηγετίσκοι με μεσσιανικά σύνδρομα και οι κηπουροί-οπαδοί τους σε Βουλή, ΜΜΕ και social media προσπαθούν να μας εμποδίσουν να δούμε το ίδιο πράγμα σκορπίζοντας το βλέμμα μας εδώ κι εκεί. Εσχάτως εφευρέθηκε νέος στρεψόδικος φακός: Ο διαχωρισμός Ελλάδας και Έλληνα. «Θα πτωχεύσουμε τον Έλληνα», μας λένε με τον ξεδιάντροπο κομπασμό τους οι νέοι Μεσσίες και «Η πτώχευση των Ελλήνων δεν ισοδυναμεί με πτώχευση της Ελλάδας».

Λέμε καμιά φορά σε καφενεία ή επιστημονικά φόρα ότι ο Έλληνας μεγαλουργεί στο εξωτερικό, όπου τα πράγματα είναι διαφορετικά, αλλά εντός τον τρώει η μιζέρια. Λοιπόν, αυτή ακριβώς την μιζέρια δικαιώνουν και διαιωνίζουν ονομάζοντάς την «Ελλάδα».

Γιατί η έσχατη δοκησισοφία της Κυβέρνησης ένα πράγμα σημαίνει:

Θα πτωχεύσουν τον απλό πολίτη, που το μεγαλύτερο αμάρτημά του είναι πως εμπιστεύτηκε τυφλά ξανά και ξανά τους ίδιους και τα παπαγαλάκια τους και θα διατηρήσουν αλώβητο το σύστημα που τον ταλαιπωρούσε και τον εξευτέλιζε και συνεχίζει να τον ταλαιπωρεί και να τον εξευτελίζει.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα:

Η Ελλάδα μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Έλληνες; Και τι σόι πλούσια Ελλάδα πτωχών Ελλήνων είναι αυτή που μας ετοιμάζουν;

Και γιατί δεν κάνουμε το αντίθετο; Γιατί δεν πτωχεύουμε το κομματικό/επιχειρηματικό/μιντιακό σύστημα εξουσίας, που το ονόμασε «Ελλάδα» ο Αντιπρόεδρος Βου, και να αφήσουμε τους Έλληνες στην ησυχία τους;

Θα μου πείτε: Πώς θα κοπεί το πεπόνι αποφασίζει εκείνος που έχει το μαχαίρι. Και θα έχετε δίκιο.

Κ. Λαρδά: [Συναντήσεις με τον Νίκο Γκάτσο]

Εδώ, στο Σημειωματάριο, αγαπάμε ιδιαίτερα τον Νίκο Γκάτσο και στις δύσκολες στιγμές που περνάμε καταφεύγουμε συχνά στο έργο του, ανέσυρα μια μετάφραση, που είχα κάνει πριν από χρόνια, ενός αποσπάσματος της διδακτορικής διατριβής του ελληνοαμερικανού καθηγητή Κωνσταντίνου Λαρδά, Amorgos. Studies of a Poem by Nikos Gatsos (University of Michigan, 1966), η οποία δημοσιεύτηκε στα Νεφούρια του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου τον Ιούλιο του 2001. Είναι η πρώτη συστηματική μελέτη της Αμοργού. Ο Λαρδάς, ποιητής ο ίδιος, δεν μένει στον ξερό φιλολογικό σχολιασμό και ανάλυση της Αμοργού, αλλά περιγράφει πώς ο ίδιος ανακάλυψε τον ποιητή και το ποίημα, αλλά και μια Ελλάδα που αγνοούσε κατά το πρώτο του ταξίδι στην πατρίδα, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Από αυτό το αφηγηματικό και εξομολογητικό μέρος είναι το παρακάτω απόσπασμα. Ευχαριστώ ξανά και διαδικτυακώς την καλή μου φίλη Αγαθή Δημητρούκα, που με σκέφτηκε ως μεταφραστή του Λαρδά:

Τι σκότος κουβαλούσα επιστρέφοντας στον Πειραιά από την Σαντορίνη, σαν του Κέρβερου. Τι προσπάθειες τότε για να τελειώσω εκείνο το “Spartaric”, κι αμέσως μόλις ξεμπέρδεψα μαζί του, να βλέπω ότι δεν ήταν αρκετό για την Ελλάδα, να επιθυμώ ένα πιο αληθινό ποίημα γι’ αυτήν.

Κι ύστερα, μια νύχτα, σε κάποια Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής ποίησης[1], να διαβάζω τον τίτλο ενός ποιήματος: «Στου πικραμένου την αυλή». Να διαβάζω τον πρώτο στίχο «Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο», να διαβάζω κι όσους ακολουθούσαν και να αναγνωρίζω ότι αυτή είναι η Ελλάδα. Αυτή ήταν από τα πανάρχαια χρόνια.

Εκείνες οι τρεις στροφές τράβηξαν την απόλυτη προσοχή μου. Κάτω από το ποίημα διάβασα: «ΑΜΟΡΓΟΣ», 1943 κι ότι γράφτηκε από τον Νίκο Γκάτσο).  Αργότερα έμαθα ότι δεν επρόκειτο για ένα ποίημα από κάποια συλλογή, που ονομαζόταν Αμοργός, αλλά για μια διαστρεβλωμένη εκδοχή –στίχοι παρεμβάλλονταν μπερδεμένοι- κι ότι η Αμοργός ήταν ένα μεγάλο ποίημα. Το όνομα του ποιητή μου θύμισε τα λόγια της Ann Arbor στη Σοφία Στεριάδη[2]: «Πρέπει να συναντήσεις τον Γκάτσο. Είναι εξαίρετος ποιητής κι άνθρωπος». Μου θύμισε τα λόγια της Καίτης Μυριβήλη[3]: «Δεν έχει δημοσιεύσει τίποτα εδώ και είκοσι χρόνια». Μου θύμισε ότι τον Δεκέμβριο είχα δει από το Βασιλικό Θέατρο στην Αθήνα «Το σπίτι της Μπερνάλντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Μου θύμισε τη γριά, που ήταν από την Αμοργό, στο πλοίο από την Σαντορίνη. Μου θύμισε τους φόβους μου, όταν για μήνες τριγυρνούσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να συναντήσω τους ζωντανούς ποιητές της Ελλάδας που αγαπάω. Τα θυμήθηκα όλα αυτά, και τηλεφώνησα στον ποιητή, να του ζητήσω να συναντηθούμε, αν ήταν δυνατόν, την επομένη.

