Κ. Λαρδά: [Συναντήσεις με τον Νίκο Γκάτσο]

Εδώ, στο Σημειωματάριο, αγαπάμε ιδιαίτερα τον Νίκο Γκάτσο και στις δύσκολες στιγμές που περνάμε καταφεύγουμε συχνά στο έργο του, ανέσυρα μια μετάφραση, που είχα κάνει πριν από χρόνια, ενός αποσπάσματος της διδακτορικής διατριβής του ελληνοαμερικανού καθηγητή Κωνσταντίνου Λαρδά, Amorgos. Studies of a Poem by Nikos Gatsos (University of Michigan, 1966), η οποία δημοσιεύτηκε στα Νεφούρια του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου τον Ιούλιο του 2001. Είναι η πρώτη συστηματική μελέτη της Αμοργού. Ο Λαρδάς, ποιητής ο ίδιος, δεν μένει στον ξερό φιλολογικό σχολιασμό και ανάλυση της Αμοργού, αλλά περιγράφει πώς ο ίδιος ανακάλυψε τον ποιητή και το ποίημα, αλλά και μια Ελλάδα που αγνοούσε κατά το πρώτο του ταξίδι στην πατρίδα, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Από αυτό το αφηγηματικό και εξομολογητικό μέρος είναι το παρακάτω απόσπασμα. Ευχαριστώ ξανά και διαδικτυακώς την καλή μου φίλη Αγαθή Δημητρούκα, που με σκέφτηκε ως μεταφραστή του Λαρδά:

Τι σκότος κουβαλούσα επιστρέφοντας στον Πειραιά από την Σαντορίνη, σαν του Κέρβερου. Τι προσπάθειες τότε για να τελειώσω εκείνο το “Spartaric”, κι αμέσως μόλις ξεμπέρδεψα μαζί του, να βλέπω ότι δεν ήταν αρκετό για την Ελλάδα, να επιθυμώ ένα πιο αληθινό ποίημα γι’ αυτήν.

Κι ύστερα, μια νύχτα, σε κάποια Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής ποίησης[1], να διαβάζω τον τίτλο ενός ποιήματος: «Στου πικραμένου την αυλή». Να διαβάζω τον πρώτο στίχο «Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο», να διαβάζω κι όσους ακολουθούσαν και να αναγνωρίζω ότι αυτή είναι η Ελλάδα. Αυτή ήταν από τα πανάρχαια χρόνια.

Εκείνες οι τρεις στροφές τράβηξαν την απόλυτη προσοχή μου. Κάτω από το ποίημα διάβασα: «ΑΜΟΡΓΟΣ», 1943 κι ότι γράφτηκε από τον Νίκο Γκάτσο).  Αργότερα έμαθα ότι δεν επρόκειτο για ένα ποίημα από κάποια συλλογή, που ονομαζόταν Αμοργός, αλλά για μια διαστρεβλωμένη εκδοχή –στίχοι παρεμβάλλονταν μπερδεμένοι- κι ότι η Αμοργός ήταν ένα μεγάλο ποίημα. Το όνομα του ποιητή μου θύμισε τα λόγια της Ann Arbor στη Σοφία Στεριάδη[2]: «Πρέπει να συναντήσεις τον Γκάτσο. Είναι εξαίρετος ποιητής κι άνθρωπος». Μου θύμισε τα λόγια της Καίτης Μυριβήλη[3]: «Δεν έχει δημοσιεύσει τίποτα εδώ και είκοσι χρόνια». Μου θύμισε ότι τον Δεκέμβριο είχα δει από το Βασιλικό Θέατρο στην Αθήνα «Το σπίτι της Μπερνάλντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Μου θύμισε τη γριά, που ήταν από την Αμοργό, στο πλοίο από την Σαντορίνη. Μου θύμισε τους φόβους μου, όταν για μήνες τριγυρνούσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να συναντήσω τους ζωντανούς ποιητές της Ελλάδας που αγαπάω. Τα θυμήθηκα όλα αυτά, και τηλεφώνησα στον ποιητή, να του ζητήσω να συναντηθούμε, αν ήταν δυνατόν, την επομένη.