Η συνάντηση έγινε στις 30 Ιανουαρίου 1963 στου Φλόκα, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Ρώτησα τον σερβιτόρο κι έμαθα ότι «ο κύριος Γκάτσος δεν αφίχθη ακόμη». Αναμονή πέντε λεπτών, και βλέπω ένα γίγαντα να μπαίνει –τα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του σερβιτόρου και στράφηκαν πάνω μου. Χαιρετισμός.

Και για ποιο πράγμα να του μιλήσω, εκτός από το να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τρεις στροφές από το ποίημά του και για την δουλειά του στον Λόρκα που είδα κι άκουσα. Καθίσαμε, παραγγείλαμε καφέδες, κι εγώ, ο ξένος, να ξεφουρνίζω αμέσως κι ηλιθιωδώς, βάναυσα, την ερώτηση: «Γιατί δεν γράψατε τίποτα τα τελευταία είκοσι χρόνια;» Και, ναι, πριν την ολοκληρώσω ακόμα, να αντιλαμβάνομαι τον φθόνο που έκρυβε μέσα της.

Κι εκείνος, τα μάτια του να πέφτουν στον καφέ. Κι εγώ, να βλέπω ένα φευγαλέο τρεμούλιασμα στα χείλη του. Και ν’ απαντά: «Ποιήματα μου έρχονται εύκολα. Δύσκολο είναι να κάνεις ποίηση. Να λες τις αλήθειες».

Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που οι σερβιτόροι κοίταζαν ευγενικά. Που ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις ήρεμα συμφωνούσε μαζί του από το διπλανό τραπέζι. Που τον πλησίασε με σεβασμό ο Νάνος Βαλαωρίτης, ποιητής κι εγγονός του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Που σηκώθηκε για να χαιρετήσει, μ’ ένα απλό φιλί στο μάγουλο, έναν νεαρό αμερικανό που ερχόταν από την Κρήτη.

Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, που όταν του ζήτησα το πλήρες κείμενο της Αμοργού, γιατί είχε εξαντληθεί πριν από πολλά χρόνια, απάντησε: «Συγχώρεσέ με αλλά δεν έχω αντίτυπο του ποιήματος»! Δεν ήξερα αν μου έλεγε την αλήθεια ή αν από τη μεριά του αναρωτιόταν: «Ποιος είναι αυτός εδώ που μ’ αναζητάει;» Ή αν απλώς ήθελε χρόνο για να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. «Τι σεμνός άνθρωπος», σκέφτηκα. Και «ποιος είμαι εγώ, ο ξένος, που θα πρέπει να μου δώσει το ποίημα του».

Κι όμως εκείνες οι λέξεις του Γκάτσου αντιλαλούσαν στ’ αυτιά μου μαζί με το στιγμιαίο τρεμούλιασμα των χειλιών που του προκάλεσα ―κι ορκίστηκα ότι πρέπει να εξιλεωθώ γι’ αυτό. Κι έλπιζα ότι μέσω αυτής της εργασίας, ίσως θα μπορούσε να βγάλει τα ποιήματα που έκρυβε για καιρό βαθιά στην καρδιά του.

Ο νεαρός αμερικανός που ο Νίκος Γκάτσος σηκώθηκε για να χαιρετήσει ήταν ο Charles Haldeman[4]. Κι επρόκειτο για μια απροσδόκητη συνάντηση, αφού είχε επιστρέψει μόλις της προηγούμενη ημέρα από την Κρήτη, κουβαλώντας μαζί του τα χειρόγραφα του πρώτου μυθιστορήματός του, τον τίτλο του οποίου δεν είχε οριστικοποιήσει ακόμη: The Sun’s Attendant ή Attendant to the Sun. «Δεν αναφέρεται στην Ελλάδα», είπε, «αλλά στη μεταπολεμική γενιά της Γερμανίας. Αλλά, αν δεν ερχόμουν στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να γραφεί».

Μετά μιλήσαμε για ποιητές: Τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Σεφέρη, και τον Καβάφη. Μιλήσαμε για τον Παλαμά ως ποιητή κι ως κριτικό, κι ο Γκάτσος ανέφερε ότι εργαζόταν σε ένα δικό του δοκίμιο για την ποίηση, «Η μνηστή του Θανάτου». Μιλήσαμε για τον Whitman και για τον Poe και για τον Hopkins κι εκείνος απαλά ρώτησε: «Τι θαύμα συνέβη στη Νέα Αγγλία και μας έδωσε μια Miss Emily!»

Κι έπειτα, σαν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ο Charles Haldeman, όρθιος, μας είπε για τον Μέγα Αλέξανδρο, που κάποτε διάταξε έναν σοφό Ινδό, από τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια του σπιτιού του, να του αποκαλύψει το μυστικό της ζωής. Ο σοφός αρνήθηκε κι ο Αλέξανδρος σήκωσε το σπαθί του για να τον φοβίσει λέγοντας: «Θα μου το πεις ή θα πεθάνεις!» Αλλά ο σοφός κοίταξε ψηλά και του απάντησε γαλήνια: «Δεν μπορείς να με σκοτώσεις». Τότε ο Αλέξανδρος, μόλις το άκουσε αυτό, έβαλε το σπαθί στο θηκάρι και προχώρησε. Αυτό μου θύμισε ότι κάποτε ο Διογένης, όταν τον ρώτησε ο Αλέξανδρος τι μπορεί να κάνει για εκείνον, του απάντησε να σταθεί λίγο πιο πέρα για να τον ζεσταίνει ο ήλιος.

Χαμογελάσαμε ευγενικά και ήρεμα, κι είδα τον νεαρό αμερικανό σαν τον Αλέξανδρο και τον ποιητή, που καθόταν μπροστά μας, σαν τον σοφό και άγιο άνθρωπο. Πόσο ήμερος, πόσο αρχοντικός μου φάνηκε, πριν νιώσω την απρόσμενη δύναμη του ποιήματός του.

Η πρώτη μου συνάντηση με τον ποιητή, ήταν σαν την πρώτη συνάντηση με το ποίημα του: Το ένα επιβεβαίωνε το άλλο. Καθώς φεύγαμε, ο Νίκος Γκάτσος στάθηκε για να κουβεντιάσει με τον Μάνο Χατζιδάκι, κι έμεινα για λίγα λεπτά με τον Charles Haldeman στην οδό Βενιζέλου. Ο οποίος μου μίλησε με λόγια θλιμμένα, αλλά κατηγορηματικά για τον φίλο του: «Όσοι μαζεύονται στο Brazilian βρίσκουν διάφορους τρόπους για να πληγώσουν τον Νίκο. Τον αποκαλούν τεμπέλη κι ονειροπόλο, αλλά αν ανοίξει το κουτί της Πανδώρας που κατέχει, θα καταστρέψει όλη την Ελλάδα. Είναι ένας ευρωπαίος ποιητής».

Πώς μπορεί κανείς να εξάγει κάποιο συμπέρασμα από την σιωπή ενός ποιητή, ή έστω να εικάσει; Κι αν δεν ήταν, σκέφτηκα, η τέλεια σιωπή, ήταν η σιωπή της αναζήτησης της τελειότητας, εκείνης της τελειότητας που κι ο Σολωμός αναζητούσε. Αλλά εδώ ήταν, αιστάνθηκα, και η μοναδικότητα: Γιατί ο Σολωμός δούλευε επί είκοσι χρόνια τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, χωρίς ποτέ να τους τελειώσει, ενώ, αντίθετα,  ο Γκάτσος έγραψε στα νιάτα του ένα ολοκληρωμένο έργο και μετά σταμάτησε να γράφει.

Πέντε εβδομάδες μετά την πρώτη μας συνάντηση, έφερε κάποια μέρα ένα βιβλίο στου Φλόκα και μου τό ‘βαλε στα χέρια. «Είναι ενός φίλου, δικηγόρου. Του ζήτησα να μου το ‘δανείσει’ και δεν νομίζω ότι θα του λείψει. Θέλω να το κρατήσεις». Επέστρεψα στο σπίτι βιαστικά, και με άγρυπνο μάτι και άγρυπνη καρδιά διάβασα την Αμοργό.

Κι έπειτα από τις 6 έως τις 12 Μαρτίου κάθε μέρα, όλη μέρα να δουλεύω την μετάφραση της Αμοργού στα αγγλικά. Να δουλεύω με στοχασμούς ελληνικών λέξεων που καίνε, και συνάμα να συνειδητοποιώ τις διαφορές στον ήχο, να βλέπω ότι ποτέ δεν θα γίνει το ίδιο, μα να εξακολουθώ να θέλω και να επιμένω στην μεγαλοσύνη του ποιήματος. Κι έπειτα, εκείνη την ημέρα του Μαΐου, όταν πια είχα την οριστική μορφή της μετάφρασης, να κάθομαι με τον Γκάτσο, να δουλεύω μαζί του εξηγώντας του τι έκανα ή τι ήθελα να κάνω.

Τώρα όμως, κοιτάζοντας την Αμοργό, ξεφυτρώνουν αναμνήσεις των συναντήσεών μου με τον ποιητή. Κάποιο απόγευμα στου Φλόκα, ένας έλληνας μουσικός, που ζει στην Γερμανία, μίλησε για την τραγική ζωή του καλλιτέχνη. Ο Γκάτσος τον άκουσε ασάλευτος σαν πέτρα κι είπε στον νεαρό: «Καμιά τραγωδία δεν συντελέστηκε όταν ο Ντοστογιέφσκι καταδικάστηκε σε θάνατο. Ίσως να επρόκειτο για μια τραγική στιγμή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ‘ζωή’ του καλλιτέχνη ήταν τραγική. Η τραγωδία υπάρχει μόνο στις ζωές των ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονται».

Ο Γκάτσος μίλησε για τον άνθρωπο της Μεσογείου και άναυδος ο μουσικός είπε: «Ω, μην αυτοπεριορίζεστε κατ’ αυτόν τον τρόπο». Κι ο Γκάτσος ανταπάντησε ότι «Πρώτα είμαι Έλληνας και μετά Μεσογειακός». Παρεμβλήθηκα: «Όταν είσαι Έλληνας είσαι παγκόσμιος», κι αυτό χτύπησε άσχημα στον μουσικό, κι άρχισε να μας λέει για τους Γερμανούς, οι οποίοι έχουν διαποτιστεί από την μελέτη των κλασικών γραμμάτων, και οι οποίοι, σίγουρα, θα κατανοούν καλλίτερα τι είναι Ελληνικότητα. Μίλησε για τις δόξες και τις ανακαλύψεις της Αναγέννησης, που οφείλονται στην Ελλάδα, κι ο Γκάτσος είπε: «Οι Βυζαντινοί δεν ήξεραν την κλασική Ελλάδα, αλλά, παρά την άγνοιά τους, ήταν Έλληνες». Μίλησε για τους αγρότες, τους άντρες και τις γυναίκες, που γονατίζουν μπροστά απ’ τις εικόνες, κι απευθύνονται στον Αϊ – Γιάννη ή την Παναγιά με τον ίδιο τρόπο που θα μιλούσαν ή θα ικέτευαν ή θα προσεύχονταν στον αδερφό τους ή την μάνα τους. Τι έχει να κάνει, λοιπόν, η γνώση με το βίωμα.