Η συνάντηση έγινε στις 30 Ιανουαρίου 1963 στου Φλόκα, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Ρώτησα τον σερβιτόρο κι έμαθα ότι «ο κύριος Γκάτσος δεν αφίχθη ακόμη». Αναμονή πέντε λεπτών, και βλέπω ένα γίγαντα να μπαίνει –τα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του σερβιτόρου και στράφηκαν πάνω μου. Χαιρετισμός.

Και για ποιο πράγμα να του μιλήσω, εκτός από το να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τρεις στροφές από το ποίημά του και για την δουλειά του στον Λόρκα που είδα κι άκουσα. Καθίσαμε, παραγγείλαμε καφέδες, κι εγώ, ο ξένος, να ξεφουρνίζω αμέσως κι ηλιθιωδώς, βάναυσα, την ερώτηση: «Γιατί δεν γράψατε τίποτα τα τελευταία είκοσι χρόνια;» Και, ναι, πριν την ολοκληρώσω ακόμα, να αντιλαμβάνομαι τον φθόνο που έκρυβε μέσα της.

Κι εκείνος, τα μάτια του να πέφτουν στον καφέ. Κι εγώ, να βλέπω ένα φευγαλέο τρεμούλιασμα στα χείλη του. Και ν’ απαντά: «Ποιήματα μου έρχονται εύκολα. Δύσκολο είναι να κάνεις ποίηση. Να λες τις αλήθειες».

Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που οι σερβιτόροι κοίταζαν ευγενικά. Που ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις ήρεμα συμφωνούσε μαζί του από το διπλανό τραπέζι. Που τον πλησίασε με σεβασμό ο Νάνος Βαλαωρίτης, ποιητής κι εγγονός του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Που σηκώθηκε για να χαιρετήσει, μ’ ένα απλό φιλί στο μάγουλο, έναν νεαρό αμερικανό που ερχόταν από την Κρήτη.

Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, που όταν του ζήτησα το πλήρες κείμενο της Αμοργού, γιατί είχε εξαντληθεί πριν από πολλά χρόνια, απάντησε: «Συγχώρεσέ με αλλά δεν έχω αντίτυπο του ποιήματος»! Δεν ήξερα αν μου έλεγε την αλήθεια ή αν από τη μεριά του αναρωτιόταν: «Ποιος είναι αυτός εδώ που μ’ αναζητάει;» Ή αν απλώς ήθελε χρόνο για να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. «Τι σεμνός άνθρωπος», σκέφτηκα. Και «ποιος είμαι εγώ, ο ξένος, που θα πρέπει να μου δώσει το ποίημα του».

Κι όμως εκείνες οι λέξεις του Γκάτσου αντιλαλούσαν στ’ αυτιά μου μαζί με το στιγμιαίο τρεμούλιασμα των χειλιών που του προκάλεσα ―κι ορκίστηκα ότι πρέπει να εξιλεωθώ γι’ αυτό. Κι έλπιζα ότι μέσω αυτής της εργασίας, ίσως θα μπορούσε να βγάλει τα ποιήματα που έκρυβε για καιρό βαθιά στην καρδιά του.

Ο νεαρός αμερικανός που ο Νίκος Γκάτσος σηκώθηκε για να χαιρετήσει ήταν ο Charles Haldeman[4]. Κι επρόκειτο για μια απροσδόκητη συνάντηση, αφού είχε επιστρέψει μόλις της προηγούμενη ημέρα από την Κρήτη, κουβαλώντας μαζί του τα χειρόγραφα του πρώτου μυθιστορήματός του, τον τίτλο του οποίου δεν είχε οριστικοποιήσει ακόμη: The Sun’s Attendant ή Attendant to the Sun. «Δεν αναφέρεται στην Ελλάδα», είπε, «αλλά στη μεταπολεμική γενιά της Γερμανίας. Αλλά, αν δεν ερχόμουν στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να γραφεί».