«Ο ποιητής θα πρέπει να είναι ανώνυμος, όπως κι ο άγιος». Σιγά – σιγά, άρχισα να καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Γκάτσος με αυτά τα λόγια. Γνωρίζουμε το όνομα του ποιητή, αλλά δεν έχουμε ουσιαστική γνώση της εσωτερικής ή της εξωτερικής του ζωής, εκτός από εκείνα που θα μάθουμε από το ποίημα. Ότι, δηλαδή, το γραπτό μπορεί να ζήσει όπως ζει ο ‘βίος’ ενός αγίου. Ότι εκείνο που υφίσταται ο άγιος, είναι εκείνο που νιώθει και βλέπει ο ποιητής, και μπορεί να είναι εκείνο που, μέσα από την φρίκη, δημιουργεί την αγιοσύνη.

Κάποια μέρα μίλησε για τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια: Πως τους καλοκαιρινούς μήνες κοιμόταν κάτω από τέντες, ακούγοντας τα τραγούδια και τις ιστορίες των τσιγγάνων που δούλευαν στα ορεινά χωράφια του πατέρα του. Πως μετά ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, ήθελε να γίνει σπουδαίος αρχιτέκτονας. «Φυσικά ήταν ανοησία, το να θέλω να γίνω σπουδαίος, αλλά, όταν ήμουν νέος, ένιωθα ότι τίποτε άλλο δεν θα ήταν πιο ‘χρήσιμο’ για τον κόσμο μου».

Μιλούσε ακόμα και για έργα που δούλευε, για μια τριλογία ποιημάτων: «I. Ισπανική Ραψωδία (Μετά Ραβέλ)», «ΙΙ. Γεωγραφία Πελοποννήσου», «ΙΙΙ. Χριστός, ο Κηπουρός».

Έτσι έμαθα ότι εργαζόταν, και στο τέλος ανακάλυψα ότι δεν έπασχε από αδυναμία δημιουργίας, αλλά από ένα είδος αυθυποβολής. Το αντιλήφθηκα από κάποια φευγαλέα λόγια που είπε κάποτε: «Ο φίλος μου ο Ελύτης παρέβη την υπόσχεση που δώσαμε να μην δημοσιεύσουμε ξανά». Κι ούτε ποτέ τον ξαναρώτησα, επειδή θυμόμουνα τα απερίσκεπτα λόγια μου: «Γιατί δεν γράψατε τίποτα αυτά τα είκοσι χρόνια;» Επειδή θυμόμουνα το τρεμούλιασμα στα χείλη του. Ποτέ δεν τον ξαναρώτησα, απλώς κατάλαβα τι υπόσχεση ήταν και γιατί.

Ήξερα όμως ότι εργαζόταν, κι αργότερα έμαθα από την Καίτη Μυριβήλη: «Ναι, μίλησε για πρώτη φορά για αυτά τα ποιήματα το 1957. Δεν πρόκειται να τα τελειώσει ποτέ». Και θυμάμαι τις επικρίσεις της, όταν κάποτε του μίλησε για την μεγάλη απογοήτευση που προκάλεσε, ότι ‘πρόδωσε’ τους ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον πίστευαν κι έλπιζαν σε κείνον, και πως της αποκάλυψε αυτό που είχε πει και σε μένα κατά την πρώτη μας συνάντηση: «Τα ποιήματα μου έρχονται εύκολα»: «Δώσε μου ένα θέμα, Καίτη», κι αυτή του είπε ένα θέμα για να της γράψει, κι εκείνος κάθισε μπροστά της, κι έγραψε, κι όταν εκείνη το διάβασε έμεινε κατάπληκτη, αλλά εκείνος έσκισε το ‘ποίημα’ και πέταξε τα κομμάτια στο πάτωμα δηλώνοντας: «Αυτό δεν είναι ποίηση».

Κι όταν έφευγα για το ταξίδι στην Αμερική το 1963, μου είπε: «Σύντομα θα τελειώσω τα τρία ποιήματα και θα τα εκδώσω». Αλλά από τότε τα ποιήματα δεν έχουν έρθει ακόμα. «Δεν φαίνεται να δουλεύει… Χρειάζονται τρεις μέρες δουλειάς αυτά τα παλιά ποιήματα, αλλά δεν μπορεί να καθίσει κάτω και να την κάνει. Λέει ότι είναι τεμπέλης»[5].

Από τον καιρό που τον γνώρισα, η Αμοργός ξανακυκλοφόρησε στην Αθήνα, τον χειμώνα του 1963, με σχέδια του πιο φημισμένου ζωγράφου της Ελλάδας, του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Και από τότε, αλλά και κατά τα προηγούμενα χρόνια έχει γράψει τραγούδια που μελοποιήθηκαν από τους συνθέτες Μ. Χατζιδάκι και Μ. Θεοδωράκη, τα οποία τραγουδιούνται από όλους τους Έλληνες του κόσμου. Έχει δουλέψει μεταφράσεις του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και αρχαίων κειμένων, κι έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ραδιόφωνο της Ελλάδας, ετοιμάζοντας φιλολογικά προγράμματα. Και κάθεται και στου Φλόκα κάθε απόγευμα, κι άνθρωποι πηγαίνουν και κάθονται κοντά του και μαθαίνουν από τα λόγια και την ‘παρουσία’[6] του. Αλλά εκείνα τα τρία ποιήματα, που χρειάζονται τρεις μέρες δουλειάς, δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν δόθηκαν στους Έλληνες, παραμένουν εντός του.

Κάποια μέρα, που μιλούσαμε για τις μεταφράσεις του από τα Ισπανικά, μου είπε: «Κανένας ποιητής δεν περιμένει ‘αναγνώριση’ μεταφράζοντας. Είμαι Έλληνας και γράφω Ελληνικά». Ναι, αυτή είναι η ουσία του ποιητή. Γιατί ένας αληθινός ποιητης «ποτέ δεν γίνεται κατανοητός έξω από την πατρίδα του. Ένας αληθινός ποιητής είναι απόλυτα μη μεταφράσιμος».

Γνωρίζω λοιπόν, ότι αυτό που προσπαθώ να κάνω σαν αναπλάστης, σαν μεταφραστής, είναι αδύνατο, κι ότι βασικά είναι μια επιθυμία. Κι ότι πρέπει να είναι μια προσπάθεια μόνο για να τιμηθεί ό,τι ένιωσα κι ό,τι αγάπησα.


[1] Άρης Δικταίος, Ανθολογία Συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως. 1930 – 1960, Αθήνα 1961, σελ. 108

[2] Σοφία Στεριάδη: Φοιτήτρια της Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Michigan

[3] Κάτια Μυριβήλη: Βοηθός της American Cultural Attache ατην Αθήνα, και εκδότις του ετήσιου  Fulbright Review

[4] Charles Haldeman, The Sun’ s Attendant, New York 1964

[5] Από επιστολή της Elizabeth Meese της 15ης Ιουνίου 1965

[6] Από επιστολή του Charles Haldeman της 29ης Αυγούστου 1964: «Ι saw Nicos briefly in Athens last week … and (he) is still the person for whose presence I am most grateful.»

Τέλος Εποχής

Αν θέλετε να μάθετε το μέλλον, μπορείτε πολύ απλά να ρωτήσετε τους μεγαλύτερους, παππούδες, γονείς, θείους, να σας μιλήσουν για την δεκαετία του ’50, τότε που στην Ελλάδα, τη χώρα που υπέστη τις μεγαλύτερες καταστροφές από οποιαδήποτε άλλη κατά την διάρκεια της Ναζιστικής Κατοχής, τελείωνε ο Εμφύλιος πόλεμος. Οι μισθοί και η ανεργία που προβλέπουν τα νέα μέτρα που λαμβάνει η Τροϊκανή Κυβέρνηση μας πάνε εκεί και μάλιστα πολύ σύντομα.

«Είμαστε σε πόλεμο» κραυγάζουν οι Κυβερνητικοί στα μικρόφωνα, αλλά νομίζω ότι και αυτό είναι ένα ακόμα από τα ψέματά τους. Διότι ο πόλεμος έγινε και τελείωσε, αγαπητοί μου, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Δεν είναι δικό μας σφάλμα που ζούσαμε αμέριμνοι ενώ σκληρές μάχες διεξάγονταν, καθώς ήταν ένα νέο είδος πολέμου, που όμοιό του η ανθρωπότητα δεν πρέπει να είχε ματαζήσει, αθόρυβου, ύπουλου, αποτελεσματικού. Κι εμείς ηττηθήκαμε ολοσχερώς:

Χάσαμε στο πεδίο των αξιών –μόνοι μας απεμπολήσαμε οράματα και ιδανικά αιώνων για να κερδίσουμε την ευζωία.

Χάσαμε στο πεδίο της ευημερίας –τι να λέμε τώρα; Όλα αποδείχτηκαν φούσκα, οι επιτήδειοι και οι καπάτσοι κάναν την μεγάλη μπάζα εις βάρος της Μεσαίας Τάξης.

Χάσαμε και την εθνική μας ανεξαρτησία, όση τέλος πάντων από αυτή είχαμε –οι νέοι ηγεμόνες καρπαζώνουν δημοσίους εκείνους που εκλέξαμε. Η αποκαλούμενη «Ελληνική Κυβέρνηση» δεν έχει πια ούτε δικαίωμα να συζητά τα μέτρα που αποφασίζουν οι ηγεμόνες, μόνο να τα προσυπογράφουν μπορούν.

Τέλος οι ψευδαισθήσεις λοιπόν: Ο πόλεμος τελείωσε και έχουμε ηττηθεί. Τέλος τα δάκρυα, τέλος και οι λεονταρισμοί. Τέλος, κυρίως, η μπουρδολογία που προσπαθεί να ωραιοποιήσει την κατάσταση. Όλοι ξέρουμε ότι τα αγαθά που ο μέσος έλληνας θεωρούσε τα τελευταία 30-40 χρόνια λίγο-πολύ δεδομένα (στέγη, τρεχούμενο νερό, ηλεκτροδότηση, θέρμανση το χειμώνα, ένα πιάτο φαγητό κάθε μεσημέρι…), θα είναι πλέον ζητούμενα για πολλούς συμπολίτες μας που μέχρι χτες ήταν μικρομεσαίοι.

Τι μας μένει λοιπόν;

Νομίζω δύο πράγματα:

Η δίψα για εκδίκηση και η δυνατότητα να συμμετέχουμε στο χτίσιμο του αύριο. Αυτά τα δυο είναι το αποκούμπι και η ελπίδα μας. Οι δυο απαραίτητες προϋποθέσει για να μπορέσουμε όσο το δυνατόν πιο συγκροτημένα, σαν κοινωνία, να προχωρήσουμε. Αν η πολιτική μας τάξη, τα ΜΜΕ και οι επιχειρηματίες που την στηρίζουν (αλληλοστηρίζονται δηλαδή) νομίζουν ότι θα ξεφύγουν από τον εφιάλτη που δημιούργησαν με κωμωδίες τύπου «Εξεταστικές των πραγμάτων» και «Προανακριτικές» επιτροπές ή Ειδικά Δικαστήρια σαν αυτά που ανέβασαν από το ’90 και μετά, είναι πολύ γελασμένοι. Ειδικά όταν το σύστημα έχει ραγίσει και ακούγονται όλα αυτά τα ανατριχιαστικά πράγματα για αλλοιωμένα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για να παρουσιαστεί η Ελλάδα σαν Τιτανικός και να οδηγηθεί στην αγκαλιά της Τρόικας.

Και βέβαια πρέπει εμείς, οι απλοί και οι ανώνυμοι, που δεν μοιραζόμαστε την «κοινή» (κοινότατη την ονόμαζε ο Χατζιδάκις) λογική των κάθε είδους επαγγελματιών της εξουσίας, εμείς που αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες των ανθρώπων, των συνανθρώπων μας, και δεν νοιαζόμαστε για τις επιθυμίες των αγορών, να έχουμε κι εμείς, για πρώτη φορά στην ιστορία, αποφασιστικό λογο στην χάραξη του αύριο. Κι αυτό, επειδή δεν πρόκειται κανείς να μας το χαρίσει, πρέπει να το διεκδικήσουμε με κάθε δυνατό τρόπο.