Μετά μιλήσαμε για ποιητές: Τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Σεφέρη, και τον Καβάφη. Μιλήσαμε για τον Παλαμά ως ποιητή κι ως κριτικό, κι ο Γκάτσος ανέφερε ότι εργαζόταν σε ένα δικό του δοκίμιο για την ποίηση, «Η μνηστή του Θανάτου». Μιλήσαμε για τον Whitman και για τον Poe και για τον Hopkins κι εκείνος απαλά ρώτησε: «Τι θαύμα συνέβη στη Νέα Αγγλία και μας έδωσε μια Miss Emily!»

Κι έπειτα, σαν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ο Charles Haldeman, όρθιος, μας είπε για τον Μέγα Αλέξανδρο, που κάποτε διάταξε έναν σοφό Ινδό, από τα ετοιμόρροπα σκαλοπάτια του σπιτιού του, να του αποκαλύψει το μυστικό της ζωής. Ο σοφός αρνήθηκε κι ο Αλέξανδρος σήκωσε το σπαθί του για να τον φοβίσει λέγοντας: «Θα μου το πεις ή θα πεθάνεις!» Αλλά ο σοφός κοίταξε ψηλά και του απάντησε γαλήνια: «Δεν μπορείς να με σκοτώσεις». Τότε ο Αλέξανδρος, μόλις το άκουσε αυτό, έβαλε το σπαθί στο θηκάρι και προχώρησε. Αυτό μου θύμισε ότι κάποτε ο Διογένης, όταν τον ρώτησε ο Αλέξανδρος τι μπορεί να κάνει για εκείνον, του απάντησε να σταθεί λίγο πιο πέρα για να τον ζεσταίνει ο ήλιος.

Χαμογελάσαμε ευγενικά και ήρεμα, κι είδα τον νεαρό αμερικανό σαν τον Αλέξανδρο και τον ποιητή, που καθόταν μπροστά μας, σαν τον σοφό και άγιο άνθρωπο. Πόσο ήμερος, πόσο αρχοντικός μου φάνηκε, πριν νιώσω την απρόσμενη δύναμη του ποιήματός του.

Η πρώτη μου συνάντηση με τον ποιητή, ήταν σαν την πρώτη συνάντηση με το ποίημα του: Το ένα επιβεβαίωνε το άλλο. Καθώς φεύγαμε, ο Νίκος Γκάτσος στάθηκε για να κουβεντιάσει με τον Μάνο Χατζιδάκι, κι έμεινα για λίγα λεπτά με τον Charles Haldeman στην οδό Βενιζέλου. Ο οποίος μου μίλησε με λόγια θλιμμένα, αλλά κατηγορηματικά για τον φίλο του: «Όσοι μαζεύονται στο Brazilian βρίσκουν διάφορους τρόπους για να πληγώσουν τον Νίκο. Τον αποκαλούν τεμπέλη κι ονειροπόλο, αλλά αν ανοίξει το κουτί της Πανδώρας που κατέχει, θα καταστρέψει όλη την Ελλάδα. Είναι ένας ευρωπαίος ποιητής».

Πώς μπορεί κανείς να εξάγει κάποιο συμπέρασμα από την σιωπή ενός ποιητή, ή έστω να εικάσει; Κι αν δεν ήταν, σκέφτηκα, η τέλεια σιωπή, ήταν η σιωπή της αναζήτησης της τελειότητας, εκείνης της τελειότητας που κι ο Σολωμός αναζητούσε. Αλλά εδώ ήταν, αιστάνθηκα, και η μοναδικότητα: Γιατί ο Σολωμός δούλευε επί είκοσι χρόνια τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, χωρίς ποτέ να τους τελειώσει, ενώ, αντίθετα,  ο Γκάτσος έγραψε στα νιάτα του ένα ολοκληρωμένο έργο και μετά σταμάτησε να γράφει.

Πέντε εβδομάδες μετά την πρώτη μας συνάντηση, έφερε κάποια μέρα ένα βιβλίο στου Φλόκα και μου τό ‘βαλε στα χέρια. «Είναι ενός φίλου, δικηγόρου. Του ζήτησα να μου το ‘δανείσει’ και δεν νομίζω ότι θα του λείψει. Θέλω να το κρατήσεις». Επέστρεψα στο σπίτι βιαστικά, και με άγρυπνο μάτι και άγρυπνη καρδιά διάβασα την Αμοργό.