*    *    *

Δεν ξέρω, αλλά αυτές τις μέρες βρίσκω παρηγορητικό και εμπνευστικό τον λόγο του Στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη:

«Άμα ζήσω θα τους γαμήσω, άμα αποθάνω, θα μου κλάσουνε τον μπούτζον»

Σημειώσεις από έναν μέσα Σεπτέμβρη

1. Για να μπορέσω να συγκεντρωθώ φεύγω, πηγαίνω στο χωριό, χωρίς ίντερνετ και σταθερό τηλέφωνο, με κλειστό το 3G. Ξυπνάω αργά, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας. Στ’ αριστερά μου πάνω απ’ το νιπτήρα ένα παράθυρο που βλέπει στις αχλαδιές. Το ψυγείο, οι καρέκλες, το φουρνάκι, το ντιβάνι, όλα είναι καλυμμένα με βιβλία και χαρτιά. Σε αυτό το σκηνικό περνάω όλη τη μέρα –μερικές φορές κάθομαι έξι και εφτά ώρες στην καρέκλα χωρίς να σηκωθώ, χωρίς να βάλω στο στόμα μου τίποτα άλλο από καφέ. Κατά τις εφτάμιση πηγαίνω για κολύμπι. Στην παραλία μια παρέα συνταξιούχων και δυο ζευγάρια γύρω στα 25 με 30. Ηλιοβασίλεμα – τα πάντα κόκκινα. Βουτάω…

2. Αν μη τι άλλο, στην Ήπειρο ζεις όλες, και τις τέσσερις, εποχές. Χρόνια μακριά, είχα σχεδόν λησμονήσει πώς είναι ο Χειμώνας να είναι Χειμώνας, η Άνοιξη, Άνοιξη, το Καλοκαίρι, καλοκαίρι και το Φθινόπωρο, Φθινόπωρο. Ναι, ακόμα και τούτο το ξηρό και ζεστό Φθινόπωρο είναι Φθινόπωρο και όχι μια επέκταση του Καλοκαιριού. Ο αέρας που έρχεται από τα βουνά είναι πιο διάφανος, πιο λεπτός, δεν έχει την παχύτητα του θερινού νοτιά.

Το Φώς.

Περνάω τις μέρες μου μέσα, καθισμένος σ’ ένα γραφείο, σηκώνω πότε-πότε το κεφάλι και κοιτάζω έξω από το παράθυρο εν είδει διαλείμματος. Βλέπω το φως τώρα, του Σεπτέμβρη να είναι πιο απαλό, χωρίς θερινή τραχύτητα, να σκεπάζει με ευγένεια τα φρέσκα χόρτα, να ζεσταίνει ήπια τα κεραμίδια.
Τα χρώματα –δεν έχω να πω τίποτα γι’ αυτά. Δεν μπορώ δηλαδή. Το βλέπετε: Με τον λυρισμό δεν τα πάω καλά. Σχεδόν δεν μπορώ να θαυμάσω…

3. Ψάχνω χρόνο για περπάτημα. Μόνος. Γρήγορο βάδισμα για δυόμιση, τρεις ώρες. Όχι μέσα στην πόλη, όχι δίπλα σε αυτοκίνητα.

Νομίζω δεν σκέφτομαι τίποτα.

4.  Συνειδητοποιώ ότι δεν τα πάω πολύ καλά με τις ιδεολογίες –εννοώ αυτό που λέμε «ιδεολογία» την καθομιλουμένη. Όχι γιατί τις χωρίζει σχεδόν τίποτα από τις αερολογίες, αλλά γιατί περιορίζουν, φυλακίζουν. Εύκολα, αυτονόητα σχεδόν, καταντούν ένας ακόμα στρατωνισμός. Αλλά με τις θητείες εγώ έχω τελειώσει και δεν ανέχομαι πλέον κανένα λοχία πάνω από το κεφάλι μου, ακόμα κι αν αυτός δεν είναι παρά κάποιες αφηρημένες αρχές [το πόσο αφηρημένες μπορούν οι αρχές (ό,τι εννοούμε αρχές στην καθομιλουμένη δηλαδή) μιας ιδεολογίας (στην καθομιλουμένη πάντα) να είναι, είναι άλλο ζήτημα. Ή μάλλον: Ούτε καν είναι].

Τι μένει τελικά;

Δυο πράγματα: Η εμπειρία και η αξιοπρέπεια.

Εκείνα που έχω ζήσει και αυτό που ζω είναι που καθορίζουν τη στάση μου και όχι οι κοινές «ιδεολογίες»/ιδεοληψίες.  Τα όνειρά μου και οι επιθυμίες μου –κι αυτά στην εμπειρική σφαίρα λογίζονται.

Από μια άποψη ήρωάς μου είναι ο δύσπιστος Θωμάς: Θέλω κι εγώ, μαζί του, να βάλω το δάχτυλό μου στην πληγή, να ψηλαφίσω για να πιστέψω. Ίσως να ζηλεύω εκείνους που αρκούνται στα λόγια και τα κηρύγματα, τις εκκλήσεις και τις στατιστικές, πιθανόν να ήθελα να είμαι κι εγώ λίγο σαν αυτούς, πιο χαλαρός, πιο ευέλικτος, ίσως και πιο χαρούμενος. Αλλά δεν είμαι.

Την αξιοπρέπεια μού είναι πιο δύσκολο να την εξηγήσω. Ξέρω ότι είναι μια κάπως αστεία λέξη –θυμίζει Απόστολο Τεγόπουλο και Στέλιο Καζαντζίδη, απλουστευτικές αξίες παλιάς εποχής. Για μένα όμως είναι ζωτικής σημασίας. Νομίζω στο 3ο ή το 4ο έτος κατάλαβα πως δεν θα μπορούσα να συνεχίσω αν δεν διατηρούσα την εσωτερική μου ακεραιότητα. Κι από τότε αυτό κάνω. Αυτό προσπαθώ.

Πολυέξοδο χόμπι…

5.  Οι ποσότητες καφέ που καταναλώνω αυξάνονται επικίνδυνα…

—————-

Οι φωτογραφίες από μια μέσα Φθινοπωρινή Ευτυχία

Σημείο μηδέν

Μετά την ένταση του Σαββατοκύριακου της ΔΕΘ τα πάντα στην κοινωνία φαίνεται να έχουν παγώσει. Βλέπω στο τουίτερ: Χθες σχολιάσαμε λίγο τα όσα διαδραματίστηκαν το προηγούμενο 48ωρο και μετά σιωπή. Ειδικά σήμερα το πρωί, τα τουίτ που αναφέρονταν στις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις ήταν ανόρεχτα και επιτηδευμένα. Δεν είχαν τίποτα από τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό των προηγούμενων εβδομάδων. Τα δελτία ειδήσεων, οι ραδιοφωνικές εκπομπές και, πιο άμεσα, οι παρέες στις καφετέριες, τα τηλέφωνα με τους φίλους, όλα παγωμένα ασχολούνται κι αναφέρονται σε άλλα θέματα.

Συνειδητοποίησα αίφνης ότι το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε στις φοιτητικές κινητοποιήσεις για τον νόμο Διαμαντοπούλου: Υποτονικές και άκεφες. Δεν είναι μόνο η κούραση (της κοινωνίας και των φοιτητών) από τις δυναμικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων ετών, ούτε φυσικά έχουν πειστεί ότι η διδασκαλία και η συμμετοχή επί πληρωμή συνταξιούχων μελών ΔΕΠ θα αναβαθμίσει τις σπουδές τους και θα διασφαλίσει το μέλλον τους. Και η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει πως οι απειλές Διαμαντοπούλου ότι θα χαθεί το εξάμηνο δεν είναι σε καμιά περίπτωση καθοριστικές. Νομίζω ότι οι φοιτητικές κινητοποιήσεις αποτυπώνουν την πρωτοφανή ηττοπάθεια και απαισιοδοξία που διακατέχουν την Ελληνική κοινωνία αυτή την εποχή. Όταν βλέπεις τα πάντα γύρω σου να καταρρέουν και να καταστρέφονται, όταν όλα τελειώνουν και τίποτα δεν αρχίζει, όταν δεν υπάρχει κανένας θετικός στόχος μπροστά σου, όταν δεν υπάρχει καμιά -μα καμιά!- προοπτική, καλή προοπτική για σένα, για ποιο μέλλον να αγωνιστείς και να παλέψεις και να διεκδικήσεις;

Αν αυτή τη στιγμή οι πολίτες μένουν σιωπηλοί, αν οι πλατείες είναι άδειες, αν σιγά-σιγά οι σχολές ανοίγουν και οι γονείς σιωπηλοί πηγαίνουν τα παιδιά τους στα σχολεία με αδειανές σάκες, δεν είναι γιατί πείστηκαν από κάποιο φοβερό και τρομερό επιχείρημα, ούτε γιατί επικράτησε κάποιο γαμάτο και εθνοσωτήριο ιδεολογικό ρεύμα. Είναι γιατί η Ελληνική κοινωνία μαραζώνει.

Τελικά το μόνο που δημιουργεί κάποια κύματα στην κοινωνία είναι η αγανάκτηση και η απόγνωση.

Λέω μερικές φορές: Αυτή η οργή, το μίσος που συσσωρεύεται, που κάνει τους συμπολίτες μου να βγαίνουν στους δρόμους, έχει κάτι το θετικό γιατί πρέπει όχι μόνο να γκρεμίσεις τη σαθρή κατασκευή για να μπορέσεις να φτιάξεις μια καινούργια και στέρεη, αλλά να σκάψεις και να την ξεθεμελιώσεις, να εξαλείψεις κάθε ίχνος της. Υπό αυτή την έννοια μια δύναμη αναδημιουργίας, η απαραίτητη προϋπόθεση για να χτιστεί το μέλλον που θα μας δίνει χαρά.

Υπάρχει όμως κι ένας μεγάλος κίνδυνος: Η οργή μας να καταστρέψει τα πάντα, που σημαίνει, να καταστρέψει κι εμάς τους ίδιους. Κι αν κρίνω από την ευκολία που η μια κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα στρέφεται εναντίον της άλλης, το κουμπί της αυτοκαταστροφής έχει ήδη πιεστεί.

Δεν φωνάζω «ψυχραιμία», δεν συστήνω τίποτα.

Λέω απλώς ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο που με σχετική ευκολία μπορούμε να ξεφορτωθούμε τα παλιά τοτέμ και ταμπού, που μας βάραιναν και μας καθήλωναν για δεκαετίες. Νομίζω ότι έχουμε την δυνατότητα να δημιουργήσουμε επιτέλους μια καινούργια γλώσσα, που θα εκφράζει τον καθέναν από μας, κυριολεκτικά, χωρίς ξεπερασμένα ρητορικά σχήματα και ανακυκλωμένα ευφυολογήματα. Ας αφουγκραστούμε μόνο τον μέσα μας εαυτό…

Μετά τη ΔΕΘ

Αυτές τις μέρες συμπληρώνουμε 2 χρόνια χωρίς καμία, ούτε μια καλή είδηση και ενάμιση χρόνο που η κάθε επόμενη βδομάδα είναι πιο κρίσιμη και πιο δύσκολη από την προηγούμενη. Και, όπως μας τα περιγράψανε οι κκ. ΓΑΠ και Βενιζέλος το επόμενο προβλεπτό διάστημα μόνο κακές ειδήσεις θα έχουμε να λαβαίνουμε.

Κι όσοι διαβάσαμε το ρεπορτάζ του σημερινού ΒΗΜΑτος, συνειδητοποιήσαμε πως κι αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια: Η εφημερίδα αποκαλύπτει ότι το καλό σενάριο πλέον είναι η «βαλκανικοποίηση» της οικονομίας, που σημαίνει: Μεγάλη ανεργία και χαμηλό βιωτικό επίπεδο -ο ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια, που διάβασε χθες ο Πρωθυπουργός.