Κι έπειτα από τις 6 έως τις 12 Μαρτίου κάθε μέρα, όλη μέρα να δουλεύω την μετάφραση της Αμοργού στα αγγλικά. Να δουλεύω με στοχασμούς ελληνικών λέξεων που καίνε, και συνάμα να συνειδητοποιώ τις διαφορές στον ήχο, να βλέπω ότι ποτέ δεν θα γίνει το ίδιο, μα να εξακολουθώ να θέλω και να επιμένω στην μεγαλοσύνη του ποιήματος. Κι έπειτα, εκείνη την ημέρα του Μαΐου, όταν πια είχα την οριστική μορφή της μετάφρασης, να κάθομαι με τον Γκάτσο, να δουλεύω μαζί του εξηγώντας του τι έκανα ή τι ήθελα να κάνω.

Τώρα όμως, κοιτάζοντας την Αμοργό, ξεφυτρώνουν αναμνήσεις των συναντήσεών μου με τον ποιητή. Κάποιο απόγευμα στου Φλόκα, ένας έλληνας μουσικός, που ζει στην Γερμανία, μίλησε για την τραγική ζωή του καλλιτέχνη. Ο Γκάτσος τον άκουσε ασάλευτος σαν πέτρα κι είπε στον νεαρό: «Καμιά τραγωδία δεν συντελέστηκε όταν ο Ντοστογιέφσκι καταδικάστηκε σε θάνατο. Ίσως να επρόκειτο για μια τραγική στιγμή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ‘ζωή’ του καλλιτέχνη ήταν τραγική. Η τραγωδία υπάρχει μόνο στις ζωές των ανθρώπων που δεν αντιλαμβάνονται».

Ο Γκάτσος μίλησε για τον άνθρωπο της Μεσογείου και άναυδος ο μουσικός είπε: «Ω, μην αυτοπεριορίζεστε κατ’ αυτόν τον τρόπο». Κι ο Γκάτσος ανταπάντησε ότι «Πρώτα είμαι Έλληνας και μετά Μεσογειακός». Παρεμβλήθηκα: «Όταν είσαι Έλληνας είσαι παγκόσμιος», κι αυτό χτύπησε άσχημα στον μουσικό, κι άρχισε να μας λέει για τους Γερμανούς, οι οποίοι έχουν διαποτιστεί από την μελέτη των κλασικών γραμμάτων, και οι οποίοι, σίγουρα, θα κατανοούν καλλίτερα τι είναι Ελληνικότητα. Μίλησε για τις δόξες και τις ανακαλύψεις της Αναγέννησης, που οφείλονται στην Ελλάδα, κι ο Γκάτσος είπε: «Οι Βυζαντινοί δεν ήξεραν την κλασική Ελλάδα, αλλά, παρά την άγνοιά τους, ήταν Έλληνες». Μίλησε για τους αγρότες, τους άντρες και τις γυναίκες, που γονατίζουν μπροστά απ’ τις εικόνες, κι απευθύνονται στον Αϊ – Γιάννη ή την Παναγιά με τον ίδιο τρόπο που θα μιλούσαν ή θα ικέτευαν ή θα προσεύχονταν στον αδερφό τους ή την μάνα τους. Τι έχει να κάνει, λοιπόν, η γνώση με το βίωμα.

«Ο ποιητής θα πρέπει να είναι ανώνυμος, όπως κι ο άγιος». Σιγά – σιγά, άρχισα να καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Γκάτσος με αυτά τα λόγια. Γνωρίζουμε το όνομα του ποιητή, αλλά δεν έχουμε ουσιαστική γνώση της εσωτερικής ή της εξωτερικής του ζωής, εκτός από εκείνα που θα μάθουμε από το ποίημα. Ότι, δηλαδή, το γραπτό μπορεί να ζήσει όπως ζει ο ‘βίος’ ενός αγίου. Ότι εκείνο που υφίσταται ο άγιος, είναι εκείνο που νιώθει και βλέπει ο ποιητής, και μπορεί να είναι εκείνο που, μέσα από την φρίκη, δημιουργεί την αγιοσύνη.