Για «βαλκανιοποίηση» μίλησε στο Σκάι πριν από λίγες μέρες και ο πρώην υπουργός κ. Κρεμαστινός σε μια συνέντευξη που στην ιστοσελίδα παίχτηκε σαν πρώτο θέμα, δείχνοντας ότι το σύστημα (ό,τι τέλος πάντων εννοούμε ως σύστημα) συνολικά κατευθύνεται προς αυτή την λύση. Το αν θα την εφαρμόσει ο κύριος ΓΑΠ, ο Ε. Βενιζέλος, ο Σαμαράς ή ο Καρατζαφέρης, όλοι μαζί ή μέσω κάποιου άλλου, έχει τη σημασία του βέβαια, όχι μόνο για συμβολικούς, αλλά και για ουσιαστικούς λόγους, αλλά, όπως και να το κάνουμε είναι δευτερεύον.

Πρωταρχικής σημασίας είναι όλοι μας, όλοι οι πολίτες, όλος ο λαός να συνειδητοποιήσουμε ότι οι καλές μέρες του ΄9ο, έχουν περάσει οριστικά. Κι όχι μόνο για μας, αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο. Γιατί μπορεί εμείς να είμαστε άσχημη θέση, αλλά και οι άλλες χώρες της Δύσης δεν βρίσκονται στην ακμή τους: Δεν είναι η Ισπανία ή η Πορτογαλία, ούτε μόνο η Ιταλία. Το χρέος -και η ανεργία- των ΗΠΑ μεγαλώνει, η ανάπτυξη της Γερμανίας συρρικνώνεται και πριν από λίγες εβδομάδες ζήσαμε την αγωνία της Γαλλίας μπροστά στο ενδεχόμενο να υποβαθμιστεί η οικονομία της.

Ουσιαστικά, ο δυτικός τρόπος ζωής δοκιμάζεται -μελέτες όπως του N. Ferguson, The West and the Rest θέτουν το πρόβλημα ανάγλυφα, ως θέμα επιβίωσης ενός ολόκληρου πολιτισμού. Το κακό, από πολλές απόψεις, είναι ότι η μοίρα έφερε την Γερμανία να έχει τόσο κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μάχη -αλλά αυτά ίσως σε ένα προσεχές κείμενο.

Εμείς βέβαια είμαστε στη χειρότερη θέση: Αν οι άλλοι είναι με την πλάτη στον τοίχο, εμείς είμαστε στα τέσσερα, με τη μύτη στις λάσπες και το παντελόνι κατεβασμένο. Και η γνώμη μου είναι πως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ακριβώς αυτή είναι η θέση μας σε αυτόν ακριβώς τον δυσοίωνο κόσμο.

Ας τα ξαναπούμε λοιπόν: Οι καλές μέρες πέρασαν ανεπιστρεπτί. Λεφτά δεν θα πέσουν στην αγορά, γιατί λεφτά δεν υπάρχουν στις αγορές. Ακόμα κι αν γίνουν οι περιλάλητες επενδύσεις, λεφτά, όπως τα είδαμε την περασμένη δεκαετία, δεν πρόκειται να κυκλοφορήσουν στην αγορά. Γιατί οι επενδύσεις δεν θα γίνουν για να βοηθηθεί η Ελλάδα και εμείς προσωπικά -αν αυτός ήταν ο στόχος τους, θα είχαν ήδη γίνει-, αλλά για να κερδίσουν οι επενδυτές, όπως είναι και φυσικό -γι’ αυτό και τα παζάρια για τις ειδικές περιοχές με μειωμένα μεροκάματα και φορολογία.

Το δεύτερο που πρέπει να κάνουμε είναι να επαναξιολογήσουμε τις προτεραιότητές μας. Ναι, ενώ βαλλόμεθα από παντού, πρέπει να κάνουμε ο καθένας ξεχωριστά και πάλι όλοι μαζί λίγη δουλειά με τον εαυτό μας. Να αναρωτηθούμε τι θέλουμε από τη ζωή μας; Τι μας δίνει χαρά; Πώς θέλουμε να ζήσουμε;

Πρέπει να αναπροσαρμόσουμε τις αξίες μας, να φτιάξουμε τις νέες ουτοπίες, τα νέα οράματα. Από αυτά ακριβώς θα γεννηθούν και οι νέες ρεαλιστικές πολιτικές. Έτσι θα ξέρουμε τι ζητούμε, τι διεκδικούμε, τι απαιτούμε.

Εδώ ακριβώς συνεισφέρουν και οι Αγανακτισμένοι -το λέω για τους φίλους που αναρωτιούνται γιατί τους υποστηρίζω με τόση θέρμη. Είναι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται και ζουν το αδιέξοδο, είναι άνθρωποι που θέλουν να γεννήσουν το καινούργιο, είναι άνθρωποι με αγωνίες και δύναμη. Τι σημασία έχει αν διαφωνώ ή δεν μου αρέσει το ένα ή το άλλο; Νιώθω ότι εκείνο που με ενώνει μαζί τους είναι πολύ πιο μεγάλο, πολύ πιο σημαντικό. Με διάλογο, με συμφωνίες και διαφωνίες, κριτικές, ανοχή στην διαφορετική άποψη και τρόπο προχωράν οι λαοί και η ιστορία του –ο καθείς και τα όπλα του, που είπε κι ο Ελύτης.

Δεν είναι εύκολο, αλλά άλλη λύση δεν υπάρχει: Πρέπει να ξεχάσουμε τις ευκολίες που συνηθίσαμε τα περασμένα χρόνια. Πρέπει να δουλέψουμε, να πολεμήσουμε για να διαμορφωθεί το αύριο που θα μας ταιριάζει, θα μας κάνει χαρούμενους, θα μας δίνει περηφάνια. Κι ο αγώνας σκληρός και άνισος.

Καλό κουράγιο!