Κάποια μέρα μίλησε για τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια: Πως τους καλοκαιρινούς μήνες κοιμόταν κάτω από τέντες, ακούγοντας τα τραγούδια και τις ιστορίες των τσιγγάνων που δούλευαν στα ορεινά χωράφια του πατέρα του. Πως μετά ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας, ήθελε να γίνει σπουδαίος αρχιτέκτονας. «Φυσικά ήταν ανοησία, το να θέλω να γίνω σπουδαίος, αλλά, όταν ήμουν νέος, ένιωθα ότι τίποτε άλλο δεν θα ήταν πιο ‘χρήσιμο’ για τον κόσμο μου».

Μιλούσε ακόμα και για έργα που δούλευε, για μια τριλογία ποιημάτων: «I. Ισπανική Ραψωδία (Μετά Ραβέλ)», «ΙΙ. Γεωγραφία Πελοποννήσου», «ΙΙΙ. Χριστός, ο Κηπουρός».

Έτσι έμαθα ότι εργαζόταν, και στο τέλος ανακάλυψα ότι δεν έπασχε από αδυναμία δημιουργίας, αλλά από ένα είδος αυθυποβολής. Το αντιλήφθηκα από κάποια φευγαλέα λόγια που είπε κάποτε: «Ο φίλος μου ο Ελύτης παρέβη την υπόσχεση που δώσαμε να μην δημοσιεύσουμε ξανά». Κι ούτε ποτέ τον ξαναρώτησα, επειδή θυμόμουνα τα απερίσκεπτα λόγια μου: «Γιατί δεν γράψατε τίποτα αυτά τα είκοσι χρόνια;» Επειδή θυμόμουνα το τρεμούλιασμα στα χείλη του. Ποτέ δεν τον ξαναρώτησα, απλώς κατάλαβα τι υπόσχεση ήταν και γιατί.

Ήξερα όμως ότι εργαζόταν, κι αργότερα έμαθα από την Καίτη Μυριβήλη: «Ναι, μίλησε για πρώτη φορά για αυτά τα ποιήματα το 1957. Δεν πρόκειται να τα τελειώσει ποτέ». Και θυμάμαι τις επικρίσεις της, όταν κάποτε του μίλησε για την μεγάλη απογοήτευση που προκάλεσε, ότι ‘πρόδωσε’ τους ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον πίστευαν κι έλπιζαν σε κείνον, και πως της αποκάλυψε αυτό που είχε πει και σε μένα κατά την πρώτη μας συνάντηση: «Τα ποιήματα μου έρχονται εύκολα»: «Δώσε μου ένα θέμα, Καίτη», κι αυτή του είπε ένα θέμα για να της γράψει, κι εκείνος κάθισε μπροστά της, κι έγραψε, κι όταν εκείνη το διάβασε έμεινε κατάπληκτη, αλλά εκείνος έσκισε το ‘ποίημα’ και πέταξε τα κομμάτια στο πάτωμα δηλώνοντας: «Αυτό δεν είναι ποίηση».

Κι όταν έφευγα για το ταξίδι στην Αμερική το 1963, μου είπε: «Σύντομα θα τελειώσω τα τρία ποιήματα και θα τα εκδώσω». Αλλά από τότε τα ποιήματα δεν έχουν έρθει ακόμα. «Δεν φαίνεται να δουλεύει… Χρειάζονται τρεις μέρες δουλειάς αυτά τα παλιά ποιήματα, αλλά δεν μπορεί να καθίσει κάτω και να την κάνει. Λέει ότι είναι τεμπέλης»[5].

Από τον καιρό που τον γνώρισα, η Αμοργός ξανακυκλοφόρησε στην Αθήνα, τον χειμώνα του 1963, με σχέδια του πιο φημισμένου ζωγράφου της Ελλάδας, του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Και από τότε, αλλά και κατά τα προηγούμενα χρόνια έχει γράψει τραγούδια που μελοποιήθηκαν από τους συνθέτες Μ. Χατζιδάκι και Μ. Θεοδωράκη, τα οποία τραγουδιούνται από όλους τους Έλληνες του κόσμου. Έχει δουλέψει μεταφράσεις του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και αρχαίων κειμένων, κι έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ραδιόφωνο της Ελλάδας, ετοιμάζοντας φιλολογικά προγράμματα. Και κάθεται και στου Φλόκα κάθε απόγευμα, κι άνθρωποι πηγαίνουν και κάθονται κοντά του και μαθαίνουν από τα λόγια και την ‘παρουσία’[6] του. Αλλά εκείνα τα τρία ποιήματα, που χρειάζονται τρεις μέρες δουλειάς, δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν δόθηκαν στους Έλληνες, παραμένουν εντός του.

Κάποια μέρα, που μιλούσαμε για τις μεταφράσεις του από τα Ισπανικά, μου είπε: «Κανένας ποιητής δεν περιμένει ‘αναγνώριση’ μεταφράζοντας. Είμαι Έλληνας και γράφω Ελληνικά». Ναι, αυτή είναι η ουσία του ποιητή. Γιατί ένας αληθινός ποιητης «ποτέ δεν γίνεται κατανοητός έξω από την πατρίδα του. Ένας αληθινός ποιητής είναι απόλυτα μη μεταφράσιμος».

Γνωρίζω λοιπόν, ότι αυτό που προσπαθώ να κάνω σαν αναπλάστης, σαν μεταφραστής, είναι αδύνατο, κι ότι βασικά είναι μια επιθυμία. Κι ότι πρέπει να είναι μια προσπάθεια μόνο για να τιμηθεί ό,τι ένιωσα κι ό,τι αγάπησα.


[1] Άρης Δικταίος, Ανθολογία Συγχρόνου Ελληνικής ποιήσεως. 1930 – 1960, Αθήνα 1961, σελ. 108

[2] Σοφία Στεριάδη: Φοιτήτρια της Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Michigan

[3] Κάτια Μυριβήλη: Βοηθός της American Cultural Attache ατην Αθήνα, και εκδότις του ετήσιου  Fulbright Review

[4] Charles Haldeman, The Sun’ s Attendant, New York 1964

[5] Από επιστολή της Elizabeth Meese της 15ης Ιουνίου 1965

[6] Από επιστολή του Charles Haldeman της 29ης Αυγούστου 1964: «Ι saw Nicos briefly in Athens last week … and (he) is still the person for whose presence I am most grateful.»

5 thoughts on “Κ. Λαρδά: [Συναντήσεις με τον Νίκο Γκάτσο]

  1. Βίκυ Παπαπροδρόμου 24/09/2011 στο 11:26 μμ Reply

    Μπράβο, Φώτη. Θερμά σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτή τη δημοσίευση. Ήταν από τα συγκινητικά κείμενα που έχω διαβάσει, και μάλιστα για έναν ποιητή που πολύ αγάπησα.

    • fvasileiou 25/09/2011 στο 1:40 μμ Reply

      Ο καλλίτερος τρόπος να ξεφεύγουμε από τη μιζέρια είναι να επιστρέφουμε σε ότι μας σηκώνει ψηλότερα…

  2. hfaistiwnas 24/09/2011 στο 11:53 μμ Reply

    Καλησπέρα!
    Δεν έχω διαβάσει το έργο του, μόνο ακουστά τον έχω..
    Το απόσπασμα μου άρεσε πολύ.. βασικά μου άρεσε που κάποτε οι «προσωπικότητες» είχαν αλληλεγγύη ο ένας στον άλλο..

    • fvasileiou 25/09/2011 στο 1:39 μμ Reply

      Το ξέρεις το έργο του κι ας μην το έχεις διαβάσει. Είναι αναρίθμητα τα τραγούδια του Γκάτσου που ξέρουμε και τραγουδάμε όλοι μας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: